Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2020

Τι δηλαδή, θα μάθουμε και ουολόφ τώρα;

του Παντελή Μπουκάλα
Όσο η κυβέρνηση εξακολουθεί να εμπιστεύεται σαν μοναδικό γνώμονα της αξιοσύνης της τις δημοσκοπήσεις κλειστού χώρου και τους ύμνους των φιλικότερών της δημοσιογράφων, δεν θα ’χει πρόβλημα – ή μάλλον δεν θα ’χει λόγο να προβληματίζεται για την πορεία της: Θα επιμένει να νεάζει, παρότι πάλιωσε πριν μπει το 2020. Και θα συνεχίσει να πιστεύει πως οδεύει από επιτυχία σε επιτυχία, παρότι δεν έχει πολλά σπουδαία να επιδείξει σε ό,τι το ίδιο το κυβερνών κόμμα παρουσίαζε προεκλογικά σαν εμβληματικούς στόχους: στο μεταναστευτικό-προσφυγικό, την ασφάλεια και τις επενδύσεις.
Και στα τρία ζητήματα η Ν.Δ. αυτοσυστηνόταν σαν κάτοχος επεξεργασμένων λύσεων, με άμεσο λυτρωτικό αποτέλεσμα και μηδενικό κόστος – οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό: «Και θέλουμε και ξέρουμε και μπορούμε...», αυτό ήταν το συνοπτικό ευαγγέλιο. Και να ήθελαν, δεν άργησε να φανεί πως δεν ήξεραν. Δεν είχαν φροντίσει να δουλέψουν κάτω από την επικοινωνιακή κρούστα, να μελετήσουν όλες τις παραμέτρους κάθε προβλήματος. Κι αν δεν ξέρεις, δεν μπορείς. Ανέκαθεν και εσαεί. Οι θρυλικές μπουλντόζες της ανάπτυξης, για να θυμηθούμε το έμβλημα των εμβλημάτων, μόνο μέσα σε ζεστά ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά στούντιο κινούνται με σαρωτική ταχύτητα. Εξω, σε περιβάλλον πραγματικό και όχι ψευδαισθησιακό, στο Ελληνικό, δυσκολεύονται να πάρουν μπροστά, γιατί οι οδηγοί τους γέμισαν τις μπαταρίες τους με αδολεσχία, βαρύγδουπη ελαφρότητα και ναρκισσισμό. Με αέρα δηλαδή. Οχι με τα αναγκαία υγρά.
Στον τομέα της ασφάλειας, το δόγμα της μηδενικής ανοχής κατασκεύασε σόου για τις κάμερες, που ακροβολίζονταν στους «τόπους του εγκλήματος» πριν φτάσουν οι ειδικές αστυνομικές δυνάμεις. Μυστικές επιχειρήσεις υπό το φως των προβολέων... Είδαμε έτσι την οικογένεια Ινδαρέ να ταπεινώνεται από τους αστυνομικούς και κατόπιν να προπηλακίζεται από όσους αστυνομικούς ρεπόρτερ συγχέουν όρια και ρόλους και λαλούν στο μικρόφωνο νομίζοντας ότι φορούν στολή. Αλλά και από όσους μιντιακούς σχολιαστές έσπευσαν να κηρύξουν ακροαριστερό τον Δημήτρη Ινδαρέ και να τον λιντσάρουν, χρεώνοντάς του αναρχοαυτόνομες καταλήψεις στο Κουκάκι, ύπουλες αρπαγές όπλων και επιθέσεις κατά των ΜΑΤ. Αρχαϊκός ο συλλογισμός των βαθυνούστατων: «σκηνοθέτης = καλλιτέχνης = αριστερός ή ακροαριστερός, τι άλλο = ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς = αμάν πια, μπουχτίσαμε = βαράτε». Επικουρικώς χρησιμοποιήθηκε και η εξίσωση «Κουκάκι = στρατόπεδο Μακρυγιάννη = νέα Δεκεμβριανά = τρίτος γύρος», αλλά η σπάνις κονσερβοκυτίων στην οικία Ινδαρέ δεν επέτρεψε στο σενάριο αυτό να περπατήσει. Κάτι παλιά κουτιά γεμάτα φιλμ δεν θεωρήθηκαν επικίνδυνος οπλισμός. Προς τιμήν πάντως της δημοσιογραφίας, όταν οι συνεντεύξεις του σκηνοθέτη έδειξαν στους πάντες το ήδη γνωστό στους συναδέλφους του και στους κινηματογραφόφιλους, ότι είναι ένας μετριοπαθής πολίτης που δεν τυγχάνει απόφοιτος της Σχολής Μολότοφ ούτε της Σχολής Καλάζνικοφ, όσοι τον είχαν στιγματίσει με το κίτρινο μελάνι που συνηθίζουν να χρησιμοποιούν επέλεξαν τη σιωπή και την ντροπή της. Να ζητήσουν συγγνώμη; Να ομολογήσουν ότι λάθεψαν, κι όχι από στρατευμένη κακότητα αλλά από βιασύνη και από μια κάποια προκατάληψη απέναντι στους κουλτουριάρηδες; Και να γκρεμιστεί ο κόσμος όλος;
Στο ακανθώδες πρόβλημα της μετανάστευσης και της προσφυγιάς η κυβέρνηση, πριν αναλάβει τα ηνία, είχε καταφέρει να εγκαθιδρύσει το καθεστώς της απόλυτης ψευδαίσθησης, το οποίο έκρινε εν πολλοίς και τις αυτοδιοικητικές εκλογές και τις ευρωεκλογές και τις εθνικές: Θα ξεριζώσουμε τάχιστα όλα τ’ αγκάθια. Θα κλείσουμε επιτέλους τα σύνορα, θα στείλουμε αμέσως σκληρό μήνυμα προς Ασία και Αφρική, για να το ξανασκεφτούν όσοι σχεδιάζουν «εισβολή», θα «ανακαταλάβουμε» τα νησιά του Αιγαίου στη βδομάδα πάνω, άντε στον μήνα. Κρίθηκε ως εκ τούτου περιττό το υπουργείο Μετανάστευσης. Η επανίδρυσή του στο πεντάμηνο ήταν μια πρώτη ομολογία αποτυχίας.
Με δραματική καθυστέρηση, η κυβέρνηση ανακάλυψε τη γεωπολιτική, που απαγορεύει τις διαβεβαιώσεις πως υπάρχουν θαυματουργικές λύσεις. Κατανόησε επίσης –χωρίς να το αποδεχτεί δημόσια– ότι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες φεύγουν από την πατρίδα τους και κινούνται προς την Ελλάδα και την Ευρώπη, ρισκάροντας τη ζωή τους, από αδήριτη ανάγκη. Οχι σαν ανέμελοι τουρίστες ή σαν εκμισθωμένα πιόνια σε μια τεράστια συνωμοσία «αντικατάστασης», αλλοίωσης δηλαδή της ελληνικότητάς μας και της πλειοψηφικής χριστιανικότητάς μας. Ούτε επειδή κάποιοι εδώ, βλακωδώς καλοκάγαθοι μηκυούληδες ή αριστερούληδες, τους στέλνουν ελκυστικά μηνύματα.
Για να φοβούνται οι κυβερνώντες, και όχι μόνο τα ακροδεξιάς νοοτροπίας στελέχη, ότι εκατό χιλιάδες πρόσφυγες απειλούν όντως να αλλοιώσουν την ελληνικότητα και να διαβρώσουν τη χριστιανικότητα, σημαίνει πως δεν εκτιμούν και δεν εμπιστεύονται ιδιαίτερα ούτε τη μία ούτε την άλλη. Για να πιστεύουν ότι με την αυταρχικής λογικής απόφασή τους να δημιουργηθούν κλειστά κέντρα σε πέντε νησιά του Αιγαίου («μικρά Γκουαντάναμο» τα χαρακτήρισε ο περιφερειάρχης Κώστας Μουτζούρης, ακροαριστερός όσο και ο Δ. Ινδαρές) προωθούν τον υπεσχημένο «διάλογο με τις τοπικές κοινωνίες», σημαίνει ότι εννοούν τον διάλογο ως δεσποτικό μονόλογο και αδιαφορούν για το σοβαρό ενδεχόμενο να διευκολύνει η αλαζονεία τους την εντατικότερη καλλιέργεια μισαλλόδοξων αντιλήψεων στα νησιωτικά εδάφη. Για να μην αντιλαμβάνονται ότι το νέο νομοσχέδιό τους (που επιτρέπει την ακαριαία απόρριψη μιας αίτησης για χορήγηση ασύλου) προσβάλλει κάθε έννοια δικαίου, σημαίνει ότι τελικά θεωρούν ακόμα και τον ίδιο τον ΟΗΕ «αμφιλεγόμενη ΜΚΟ», τη δε Ευρωπαϊκη Ενωση βεβαρημένη από υπερβολικό «δικαιωματισμό». Λογικό. Η ευρωπαϊκή οδηγία, ήδη ενσωματωμένη στο ελληνικό δίκαιο, προβλέπει την εξεύρεση διερμηνείας σε γλώσσα κατανοητή από τον αιτητή ασύλου. Οπως διάβασα σε ρεπορτάζ του Δημήτρη Αγγελίδη («Εφημερίδα των Συντακτών», 10.2.2020), ένας 45χρονος Σενεγαλέζος στην πεντάλεπτη συνέντευξή του στις Υπηρεσίες Υποδοχής και Ασύλου, στη Λέσβο, 8 του Γενάρη, πρόλαβε να πει εφτά λέξεις. Οι τέσσερις ονόμαζαν τη μητρική του γλώσσα, την «ουολόφ», που μιλιέται στην πατρίδα του αλλά και στην Γκάμπια και στη Μαυριτανία, από 20.000.000 ανθρώπους δηλαδή. Παρά να αργοπορείς αναζητώντας γνώστη της ουολόφ, τον τιμωρείς για «μη συνεργασία με τις Αρχές» (είναι κάτι εξίσου δημοκρατικό με την «αντίσταση κατά της Αρχής») και αποφασίζεις να απελαθεί στην Τουρκία. Ενας λιγότερος...
Και στα τρία εμβληματικά μέτωπα λοιπόν η κυβέρνηση τα πάει εξαιρετικά, αν βέβαια χρησιμοποιηθεί σαν κριτήριο ο περίφημος τρόπος του Πυράγγελου, δηλαδή του Πιραντέλο: Ετσι είναι, αν έτσι νομίζετε... Τα πράγματα ωστόσο αρχίζουν να ταιριάζουν με τις αληθινές τους διαστάσεις και να αποκαλύπτονται στη δραματική τους ουσία μόνο αν υιοθετηθεί σαν λυδία λίθος ο επίσης διάσημος τρόπος του Εγχέσπαλου, δηλαδή του Σαίξπηρ: Ονειρα θερινής νυκτός – που, ανέξοδα μεν, αναίτια δε, συνεχίζονται και τον χειμώνα.
www.kathimerini.gr 18/2/2020
Έντυπη

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Κυρίες και Κύριοι, καλώς ήλθατε στην Κοινωνία της Διακινδύνευσης!

του Ανδρέα Παναγόπουλου


Η ιστορία είναι πραγματική και πολύ πρόσφατη: «Όταν ένας άνδρας από τη Χανγκτζόου, της Κίνας, επέστρεψε σπίτι του από ένα επιχειρηματικό ταξίδι, η τοπική αστυνομία ήρθε σε επαφή μαζί του. Είχαν εντοπίσει το αυτοκίνητό του από τον αριθμό κυκλοφορίας στη γειτονική Γουεντζόου, όπου έχουν καταγραφεί σωρεία κρουσμάτων του νέου ιού παρά το γεγονός ότι βρίσκεται σε απόσταση από το επίκεντρο της επιδημίας. «Μείνετε σπίτι για δύο εβδομάδες», του ζήτησαν. Ύστερα από περίπου 12 ημέρες, βαρέθηκε και βγήκε έξω νωρίτερα απ’ ό,τι έπρεπε. Αυτή τη φορά, δεν ήταν μόνο η αστυνομία που επικοινώνησε μαζί του, ήταν και το αφεντικό του. Εντοπίστηκε κοντά στο Γουέστ Λέικ της Χανγκτζόου από κάμερα με τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου και οι αρχές ενημέρωσαν την εταιρία του ως προειδοποίηση.

«Σοκαρίστηκα κάπως από την ικανότητα και την αποτελεσματικότητα του δικτύου μαζικής παρακολούθησης. Βασικά μπορούν να παρακολουθήσουν τις κινήσεις μας με τεχνολογία τεχνητής νοημοσύνης και μεγάλων δεδομένων οποιαδήποτε στιγμή και σε οποιοδήποτε μέρος», δήλωσε ο άνδρας, που ζήτησε να μην κατονομαστεί καθώς φοβάται ότι θα έχει κυρώσεις.
Οι Κινέζοι εδώ και καιρό γνωρίζουν ότι τους παρακολουθεί το πιο προηγμένο σύστημα ηλεκτρονικής παρακολούθησης στον κόσμο. Η έκτακτη κατάσταση με τον κορωνοϊό έφερε στο προσκήνιο κάποια από την τεχνολογία αυτή, δίνοντας στις αρχές την ευκαιρία να δικαιολογήσουν τις σαρωτικές μεθόδους του κοινωνικού ελέγχου υψηλής τεχνολογίας.
Οι εταιρίες τεχνητής νοημοσύνης και καμερών ασφαλείας υποστηρίζουν ότι τα συστήματά τους μπορούν να σκανάρουν τους δρόμους αναζητώντας ανθρώπους που έχουν ακόμα και λίγο πυρετό, να αναγνωρίσουν τα πρόσωπά τους ακόμα κι αν φορούν μάσκες και να τους αναφέρουν στις αρχές.
Εάν ένας ασθενής με κορωνοϊό μπει σε ένα τρένο, το σύστημα με την κωδική ονομασία «Πραγματικό Όνομα» του σιδηροδρόμου, μπορεί να δώσει μια λίστα των ανθρώπων που κάθονται κοντά του. Εφαρμογές σε κινητά τηλέφωνα μπορούν να πουν στους χρήστες εάν έχουν βρεθεί σε πτήση ή σε ένα τρένο με κάποιον γνωστό φορέα του κορωνοϊού, και χάρτες τούς δείχνουν τις τοποθεσίες των κτιρίων όπου ζουν ασθενείς του ιού. Αν και έχουν υπάρξει κάποια ανώνυμα παράπονα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προς το παρόν οι Κινέζοι πολίτες φαίνεται να αποδέχονται την επιπλέον εισβολή, ή ακόμα και να την ‘αγκαλιάζουν’, καθώς αποτελεί έναν τρόπο αντιμετώπισης της κατάστασης.
Πιστεύει κανείς ότι όλες αυτές οι τεχνολογίες, αυτά τα συστήματα ηλεκτρονικής παρακολούθησης θα πάψουν να λειτουργούν μετά το τέλος, αργά ή γρήγορα, της επιδημίας του κορωνοϊού; Όχι βέβαια!
Κυρίες και Κύριοι, καλώς ήλθατε στην Κοινωνία της Διακινδύνευσης!
Στην εποχή, δηλαδή, όπου βασικά ανθρώπινα και δημοκρατικά δικαιώματα υποχωρούν μπροστά σε ένα δικαίωμα που έχει αναχθεί σε υπέρτατο: το δικαίωμα στην ασφάλεια.
Από την Κίνα μέχρι τα σύνορα Μεξικό-ΗΠΑ και από τη Λαμπεντούζα μέχρι τη Μόρια: Πόλεις ολόκληρες με εκατομμύρια κατοίκους «νεκρώνουν», άνθρωποι εξαναγκάζονται και κλειστούν στα σπίτια τους επ’ αόριστο και οι πόρτες «σφραγίζονται» με οξυγονοκόλληση για τον κίνδυνο εξάπλωσης ενός ιού. Κτήρια και εκτάσεις επιτάσσονται, κλειστά κέντρα/στρατόπεδα συγκέντρωσης δημιουργούνται, φράγματα μπαίνουν σε θάλασσες και πελάγη, τεράστιας έκτασης τείχη χτίζονται μεταξύ χωρών για να αντιμετωπισθούν πρόσφυγες και μετανάστες.
Στο όνομα του δικαιώματος στην ασφάλεια μπορεί ένα κράτος ή μία υπερκρατική δομή να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης και να εφαρμόσει μέτρα τα οποία μέχρι πριν λίγα χρόνια θα φάνταζαν αδιανόητα.
Η ισορροπία στη σχέση της ελευθερίας του ατόμου (και της κοινωνίας) με την ασφάλεια απασχολεί την φιλοσοφική, πολιτική και νομική σκέψη από την εποχή της γένεσης του σύγχρονου Κράτους μέχρι και τη σημερινή εποχή της λεγόμενης μετανεωτερικότητας και συμπυκνωνόταν σε ένα ερώτημα: μέχρι ποιό σημείο τα δικαιώματα των πολιτών μπορούν να περιοριστούν ή να ανασταλούν στο όνομα της ασφάλειας;
Ο Νικολό Μακιαβέλι και ο Τζιοβάνι Μπότερο έδωσαν την απόλυτη απάντηση που καθόρισε και το πνεύμα και τον ρόλο του Κράτους από τον 16ο έως και τον 19ο αιώνα: η κυβερνώσα πολιτική τάξη δικαιούται και υποχρεούται, κάθε φορά που η ασφάλεια του Κράτους βρίσκεται σε κίνδυνο, να παραβιάζει τους νομικούς, ηθικούς, πολιτικούς και οικονομικούς κανόνες που διέπουν την κοινωνική συμβίωση, προκειμένου να αντιμετωπίσουν ή να προλάβουν τον κίνδυνο αυτόν.
Η Κοινωνία της Διακινδύνευσης και το «Ποινικό Κράτος» που διαδέχεται σταδιακά το «Κοινωνικό Κράτος», έχουν τη ρίζα τους τις γερμανικές θεωρίες του «Κράτους Ισχύος» (“Machtstaatsgedanke”) του 19ου αιώνα και σύγχρονο σημείο πρώιμης επιβολής τους, στη μετανεωτερική εποχή, την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 και το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους.
Το τρομοκρατικό χτύπημα από μία νιχιλιστική ισλαμιστική οργάνωση, την Αλκάιντα (και αργότερα τον ISIS) προκαλεί της εμφάνιση, στη Δύση, μίας «έννομης τάξης» δίχως κανέναν ηθικό φραγμό ή δημοκρατικό πρόσχημα. Επικαλούμενα την τρομοκρατική απειλή, πρώτα οι ΗΠΑ και η Ρωσία και μετά πολλά ευρωπαϊκά κράτη, θεσμοθετούν πρωτόγνωρα μέτρα σε βάρος μεταναστών ή και πολιτών των χωρών τους με καταγωγή από αραβικές ή αφρικανικές χώρες, τα οποία περιλαμβάνουν απαγωγές, μεταφορές σε άγνωστα σημεία του πλανήτη, φυλακίσεις χωρίς δίκες, βασανιστήρια και «εξουδετερώσεις» κατά το δοκούν (πιο πρόσφατη αυτή του Ιρανού στρατηγού Σουλεϊμανί).
Παρά το ότι το αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών είναι το αντίθετο των προσδοκιών με τρομερά χτυπήματα τρομοκρατών σε Παρίσι, Βρυξέλλες, Βερολίνο και αλλού, αλλά και ενός ανελέητου μακελειού σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, τα δυτικά (και όχι μόνο) κράτη επιμένουν σε αυτές. Κι αυτό διότι οι κίνδυνοι για την ασφάλεια αυξάνονται γεωμετρικά με τη δημιουργία τεράστιων προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών προς την «ασφαλή» Δύση. Η «Αραβική Ανοιξη» επιδεινώνει την κατάσταση πυροδοτώντας εμφύλιες συγκρούσεις σε μία σειρά από χώρες και αφήνοντας περιθώρια επέκτασης στον ISIS και στους τζιχαντιστές όπου γης.
Η εγκαθίδρυση του «Ποινικού Κράτους» βρίσκει όμως έναν ακόμη «σύμμαχο», την οικονομική, χρηματοπιστωτική και τραπεζική κρίση που κάνει την εμφάνισή της το 2008 στις ΗΠΑ και από το 2010 στον υπόλοιπο κόσμο. Κρίση που δίνει τη «χαριστική βολή» στο «Κοινωνικό Κράτος» που είναι ήδη βαρύτατα τραυματισμένο από την παγκοσμιοποίηση. Για πολλές χώρες ο κίνδυνος δεν προέρχεται πλέον μόνο από τους ταλιμπάν και από άραβες τρομοκράτες αλλά και από μετανάστες πρώτης ή και δεύτερης γενιάς, όπως στη Γαλλία, από «αγανακτισμένους» διαδηλωτές, από Ρομά, από άστεγους, από καταληψίες, από αντιεξουσιαστές, από κάθε λογής περιθωριακούς ή τοξικοεξαρτημένους.
Για το «Κράτος Ισχύος» ή το «Ποινικό Κράτος» οι φτωχοποιημένοι πολίτες μπορεί να αποτελέσουν τώρα ή στο μέλλον κίνδυνο και αντιμετωπίζονται ως τέτοιος προληπτικά ή κατασταλτικά. Και η υπόλοιπη κοινωνία, κυρίως η μεσαία τάξη, είναι έτοιμη να αποδεχτεί το αφήγημα του «Νόμου και της Τάξης». Εχοντας χάσει την προοπτική της οικονομικής ανόδου, μεγάλου μέρους του μισθού ή της σύνταξής τους οι πολίτες επιλέγουν, τουλάχιστον, την ασφάλεια ή έστω το αφήγημα γι’ αυτήν.
Υπερκρατικές δομές όπως το ΔΝΤ, η ΕΚΤ ή και ο ΠΟΥ επιβάλλουν κάθε είδους μνημόνια πέρα από κάθε εθνικό δίκαιο ή Σύνταγμα και οι κυβερνήσεις τα επιβάλλουν, με τη σειρά τους, στους πολίτες. Στο όνομα της «έκτακτης ανάγκης», των «έκτακτων συνθηκών», του «έκτακτου κινδύνου».
Εκείνο που κάποτε ήταν η εξαίρεση ή δικλείδα ασφαλείας, και το περιλαμβάναν τα δημοκρατικά Συντάγματα ως πρόβλεψη για ένα «Συνταγματικό Δίκαιο της ανάγκης», τώρα γίνεται ο κανόνας και μάλιστα χωρίς να ορίζει χρονικό διάστημα αντιμετώπισης εκτάκτων κινδύνων και χωρίς βέβαια κανένα δημοκρατικό πρόσχημα. Η δε Δικαιοσύνη επισφραγίζει τα όποια έκτακτα μέτρα και δικαιώνει, στη συνέχεια, τη μόνιμη εφαρμογή τους.
Ξανά: Καλώς ήλθατε στην Κοινωνία της Διακινδύνευσης! Σε μία εφιαλτική κοινωνία που θα παραμείνει έτσι και όταν και αν εξουδετερωθεί ο ISIS, οι ταλιμπάν ή ο κορωνοϊός.
Με τις θεωρητικές βάσεις του Νικολό Μακιαβέλι και του Τζιοβάνι Μπότερο αλλά και τα εργαλεία της σύγχρονης τεχνολογίας που ήδη εφαρμόζονται σε απίστευτα μεγάλη κλίμακαέχοντας μετατρέψει τις πόλεις και τα σπίτια μας σε ένα γιγάντιο «Πανοπτικόν*», τη φυλακή που σχεδιάστηκε από τον Άγγλο φιλόσοφο και κοινωνιολόγο Τζέρεμι Μπένθαμ το 1785 και επιτρέπει τη συνεχή επίβλεψη όλων των «κρατουμένων»-πολιτών.
Μία νέα οικονομική κρίση, τα νέα αναπόφευκτα κύματα των μεταναστών και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, θα ενδυναμώσει την παρουσία του. Και απάντηση σε αυτόν τον εφιάλτη δεν διαφαίνεται ακόμη.
Αλλά κι αν ακόμη διαφανεί, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα αντιμετωπισθεί ως ένας ακόμη κίνδυνος.
12/2/2020 www.newpost.gr