Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Δημοκρατία ή βαρβαρότητα

Του Γιώργου Σιακαντάρη, Αthens Voice
 Tα τρία τελευταία χρόνια όσο περισσότερο ανθεί η πραγματική βία στην ελληνική κοινωνία, τόσο και πολλαπλασιάζονται τα κείμενα και οι απόψεις, που αντί να επιχειρούν να εξετάσουν πολιτικά το φαινόμενο της βίας, το ανάγουν σε ζήτημα ηθικής και ηθικολογικής διάστασης, του τύπου δεν «επιτρέπεται να δέρνουμε τους άλλους». Οι ανιστόρητες ταυτίσεις των διαφόρων μορφών βίας, ταυτίσεις που υποτίθεται ότι καταδικάζουν τη βία απ’ όπου και αν αυτή προέρχεται, το μόνο που κατορθώνουν είναι να αναπαράγουν τις κυρίαρχες αντιλήψεις μιας εποχής που σηματοδοτούσε το λυκόφως της προνεωτερικής κοινωνίας και το λυκαυγές της νεωτερικής. Ο Χόμπς έκανε τότε το πρώτο βήμα δείχνοντας πως η πολιτική πράξη είναι ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ ατόμων και εξουσίας. Αυτό το βήμα όμως περιορίζονταν από την αντίληψή του, πως τα άτομα για να αποφύγουν τη ενυπάρχουσα μέσα στη κοινωνία βία οφείλουν υπό όλες τις συνθήκες να υποτάσσονται στις επιταγές και διαταγές του μονάρχη.
Ήταν όμως το 1688 όταν ο πρώτος πραγματικά φιλελεύθερος φιλόσοφος Τζων Λοκ με το έργο του Δεύτερη Πραγματεία περί Κυβερνήσεως (στα ελληνικά από εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση και εισαγωγή του Πασχάλη Κιτρομηλίδη) νομιμοποιούσε την πολιτική- όχι τη διαπροσωπική ή την αντικοινωνική όπως είναι αυτή που ζούμε στη σημερινή Ελλάδα- ανυπακοή. Εκείνη δηλαδή την ανυπακοή που προάσπιζε τα ατομικά δικαιώματα και το συνταγματικό δημοκρατικό πολίτευμα.
Ο Λοκ, ακριβώς τις μέρες που πραγματοποιούνταν η ένδοξη ή η αναίμακτη Αγγλική Επανάσταση του 1688 και περίπου 100 χρόνια πριν τις αιματηρές Επαναστάσεις στην Αμερική πρώτα και στη Γαλλία στη συνέχεια, αλλάζει το παράδειγμα και θέτει στην ημερήσια διάταξη την προτεραιότητα της έννοιας του πολίτη, του συνταγματικού και δημοκρατικού κράτους. Μπροστά στο μείζον που για την εποχή ήταν ο αγώνας για την επικράτηση της αστικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αυτός αναγνωρίζει το δικαίωμα άσκησης βίας, σ’ όσους πλήττονται από τον κρατικό αυταρχισμό.
Μέχρι να μετατραπεί το κράτος στον -κατά Βέμπερ- νόμιμο φορέα άσκησης βίας οι πολίτες είχαν το νόμιμο και ηθικό δικαίωμα, όπως αυτό απορρέει από το κοινωνικό τους συμβόλαιο, να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο, συμπεριλαμβανόμενης και της πολιτικής ανυπακοής ή της βίας, ώστε να φθάσουν μέχρι τη δημοκρατία.
Η περίφημη πολιτική ανυπακοή δεν είναι ανακάλυψη ούτε του Λένιν, ούτε του Καρλ Σμιτ. Είναι ανακάλυψη των αστικών νεωτερικών κοινωνιών και απαίτηση του δημοκρατικού συνταγματισμού. Οι δυο μεγάλες επαναστάσεις που προανέφερα έθεσαν τα θεμέλια αυτού που είναι η σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Αυτό που έκαναν και οι δυο Επαναστάσεις ήταν να διευρύνουν το πεδίο της πολιτικής συμμετοχής μέσα από την ανάδειξη του αιτήματος της λαϊκής κυριαρχίας. Αίτημα που μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο στο πλαίσιο του ενιαίου μεγάλου έθνους-κράτους και μόνο μέσα από τη σταδιακή και συνεχή διεύρυνση της εκλογικής βάσης, ώστε να προσεγγίζεται με σύγχρονους όρους το αίτημα της λαϊκής συμμετοχής.
Επομένως είναι διαφορετικό πράγμα η βία που καλούνται να χρησιμοποιήσουν οι πολίτες για να ανατρέψουν τυραννικά και αυταρχικά καθεστώτα ή για να επιβάλλουν την αστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία και πολύ διαφορετική η βία την οποία κάποιοι επικαλούνται, όταν κανείς δεν τους εμποδίζει να εκφράσουν τις ιδέες τους, όταν κανείς δεν τους εμποδίζει να γίνουν πλειοψηφία.
Αυτό όμως είναι και το κρίσιμο ζήτημα. Η δημοκρατία έχει τρόπους και μέσα να προστατευτεί απ’ όσους την χρησιμοποιούν με σκοπό να την καταργήσουν; Αντιμετωπίζουμε εδώ με σύγχρονους όρους το θέμα που έθεσε ο Λοκ. Πως πρέπει να αντιδρούν όσοι εκτιμούν τη δημοκρατία ως εκείνο το πολίτευμα που επιτρέπει σ’ όλους να κυβερνήσουν, έναντι εκείνων που θεωρούν πως μπορούν να την καταργούν, όταν οι ίδιοι έρχονται στην εξουσία;
Αυτό το ζήτημα είναι κάτι το τελείως διαφορετικό από την καθημερινή διαπροσωπική βία, η οποία αναπτύσσεται με ραγδαίους ρυθμούς στην ελληνική κοινωνία. Καθημερινή βία που όχι απλά φουντώνει, αλλά και νομιμοποιείται από τα δύο άκρα, τα οποία βεβαίως και δεν είναι ίδια. Στο βαθμό όμως που μισούν τη δημοκρατία, που τους επιτρέπει να αναπτύσσονται, είναι άκρα.
Για αυτούς ακριβώς τους λόγους, η πολιτική δημοκρατία πρέπει να έχει πάντα εκείνες τις ασφαλιστικές δικλείδες που θα την προστατεύουν απ’ όσους την απειλούν. Απ’ ότι δείχνουν τα πράγματα η ελληνική δημοκρατία δεν τις έχει. Το όχι στη βία, γενικά, ηθικοποιεί μια πολιτική έννοια και εντέλει βοηθά και δεν αποδυναμώνει τα άκρα.
Έτσι όμως το πραγματικό ερώτημα είναι όχι το βία ή μη βία, αλλά το δημοκρατία ή βαρβαρότητα. Χωρίς βία καμία νεωτερική κοινωνία δεν θα ήταν εφικτή και ακόμη θα ζούσαμε σε εποχές βαρβαρότητας. Αν όμως οι νόμιμοι φορείς δεν κάνουν αυτό το οποίο νομιμοποιούνται να κάνουν για να υπερασπίσουν τη δημοκρατία, αν δεν πείθουν πως είναι ικανοί να υπερασπίζουν το δημόσιο συμφέρον, τότε θα επικρατήσει είτε η νεοναζιστική είτε η βαρβαρότητα της 17ης Νοέμβρη. Σ’ αυτή όμως την περίπτωση καλείται το κράτος ως νόμιμος φορέας άσκησης βίας και οι ίδιοι οι δημοκρατικοί πολίτες ως άμεσα θιγόμενοι, να υπερασπίσουν αυτό που τους κάνει δημοκρατικό κράτος και δημοκρατικούς πολίτες: να υπερασπίσουν τη δημοκρατία έναντι της βαρβαρότητας των άκρων, με κάθε μέσο του κράτους ως του νόμιμου θεσμού οργανωμένης βίας. Και όπως έδειξε σ’ άρθρο του στην Καθημερινή ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος τέτοια μέσα υπάρχουν.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Είναι η Χρυσή Αυγή "ανομία" ;



 Με οδύνη, αν και όχι με έκπληξη, παρακολουθώ την όποια δημόσια συζήτηση για τα έργα και ημέρες της Χρυσής Αυγής, τα πιθανά αίτια ανάπτυξής της και τις πολιτικές ανάσχεσής της.
Και λέω με οδύνη διότι ο διάλογος αυτός διόλου δεν προσπαθεί να αντιμετωπίσει την ουσία του θέματος, αλλά να το εντάξει σε τρέχουσες ψευτοανάγκες άλλων επιδιώξεων.
Τελευταία μάλιστα ο διάλογος αυτός έχει εμπλέξει ανθρώπους της Αριστεράς (και όχι μόνο)σε μια συζήτηση περί «ανομίας» ως την λυδία λίθο ερμηνείας αλλά  και αντιμετώπισης του τραγικού αυτού φαινομένου. 

Χωρίς να παραγνωρίζω την παράμετρο αυτή , τις ποικίλες μορφές φανερές και κρυπτόμενες  της «ανομίας» στην κοινωνία και τις πολλαπλές ευθύνες που απορρέουν ιστορικά για το φαινόμενο της «ανομίας», πιστεύω ότι πόρρω απέχει από το να ερμηνεύει το φαινόμενο του εκναζισμού της κοινωνικής και πολιτικής συμπεριφοράς.Το υποτιμά βαθιά ,αν δεν του δίνει και νομιμοποιητική βάση χωρίς να καταλογίζω τέτοια  πρόθεση στους συμμετέχοντες στο διάλογο αυτό.

Το φαινόμενο αυτό είναι πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα  με βασικά στοιχεία που διακηρύσσει ανοιχτά και  το περιγράφουν , την κάθε είδους «καθαρότητα» (και όχι μόνο την φυλετική), την μανιχαιστική  και δογματική προσήλωση στην ιδέα της καθαρότητας αυτής και την εξάλειψη κάθε άλλης διαφορετικής αντίληψης(με την εξάλειψη των φορέων των άλλων απόψεων),την ανάδειξη του μίσους ως κεντρικής  πλευράς  των κοινωνικών αντιπαραθέσεων, την άρνηση της θεσμικής λειτουργίας και την υποκατάσταση της από την ωμή βία και τον εξαναγκασμό.

Δεν πρόκειται  για απλά φαινόμενο ρατσισμού ή άγριου σωβινισμού ή έστω κίνημα αυτοδικίας μπρος στην έλλειψη του οργανωμένου κράτους, όπως συχνά υποτιμάται. Το γεγονός ότι πατά σε υπαρκτά επιμέρους προβλήματα σε μια ιστορική συγκυρία (οικονομική κρίση, μεταναστευτικό, εθνικά ζητήματα,κρίση πολιτικού συστήματος κλπ) για να αναπτυχθεί, δεν αναιρεί αλλά επιβεβαιώνει τον παραπάνω χαρακτήρα του. Αλίμονο αν περιμένουμε να λυθούν όλα τα προβλήματα –έστω πολύ οξυμένα- της κοινωνίας μας, για να αποφύγουμε τον κίνδυνο άνθησης τέτοιων πολιτικών  εκφάνσεων του ολοκληρωτισμού.

Πρόκειται για μια πολιτική φιλοσοφία και πρακτική (ας μην προεκταθώ εδώ και σε άλλες ανθρωπολογικές ή ψυχολογικές ερμηνείες του φαινομένου, αν και έχουν πολύ ενδιαφέρον), ευθέως εχθρική και ανταγωνιστική προς την δημοκρατία ,την έννοια της θεσμισμένης κοινωνίας συνδιαλλαγής  και του κράτους δικαίου , των ανθρωπίνων ελευθεριών και δικαιωμάτων, πάνω στα οποία έχουν χτιστεί οι κοινωνίες μας τα τελευταία 200 χρόνια.

Συζητήσεις  περιφερειακές ως προς αυτόν τον χαρακτήρα του κινήματος αυτού, όπως τα περί «ανομίας» ή «ανεπάρκειας του κράτους» ή «μακρύ χέρι συμφερόντων», παρότι δεν στερούνται πραγματικών δεδομένων ή πιθανών  βάσιμων εκτιμήσεων, υποτιμούν το φαινόμενο, την υποβόσκουσα κοινωνική δυναμική που το φέρνει στον αφρό και δεν συμβάλλουν στην αντιμετώπισή του.
Απέναντι στον σκληρό πυρήνα του κινήματος αυτού, οφείλουμε να σταθούμε συγκεκριμένοι, να αναδείξουμε τον πραγματικό του χαρακτήρα και να ελέγξουμε κατά πόσον η κοινωνία μπορεί να τα βγάλει πέρα μαζί του και πως.

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

Μηνύματα από την Πάρο

Του Θανάση Χειμωνά

 Η δολοφονική επίθεση που δέχθηκε η άτυχη δεκαπεντάχρονη στην Πάρο ήταν ένα από τα γεγονότα που στιγμάτισαν το - ούτως ή άλλως δύσκολο - καλοκαίρι του 2012. Οσα ακολούθησαν έδειξαν για νιοστή φορά πως στην όμορφη χώρα μας έχει προ πολλού καταλυθεί κάθε έννοια σοβαρότητας και λογικής…

Κατά τα ειωθότα, την εγκληματική ενέργεια του Αχμέτ Βακάς ακολούθησε ένα κρεσέντο ρατσιστικών σχολίων κατά των συμπατριωτών του και γενικότερα των ξένων που «έχουν εισβάλει στη χώρα μας» κλπ., κλπ. Οπως ήταν λογικό, την ιστορία εκμεταλλεύθηκε επικοινωνιακά και η Χρυσή Αυγή, πραγματοποιώντας μάλιστα και θεαματικό γιουρούσι στο πλοίο όπου μεταφερόταν ο Πακιστανός - κάτι σαν το ξεκίνημα του αριστουργηματικού «Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν» (αλλά από την ανάποδη).
Ολα αυτά είναι, δυστυχώς, συνηθισμένα. Τα ζούμε από τότε που ο πρώτος παράνομος μετανάστης πάτησε το πόδι του στο ελληνικό έδαφος, ενώ και παλιότερα τα ακούγαμε για τους Τσιγγάνους, τους «Ρωσοπόντιους», πιο παλιά ακόμα για τους Μικρασιάτες κ.ο.κ.
Αυτό όμως που προσωπικά μου προκαλεί αλγεινή εντύπωση είναι πως τελευταία παρατηρούμε και αναλόγου επιπέδου αντιδράσεις από την «άλλη πλευρά». Η «άλλη πλευρά» δεν είναι όσοι Ελληνες δεν είναι ρατσιστές, ούτε φυσικά η Ακρα Αριστερά. Είναι η «άλλη πλευρά» γενικώς.
Αμέσως μετά τη σύλληψη του Βακάς, το Ιντερνετ κατακλύστηκε από ονόματα διαβόητων ελλήνων βιαστών, παιδεραστών και λοιπών «μπουμπουκιών». Μια ελληνική dream team ασχήμιας με επιφανή μέλη όπως ο Παπαχρόνης, ο Μπέσκος, ο Δουρής (κάποιοι επιστράτευσαν και τον Κώστα Πάσαρη) άρχισε να παίζει μπάλα στο ελληνικό Διαδίκτυο με έναν και προφανή στόχο: να γίνει κατανοητό πως «εμείς» έχουμε περισσότερους και καλύτερους βιαστές από τους Πακιστανούς. Μερικοί, μάλιστα, έφτασαν στο σημείο να παρομοιάσουν τον Βακάς με τον Μουντή και τον Παγκρατίδη. Ξεκάθαρα πράγματα: το ελληνικό κράτος, το πιο απάνθρωπο που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, σκηνοθέτησε όλη αυτή την ιστορία για να ρίξει το βάρος σε έναν αθώο άνθρωπο και να δικαιολογήσει τις «σκούπες» που ακολούθησαν. Το κορυφαίο δε ήταν ο ισχυρισμός πως ο Βακάς δεν θα έφτανε ποτέ στο έγκλημα γιατί οι μουσουλμάνοι έχουν αυτό τον καιρό Ραμαζάνι και προφανώς θα ήταν θεοσεβούμενος!

Εξάλλου (μετά από τα κλασικά «αφού πρώτα πρέπει να πω πως καταδικάζω αυτό που έπαθε η δύσμοιρη κοπέλα»), στηλιτεύτηκε με πάθος το ότι ο Πακιστανός αναφερόταν ως «δράστης» και όχι ως «φερόμενος ως δράστης» (λες και αυτό συμβαίνει πρώτη φορά στα μέρη μας), καθώς και το ότι κακώς απεκαλείτο «βιαστής» αφού τελικά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το «έργο» του.
Τέλος πάντων, το διά ταύτα ήταν πως ο Πακιστανός έπεσε θύμα ρατσισμού, στο πλαίσιο της λογικής πως μόνο το κράτος εγκληματεί σε αυτή τη χώρα. Ολοι οι υπόλοιποι ή είναι αθώοι ή έχουν δικαιολογητικά, όπως (σε ανάλογες περιπτώσεις με αυτήν στην οποία αναφέρομαι) το all time classic: «Ας μη συμμετείχε η Ελλάδα στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους του ΝΑΤΟ».
Αποψή μου είναι πως δεν υπάρχουν ρατσιστές και «αντιρατσιστές». Υπάρχουν μόνο ρατσιστές και κανονικοί άνθρωποι. Ο κανονικός άνθρωπος δεν θα αποκρύψει την εθνικότητα ενός εγκληματία. Γνωρίζει όμως πως αυτή δεν έπαιξε κανέναν ρόλο στην όποια αποτρόπαια πράξη του.

Στη ρατσιστική λογική «όλοι οι ξένοι είναι δολοφόνοι» δεν χωρούν αφελείς απαντήσεις τύπου: «Οχι, οι Ελληνες είναι χειρότεροι». Στο εξωφρενικό «Ενας Ελληνας δεν θα το έκανε ποτέ αυτό» δεν χωράει η - εξίσου εξωφρενική - λογική «ένας φτωχός, πλην τίμιος, ξένος εργάτης δεν θα το έκανε ποτέ αυτό». Τέλος, ο κανονικός άνθρωπος επιθυμεί την παραδειγματική τιμωρία των εκάστοτε αλλοδαπών εγκληματιών (και όχι τον καθαγιασμό τους), καθώς ξέρει πως αυτοί δεν χαρακτηρίζουν την πλειονότητα των συμπατριωτών τους που βρίσκονται (νόμιμα ή παράνομα) στην Ελλάδα. Το να μην είσαι ρατσιστής έχει να κάνει με το πόσο καθαρό μυαλό διαθέτεις και το πόσο ανοιχτός είσαι στην κάθε μορφής διαφορετικότητα. Οταν υιοθετείς μια τέτοια θέση μόνο και μόνο επειδή το προστάζει η ιδεολογία σου ή για να «πας κόντρα», είσαι το ίδιο γραφικός με την Κου Κλουξ Κλαν.
Είναι αποκρουστικό. Υπάρχουν συμπατριώτες μας που έπειτα από κάθε στυγερό έγκλημα περιμένουν με αγωνία να μάθουν την ταυτότητα του θύτη. Ηταν ξένος; Ηταν Ελληνας; Ηταν «μπάτσος»; Ηταν Αλβανός, Αφγανός, Τσιγγάνος; Και αναλόγως, ξεκινούν, ενθουσιασμένοι, τη σπέκουλα… 
ΝΕΑ   22/8/2012

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

Η Ευρώπη επιτέλους να αποφασίσει για Ελλάδα


Jean Pisani-Ferry*

Για τρίτη φορά μέσα σε τρία χρόνια η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στην Ελλάδα είναι ασυνεπής.

Η πρώτη φορά ήταν την περίοδο 2009-2010 όταν ο τότε πρωθυπουργός της χώρας Γιώργος Παπανδρέου δήλωσε ότι θα χρειαζόταν τη στήριξη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η ευρωπαϊκή απάντηση ήταν να απορριφθεί η αρχή της παρέμβασης του ΔΝΤ, χωρίς ωστόσο να προτείνεται κάποια εναλλακτική. Πέρασαν αρκετοί μήνες για να βρεθεί μία λύση -τον Μάιο του 2010- με τον συνδυασμό στήριξης από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ, υπό προϋποθέσεις.

Η δεύτερη φορά ήταν την περίοδο 2010-2011 όταν ο κίνδυνος για ελληνική χρεοκοπία έγινε άμεσος. Τότε προέκυψαν δύο στρατόπεδα: Το πρώτο ζητούσε άμεση αναδιάρθρωση του χρέους, τονίζοντας ότι η Ελλάδα ήταν μία μοναδική περίπτωση και πως θα μπορούσαν να πειστούν οι αγορές ότι δεν θα ακολουθήσει και άλλη χώρα τον ίδιο δρόμο. Το άλλο στρατόπεδο τόνιζε ότι θα υπάρξει κίνδυνος ντόμινο και ζήτησε να στηριχτεί η Αθήνα μέσω φθηνών δανείων.

Ο συμβιβασμός στον οποίο κατέληξαν ήταν να χρηματοδοτηθεί η Ελλάδα με επιτόκια που πρακτικά την τιμωρούν, αφήνοντας παράλληλα τις αγορές να πιστεύουν ότι ενδέχεται να υπάρξει και αναδιάρθρωση χρέους, αλλά αργότερα. Και οι δύο θέσεις, μεμονωμένα, ήταν συνεπείς. Η συμβιβαστική λύση, όμως, όχι. Πέρασε περισσότερο από ένας χρόνος, μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του 2011, για να αναγνωριστεί αυτή η αντίφαση. 
Τώρα είναι η τρίτη φορά. Και πάλι η Ευρώπη είναι διχασμένη. Το ένα στρατόπεδο, στο οποίο εκπροσωπείται σθεναρά η βόρεια Ευρώπη, θεωρεί ότι η Ελλάδα θα πρέπει να αποχωρήσει από την ευρωζώνη επειδή δεν εναρμονίζεται με αυτή οικονομικά αλλά ούτε και πολιτικά. Την άποψη αυτή συμμερίζονται τόσο οι ευρωσκεπτικιστές (που θέλουν να δείξουν ότι η έξοδος είναι εφικτή) όσο και οι ευρωπαϊστές (που ελπίζουν ότι θα κερδίσουν την αντιπολίτευση στην κατεύθυνση της περαιτέρω ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης). Το δεύτερο στρατόπεδο, που είναι πιο έντονο στη Γαλλία και στη νότια Ευρώπη, δηλώνει ανένδοτα ότι η ενότητα της ευρωζώνης θα πρέπει να διατηρηθεί, διότι η αποχώρηση της Ελλάδας θα έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις και σε άλλες χώρες του Νότου.

Και σε αυτήν την περίπτωση, η κάθε μία εξ αυτών των θέσεων είναι συνεπής. Δεν είναι όμως συνεπές το να καλείται μία χώρα να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να ανταποκριθεί στους στόχους του προγράμματος ενώ παράλληλα τροφοδοτούνται σενάρια επιβεβλημένης εξόδου.

Για τους εγχώριους παράγοντες, ο κίνδυνος οικονομικών αναταραχών που συνεπάγεται η αποβολή της χώρας λειτουργεί ως κίνητρο για την εξαγωγή κεφαλαίων ή τη συσσώρευση ρευστότητας. Για τους ξένους επενδυτές -συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων του εξωτερικού- η κατάσταση αυτή δημιουργεί αντικίνητρο για επενδύσεις στην Ελλάδα με την ελπίδα ότι θα υπάρξουν ακόμη χαμηλότερες τιμές στο μέλλον.

Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν θα πρέπει να αναρωτιέται κανείς γιατί οι επενδύσεις το πρώτο τρίμηνο ήταν στο 46% του επιπέδου που ίσχυε προ τετραετίας (αντιθέτως, απορεί κανείς πώς είναι δυνατόν να διατηρούνται σε τόσο υψηλά επίπεδα). Χωρίς επενδύσεις, όμως, και χωρίς ανάκαμψη της εμπιστοσύνης, η Ελλάδα θα παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο ύφεσης. Όσες προσπάθειες και να καταβάλει είναι αδύνατον να πετύχει τους στόχους των πιστωτών.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να αποφασίσουν. Εάν πραγματικά πιστεύουν ότι θα είναι σε καλύτερη θέση χωρίς την Ελλάδα τότε θα πρέπει να της προτείνουν ένα πακέτο εξόδου. Προφανώς, η ελληνική αποχώρηση θα τους κοστίσει σημαντικά, γιατί η απότομη υποτίμηση του εθνικού νομίσματος που αναμφίβολα θα ακολουθήσει θα αναγκάσει την Αθήνα να χρεοκοπήσει στις υποχρεώσεις της σε ευρώ. Επίσης, η Αθήνα θα εξακολουθεί να χρειάζεται οικονομική στήριξη, αν μη τι άλλο γιατί απέχει πολύ από την εξισορρόπηση του προϋπολογισμού και του εξωτερικού της ισοζυγίου. Η αξιοπιστία του ευρώ επίσης θα τραυματιστεί. Θα πρέπει να προστατευτούν και άλλες χώρες από τον κίνδυνο μετάδοσης. Και τέλος, η Ε.Ε. δεν μπορεί να ξεχάσει την Ελλάδα γιατί εξακολουθεί να παραμένει στην Ευρώπη και θα έχει σημασία για όλη την ήπειρο.

Έτσι, με μία πιο στενή ανάλυση, η επιλογή αυτή γίνεται λιγότερο ελκυστική και πιο επικίνδυνη από ό,τι μοιάζει με την πρώτη ματιά. Τουλάχιστον, όμως, έχει μία λογική.

Εάν οι Ευρωπαίοι αποδεχθούν ότι η ελληνική έξοδος δεν είναι προς το συμφέρον τους, τότε θα πρέπει να αναγνωρίσουν τις προσπάθειες που γίνονται και να δώσουν μία πραγματική ευκαιρία για προσαρμογή και ανάκαμψη εντός της ευρωζώνης. Προφανώς δεν μπορούν να απαλείψουν πλήρως τον κίνδυνο επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Μπορούν, όμως, να δείξουν ότι αυτός ο δρόμος είναι ο λιγότερο πιθανός. Αυτό σημαίνει ότι εκτός από τη λογική επέκταση του προγράμματος στήριξης θα υπάρξουν σαφή μηνύματα ότι η Ευρώπη πιστεύει στην πιθανότητα επιτυχίας.

Μία πιθανότητα, που βεβαίως ενέχει δυσκολίες, θα ήταν το κούρεμα του χρέους προς τους επίσημους πιστωτές - με άλλα λόγια στο χρέος που κατέχει ο δημόσιος τομέας. Μία άλλη πιθανότητα θα ήταν η προώθηση κρατικών και ιδιωτικών επενδύσεων μέσω ανταλλαγής τίτλων χρέους με επενδύσεις από διεθνείς χρηματοοικονομικούς οργανισμούς (όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Επενδύσεων) ή με την αναβίωση του σχεδίου Eureka που πρότεινε η συμβουλευτική Roland Berger και τόσο πολύ χλευάστηκε.

Το κλειδί είναι ότι για να πιστέψουν οι παράγοντες του ιδιωτικού τομέα στην ανάκαμψη της Ελλάδας θα πρέπει οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι να επενδύσουν σε αυτήν.

Όταν ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς θα συναντηθεί με τους Ευρωπαίους ηγέτες αυτήν την εβδομάδα θα πρέπει να τους προσφέρει ένα μικρό δώρο σε αντάλλαγμα: ένα θερινό ανάγνωσμα. Ένα αντίγραφο από το θεατρικό έργο του Alfred de Musset «Μία πόρτα πρέπει να είναι ανοιχτή ή κλειστή». Είναι σύντομο και εμπνευσμένο.


*Ο Jean Pisani-Ferry είναι Γάλλος οικονομολόγος και διευθυντής του οικονομικού ινστιτούτου Bruegel.
ΠΗΓΗ: FT.com


www.euro2day.gr  22/8/2012




Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

Τρία καρπούζια στην ίδια μασχάλη

Του Γιάννη Βούλγαρη

Τρία καρπούζια στην ίδια μασχάλη είναι υποχρεωμένη να φορτωθεί η Ελλάδα στην πιο κρίσιμη φάση της πρόσφατης ιστορίας της. Το πρώτο και μεγαλύτερο, να παραμείνει στο ευρώ. Το δεύτερο, να μάθει να λειτουργεί με συμμαχικές κυβερνήσεις. Το τρίτο, να αναμορφώσει το κομματικό σύστημα. Και τα τρία είναι αλληλεξαρτημένα, αλλά επικαθορίζονται από το πρώτο, με την έννοια ότι αν υποχρεωθούμε σε μια άτακτη μετάβαση στη δραχμή, τότε οι πολιτικές - κομματικές εξελίξεις θα σαρώσουν τόσο τη συμπολίτευση όσο και την αντιπολίτευση.
Η παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ δεν εξαρτάται τόσο από τα πακέτα και τα Μνημόνια. Εξαρτάται από την ανάκτηση της πολιτικής αξιοπιστίας ως προς τους εταίρους και από τη συνολική απάντηση που θα δώσει η ΕΕ για να σώσει το κλυδωνιζόμενο ευρώ. Με αυτή τη σειρά. Το επεισόδιο της διαφωνίας των τριών αρχηγών για το πακέτο μέτρων που παρακολουθήσαμε αυτή την εβδομάδα είναι χαρακτηριστικό. Οι προτάσεις που παρουσίασε ο κ. Βενιζέλος είναι εύλογες και συμβάλλουν στη διαδικασία αναδιαπραγμάτευσης του Μνημονίου. Μόνο που αν προέτασσε αυτόν τον στόχο, όχι αναδιαπραγμάτευση, ούτε ραντεβού δεν θα του έκλειναν οι ηγέτες της ευρωζώνης, του Ολάντ περιλαμβανομένου. Το ξέρει και ο ίδιος. Από την άλλη, η αναδιαπραγμάτευση θα γίνει και θα γίνει σύντομα, χωρίς να σημαίνει ότι η προσπάθεια θα είναι μικρότερη. Το πακέτο μέτρων θα αναθεωρηθεί πλειστάκις τους επόμενους μήνες. Επί τα χείρω αν παραταθεί η σημερινή ανασφάλεια για το ευρώ, επί τα βελτίω αν η ΕΚΤ και η ευρωζώνη «κάνουν ό,τι χρειαστεί» για να το σώσουν, κατά την άσφαιρη, όπως αποδείχτηκε, ρήση του Ντράγκι.

Οπως πριν, έτσι και τώρα, δεν αρκεί η «ανάκτηση της αξιοπιστίας», χρειάζεται εθνικό σχέδιο και αλλαγή του τρόπου τεχνικής και πολιτικής διαπραγμάτευσης (Π. Κ. Ιωακειμίδης, «ΤΑ ΝΕΑ» 27/7/2012). Γιατί δεν αρκεί η Ελλάδα «να μείνει στο ευρώ», πρέπει να ξαναγίνει έγκυρος εταίρος. Χωρίς το δεύτερο, γίνεται δυσκολότερο το πρώτο. Η επανάκτηση ενός επαρκούς βαθμού εθνικής κυριαρχίας είναι αναγκαία για να αποκατασταθεί η συμβολική ισχύς του κράτους, που με τη σειρά της ενισχύει την κοινωνική συνοχή. Ενα κράτος άθυρμα και παρίας σημαίνει μια κοινωνία σκόρπιων ατόμων, συντεχνιών και συμμοριών.
Το συνεχώς αναζητούμενο και μηδέποτε ευρισκόμενο «εθνικό σχέδιο» δεν είναι ένα σύνολο μέτρων. Είναι μια άποψη για το νέο παραγωγικό μοντέλο που χρειάζεται η χώρα και μια αναδιανεμητική κοινωνική συμφωνία. Το κρατικιστικό - πελατειακό μοντέλο της Μεταπολίτευσης παρήγαγε μια ιεραρχική κατανομή εισοδημάτων και ευκαιριών οικονομικά παθογενή και κοινωνικά άδικη. Η συνέχιση της χρηματοδότησής της με δανεικά δεν είναι πλέον εφικτή. Πώς αλλάζει αυτή η ιεραρχική κατανομή σε συνθήκες μακρόχρονης ισορροπίας εσόδων - δαπανών όπως πρέπει να είναι ο στόχος μας; Πώς θα γίνει κοινωνικά εμφανές ποιος πληρώνει τι και πόσο, για το εισόδημα ποιου, πόσο και γιατί; Πώς θα μεγαλώσει για όλους η πίττα μέσω της αύξησης της εθνικής παραγωγικότητας; Με ποια ηθικά και κοινωνικά κριτήρια θα γίνουν οι αντίστοιχες πολιτικές επιλογές; Αυτό είναι στην ουσία το εθνικό σχέδιο. Εδώ κρίνονται οι κομματικές προτάσεις και εδώ αναδεικνύονται οι ιδιαίτερες ταυτότητες των κομμάτων.

Αναγκαίος όρος για να ξαναβγεί η χώρα στην επιφάνεια είναι να υπάρχει μια ισχυρή κεντρική πολιτική βούληση που να κρατήσει σταθερά το τιμόνι. Οι συνθήκες το έφεραν ώστε ο κλήρος να πέσει σε μια συμμαχική κυβέρνηση. Η μόνη δυνατή στις δεδομένες συνθήκες και η τελευταία κυβέρνηση του ευρώ αν αποτύχει. Η σύγχρονη Ελλάδα δεν έχει εμπειρία συμμαχικών κυβερνήσεων που να μην είναι βραχύβιου ειδικού σκοπού και περιορισμένων καθηκόντων. Τώρα θα κάνει τα πρώτα μαθήματα στη νέα κατάσταση γιατί τώρα η επίτευξη του σκοπού χρειάζεται ευρύτερο χρονικό ορίζοντα. Πιστεύω ότι η σύλληψη και η λειτουργία του σημερινού σχήματος από τους κυβερνητικούς εταίρους είναι προβληματική. Είναι ένα υβρίδιο: κυβέρνηση ΝΔ με την ανοχή των άλλων δύο κομμάτων. Αυτή η μορφή δεν εγγυάται ούτε μακροημέρευση ούτε ισχυρή κεντρική πολιτική βούληση. Τα συνεργαζόμενα κόμματα πρέπει να εξετάσουν πιο συστηματικά τις πρακτικές και τα προβλήματα που έχουν τα συμμαχικά σχήματα, για τα οποία άλλωστε υπάρχει πλούσια εμπειρία καθώς αποτέλεσαν το 75% των κυβερνήσεων στη μεταπολεμική Ευρώπη. Ποια μέτρα πρέπει να πάρουν ώστε να μην εκδηλωθεί η παρατηρημένη ροπή των πολυκομματικών κυβερνήσεων προς την αύξηση των δημόσιων δαπανών; Ποιες πρακτικές ανοιχτής εκδήλωσης των διαφορετικών απόψεων θα συμφωνηθούν, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η κυβερνητική συνοχή αλλά και η αναγκαία εκδήλωση της διαφορετικότητας των κομμάτων; Πώς περιορίζονται τα ρητά και άρρητα veto που μπορεί να ασκούν οι εταίροι, έτσι ώστε να μη συρρικνωθεί ασφυκτικά η ατζέντα της κυβέρνησης; Πώς περιορίζονται οι πρακτικές της αναζήτησης εναλλασσόμενων πλειοψηφιών μέσα στη Βουλή ανάλογα με την επιμέρους ατζέντα του κάθε κυβερνητικού κόμματος, για να μην καταντήσει η κυβερνητική πλειοψηφία σκορποχώρι; Πώς επιδρά το συμμαχικό κυβερνητικό σχήμα στην εσωτερική ζωή των κομμάτων, ιδίως στις εξουσίες του αρχηγού; Τα ερωτήματα αφορούν και τους τρεις εταίρους. Φαίνεται παράδοξο, αλλά οι δύο μικρότεροι εταίροι (ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ) έχουν ίσο, αν όχι μεγαλύτερο κομματικό συμφέρον να πετύχει η συμμαχική κυβέρνηση. Η επιτυχία δεν θα χρεωθεί εξ ολοκλήρου στη ΝΔ, αντίθετα η αποτυχία θα εισπραχτεί μέχρι δεκάρας από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Τέτοια ερωτήματα και προβλήματα παραπέμπουν στην τρίτη διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Τη μετάβαση σε ένα νέο κομματικό σύστημα το οποίο δεν έχει δείξει ακόμα τη μορφή του. Θα επανέλθουμε γρήγορα σε έναν νέο δικομματισμό ΝΔ - ΣΥΡΙΖΑ; Θα παραταθεί σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα το πολυκομματικό σύστημα και οι συμμαχικές κυβερνήσεις; Οι απαντήσεις θα καθοριστούν από δύο κυρίως διαδικασίες. Η πρώτη είναι η πορεία «ενσωμάτωσης» του ΣΥΡΙΖΑ στην επιλογή της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ. Γεγονός που σημαίνει ότι θα πείσει πως είναι διατεθειμένος να λογαριαστεί με τις δυσκολίες και τα σκληρά διλήμματα που αυτό συνεπάγεται. Οι μετεκλογικές αντιδράσεις του κόμματος πηγαίνουν στην αντίθετη κατεύθυνση ενώ, όπως γράφτηκε, στο στελεχικό δυναμικό του ενισχύονται οι υποστηρικτές της επιστροφής στη δραχμή. Η δεύτερη είναι η ανασυγκρότηση του προοδευτικού πόλου μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ με όρους κοινωνίας. Ο χώρος αυτός στον οποίο κινούνται το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ και ποικίλες συλλογικότητες είναι ο πιο ώριμος να συνδέσει το στενό κομματικό συμφέρον με την ανάγκη υπέρβασης των κρατικιστικών, πελατειακών, ανομικών και καταναλωτικών παθογενειών της μεταπολιτευτικής Ελλάδας στην προοπτική ενός νέου προοδευτικού ευρωπαϊσμού. Θα αφήσει αυτός ο χώρος τον εαυτό του να συνθλιβεί μεταξύ δύο επίδοξων αλλά ακατάλληλων πόλων ενός νέου διπολισμού ή θα βρει τις δυνάμεις να ανακτήσει με νέους όρους τον πρωτοποριακό ρόλο που είχε στη διαμόρφωση της σύγχρονης δημοκρατικής Ελλάδας; Οσο πιο αποφασιστικά και καθαρά τεθεί το ζήτημα τόσο πιο γρήγορα θα εμφανιστούν οι νέες δυνάμεις, το νέο πολιτικό προσωπικό που θα αναμετρηθεί με το στοίχημα. Προς το παρόν, μοιάζει με άσκηση βολονταρισμού. Αλλά ο βολονταρισμός είναι συστατικό των βαθύτερων κοινωνικών διεργασιών.
 
NEA 8/4/2012

Ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με

Του Νικου Γ. Ξυδακη  
  
Η διανομή τροφίμων από τη Χρυσή Αυγή, στην πλατεία Συντάγματος, μόνο σε όσους επεδείκνυαν ελληνική ταυτότητα και κατεγράφοντο τα στοιχεία του αίματός τους, προσημαίνει την ώρα μηδέν για την ελληνική κοινωνία, την ώρα της ηθικής και ψυχικής της αποσάθρωσης.
Μόνο ντροπή μπορεί να νιώσει ένας Ελληνας, ακόμη και στην πληγωμένη Ελλάδα του 2012, όταν μελανοχίτωνες μοιράζουν μακαρόνια εξετάζοντας το αίμα του πεινώντος. Ντροπή, γιατί αυτή η ωμά ρατσιστική ενέργεια διεξάγεται υπό τη σκιά της δημοκρατικής Βουλής των Ελλήνων. Ντροπή, γιατί η διάκριση αίματος ποδοπατά όλες τις παραδόσεις ελληνικού πολιτισμού, όπως κι αν τις δει κανείς, από τον Ξένιο Δία και την Αθηνά Ξενία των ομόγλωσσων αρχαίων προγόνων έως τον Καππαδόκη Μέγα Βασίλειο τον ελληνοχριστιανό ομόδοξο: «Εάν εύρης εχθρόν που ευρίσκεται εις δυσκολίαν μη προσθέσης εις την οργήν που σε κατέχει την εκδίκησιν, αλλά να τον θρέψης όπως εκείνος έθρεψε τους αδελφούς που τον επώλησαν». (Μ. Βασίλειος, Εν λιμώ και αυχμώ).
Ντροπή. Και δέος για το τι περιμένει όποιον περιφρονεί ιδρυτικές συνθήκες της ανθρωπιάς: «Ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με, γυμνός και ου περιεβάλετέ με, ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ με». Ας μην αναρωτηθεί κανείς μωρός σήμερα: «Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα ή διψώντα ή ξένον ή γυμνόν ή ασθενή ή εν φυλακή και ου διηκονήσαμέν σοι;». Η απάντηση θα είναι πάντα η ίδια, τρομερή και ισχύουσα: «Εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε. Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον» (Ματθ. 25:41-46)
Κόλαση είναι ο κόσμος του αρχέγονου αίματος και της ωμής βίας, τα μακαρόνια του μελανοχίτωνα φουσκωτού. Κι όσοι προσπερνούν τέτοιες ωμότητες, με μικροδικαιολογίες και μουρμουρητά, ας ετοιμαστούν να δείχνουν εφεξής ταυτότητα και αίμα, για να μιλούν, να σκέφτονται, να αναπνέουν


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 4/8/2012

Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

Φανταζεστε έναν κόσμο με "Ελεύθερη Ενέργεια";


10 Ιουλίου 1856 :Γέννηση του Νίκολα Τέσλα

Ένας σύγχρονος Προμηθέας

           
Για μία εξαιρετική παρουσίαση για τον Τέσλα , προτείνω να απευθυνθείτε  εδω 

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

Επίκουρος ( σκέψεις για τραγικές στιγμές)


    •   Ο θάνατος δεν είναι τίποτε για εμάς, διότι αυτό που έχει αποσυντεθεί  δεν αισθάνεται   και αυτό που δεν αισθάνεται δεν είναι τίποτε για εμάς..
    • Όριο του μεγέθους των ηδονών είναι η εξάλειψη κάθε πόνου. Όπου είναι παρούσα η ηδονή και για όσο διάστημα είναι παρούσα, δεν υπάρχει τίποτε που να προξενεί πόνο ή λύπη ή και τα δύο μαζί.
    • Είναι αδύνατον να ζεις ευχάριστα χωρίς να ζεις σοφά, έντιμα και δίκαια και είναι αδύνατον να ζεις σοφά έντιμα και δίκαια χωρίς να ζεις ευχάριστα.
    • Ο δίκαιος άνθρωπος έχει ηρεμία, ενώ ο άδικος είναι γεμάτος ταραχή.
    • Από τα αγαθά που παρέχει η σοφία για τη μακαριότητα της ζωής στο σύνολό της το μέγιστο είναι η απόκτηση της φιλίας.
    •  [Οι άνθρωποι], καθώς είναι εξοικειωμένοι διαρκώς με τις δικές τους αρετές, αποδέχονται τους ομοίους τους και θεωρούν ξένο κάθε τι το διαφορετικό.
    • Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, ενώ ο θάνατος είναι ακριβώς η στέρηση της αίσθησης.
    • Ούτε όταν κάποιος είναι νέος να αργοπορεί να φιλοσοφήσει, ούτε όταν είναι γέρος να καταπονείται φιλοσοφώντας. [...] Πρέπει, λοιπόν, να φιλοσοφεί και ο νέος και ο γέρος: ο ένας ώστε, καθώς γερνά, να παραμένει νέος μέσα στα αγαθά – από ευγνωμοσύνη προς τα όσα έγιναν -, και ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος, καθώς θα είναι απαλλαγμένος από το φόβο για όσα θα γίνουν.
    • Για εκείνον που κατανόησε πραγματικά ότι δεν υπάρχει τίποτε το φρικτό στο να μη ζει, δεν υπάρχει τίποτε το φριχτό στο να ζει. Επομένως, είναι ανόητος όποιος λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι επειδή θα υποφέρει όταν έρθει ο θάνατος, αλλά επειδή υποφέρει στη σκέψη ότι θα έρθει.
    • Το πιο φοβερό από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτε για εμάς – στον βαθμό που όσο υπάρχουμε, δεν είναι παρών· κι όταν πάλι είναι παρών εκείνος, τότε δεν υπάρχουμε εμείς. Άρα ο θάνατος δεν υπάρχει ούτε για τους ζωντανούς ούτε για τους πεθαμένους – εφόσον για τους πρώτους δεν υπάρχει, ενώ οι άλλοι δεν υπάρχουν πια.
    • Πρέπει να θυμόμαστε ότι το μέλλον δεν είναι ούτε εντελώς δικό μας ούτε κι εντελώς ξένο μας, ώστε ούτε να περιμένουμε με βεβαιότητα ότι θα έρθει, ούτε να απελπιζόμαστε ότι σίγουρα δε θα έρθει.
    • Την ηδονή την έχουμε ανάγκη ακριβώς τότε, όταν πονούμε από την απουσία της∙ ενώ όταν δεν πονούμε, δεν την χρειαζόμαστε πια.
    • Θεωρούμε ότι η αυτάρκεια είναι μέγιστο αγαθό, όχι για να χρησιμοποιούμε πάντοτε τα λίγα, αλλά για να μπορούμε, όταν δεν έχουμε πολλά, να αρκούμαστε στα λίγα, πιστεύοντας στ’ αλήθεια ότι την πολυτέλεια την απολαμβάνουν ηδονικότερα εκείνοι που την έχουν μικρότερη ανάγκη και ότι κάθε τι φυσικό το αποκτούμε εύκολα, ενώ το μάταιο δύσκολα.
    • Διόλου δε μοιάζει με ζώο θνητό ο άνθρωπος που ζει μέσα σε αθάνατα αγαθά.
    • Κάθε σωματικός πόνος είναι αξιοκαταφρόνητος• αυτός που πονά πολύ διαρκεί λίγο, ενώ αυτός που χρονίζει στη σάρκα προξενεί ήπιο πόνο.
    • Αυτός που αδικεί είναι δύσκολο να ξεφύγει• αλλά να βεβαιωθεί πως θα συνεχίζει να ξεφεύγει είναι αδύνατον.
    • Η ανάγκη είναι κακό, αλλά δεν είναι αναγκαίο να ζούμε υπό καθεστώς ανάγκης.
    • Γεννηθήκαμε μια φορά και δεν γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη• και κατ’ ανάγκην δεν υπάρχει πια κάτι αιώνια. Όμως εσύ, που δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία σου: και η ζωή σπαταλιέται στις αναβολές κι ο καθένας μας πεθαίνει γεμάτος ασχολίες.
    • Αν αφαιρέσουμε την όψη, τη συνομιλία και τη συναναστροφή, σβήνει το ερωτικό πάθος.
    • Ο γέρος που λησμονεί το αγαθό που συνέβη είναι σαν να γεννήθηκε σήμερα.
    • Η φτώχεια, αν υπολογιστεί με μέτρο τον σκοπό της φύσης, είναι μεγάλος πλούτος• ενώ ο πλούτος που δεν του έχουν τεθεί όρια είναι μεγάλη φτώχεια.
    • Δεν πρέπει να αποδεχόμαστε ούτε τους πολύ βιαστικούς στη φιλία ούτε τους πολύ διστακτικούς∙ γιατί για χάρη της φιλίας χρειάζεται και να διακινδυνεύουμε.
    • Δεν έχουμε τόσο ανάγκη τη βοήθεια των φίλων μας, όσο τη βεβαιότητα για τη βοήθειά τους.
    • Είναι μικρός από κάθε άποψη ο άνθρωπος που έχει πολλούς και καλούς λόγους να εγκαταλείψει τη ζωή.
    • Φίλος δεν είναι ούτε εκείνος που διαρκώς επιζητεί το χρήσιμο ούτε εκείνος που ποτέ δεν το συνδιάζει με τη φιλία. Γιατί ο ένας, με πρόσχημα την ευεργεσία, εμπορεύεται το αντάλλαγμα, ενώ ο άλλος σκοτώνει την καλή ελπίδα για το μέλλον.
    • Η φιλία σέρνει το χορό της ολόγυρα στην οικουμένη, κηρύττοντας σε όλους μας να σηκωθούμε για το μακαρισμό.
    • Υπάρχει και στην απλότητα ένα μέτρο και όποιος δεν το λογαριάζει παθαίνει ό,τι συμβαίνει σ’ εκείνον που δεν έχει όρια.
    • Στον πόνο των φίλων συμπάσχουμε όχι θρηνώντας αλλά μεριμνώντας γι’ αυτούς.
    • Στην κοινή φιλοσοφική αναζήτηση κερδίζει περισσότερα αυτός που έμαθε περισσότερα: ο ηττημένος.
    • Η ελευθερία, ο μέγιστος καρπός της αυτάρκειας.

Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

Εντολή για ευρωπαϊκή Ελλάδα

 Του Γιάννη Βούλγαρη
Οι δύο εκλογές, της 6ης Μαΐου και της 17ης Ιουνίου, είχαν η καθεμία το δικό της κύριο χαρακτηριστικό. Οι πρώτες ήταν εκλογές αποδόμησης. Δεν είναι πολλά τα παραδείγματα τόσο βίαιης αποδόμησης κομματικών συστημάτων. Πρόχειρα θα μνημονεύαμε τις περιπτώσεις της Ιταλίας και ίσως της Ιαπωνίας στη δεκαετία του '90, εξαιτίας του τέλους του διπολικού κόσμου. Ή, από την άλλη, η έκρηξη του δεξιού λαϊκισμού στις βορειοευρωπαϊκές χώρες με αιχμή το Μεταναστευτικό και τους «τεμπέληδες του Νότου», που εκτίναξε κόμματα όπως οι «αληθινοί Φινλανδοί» από το τίποτα στο 19% μέσα σε λίγα χρόνια. Και στη δική μας περίπτωση, η βιαιότητα της ανατροπής προέκυψε από τον συνδυασμό της οικονομικοκοινωνικής και της πολιτισμικής κρίσης. Η χρεοκοπία, πέρα από τις κοινωνικές επιπτώσεις, σκοτείνιασε τον γεωπολιτικό και συμβολικό ρόλο της «Ευρώπης» που λειτουργούσε τα τελευταία 25 χρόνια ως πλαίσιο αναφοράς του κομματικού συστήματος. Αντιδιαμετρικά με τις βορειοευρωπαϊκές χώρες, εδώ η διαμαρτυρία και η οργή ενίσχυσαν τον αριστερό κυρίως λαϊκισμό που εκφράστηκε με την εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ, ταυτόχρονα όμως διεύρυνε και τον ακροδεξιό, νομιμοποιώντας μάλιστα την ακραία εκδοχή του με τη Χρυσή Αυγή. Σε κάθε περίπτωση, η εκλογική αποδόμηση άφησε θραύσματα και παρήγαγε μια διάταξη κομμάτων και πολιτικών πόλων πιο σύνθετων από την απλοποιητική εικόνα μιας διχασμένης Ελλάδας που συχνά χρησιμοποιούμε εσχάτως. Η υπαγωγή της συνθετότητας στην αντίθεση «Μνημόνιο - αντιμνημόνιο» ήταν μια νίκη στη μάχη της ορολογίας, που άρκεσε για να αποδεκατίσει κυρίως το ΠΑΣΟΚ, αλλά η διάταξη δυνάμεων που προέκυψε ήταν περισσότερο πολύπλοκη, όπως γρήγορα αποδείχθηκε.

Πράγματι, οι εκλογές της 17ης Ιουνίου έκαναν πιο σύνθετα τα διλήμματα, οργάνωσαν διαφορετικά τον προηγούμενο κατακερματισμό, δίνοντάς του διαφορετική κατεύθυνση. Κυρίως γιατί έδωσαν σαφή πολιτική και κοινοβουλευτική εντολή η Ελλάδα να αντιμετωπίσει την εθνική κρίση στο πλαίσιο του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Υπέδειξαν μια συμπαράταξη φιλευρωπαϊκών δυνάμεων για να πραγματοποιήσει τη συγκεκριμένη εντολή. Αναγνώρισαν ότι ήταν η μόνη πραγματική θετική στρατηγική επιλογή που υποβλήθηκε στο εκλογικό σώμα. Προσέφεραν μια ευρεία παραγωγική - κοινωνική βάση στην ευρωπαϊκή στρατηγική στον κόσμο τόσο των μισθωτών όσο και των αυτοαπασχολουμένων. Επισήμαναν επίσης ότι αυτή η επιλογή πρέπει να λάβει τη μορφή ενός δικού μας, αυτόνομου, εθνικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων με στόχο την ανάπτυξη, τη δημοσιονομική ισορροπία, την ανταγωνιστικότητα και σε τελική ανάλυση την αποκατάσταση της αξιοπρέπειας της χώρας. Στο εθνικό σχέδιο θα ενσωματωθούν τόσο η επαναδιαπραγμάτευση μέτρων του Μνημονίου όσο και η εφαρμογή του.

Σε αυτές τις εκλογές δεν υπήρξε άλλη πρόταση ούτε εναλλακτική στρατηγική, ούτε εναλλακτικό πολιτικοκοινωνικό μπλοκ. Οσο και αν αυξάνονται τα σημεία επαφής μεταξύ του δεξιού και του αριστερού άκρου, όσο και αν επικαλύπτεται ο δεξιός με τον αριστερό λαϊκισμό, είναι δύσκολο να συμπτύξουν εθνική πολιτική πρόταση ο Καμμένος, ο Τσίπρας και το ΚΚΕ, για να μην αναφέρουμε τη Χρυσή Αυγή. Υπήρξε ένας κόσμος της διαμαρτυρίας ευρύς, αλλά πολιτικά αντιφατικός και εσωτερικά αλληλεξουδετερωνόμενος. Επιπλέον, η συνεκτική λειτουργία τού «όχι στο Μνημόνιο» μετριάστηκε όχι γιατί «τρομοκρατήθηκε» ο ψηφοφόρος, αλλά γιατί έκρινε τις συνέπειες. Πόσω μάλλον που είδε τις «αντιμνημονιακές» δυνάμεις να ξαναμαγειρεύουν τη «γραμμή» βάζοντας περισσότερο ευρώ στη συνταγή. Τα ζιγκ ζαγκ και η διγλωσσία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικά. Ετσι, οι εκλογές της 17ης Ιουνίου νομιμοποίησαν πολιτικά τη μόνη στρατηγική πρόταση που κατατέθηκε στον ελληνικό λαό. Στη γενική αναγνώριση αυτής της νομιμοποίησης, το τόξο των φιλευρωπαϊκών δυνάμεων δεν πρέπει να κάνει ούτε χιλιοστό πίσω, ούτε στο πολιτικό, ούτε στο επικοινωνιακό, ούτε στο μαζικό επίπεδο.

Οι εκλογές παράλληλα ενίσχυσαν το άθροισμα των δύο πρώτων κομμάτων - η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ άθροισαν 56,5% -, αλλά ο πολυκομματικός χαρακτήρας της Βουλής διατηρήθηκε. Πρόκειται για πρόσκαιρη ισορροπία στην κατεύθυνση ενός νέου δικομματισμού; 
 Πιστεύω ότι η εξέλιξη του νέου πολιτικού σκηνικού, είτε προς έναν νέο δικομματισμό μικρότερων έστω διαστάσεων είτε σε έναν πολυκομματισμό όπως ισχύει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, είναι μια ανοιχτή υπόθεση, γιατί εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ο σημαντικότερος από αυτούς αφορά την εξέλιξη της ευρωζώνης. Αν υπάρξει μια σταθεροποίηση της προοπτικής του ευρώ, είναι πιθανό το ελληνικό κομματικό σύστημα να παρατείνει τον σημερινό πολυκομματικό του χαρακτήρα. Και στην ελληνική κοινωνία όμως υπάρχουν παράγοντες που συμβάλλουν στη συντήρηση του πολυκομματικού συστήματος. Παρά την εικόνα του διχασμού, νομίζω ότι οι παραστάσεις και οι επιλογές των πολιτών καθορίζονται από τέσσερα μεγάλα ζητήματα που το καθένα έχει τη δική του αυτονομία και επιρροή: το ευρώ (δηλαδή η προτεραιότητα στην παραμονή μας στην Ευρώπη)• το «αντιμνημόνιο» (με ποικιλία απαντήσεων στο θέμα του ευρώ και της δραχμής)• το αίσθημα ασφάλειας (που συμπλέκει το Μεταναστευτικό, την ποινική και την πολιτική βία)• το «νέο» (με την έννοια της αντίδρασης στο μεταπολιτευτικό πολιτικό «κατεστημένο», αλλά και ορισμένες φορές στο δημοκρατικό κεκτημένο). Οπως φαίνεται από την απλή καταγραφή, και τα τέσσερα βιώνονται υπό το πρίσμα της εθνικής χρεοκοπίας, κάποια όμως από αυτά προϋπήρξαν καθώς ανάγονται είτε σε ευρύτερες διαδικασίες όπως η παγκοσμιοποίηση (ασφάλεια) είτε στην «κόπωση» του πολιτικού συστήματος (το «νέο»). Επικοινωνιακά όλα τα κόμματα προσφέρουν μια απάντηση στο καθένα από τα τέσσερα μείζονα ζητήματα ανάλογα με την ιδεολογία τους, αλλά στην πραγματικότητα προκρίνουν κάποια προσπερνώντας τα υπόλοιπα. Ετσι, τα τέσσερα αυτά ζητήματα ορίζουν τέσσερις αντίστοιχες γραμμές σύγκρουσης (cleavages), που η καθεμιά διχοτομεί κατά διαφορετικό τρόπο τα επτά κοινοβουλευτικά κόμματα. Εξάλλου, κάποιες από αυτές (π.χ. ευρώ ή δραχμή, βία) διχάζουν εσωτερικά τα μεμονωμένα κόμματα (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ) περιορίζοντας τη δυνατότητά τους να αποτελέσουν πυλώνες ενός νέου ισχυρού δικομματισμού. Η διάχυση αυτή των μειζόνων ζητημάτων και οι μερικές απαντήσεις που τα κόμματα δίνουν αποτελούν το υπόβαθρο που μπορεί να συντηρήσει ένα πολυκομματικό σκηνικό και να καταστήσει αναγκαίες κυβερνήσεις συνεργασίας. Εφόσον βεβαίως αυτές αποδειχθούν αποτελεσματικές, διαφορετικά θα γεννηθούν πλειοψηφικά ρεύματα προς έναν νέο δικομματισμό στη βάση μιας διχαστικής αντιπαράθεσης: κυβέρνηση - αντιπολίτευση. Προσωπικά πιστεύω ότι σε αυτή την ιστορική περίοδο η διατήρηση του πολυκομματικού συστήματος και οι κυβερνητικές συνεργασίες είναι καλύτερες λύσεις, γιατί ούτε η ΝΔ ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελούν φερέγγυους πυλώνες ενός νέου δικομματισμού, ικανού να αντιμετωπίσει την κρίση και να διασφαλίσει την παραμονή μας στην ενωμένη Ευρώπη.

Αλλά, όπως είπαμε, οι κυβερνήσεις συνεργασίας πρέπει να πείθουν. Ανήκω σε αυτούς που ήλπιζαν ότι μετά τις εκλογές το τόξο των φιλευρωπαϊκών δυνάμεων θα ανταποκρινόταν στην ιστορική ευθύνη να μεταφράσει τη λαϊκή εντολή σε κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας. Το έκαναν εν μέρει, αναλαμβάνοντας το κόστος της υποστήριξης. Κατέληξαν όμως σε μια κυβέρνηση ΝΔ συν ορισμένες αξιόλογες προσωπικότητες από τους άλλους δύο χώρους• πρωτίστως γιατί, από όσα καταλάβαμε, το ΠΑΣΟΚ κρατήθηκε έξω, προσβλέποντας ίσως σε κάποιες εξελίξεις που εμείς οι κοινοί θνητοί δεν μπορούμε ακόμη να διακρίνουμε. Κοντολογίς, ο αγώνας για την υπέρβαση της εθνικής κρίσης παραμένοντας εντός του ευρώ συνεχίζεται.
ΝΕΑ 23/6/2012
Σημείωση από anestios: Ας κρατήσουμε τα υπογραμμισμένα στοιχεία στο μυαλό μας. Θα μας χρειαστούν , μαζί με άλλα ίσως , για ανάλυση στο άμεσο μέλλον