Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

O συνωμοσιολογικός λόγος


Σημείωση από anestios: Πάλι  Γιάννης Βούλγαρης σήμερα, φρέσκος αυτή την φορά (από τα ΝΕΑ 27/4/2013, απόσπασμα από το άρθρο του "Υδατάνθρακες ο θησαυρός"). 
Περιεκτικός, καίριος και ακριβής στον ορισμό των χαρακτηριστικών της συνωμοσιολογίας. 
Αν είχα να προσθέσω κάτι ακόμα θα έβαζα μια μάλλον ψυχοκοινωνική παράμετρο. Την "αυτοθυματοποίηση", μια διαδικασία όπου μπρος στην "υπερμεγέθη" δύναμη των "συνωμοτών", ο συνωμοσιολόγος στέκεται από την μεριά του θύματος, του ανίσχυρου όχι μόνο να παρέμβει αλλά και να ερμηνεύσει ορθολογικά τα τεκταινόμενα. Και την αδυναμία του αυτή (αλλά και την τεμπελιά του ακόμα χειρότερα) την ειδωλοποιεί (σε σπασμένο καθρέφτη βεβαίως), στον πανίσχυρο που ελέγχει τα πάντα .Και όσο πιο πολύ το κάνει , τόσο πιο βαθιά χώνεται στη συνωμοσιολογία και τόσο πιο θύμα αισθάνεται ο ίδιος. Πρόκειται για μια αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία που στην καλύτερη περίπτωση οδηγεί στην πλήρη παραίτηση κατανόησης πόσο μάλλον παρέμβασης , στην δε χειρότερη σε φονταμενταλισμούς και αγριότητες (π.χ περίπτωση Μπρέιβικ στη Νορβηγία)

«Το βασικό γνώρισμα του συνωμοσιολογικού λόγου είναι η επιλεκτική χρήση και ανάμειξη πραγματικών, αληθοφανών και φανταστικών γεγονότων που καταλήγουν σε ένα συνεκτικό αλλά αυθαίρετο ως τελείως ανορθολογικό επιχείρημα. Στο κέντρο του επιχειρήματος είναι μια αστυνομική αντίληψη της Ιστορίας, σύμφωνα με την οποία οι τύχες του Κόσμου ή η συγκεκριμένη κρίση στην περίπτωσή μας είναι προσχεδιασμένη από ορατές και αόρατες δυνάμεις που βυσσοδομούν συνήθως στο παρασκήνιο. Οι δυνάμεις αυτές πάντα προσωποποιούνται, σαν να είναι ένα ατομικό ή συλλογικό Υποκείμενο με ενιαία πρόθεση, κοινό στόχο και τόση ισχύ ώστε να υποτάσσει την εξέλιξη στο Σχέδιό του. Κατά περίσταση υποκείμενα μπορεί να είναι χρηματιστές, πολυεθνικές, ιμπεριαλιστές, Αμερικανοί, Γερμανοί, Εβραίοι, ισλαμιστές, μασόνοι, κλειστές λέσχες.
Αυτό που δεν μπορεί να ανεχτεί ο συνωμοσιολογικός λόγος είναι η απλή αλήθεια ότι η κοινωνική εξέλιξη είναι αποτέλεσμα αντιφατικών επιδιώξεων πολλών δρώντων υποκειμένων, τα οποία υπόκεινται σε συσχετισμούς δύναμης, έχουν περιορισμένη όραση του συνολικού πεδίου και η δράση τους εκδηλώνεται σε συνθήκες αβεβαιότητας και ενδεχομενικότητας. Έναντι της κοινωνικής πολυπλοκότητας ο συνωμοσιολογικός λόγος αναζητεί απλουστευτικές μονοαιτιακές ερμηνείες, συλλέγει και συρράπτει με παρανοϊκή συνήθως εμμονή τεκμήρια που στοιχειοθετούν, υποτίθεται, την ενοχή του Υπόπτου.
Οι συνωμοσιολογικές θεωρίες ανθούν σε περιόδους κρίσεων γιατί τότε κλονίζονται τα προϋπάρχοντα εργαλεία κατανόησης του Κόσμου. Επίσης η συνωμοσιολογία συγκροτεί ταυτότητες, όπως εκείνη των «υποψιασμένων» που βλέπουν πίσω από τα επιφαινόμενα. Στην πραγματικότητα βέβαια οι «υποψιασμένοι» γίνονται άθυρμα στα χέρια των δημαγωγών της πολιτικής και των ΜΜΕ.»

Υ.Γ Θα συνιστούσα για μελέτη το έργο του Ουμπέρτο Έκο" Το κοιμητήριο της Πράγας" που μέσα από μια απολαυστική μυθιστορηματική πλοκή και αφήγηση κονιορτοποιεί την δημιουργία των συνωμοσιολογικών θεωριών.


Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Γκράμσι, Πολάνυι, Μαρξ: μια γενεαλογία


Γιάννης Βούλγαρης, 23/06/2007

Φέτος συμπληρώθηκαν 70 χρόνια από τον θάνατο του ιταλού κομμουνιστή ηγέτη και στοχαστή Αντόνιο Γκράμσι που πέθανε ως κρατούμενος του φασιστικού καθεστώτος του Μουσολίνι. Είχε προλάβει να γεμίσει με σημειώσεις τα περίφημα «τετράδια της φυλακής», που έκτοτε έκαναν και κάνουν τον γύρο του κόσμου(πρόσφατα εκδόθηκαν στα ρώσικα, στα γιαπωνέζικα και φέτος στα κινέζικα).

Τα «Τετράδια» ήταν μια εντυπωσιακή στη μορφή και στο περιεχόμενο προσπάθεια αναθεώρησης του μαρξισμού υπό το πρίσμα της ήττας της Αριστεράς στη Δύση, και με τη διαίσθηση (πεποίθηση μάλλον, όπως δείχνει το σημερινό αρχειακό υλικό) ότι ο σοβιετικός κομμουνισμός είχε πάρει λάθος δρόμο (γεγονός που του κόστισε την απομόνωση από τους συντρόφους του μέσα στη φυλακή). Η μεταθανάτια τύχη του έργου του Γκράμσι έφτασε στο απόγειό της στη δεκαετία του ΄70, όταν ουσιαστικά αναγνωρίστηκε και χρησιμοποιήθηκε ως θεμέλιος λίθος του ακμάζοντος τότε «δυτικού μαρξισμού». Ως γνωστόν, η μετέπειτα υποχώρηση της ευρωπαϊκής Αριστεράς και η κατάρρευση του σοβιετικού κομμουνισμού συμπαρέσυραν μαζί και τις μαρξιστικές θεωρητικές αναζητήσεις. Ιδίως αυτές που συνδέονταν με τη διαμόρφωση της πολιτικής στρατηγικής των διαφόρων ρευμάτων της Αριστεράς. Επειδή το έργο του Γκράμσι ήταν πολυπρισματικό και πολυεπίπεδο, συνέχισε να καλλιεργείται στα πανεπιστήμια και να τροφοδοτεί την επιστημονική έρευνα σε διάφορα και απόμακρα μεταξύ τους πεδία όπως οι πολιτισμικές σπουδές, η πολιτική του φύλου, η αισθητική, η παιδαγωγική, κ.ά. Γι΄ αυτό, τα 70 χρόνια από τον θάνατο του Γκράμσι έδωσαν την ευκαιρία να οργανωθούν πλήθος συνέδρια ανά τον Κόσμο (στην Ελλάδα το Κέντρο Πολιτικών Ερευνών του Παντείου Πανεπιστημίου οργανώνει συνέδριο με θέμα « Ο Γκράμσι στις κοινωνικές επιστήμες και τη θεωρία σήμερα » στις αρχές Δεκεμβρίου 2007). Η επανεπίσκεψη των κλασικών στοχαστών ξεφεύγει από την επιστημονική- πολιτική ρουτίνα όταν συντρέχουν δύο προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι το έργο τους να έχει αποτελέσει οργανικό στοιχείο των αντιλήψεων και του τρόπου που κατανόησαν την «πραγματικότητα» σημαντικά ιστορικά συλλογικά υποκείμενα. Η δεύτερη είναι το έργο τους να κεντρίζει τις σημερινές αναζητήσεις και τις αγωνίες. Σε αυτή την περίπτωση, η επανεπίσκεψη γίνεται αναστοχασμός μιας συλλογικής εμπειρίας, εξέταση των «αποσκευών» με τις οποίες ταξιδεύουμε. Εξάλλου, οι «κλασικοί» είναι κλασικοί γιατί έχουν ταυτιστεί με κάποια μεγάλα και διαρκή ερωτήματα, με κάποιους τρόπους σκέψης για τα πράγματα, που έχουν γίνει σχεδόν ασύνειδα κεκτημένα της κουλτούρας μας. Κεκτημένα που ενεργοποιούνται, δηλαδή γίνονται εργαλεία ανάλυσης και αντικείμενα αναστοχασμού, σε περιόδους ριζικών μετασχηματισμών.

Για την πάσης φύσεως Αριστερά, τα προηγούμενα έχουν αποκτήσει πλέον υπαρξιακού χαρακτήρα δραματικότητα. Οι γαλλικές εκλογές απλώς μάς το υπογράμμισαν, καλώντας μας να αφήσουμε τις ευκολίες. Η ναρκισσευόμενη «ριζοσπαστική» Αριστερά πρέπει να εξηγήσει την εξαφάνισή της, πριν τουλάχιστον καταφύγει στον όψιμο εθνικισμό και τον συντηρητισμό όπως κάνει όλο και πιο ανοιχτά. Η κυβερνητική Αριστερά θα πρέπει να εξηγήσει την αδυναμία της να ενσαρκώσει μια στιβαρή πρόταση διακυβέρνησης και να υποδείξει σαφείς προγραμματικές κατευθύνσεις. Τα παιδιά της πλούσιας Δύσης που στρατεύονται στην κινηματική Αριστερά της «αντιπαγκοσμιοποίησης» θα πρέπει να εξηγήσουν γιατί η παγκοσμιοποίηση που καταγγέλλουν αποτελεί την ελπίδα ευημερίας (ακόμα και ελευθερίας) των πολυπληθών συνομήλικών τους στην Κίνα, στην Ινδία και αλλού.

Αριστερά και παγκοσμιοποίηση

Από χιλιάδες μεριές πλέον μάς έχει γίνει σαφές ότι ο πολιτισμός της Αριστεράς του 20ού αιώνα έχει παρέλθει. Ήταν ο πολιτισμός που διαμορφώθηκε στη βάση της ταύτισης του σοσιαλισμού με το εργατικό κίνημα, ταύτιση που έγινε δυνατή μέσα στις συνθήκες της βιομηχανικής κοινωνίας. Εδώ και δεκαετίες πια το εργατικό κίνημα ως ιστορικό υποκείμενο (όχι οι εργάτες ως κοινωνική τάξη) έχει εκλείψει. Η ίδια η έννοια του Σοσιαλισμού, ελλείψει καταλληλότερης, συμβολίζει ένα διαχρονικό αίτημα κοινωνικής δικαιοσύνης και υποστήριξης των αδύναμων, χωρίς όμως πλέον να συνδηλώνει κυβερνητική πρόταση, προγραμματικό σχέδιο μετασχηματισμού της πραγματικότητας, πόσω μάλλον όραμα του μέλλοντος. Ουσιαστικά, στη δική μας τουλάχιστον γειτονιά του Κόσμου, έχει ξεπεραστεί ο βιομηχανικός πολιτισμός του 20ού αιώνα. Το μεγάλο βιομηχανικό εργοστάσιο ως πρότυπο της παραγωγής του παρόντος και του μέλλοντος. Η ταξική πάλη στο πλαίσιο μιας υποτιθέμενης διπολικής κοινωνικής δομής (αστοί- προλετάριοι) ως κινητήρια δύναμη της νεωτερικότητας. Οι μεγάλες πολιτικέςσυνδικαλιστικές οργανώσεις της μαζικής μεταπολεμικής δημοκρατίας. Ο «έντυπος καπιταλισμός» (print capitalism). Ο εθνικός κεϋνσιανός μεταρρυθμισμός συμπληρωμένος με την αύξουσα απελευθέρωση των διεθνών ανταλλαγών, και απέναντι, η περιχαρακωμένη κρατική οικονομία του σοβιετικού κομμουνισμού.

Όλα αυτά συμπαρασύρθηκαν από τη δεκαετία του 1960 και έπειτα. Εξαιτίας ενός συνδυασμού εξελίξεων: της «ψηφιακής» τεχνολογικής επανάστασης (digital capitalism), των στρατηγικών αναδιάρθρωσης και διεθνοποίησης των εθνικών καπιταλισμών, της επίτασης του παγκόσμιου οικονομικού ανταγωνισμού, της ηγεμονίας των νεοφιλελεύθερων- συντηρητικών ιδεών (Ρέιγκαν, Θάτσερ, κ.λπ.). Μέχρι την παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού στη δεκαετία του 1990.

Η Αριστερά του 20ού αιώνα είδε τον «κόσμο» της να φεύγει. Ο νέος κόσμος του παγκόσμιου ψηφιακού καπιταλισμού και της προηγμένης νεωτερικότητας ξεπερνούσε τις ιστορικές βιομηχανικές της «προσλαμβάνουσες». Γι΄ αυτό βρίσκεται διπλά εκτεθειμένη. Η άκριτη και παθητική προσαρμογή στον νέο κόσμο την κάνει δυσδιάκριτη. Από την άλλη, η οπισθοχώρηση στον αριστερό συντηρητισμό και τον όψιμο εθνικισμό προσφέρει απλώς την ψευδαίσθηση αριστερής ιδεολογικής «αντίστασης». Γιατί όπως είχε δείξει παλαιότερα η εποχή Ρέιγκαν - Θάτσερ, και όπως δείχνει τώρα ο Σαρκοζί, στην ανεπτυγμένη Δύση η επίκληση του Έθνους και της Συντήρησης αναδεικνύεται πολιτικά- ιδεολογικά αποτελεσματική μόνο στα χέρια της Δεξιάς, ως βοηθητική συνιστώσα μιας δυναμικής στρατηγικής ενσωμάτωσης στη «νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση» (προφανώς της Ακροδεξιάς, αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει εδώ). Η Αριστερά ελάχιστα έχει να κερδίσει σε αυτό το πεδίο. Ούτε ήταν ούτε είναι αυτός ο ιστορικός της ρόλος.

Η ΕΠΑΝΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΩΝ ΚΛΑΣΙΚΩΝ

Σε αυτό το «νεκρό σημείο» βοηθά η επανεπίσκεψη των κλασικών. Ειδικά για ένα ιστορικό κίνημα, όπως η Αριστερά που ωσμώθηκε με την ιδεολογία και την ανάγκη θεωρητικής νομιμοποίησης των πολιτικών επιλογών της. Και από τη στιγμή που στο επίκεντρο του προβλήματος βρίσκεται η σχέση με την παγκοσμιοποίηση, τότε ο αναστοχασμός των ζητημάτων που διατρέχουν τη γενεαλογία Μαρξ- ΠολάνυιΓκράμσι είναι αφετηριακός, ιδίως στις χώρες εκείνες στις οποίες ο μαρξισμός αποτέλεσε ισχυρό πνευματικό- πολιτικό ρεύμα. Ο Μαρξ που είδε με εκπληκτική διορατικότητα την ακατάβλητη δυναμική του καπιταλισμού, την εγγενή τάση γεωγραφικής παγκοσμιοποίησης και εμπορευματοποίησης των πάντων ως τρόπους υπέρβασης των ίδιων των αντιφάσεών του. Που υποτίμησε τις ιδεολογικές- πολιτικές «υπερδομές». Που εναπόθεσε τις επαναστατικές του προσδοκίες στο προλεταριάτο και την κοινωνική πόλωση, η οποία όμως δεν επήλθε, καθόσον ο καπιταλισμός ανέπτυξε μια πολύπλοκη κοινωνική διαστρωμάτωση και αντιστάθμισε την αλλοτρίωση με τον ξέφρενο καταναλωτισμό.

Ο Πολάνυι που μας προφυλάσσει από τις «υπερπαγκοσμιοποιητικές» αναλύσεις ακόμα και του «Μανιφέστου» του Μαρξ.

Που μας θυμίζει ότι η φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση μπορεί να ανακοπεί (όπως συνέβη με εκείνη του 19ου αιώνα) και να καταλήξει σε διεθνή κρίση και στον γενικευμένο προστατευτισμό (όπως συνέβη στον Μεσοπόλεμο). Γιατί οι οικονομίες (ακόμα και οι πιο «απελευθερωμένες»)

είναι πάντα εμπεδωμένες σε ένα πλέγμα κοινωνικών, θεσμικών και ιδεολογικών σχέσεων και όταν αυτό κινδυνεύσει γεννιέται μια αντίρροπη κοινωνική δυναμική «κολεκτιβιστικού» τύπου.

Ο Γκράμσι που αναδεικνύει τη σημασία του κράτους και των πνευματικών- ιδεολογικών δομών και υποδεικνύει μια ιστορικοπολιτική μέθοδο προσέγγισής τους έτσι ώστε να προστατευτούμε από τις απλοϊκότητες της «ταξικής ανάλυσης». Που επισημαίνει ότι πέρα από τον καπιταλισμό, η Νεωτερικότητα διαμορφώθηκε από τις αυτόνομες δυναμικές του πολέμου, του μοντέρνου κράτους, του έθνους, των μορφών λόγου και των ιδεολογιών, και ότι πρέπει να κατανοήσουμε αυτές τις δυναμικές στην αλληλεξάρτησή τους και στην προσωρινή αποτύπωσή τους σε «ιστορικές δομές». Που επεξεργάστηκε ένα πλέγμα επιστημονικών - πολιτικών εννοιών οι οποίες μας επιτρέπουν να προσεγγίσουμε αυτές τις «ιστορικές δομές» ως κατασκευές της συλλογικής ανθρώπινης δράσης υποκείμενες σε συνεχή μετασχηματισμό από αυτή την ίδια.

Είναι μια γενεαλογία που διατρέχεται από μια κόκκινη κλωστή. Η Πολιτική αναγορεύεται σε ύψιστη μορφή δραστηριότητας μέσω της οποίας οι άνθρωποι φτιάχνουν την Ιστορία τους- δηλαδή, τον εαυτό τους.


Σημείωση από anestios:
Σήμερα αναδημοσιεύουμε αρθρογραφία του 2007. Ασφαλώς δεν είναι από νοσταλγία για τους καλούς καιρούς, ούτε στο πλαίσιο μιας ιστοριογραφίας. Αλλά , διότι γραμμένο εκτός του ιστορικού πλαισίου της κρίσης, άρα απαλλαγμένο από την αγωνιώδη αναζήτηση του "τι να κάνουμε εδώ και τώρα", μας προσφέρει μια ψύχραιμη οπτική στα πράγματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι η παγκόσμια κρίση, τροποποιεί ,καταστρέφει, αναδημιουργεί και επανατοποθετεί τα ζητήματα.Πλην όμως έχει σημασία να δούμε τις παρατηρήσεις του άρθρου αυτού και στο τότε ιστορικό πλαίσιο και στο σημερινό, πιο ταραχώδες αλλά και πιο σύνθετο και ευμετάβλητο.
Το να στοχαζόμαστε , έξω από τις τρέχουσες καθημερινές ανάγκες , ποτέ δεν έβλαψε κανέναν.

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

Ιδανικός ένοχος, ανεπίδεκτος ηγεμόνας

Του Γιάννη Βούλγαρη

Η κρίση της ευρωζώνης παίχτηκε πάλι σαν ταγκό ενός νέου «ιδανικού ένοχου» και του συνήθους ανεπίδεκτου ηγεμόνα. Η Κύπρος προσφερόταν άνετα για τον ρόλο του «ιδανικού ενόχου» (ο όρος του γνωστού οικονομολόγου Πιζανί-Φερί είχε χρησιμοποιηθεί παλαιότερα για την Ελλάδα). Τραπεζικός τομέας υπερμεγέθης και υπό χρεοκοπία. Φορολογικός παράδεισος αλλά επίσης «πλυντήριο», κυρίως ρώσων ολιγαρχών και μαφιόζων. Ενα σύστημα εξουσίας γεννημένο και διαπλεγμένο με τις ανωτέρω παθογένειες. Μια λαθεμένη, μικρομέγαλη και αλαζονική αντίληψη για τη γεωπολιτική τής περιοχής, που αναπαράγει τα λάθη του παρελθόντος παρότι τα είχε πληρώσει ακριβά. Μια πολιτική ηγεσία, μνημείο πολιτικαντισμού, ανεπάρκειας και εθνικής ανευθυνότητας, άφησε τα πράγματα να κυλήσουν ως το χείλος του γκρεμού, πετώντας την «καυτή πατάτα» στον επόμενο. Ειρωνεία της Ιστορίας, ήταν ο πρώτος «κομμουνιστής πρόεδρος» της Κύπρου.
Εφτασαν αυτά για να προκαλέσουν την αντίδραση των Γερμανών και των «Βορείων». Ομως και οι «Νότιοι» αποστασιοποιήθηκαν, αρνούμενοι να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στην «κυπριακή περίπτωση». Οταν λοιπόν η Κύπρος χρειάστηκε τη χρηματοδοτική στήριξη, το πρίσμα υπό το οποίο θα την αντιμετώπιζαν ήταν ήδη δεδομένο. Οχι μόνο στο επίπεδο των ελίτ αλλά και της κοινής γνώμης. Η εθνικολαϊκιστική δημαγωγία, που έχει αναγορευθεί πλέον σε φονικό όπλο του ενός λαού της Ευρώπης εναντίον του άλλου, ολοκλήρωσε το έργο. Ομως, κι έτσι να είχαν τα πράγματα, η Κύπρος δεν έπαυε να αποτελεί ασήμαντο μέγεθος για την ευρωπαϊκή οικονομία, όπως ασήμαντο ήταν και το «πακέτο διάσωσης» των 17 δισ. ευρώ. Μια αποφασιστική αλλά διακριτική, «χαμηλόφωνη» και χρονικά ανετότερη διαχείριση της κρίσης θα ήταν οικονομικά αποτελεσματικότερη και κοινωνικά ανεκτότερη.
Εδώ όμως παρεμβαίνει ο μόνιμος παρτενέρ της κρίσης της ευρωζώνης. Η Γερμανία, ως ανεπίδεκτος ηγεμόνας. Δηλαδή, ως η ισχυρή χώρα που, αντί να οδηγεί τη διαδικασία ενοποίησης με όρους σύγκλισης και συναίνεσης, επιβάλλει τον «κανόνα» με τρόπο που πολώνει και κατακερματίζει, θέτοντας σε δοκιμασία το ίδιο το ευρωπαϊκό σχέδιο. Ασφαλώς παίζει ρόλο η συγκυρία των επικείμενων εκλογών. Κατανοητή είναι επίσης η από την αρχή της κρίσης επιδίωξη της Γερμανίας να αποφύγει την άμετρη και απροϋπόθετη χρηματοδότηση των δημοσιονομικών αναγκών των «Νοτίων».
 
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο όμως η Γερμανία επιδιώκει να επιβάλει τη δική της απάντηση στο κεντρικό πρόβλημα της ευρωζώνης. Για να προχωρήσει η ευρωπαϊκή ενοποίηση χρειάζεται να συγκλίνουν σε έναν νέο «κοινό παρονομαστή» τα διαφορετικά «μοντέλα καπιταλισμού», τα διαφορετικά «εθνικά συστήματα» των χωρών-μελών. Οι χώρες ασφαλώς δεν μπορούν να γίνουν όμοιες, αλλά το εύρος των διαφορών πρέπει να μικρύνει. Υπ' αυτή την έννοια, η διαδικασία ενοποίησης ταυτίζεται με τη «μεταρρύθμιση υπό εξωτερική πίεση» των θεσμικών-οικονομικών δομών των χωρών-μελών. Μάλιστα, για τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες οι αλλαγές είναι περισσότερο επιτακτικές και θα συνέβαιναν έτσι κι αλλιώς εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης.
Το πρόβλημα είναι άκρως υπαρκτό, αλλά η απάντηση της Γερμανίας (και των συμμάχων της) δεν είναι ούτε ρεαλιστική ούτε εφικτή. Απλούστατα, γιατί αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως τον «κανόνα» βάσει του οποίου θα μορφοποιηθεί η Ευρώπη, ενώ στην πραγματικότητα συνιστά η ίδια μια «εξαίρεση». Εξαίρεση που χαρίζει οικονομική και θεσμική ισχύ στην Ευρώπη, αλλά την ίδια στιγμή την υπονομεύει στο μέτρο που αυτοπροβάλλεται ως «κανόνας». Η γερμανική θεώρηση δεν καθορίζεται από μεγαλεπήβολες γεωπολιτικές στοχεύσεις και φιλοδοξίες, είτε παγκόσμιες είτε στη Μέση Ανατολή. Καθορίζεται από το ιδιαίτερο «μοντέλο καπιταλισμού» που έχει δομήσει εδώ και χρόνια. Μια οικονομία με έφεση στη μοντέρνα βιομηχανία και στις εξαγωγές, ένα θεσμικό-κοινωνικό σύστημα που έχει οργανωθεί ώστε να υπηρετεί αυτή τη ροπή. Το γεγονός έχει μια θετική όψη. Σε αντίθεση με το αγγλοσαξονικό μοντέλο καπιταλισμού, η Γερμανία είναι πιο επιφυλακτική στην επιβολή του χρηματοπιστωτικού τομέα πάνω στην «παραγωγή».

Από την άλλη, όμως, ούτε η Ευρώπη μπορεί να συγκλίνει, όταν η κυρίαρχη οικονομία της λειτουργεί μονίμως ως μοντέλο export-led, ούτε η παγκόσμια οικονομία μπορεί να βρει σταθερότερη ισορροπία αν το υπό διαμόρφωση «ευρωπαϊκό μοντέλο» είναι δομικά προσανατολισμένο στις εξαγωγές, κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του γερμανικού. Κοντολογίς, η προοπτική μιας γερμανικής Ευρώπης δεν είναι ρεαλιστική. Πρώτον, γιατί η Γερμανία δεν έχει τη δύναμη να επιβληθεί ως καταπιεστικός «εξωτερικός αναμορφωτής» σε έθνη-κράτη με ισχυρή ταυτότητα και συνοχή. Οι εταίροι της ευρωζώνης μπορούν να υποστούν το κόστος των μετασχηματισμών στο όνομα της Ευρώπης, όχι της Γερμανίας. Δεύτερον, γιατί ένα παγκόσμιο οικονομικό σύστημα στο οποίο η Κίνα και η Γερμανία/Ευρώπη παράγουν πλεονάσματα για να καταναλώνουν οι ελλειμματικές ΗΠΑ είναι εγγενώς ασταθές. Η συνέχιση αυτής της δυναμικής θα προκαλέσει σύντομα νέα κρίση, με επίκεντρο και πάλι τις ΗΠΑ. Ο κόσμος χρειάζεται μια πιο έξυπνη παγκοσμιοποίηση, ένα Breton Woods 2, με ρυθμιστικούς μηχανισμούς που θα αποτρέπουν καταστάσεις όπου κάποιες από τις μεγάλες οικονομίες θα είναι μόνιμα πλεονασματικές και άλλες μόνιμα ελλειμματικές. 
 
Αυτό είναι και το κατάλληλο πλαίσιο ώστε η Γερμανία να ανταποκριθεί στον ηγεμονικό ρόλο που της αναλογεί στην Ευρώπη προς όφελος της συνολικής διαδικασίας ενοποίησης. Διαφορετικά θα τροφοδοτεί τους ευρωσκεπτικιστές λαϊκιστές κάθε χρώματος και τον «αντιγερμανισμό» σαν τον νέο εθνικισμό των ηλιθίων, για να παραφράσουμε τη διάσημη ρήση. Κατά τούτο, οι εθνικές κρίσεις της ευρωζώνης, οι αντιφάσεις της Γερμανίας ως προς τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης και ο χαρακτήρας της παγκοσμιοποίησης, συμπλέκονται αξεδιάλυτα.

Η περιπέτεια της Κύπρου συμπύκνωσε μέσα σε μία εβδομάδα τα πολιτικά διδάγματα που θα έπρεπε να είχε βγάλει η Ελλάδα εδώ και πέντε χρόνια, από το ξέσπασμα της κρίσης. Κατ' αρχάς, έκανε απτή την τεράστια διαφορά μεταξύ της επώδυνης λύσης (δανειακή σύμβαση, Μνημόνια) και της καταστροφής (χρεοκοπία). Εδειξε πόσο κίβδηλα είναι επιχειρήματα του τύπου «έτσι και αλλιώς έχουμε χρεοκοπήσει» ή «τι άλλο έχουμε να χάσουμε». Σήμερα ξέρουμε ότι με την χρεοκοπία και το τραπεζικό σύστημα δεν παίζεις. Από την άλλη, εύλογο είναι να ενισχυθούν οι φωνές υπέρ της δραχμής κερδίζοντας έδαφος έναντι της δημαγωγίας περί «επαναδιαπραγμάτευσης», «ηρωικών μονομερών ενεργειών», «όχι στην τρόικα - ναι στο ευρώ». Απόψεις που υπονομεύτηκαν ευθέως από την κυπριακή εμπειρία. Η εσωτερική ένταση που διαπερνά τον ΣΥΡΙΖΑ είναι κατανοητή. Ο επικοινωνιακός ακτιβισμός του κ. Τσίπρα και οι αριστεροδεξιές καντρίλιες δεν φτάνουν να σκεπάσουν τα χάσματα μεταξύ της (υποτιθέμενης) επιλογής υπέρ του ευρώ, της κάθετης αντιμνημονιακής ρητορείας και του κομματικού προγράμματος που παραπέμπει σε αποχώρηση από την ΕΕ. Από την άλλη μεριά, βγαίνει ενισχυμένη η νομιμοποίηση της τρικομματικής κυβέρνησης ως επιλογή εθνικής ευθύνης και συνεργατικής διαχείρισης της κρίσης στο πλαίσιο της ευρωζώνης. Αλλωστε, πόσο πειστικό είναι να κατηγορούνται η ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ για τη συνεργασία με τη ΝΔ, όταν συμπήγνυται αντιπολιτευτικό «μέτωπο» ΣΥΡΙΖΑ - Καμμένου, και λίγο δεξιότερα ο χρυσαυγίτης κ. Παππάς υποκύπτει στην ακράτειά του;

ΝΕΑ 30/3/2013

Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

Υπό τους ήχους των Γρύλων

του Γιάννη Βούλγαρη

Οταν το θερμόμετρο ανεβαίνει, δυναμώνει η φωνή των γρύλων. Συμβαίνει στη φύση, συμβαίνει και στην πολιτική. Η εστία της κρίσης της ευρωζώνης μεταφέρθηκε στην Ιταλία και η εκτόξευση του Κινήματος των 5 Αστέρων του Γκρίλο έστειλε ηχηρό προειδοποιητικό μήνυμα σε όλη την Ευρώπη. Αλλωστε η Ιταλία συχνά κολακευόταν ότι μεγέθυνε γενικές τάσεις που στις άλλες χώρες παρέμεναν ακόμα δυσδιάκριτες. Πιο κοντά όμως στην αλήθεια είναι ότι οι γενικές τάσεις έπαιρναν εδώ ιδιαίτερη εθνική χροιά. Τέτοιος ήταν ο ιταλικός φασισμός στον Μεσοπόλεμο, ή ο υπόρρητος εθνικός «ιστορικός συμβιβασμός» του 1948 μεταξύ του καθολικισμού και του κομμουνισμού που διασφάλισε τη μεταπολεμική δημοκρατία, ή αργότερα το «φαινόμενο Μπερλουσκόνι». Ετσι και στις πρόσφατες εκλογές. Το γενικό φαινόμενο της διάχυτης διαμαρτυρίας κατά της «επίσημης» πολιτικής, των «κατεστημένων» κομμάτων και των ελίτ, εδώ εκφράστηκε με νέα κρίση του κομματικού συστήματος. Πράγματι, πριν από είκοσι χρόνια, κατά τη διετία 1992-93, είχε καταρρεύσει το μεταπολεμικό κομματικό σύστημα της λεγόμενης Πρώτης Δημοκρατίας. Σήμερα αποδομείται αυτό της Δεύτερης Δημοκρατίας με κύριο χαρακτηριστικό το τέλος του διπολισμού.

Μοχλός της αποδόμησης είναι το ιδιόρρυθμο «αντικομματικό κόμμα» του Γκρίλο. Μαζεύοντας ψήφους από τα αριστερά και τα δεξιά, σχεδόν ισόρροπα αν και διαφοροποιημένα ανά γεωγραφική περιοχή, εξέφρασε τη διάχυτη «αντιπολιτική» διάθεση στρέφοντάς την ενάντια στις δύο «κάστες», των πολιτικών και των δημοσιογράφων, ενώ η επίθεση είχε περιλάβει και τα συνδικάτα. Κίνημα που δημιουργήθηκε στο Διαδίκτυο, οργανώθηκε ύστερα «από τα κάτω» σε τοπικές ομάδες, κινητοποιήθηκε σε μαζικές εκδηλώσεις-παραστάσεις του ηγέτη-ηθοποιού στις πλατείες, για να εισβάλει κατά την περίοδο 2008-2012 με αυξανόμενη ορμή στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Κίνημα που προσεγγίζει πια το προφίλ του «μέσου ψηφοφόρου» χωρίς από ό,τι φαίνεται να εκφράζει προνομιακά κάποια ιδιαίτερη κοινωνικοδημογραφική ομάδα ή γεωγραφική περιφέρεια της χώρας. Ο πολιτικός λόγος είχε όλα τα κλασικά μοτίβα  του λαϊκισμού: «εμείς, ο λαός, οι κάτω, οι τίμιοι» εναντίον «εκείνων, των ελίτ, των πάνω, των διεφθαρμένων»· η διάκριση Αριστερά - Δεξιά είναι ξεπερασμένη, «εμείς έχουμε ιδέες, όχι ιδεολογίες». Κυρίαρχος ο ρόλος του ηγέτη (περισσότερο Μάικλ Μουρ παρά Λαζόπουλος). Η οριζόντια αποκεντρωμένη οργάνωση στη βάση συνυπάρχει (αν δεν προϋποθέτει) με την απόλυτη εξουσία του ηγέτη-ιδιοκτήτη, ο οποίος αν χρειαστεί κάνει delete τους διαφωνούντες. Ετσι συνεχίζεται η παράδοση του ιδιόκτητου κόμματος-επιχείρησης που καθιέρωσε ο Μπερλουσκόνι με τη Forza Italia, μεταφερμένη από την τηλεόραση στο Διαδίκτυο. Η οικονομικοκοινωνική κρίση επιτάχυνε την άνοδο του Κινήματος καθώς αυτό συνδύασε την «αντιπολιτική» καταγγελία, τον ευρωσκεπτικισμό και τις τοπικές διεκδικήσεις με τα νέα ευρύτερα εθνικά οικονομικοκοινωνικά θέματα. Οι χαρακτηρισμοί ακροδεξιό, φασιστικό ή, αντιστρόφως, δυνάμει προοδευτικό, «κατά πλειοψηφία κεντροαριστερό», που του αποδόθηκαν μετεκλογικά, μάλλον εκφράζουν φόβους ή προσδοκίες. Το σταθερό στοιχείο είναι ο λαϊκισμός και η ρητορική κατά του «πολιτικού κατεστημένου», μένει όμως να φανεί προς τα πού θα κλίνει. Προς το παρόν το Κίνημα και ο αρχηγός του στέκουν ακίνητοι και ακινητοποιημένοι, αφού η άρνηση είναι ο μόνος τρόπος ύπαρξης ενός ανομοιογενούς και απροετοίμαστου μορφώματος.

Κατά τούτο το κόμμα του Γκρίλο προσθέτει άλλη μία εκδοχή στον χάρτη των νέων φορέων που εμφανίστηκαν τις τελευταίες δεκαετίες στην Ευρώπη για να εκφράσουν τη διάχυτη κοινωνική αμφισβήτηση προς την κατεστημένη πολιτικοκομματική αντιπροσώπευση (σχετικά με το θέμα μόλις εκδόθηκε: Αντρέ Ταγκιέφ, Ο νέος εθνικο-λαϊκισμός, πρόλογος Α. Πανταζόπουλου, εκδόσεις Επίκεντρο). Η λαϊκιστική Ακροδεξιά στις ποικίλες εκφάνσεις της πρωταγωνίστησε στην αμφισβήτηση, μονοπωλώντας την σχεδόν στη Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη (αφήνουμε έξω την Ανατολική). Η Ελλάδα συνιστά ιδιαίτερη περίπτωση καθώς η γενική τάση εκφράστηκε εν μέρει μόνο από την Ακροδεξιά (ΛΑΟΣ, ΧΑ, ΑΝΕΛ), πλειοψηφικά όμως από τον ΣΥΡΙΖΑ, το μόνο κόμμα της λεγόμενης ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ευρώπη που εκτοξεύτηκε εκλογικά καρπούμενο την αποδόμηση των καθιερωμένων κομμάτων εξουσίας. Στην πάντα διχασμένη Ιταλία το κόμμα του Γκρίλο φαίνεται να συναιρεί στο εσωτερικό του τις δεξιές και αριστερές καταβολές της  διαμαρτυρίας σε ένα προγραμματικά πρωτόλειο αλλά ακτιβιστικά ηπιότερο συνονθύλευμα. Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε αν και πώς θα εκφραστούν αντίστοιχες τάσεις στην Ισπανία και στην Πορτογαλία για να συμπληρωθεί το παζλ.
Η αμφισβήτηση της καθιερωμένης δημοκρατικής αντιπροσώπευσης προηγήθηκε της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Αρχική πηγή της ήταν το σύμπλεγμα των μετασχηματισμών παγκοσμιοποίηση, μετανάστευση και ξενοφοβία, υποχώρηση της Δύσης και της Ευρώπης, αύξουσα αναποτελεσματικότητα του κράτους, απώλεια των ιστορικών πολιτισμικών σταθερών, αναπληρωτική ένταση των εθνικισμών. Στις περισσότερες χώρες η παγκόσμια οικονομική κρίση ήρθε και κάθησε επ' αυτών επιτείνοντάς τους. Στην περίπτωση της Ελλάδας η αλληλουχία συσκοτίζεται λόγω του εκκωφαντικού χαρακτήρα της εθνικής χρεοκοπίας, της δραματικής μείωσης των εισοδημάτων, αλλά και της αντοχής που είχε δείξει το κομματικό σύστημα έως τις εκλογές του 2009. Και εδώ όμως οι χαμηλότερης έστω έντασης εκδηλώσεις της γενικότερης τάσης προϋπήρξαν της κρίσης, όπως έδειχναν η είσοδος της Ακροδεξιάς στην πολιτική σκηνή με τον ΛΑΟΣ και η βαθμιαία μαζικοποίηση του ν9/3/2013εοαναρχικού χώρου με κορύφωση τον Δεκέμβριο του 2008.

Για αυτούς τους λόγους, όσο επιτακτική και ζωτική σημασία έχουν οι άμεσες οικονομικές επιλογές, στην Ευρώπη αυτές συμπλέκονται στενά και ευθέως με τον σκληρό πυρήνα της κρίσης, δηλαδή με τα μείζονα ζητήματα, που είναι η καταθλιπτική επιβολή του αχαλίνωτου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού επί της παραγωγικής διαδικασίας, η αποδυνάμωση του δημοκρατικού έθνους-κράτους, η μοιραία αποδιάρθρωση του «φορντικού» κοινωνικοπολιτικού συνασπισμού που υποβάσταξε τον εκδημοκρατισμό, ο ατομικιστικός και συντεχνιακός κατακερματισμός, η «δημογραφική γήρανση» που πιέζει τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας, η αδυναμία μιας ναρκισσιστικής καταναλωτικής κουλτούρας να αναπληρώσει τις πολιτισμικές απώλειες των «μεγάλων αφηγήσεων», ιδίως σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Η υπόμνηση αυτή έχει πιστεύω σημασία γιατί μόνο αναζητώντας απαντήσεις στα μείζονα μπορεί να ανασυγκροτηθούν πολιτικοκοινωνικές δυνάμεις και παρατάξεις που θα ξανασυνδέσουν τους πολίτες με τους δημοκρατικούς θεσμούς κλείνοντας το χάσμα των «πάνω» και των «κάτω» από το οποίο εισδύει ο αντιπολιτικός, ο ακροδεξιός ή ο αριστερόστροφος λαϊκισμός.
 
Η αμφισβήτηση της καθιερωμένης εθνικής δημοκρατικής αντιπροσώπευσης συνδυάζεται με την καταγγελία της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως διαδικασίας που αφορά τις «παγκοσμιοποιημένες» ελίτ κάθε χώρας παρά τον «λαό» ή τον «λαουτζίκο». Στην πραγματικότητα, ο «εκδημοκρατισμός» της ευρωπαϊκής διαδικασίας βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη καθώς λόγω της κρίσης του ευρώ η «Ευρώπη» έχει γίνει άμεσο εσωτερικό διακύβευμα σε κάθε χώρα και με βάση αυτό διαμορφώνεται η εθνική «κοινή γνώμη». Μόνο που αυτό συχνά παράγει απόκλιση παρά συνοχή, και έτσι η Ευρώπη κινδυνεύει πλέον από τη διελκυστίνδα των αντίπαλων δημαγωγών του Βορρά και του Νότου. Πάντως, η επιβίωση του ευρωπαϊκού σχεδίου με ελιτίστικες και οικονομίστικες διαδικασίες που προωθούν την ενοποίηση στη «ζούλα» φτάνει στα όριά της. Το νέο άλμα θα γίνει, αν γίνει, με όρους μαζικής δημοκρατικής πολιτικής και ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης πρωτίστως στο εσωτερικό των εθνών-κρατών. 
 
Αλλιώς η αμφισβήτηση της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης, τόσο της εθνικής όσο και της ευρωπαϊκής, θα  πάρει άγνωστους και πάντως όχι ευχάριστους δρόμους.
 
 
ΝΕΑ  9/3/2013
 

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Η κρίση είχε τη δική της ιστορία

Του Γιάννη Βούλγαρη

Πέντε χρόνια μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας και τρία μετά την εκρηκτική εκδήλωσή της στην Ελλάδα, η κρίση έχει πια τη δική της ιστορία, τους δικούς της σταθμούς, τις δικές της αλλαγές φάσης. Η εξέλιξή της καθορίστηκε από τον τρόπο που συναρθρώθηκαν στη ζωή και στις αντιλήψεις των πολιτών η παγκόσμια και η ευρωπαϊκή κρίση με την εθνική. Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις ώς τώρα φάσεις, αναλόγως με ποια διάσταση προείχε κάθε φορά στον δημόσιο λόγο και στον τρόπο που οι πολίτες προσλαμβάνανε την κρίση. Και η σειρά ήταν η παγκόσμια, η εθνική και τέλος η ευρωπαϊκή. Η βαρύτητα που κάθε διάσταση προσέλαβε δεν ήταν ένα αντικειμενικό μέγεθος, αλλά αποτέλεσμα της συγκυρίας, των λύσεων που δίνονταν ή επιχειρούνταν, του κομματικού ανταγωνισμού και της επικοινωνιακής προπαγάνδας.

Η πρώτη φάση ήταν εκείνη της υποτιθέμενης ελληνικής «ανοσίας» που λανσαρίστηκε τη διετία 2008-09 από τους κυβερνητικούς ιθύνοντες της ΝΔ. Κατ' αυτήν, η κρίση ήταν παγκόσμια αλλά οι επιπτώσεις της στην Ελλάδα θα ήταν περιορισμένες γιατί η οικονομία της δεν ήταν «ανοιχτή» και οι τράπεζες δεν είχαν εμπλακεί στα τοξικά παράγωγα. Ο δημόσιος λόγος εστιαζόταν κυρίως στην παγκόσμια διάσταση της κρίσης και οι μαρξιστικές ή κεϊνσιανές ερμηνείες αναζωογονήθηκαν για να σηματοδοτήσουν την «αλλαγή εποχής» και το τέλος του «νεοφιλελευθερισμού». Στο εθνικό επίπεδο η πεποίθηση ή το πρόσχημα της «ανοσίας» επέφερε την κυβερνητική απραξία και παράλληλα ενθάρρυνε τη δημαγωγία των αντιπολιτεύσεων.

Η δεύτερη φάση που διατρέχει χοντρικά το 2010 ήταν η βίαιη αφύπνιση και η συνειδητοποίηση της άτυπης χρεοκοπίας της χώρας - αν και δεν έγιναν αμέσως αντιληπτές η ένταση και η διάρκεια του προβλήματος. Η εθνική διάσταση της κρίσης ήρθε στο προσκήνιο. Ο δημόσιος λόγος διαπίστωνε αναδρομικά τις δομικές ανισορροπίες του «μεταπολιτευτικού μοντέλου», οι οποίες ανατράπηκαν όταν άλλαξε το διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Η ευρωπαϊκή διάσταση της κρίσης ήταν ακόμα υποβαθμισμένη στον δημόσιο λόγο. Εξάλλου, οι ορθές διαπιστώσεις για τις εθνικές ανισορροπίες συμπαρασύρθηκαν συχνά από μια μηδενιστική και ισοπεδωτική καταγγελία της «Μεταπολίτευσης» ως «κλεπτοκρατίας», γεγονός που θα τροφοδοτήσει συν τω χρόνω την «αντιπολιτική» και θα σχετικοποιήσει τη δημοκρατία ως κατάκτηση. Το Μνημόνιο έχει ασφαλώς ξεσηκώσει μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, αλλά δεν έχει ακόμα ανατάξει το κομματικό σκηνικό, εξού και το κυβερνών κόμμα ΠΑΣΟΚ διατηρεί ακόμα δυνάμεις.

Η τρίτη φάση διαρκεί χοντρικά το 2011 και φτάνει ώς τις πρώτες εκλογές, τον Μάιο του 2012. Σημαδεύεται πρακτικά από την αναστροφή της προηγούμενης. Το «φάρμακο» υποσκελίζει την ασθένεια ή, αλλιώς, η κριτική στο Μνημόνιο περιθωριοποιεί τις αναφορές στα αίτια της χρεοκοπίας. Πράγματι, οι αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις με τους δανειστές και οι επιπτώσεις των περικοπών του Μνημονίου μονοπωλούν τον εθνικό δημόσιο λόγο. Η μαζική πρόσληψη της κρίσης μεταβάλλεται καθώς έρχεται σε πρώτο πλάνο η ευρωπαϊκή της διάσταση τόσο για το μερτικό της ευθύνης που είχε η λειψή «αρχιτεκτονική του ευρώ» όσο και για τις «συνταγές» που επέβαλαν οι ευρωπαίοι εταίροι. Ο λόγος περί «κατοχής» διαχέεται, τα αντιγερμανικά στερεότυπα ανασύρονται από το σεντούκι. Η τομή Μνημόνιο - Αντιμνημόνιο καθιερώνεται και αποδιαρθρώνει τον δικομματισμό, ετοιμάζοντας τον εκλογικό σεισμό του 2012. Ο χώρος και το λόμπι της δραχμής ενισχύονται, όπως και ο ευρωσκεπτικισμός, χωρίς όμως να πάρουν το πάνω χέρι. Πράγματι, οι δεύτερες εκλογές τον Ιούνιο του 2012 θα πιστοποιήσουν την υπεροχή και την αντοχή της φιλοευρωπαϊκής Ελλάδας.
Η συνάρθρωση της παγκόσμιας, της ευρωπαϊκής και της εθνικής διάστασης της κρίσης περιπλέχτηκε στην περίπτωση της Ελλάδας, λόγω της ιδιαίτερης μορφής ή, καλύτερα, του διαφορετικού «προσήμου» που προσέλαβε η εθνική σε σχέση με την παγκόσμια κρίση. Πράγματι, η παγκόσμια καταγράφηκε ως κρίση του παγκοσμιοποιημένου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και είχε επίκεντρο τις ΗΠΑ όπου μπλοκαρίστηκε αν δεν εξαντλήθηκε, ο νεοφιλελεύθερος κύκλος συσσώρευσης 1980-2008. Η κρίση διαχύθηκε ως κρίση των τραπεζών και φούσκα της οικοδομής σε όλη την Ευρώπη, περιλαμβανομένου του Νότου (διαφοροποιημένα στην Πορτογαλία). Αντίθετα στην Ελλάδα το «πρόσημο» της εθνικής κρίσης ήταν διαφορετικό, σχεδόν αντίθετο. Κρίση του κράτους. Κρίση του κρατικιστικού - συντεχνιακού μοντέλου που δομικά είχε φτάσει στα όριά του, αλλά κατέρρευσε μόλις στέρεψε η διεθνής χρηματοδότησή του. Σε αυτή την αντινομία προστέθηκαν η ιδιομορφία και η περιπλοκή της ευρωζώνης. Ενα κοινό νόμισμα ορφανό, χωρίς κράτος και κανονική Κεντρική Τράπεζα πίσω του, ώστε να αντιμετωπίσει ενιαία και έγκαιρα την κρίση. Κι από την άλλη, μια κοινή θεσμική μορφή που δεν επιτρέπει την κλασική χρεοκοπία σε χώρα-μέλος, ακόμα και αν ο πλούσιος Βορράς θα το επιθυμούσε πολύ - μαζί με κάποιους ιθαγενείς που αναπολούσαν το παράδειγμα της Αργεντινής. Η επιστημονική και πολιτική ανάλυση προσφέρει ασφαλώς ερμηνείες που συνδυάζουν τον ενιαίο χαρακτήρα της παγκόσμιας κρίσης με τη «διαφοροποιημένη ανάλυση» για κάθε χώρα και περιοχή. Αλλά η πρόσληψη αυτής της συνάρθρωσης από την κοινωνία είναι πολύ πιο αντιφατική, ασυνεχής, μεταβαλλόμενη και συγκρουσιακή, πόσω μάλλον που δεν πρόκειται για διανοητική άσκηση, αλλά για σκληρή πραγματικότητα.
Σε κάθε περίπτωση, πολλά δείχνουν ότι τώρα έχει ανοίξει η τέταρτη φάση της κρίσης η οποία μπορεί να σημάνει την οριστική έξοδο από τη συγκαλυμμένη χρεοκοπία και την απαρχή μιας ανάκαμψης. Η ΕΕ δήλωσε καθαρά την πρόθεσή της να μείνει η Ελλάδα στο ευρώ. Η ελληνική κοινή γνώμη επιβεβαιώνει καθαρά τη φιλοευρωπαϊκή επιλογή της. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να αποδεσμευτεί από τις προηγούμενες ακρότητες της αριστερής εθνικοφροσύνης και του αντιμνημονιακού λαϊκισμού, να βρει διεθνή νομιμοποίηση και με κινήσεις στο εξωτερικό να «περικυκλώσει» κατά τη μαοϊκή τακτική την κομματική της βάση στο εσωτερικό. Οι εξαλλοσύνες περί «εθνικής προδοσίας» και «ξένης κατοχής» περιορίζονται όλο και περισσότερο εκεί που ταιριάζουν. Στη φασιστική Χρυσή Αυγή και στον παρανοϊκό ακροδεξιό λαϊκισμό των ΑΝΕΛ. Δυστυχώς όμως και σε κρίσιμους κρατικούς μηχανισμούς, όπως δείχνει η περίπτωση των δικαστών που επιχειρούν επανειλημμένα να ποινικοποιήσουν την πολιτική ζωή.
Υπάρχουν πλέον οι προϋποθέσεις ώστε η ελληνική κοινωνία να συγκλίνει σε μια πιο συνεκτική αντίληψη για την κρίση και να διαμορφώσει ένα εθνικό σχέδιο για το μέλλον συναρθρώνοντάς το δυναμικά με την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια διάσταση.
 Αλλά η ισορροπία είναι ασταθής όπως δείχνει η επικαιρότητα.
 
NEA 26/1/2013

Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

Τρία καρπούζια στην ίδια μασχάλη

Του Γιάννη Βούλγαρη

Τρία καρπούζια στην ίδια μασχάλη είναι υποχρεωμένη να φορτωθεί η Ελλάδα στην πιο κρίσιμη φάση της πρόσφατης ιστορίας της. Το πρώτο και μεγαλύτερο, να παραμείνει στο ευρώ. Το δεύτερο, να μάθει να λειτουργεί με συμμαχικές κυβερνήσεις. Το τρίτο, να αναμορφώσει το κομματικό σύστημα. Και τα τρία είναι αλληλεξαρτημένα, αλλά επικαθορίζονται από το πρώτο, με την έννοια ότι αν υποχρεωθούμε σε μια άτακτη μετάβαση στη δραχμή, τότε οι πολιτικές - κομματικές εξελίξεις θα σαρώσουν τόσο τη συμπολίτευση όσο και την αντιπολίτευση.
Η παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ δεν εξαρτάται τόσο από τα πακέτα και τα Μνημόνια. Εξαρτάται από την ανάκτηση της πολιτικής αξιοπιστίας ως προς τους εταίρους και από τη συνολική απάντηση που θα δώσει η ΕΕ για να σώσει το κλυδωνιζόμενο ευρώ. Με αυτή τη σειρά. Το επεισόδιο της διαφωνίας των τριών αρχηγών για το πακέτο μέτρων που παρακολουθήσαμε αυτή την εβδομάδα είναι χαρακτηριστικό. Οι προτάσεις που παρουσίασε ο κ. Βενιζέλος είναι εύλογες και συμβάλλουν στη διαδικασία αναδιαπραγμάτευσης του Μνημονίου. Μόνο που αν προέτασσε αυτόν τον στόχο, όχι αναδιαπραγμάτευση, ούτε ραντεβού δεν θα του έκλειναν οι ηγέτες της ευρωζώνης, του Ολάντ περιλαμβανομένου. Το ξέρει και ο ίδιος. Από την άλλη, η αναδιαπραγμάτευση θα γίνει και θα γίνει σύντομα, χωρίς να σημαίνει ότι η προσπάθεια θα είναι μικρότερη. Το πακέτο μέτρων θα αναθεωρηθεί πλειστάκις τους επόμενους μήνες. Επί τα χείρω αν παραταθεί η σημερινή ανασφάλεια για το ευρώ, επί τα βελτίω αν η ΕΚΤ και η ευρωζώνη «κάνουν ό,τι χρειαστεί» για να το σώσουν, κατά την άσφαιρη, όπως αποδείχτηκε, ρήση του Ντράγκι.

Οπως πριν, έτσι και τώρα, δεν αρκεί η «ανάκτηση της αξιοπιστίας», χρειάζεται εθνικό σχέδιο και αλλαγή του τρόπου τεχνικής και πολιτικής διαπραγμάτευσης (Π. Κ. Ιωακειμίδης, «ΤΑ ΝΕΑ» 27/7/2012). Γιατί δεν αρκεί η Ελλάδα «να μείνει στο ευρώ», πρέπει να ξαναγίνει έγκυρος εταίρος. Χωρίς το δεύτερο, γίνεται δυσκολότερο το πρώτο. Η επανάκτηση ενός επαρκούς βαθμού εθνικής κυριαρχίας είναι αναγκαία για να αποκατασταθεί η συμβολική ισχύς του κράτους, που με τη σειρά της ενισχύει την κοινωνική συνοχή. Ενα κράτος άθυρμα και παρίας σημαίνει μια κοινωνία σκόρπιων ατόμων, συντεχνιών και συμμοριών.
Το συνεχώς αναζητούμενο και μηδέποτε ευρισκόμενο «εθνικό σχέδιο» δεν είναι ένα σύνολο μέτρων. Είναι μια άποψη για το νέο παραγωγικό μοντέλο που χρειάζεται η χώρα και μια αναδιανεμητική κοινωνική συμφωνία. Το κρατικιστικό - πελατειακό μοντέλο της Μεταπολίτευσης παρήγαγε μια ιεραρχική κατανομή εισοδημάτων και ευκαιριών οικονομικά παθογενή και κοινωνικά άδικη. Η συνέχιση της χρηματοδότησής της με δανεικά δεν είναι πλέον εφικτή. Πώς αλλάζει αυτή η ιεραρχική κατανομή σε συνθήκες μακρόχρονης ισορροπίας εσόδων - δαπανών όπως πρέπει να είναι ο στόχος μας; Πώς θα γίνει κοινωνικά εμφανές ποιος πληρώνει τι και πόσο, για το εισόδημα ποιου, πόσο και γιατί; Πώς θα μεγαλώσει για όλους η πίττα μέσω της αύξησης της εθνικής παραγωγικότητας; Με ποια ηθικά και κοινωνικά κριτήρια θα γίνουν οι αντίστοιχες πολιτικές επιλογές; Αυτό είναι στην ουσία το εθνικό σχέδιο. Εδώ κρίνονται οι κομματικές προτάσεις και εδώ αναδεικνύονται οι ιδιαίτερες ταυτότητες των κομμάτων.

Αναγκαίος όρος για να ξαναβγεί η χώρα στην επιφάνεια είναι να υπάρχει μια ισχυρή κεντρική πολιτική βούληση που να κρατήσει σταθερά το τιμόνι. Οι συνθήκες το έφεραν ώστε ο κλήρος να πέσει σε μια συμμαχική κυβέρνηση. Η μόνη δυνατή στις δεδομένες συνθήκες και η τελευταία κυβέρνηση του ευρώ αν αποτύχει. Η σύγχρονη Ελλάδα δεν έχει εμπειρία συμμαχικών κυβερνήσεων που να μην είναι βραχύβιου ειδικού σκοπού και περιορισμένων καθηκόντων. Τώρα θα κάνει τα πρώτα μαθήματα στη νέα κατάσταση γιατί τώρα η επίτευξη του σκοπού χρειάζεται ευρύτερο χρονικό ορίζοντα. Πιστεύω ότι η σύλληψη και η λειτουργία του σημερινού σχήματος από τους κυβερνητικούς εταίρους είναι προβληματική. Είναι ένα υβρίδιο: κυβέρνηση ΝΔ με την ανοχή των άλλων δύο κομμάτων. Αυτή η μορφή δεν εγγυάται ούτε μακροημέρευση ούτε ισχυρή κεντρική πολιτική βούληση. Τα συνεργαζόμενα κόμματα πρέπει να εξετάσουν πιο συστηματικά τις πρακτικές και τα προβλήματα που έχουν τα συμμαχικά σχήματα, για τα οποία άλλωστε υπάρχει πλούσια εμπειρία καθώς αποτέλεσαν το 75% των κυβερνήσεων στη μεταπολεμική Ευρώπη. Ποια μέτρα πρέπει να πάρουν ώστε να μην εκδηλωθεί η παρατηρημένη ροπή των πολυκομματικών κυβερνήσεων προς την αύξηση των δημόσιων δαπανών; Ποιες πρακτικές ανοιχτής εκδήλωσης των διαφορετικών απόψεων θα συμφωνηθούν, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η κυβερνητική συνοχή αλλά και η αναγκαία εκδήλωση της διαφορετικότητας των κομμάτων; Πώς περιορίζονται τα ρητά και άρρητα veto που μπορεί να ασκούν οι εταίροι, έτσι ώστε να μη συρρικνωθεί ασφυκτικά η ατζέντα της κυβέρνησης; Πώς περιορίζονται οι πρακτικές της αναζήτησης εναλλασσόμενων πλειοψηφιών μέσα στη Βουλή ανάλογα με την επιμέρους ατζέντα του κάθε κυβερνητικού κόμματος, για να μην καταντήσει η κυβερνητική πλειοψηφία σκορποχώρι; Πώς επιδρά το συμμαχικό κυβερνητικό σχήμα στην εσωτερική ζωή των κομμάτων, ιδίως στις εξουσίες του αρχηγού; Τα ερωτήματα αφορούν και τους τρεις εταίρους. Φαίνεται παράδοξο, αλλά οι δύο μικρότεροι εταίροι (ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ) έχουν ίσο, αν όχι μεγαλύτερο κομματικό συμφέρον να πετύχει η συμμαχική κυβέρνηση. Η επιτυχία δεν θα χρεωθεί εξ ολοκλήρου στη ΝΔ, αντίθετα η αποτυχία θα εισπραχτεί μέχρι δεκάρας από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Τέτοια ερωτήματα και προβλήματα παραπέμπουν στην τρίτη διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Τη μετάβαση σε ένα νέο κομματικό σύστημα το οποίο δεν έχει δείξει ακόμα τη μορφή του. Θα επανέλθουμε γρήγορα σε έναν νέο δικομματισμό ΝΔ - ΣΥΡΙΖΑ; Θα παραταθεί σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα το πολυκομματικό σύστημα και οι συμμαχικές κυβερνήσεις; Οι απαντήσεις θα καθοριστούν από δύο κυρίως διαδικασίες. Η πρώτη είναι η πορεία «ενσωμάτωσης» του ΣΥΡΙΖΑ στην επιλογή της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ. Γεγονός που σημαίνει ότι θα πείσει πως είναι διατεθειμένος να λογαριαστεί με τις δυσκολίες και τα σκληρά διλήμματα που αυτό συνεπάγεται. Οι μετεκλογικές αντιδράσεις του κόμματος πηγαίνουν στην αντίθετη κατεύθυνση ενώ, όπως γράφτηκε, στο στελεχικό δυναμικό του ενισχύονται οι υποστηρικτές της επιστροφής στη δραχμή. Η δεύτερη είναι η ανασυγκρότηση του προοδευτικού πόλου μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ με όρους κοινωνίας. Ο χώρος αυτός στον οποίο κινούνται το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ και ποικίλες συλλογικότητες είναι ο πιο ώριμος να συνδέσει το στενό κομματικό συμφέρον με την ανάγκη υπέρβασης των κρατικιστικών, πελατειακών, ανομικών και καταναλωτικών παθογενειών της μεταπολιτευτικής Ελλάδας στην προοπτική ενός νέου προοδευτικού ευρωπαϊσμού. Θα αφήσει αυτός ο χώρος τον εαυτό του να συνθλιβεί μεταξύ δύο επίδοξων αλλά ακατάλληλων πόλων ενός νέου διπολισμού ή θα βρει τις δυνάμεις να ανακτήσει με νέους όρους τον πρωτοποριακό ρόλο που είχε στη διαμόρφωση της σύγχρονης δημοκρατικής Ελλάδας; Οσο πιο αποφασιστικά και καθαρά τεθεί το ζήτημα τόσο πιο γρήγορα θα εμφανιστούν οι νέες δυνάμεις, το νέο πολιτικό προσωπικό που θα αναμετρηθεί με το στοίχημα. Προς το παρόν, μοιάζει με άσκηση βολονταρισμού. Αλλά ο βολονταρισμός είναι συστατικό των βαθύτερων κοινωνικών διεργασιών.
 
NEA 8/4/2012

Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

Εντολή για ευρωπαϊκή Ελλάδα

 Του Γιάννη Βούλγαρη
Οι δύο εκλογές, της 6ης Μαΐου και της 17ης Ιουνίου, είχαν η καθεμία το δικό της κύριο χαρακτηριστικό. Οι πρώτες ήταν εκλογές αποδόμησης. Δεν είναι πολλά τα παραδείγματα τόσο βίαιης αποδόμησης κομματικών συστημάτων. Πρόχειρα θα μνημονεύαμε τις περιπτώσεις της Ιταλίας και ίσως της Ιαπωνίας στη δεκαετία του '90, εξαιτίας του τέλους του διπολικού κόσμου. Ή, από την άλλη, η έκρηξη του δεξιού λαϊκισμού στις βορειοευρωπαϊκές χώρες με αιχμή το Μεταναστευτικό και τους «τεμπέληδες του Νότου», που εκτίναξε κόμματα όπως οι «αληθινοί Φινλανδοί» από το τίποτα στο 19% μέσα σε λίγα χρόνια. Και στη δική μας περίπτωση, η βιαιότητα της ανατροπής προέκυψε από τον συνδυασμό της οικονομικοκοινωνικής και της πολιτισμικής κρίσης. Η χρεοκοπία, πέρα από τις κοινωνικές επιπτώσεις, σκοτείνιασε τον γεωπολιτικό και συμβολικό ρόλο της «Ευρώπης» που λειτουργούσε τα τελευταία 25 χρόνια ως πλαίσιο αναφοράς του κομματικού συστήματος. Αντιδιαμετρικά με τις βορειοευρωπαϊκές χώρες, εδώ η διαμαρτυρία και η οργή ενίσχυσαν τον αριστερό κυρίως λαϊκισμό που εκφράστηκε με την εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ, ταυτόχρονα όμως διεύρυνε και τον ακροδεξιό, νομιμοποιώντας μάλιστα την ακραία εκδοχή του με τη Χρυσή Αυγή. Σε κάθε περίπτωση, η εκλογική αποδόμηση άφησε θραύσματα και παρήγαγε μια διάταξη κομμάτων και πολιτικών πόλων πιο σύνθετων από την απλοποιητική εικόνα μιας διχασμένης Ελλάδας που συχνά χρησιμοποιούμε εσχάτως. Η υπαγωγή της συνθετότητας στην αντίθεση «Μνημόνιο - αντιμνημόνιο» ήταν μια νίκη στη μάχη της ορολογίας, που άρκεσε για να αποδεκατίσει κυρίως το ΠΑΣΟΚ, αλλά η διάταξη δυνάμεων που προέκυψε ήταν περισσότερο πολύπλοκη, όπως γρήγορα αποδείχθηκε.

Πράγματι, οι εκλογές της 17ης Ιουνίου έκαναν πιο σύνθετα τα διλήμματα, οργάνωσαν διαφορετικά τον προηγούμενο κατακερματισμό, δίνοντάς του διαφορετική κατεύθυνση. Κυρίως γιατί έδωσαν σαφή πολιτική και κοινοβουλευτική εντολή η Ελλάδα να αντιμετωπίσει την εθνική κρίση στο πλαίσιο του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Υπέδειξαν μια συμπαράταξη φιλευρωπαϊκών δυνάμεων για να πραγματοποιήσει τη συγκεκριμένη εντολή. Αναγνώρισαν ότι ήταν η μόνη πραγματική θετική στρατηγική επιλογή που υποβλήθηκε στο εκλογικό σώμα. Προσέφεραν μια ευρεία παραγωγική - κοινωνική βάση στην ευρωπαϊκή στρατηγική στον κόσμο τόσο των μισθωτών όσο και των αυτοαπασχολουμένων. Επισήμαναν επίσης ότι αυτή η επιλογή πρέπει να λάβει τη μορφή ενός δικού μας, αυτόνομου, εθνικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων με στόχο την ανάπτυξη, τη δημοσιονομική ισορροπία, την ανταγωνιστικότητα και σε τελική ανάλυση την αποκατάσταση της αξιοπρέπειας της χώρας. Στο εθνικό σχέδιο θα ενσωματωθούν τόσο η επαναδιαπραγμάτευση μέτρων του Μνημονίου όσο και η εφαρμογή του.

Σε αυτές τις εκλογές δεν υπήρξε άλλη πρόταση ούτε εναλλακτική στρατηγική, ούτε εναλλακτικό πολιτικοκοινωνικό μπλοκ. Οσο και αν αυξάνονται τα σημεία επαφής μεταξύ του δεξιού και του αριστερού άκρου, όσο και αν επικαλύπτεται ο δεξιός με τον αριστερό λαϊκισμό, είναι δύσκολο να συμπτύξουν εθνική πολιτική πρόταση ο Καμμένος, ο Τσίπρας και το ΚΚΕ, για να μην αναφέρουμε τη Χρυσή Αυγή. Υπήρξε ένας κόσμος της διαμαρτυρίας ευρύς, αλλά πολιτικά αντιφατικός και εσωτερικά αλληλεξουδετερωνόμενος. Επιπλέον, η συνεκτική λειτουργία τού «όχι στο Μνημόνιο» μετριάστηκε όχι γιατί «τρομοκρατήθηκε» ο ψηφοφόρος, αλλά γιατί έκρινε τις συνέπειες. Πόσω μάλλον που είδε τις «αντιμνημονιακές» δυνάμεις να ξαναμαγειρεύουν τη «γραμμή» βάζοντας περισσότερο ευρώ στη συνταγή. Τα ζιγκ ζαγκ και η διγλωσσία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικά. Ετσι, οι εκλογές της 17ης Ιουνίου νομιμοποίησαν πολιτικά τη μόνη στρατηγική πρόταση που κατατέθηκε στον ελληνικό λαό. Στη γενική αναγνώριση αυτής της νομιμοποίησης, το τόξο των φιλευρωπαϊκών δυνάμεων δεν πρέπει να κάνει ούτε χιλιοστό πίσω, ούτε στο πολιτικό, ούτε στο επικοινωνιακό, ούτε στο μαζικό επίπεδο.

Οι εκλογές παράλληλα ενίσχυσαν το άθροισμα των δύο πρώτων κομμάτων - η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ άθροισαν 56,5% -, αλλά ο πολυκομματικός χαρακτήρας της Βουλής διατηρήθηκε. Πρόκειται για πρόσκαιρη ισορροπία στην κατεύθυνση ενός νέου δικομματισμού; 
 Πιστεύω ότι η εξέλιξη του νέου πολιτικού σκηνικού, είτε προς έναν νέο δικομματισμό μικρότερων έστω διαστάσεων είτε σε έναν πολυκομματισμό όπως ισχύει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, είναι μια ανοιχτή υπόθεση, γιατί εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ο σημαντικότερος από αυτούς αφορά την εξέλιξη της ευρωζώνης. Αν υπάρξει μια σταθεροποίηση της προοπτικής του ευρώ, είναι πιθανό το ελληνικό κομματικό σύστημα να παρατείνει τον σημερινό πολυκομματικό του χαρακτήρα. Και στην ελληνική κοινωνία όμως υπάρχουν παράγοντες που συμβάλλουν στη συντήρηση του πολυκομματικού συστήματος. Παρά την εικόνα του διχασμού, νομίζω ότι οι παραστάσεις και οι επιλογές των πολιτών καθορίζονται από τέσσερα μεγάλα ζητήματα που το καθένα έχει τη δική του αυτονομία και επιρροή: το ευρώ (δηλαδή η προτεραιότητα στην παραμονή μας στην Ευρώπη)• το «αντιμνημόνιο» (με ποικιλία απαντήσεων στο θέμα του ευρώ και της δραχμής)• το αίσθημα ασφάλειας (που συμπλέκει το Μεταναστευτικό, την ποινική και την πολιτική βία)• το «νέο» (με την έννοια της αντίδρασης στο μεταπολιτευτικό πολιτικό «κατεστημένο», αλλά και ορισμένες φορές στο δημοκρατικό κεκτημένο). Οπως φαίνεται από την απλή καταγραφή, και τα τέσσερα βιώνονται υπό το πρίσμα της εθνικής χρεοκοπίας, κάποια όμως από αυτά προϋπήρξαν καθώς ανάγονται είτε σε ευρύτερες διαδικασίες όπως η παγκοσμιοποίηση (ασφάλεια) είτε στην «κόπωση» του πολιτικού συστήματος (το «νέο»). Επικοινωνιακά όλα τα κόμματα προσφέρουν μια απάντηση στο καθένα από τα τέσσερα μείζονα ζητήματα ανάλογα με την ιδεολογία τους, αλλά στην πραγματικότητα προκρίνουν κάποια προσπερνώντας τα υπόλοιπα. Ετσι, τα τέσσερα αυτά ζητήματα ορίζουν τέσσερις αντίστοιχες γραμμές σύγκρουσης (cleavages), που η καθεμιά διχοτομεί κατά διαφορετικό τρόπο τα επτά κοινοβουλευτικά κόμματα. Εξάλλου, κάποιες από αυτές (π.χ. ευρώ ή δραχμή, βία) διχάζουν εσωτερικά τα μεμονωμένα κόμματα (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ) περιορίζοντας τη δυνατότητά τους να αποτελέσουν πυλώνες ενός νέου ισχυρού δικομματισμού. Η διάχυση αυτή των μειζόνων ζητημάτων και οι μερικές απαντήσεις που τα κόμματα δίνουν αποτελούν το υπόβαθρο που μπορεί να συντηρήσει ένα πολυκομματικό σκηνικό και να καταστήσει αναγκαίες κυβερνήσεις συνεργασίας. Εφόσον βεβαίως αυτές αποδειχθούν αποτελεσματικές, διαφορετικά θα γεννηθούν πλειοψηφικά ρεύματα προς έναν νέο δικομματισμό στη βάση μιας διχαστικής αντιπαράθεσης: κυβέρνηση - αντιπολίτευση. Προσωπικά πιστεύω ότι σε αυτή την ιστορική περίοδο η διατήρηση του πολυκομματικού συστήματος και οι κυβερνητικές συνεργασίες είναι καλύτερες λύσεις, γιατί ούτε η ΝΔ ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελούν φερέγγυους πυλώνες ενός νέου δικομματισμού, ικανού να αντιμετωπίσει την κρίση και να διασφαλίσει την παραμονή μας στην ενωμένη Ευρώπη.

Αλλά, όπως είπαμε, οι κυβερνήσεις συνεργασίας πρέπει να πείθουν. Ανήκω σε αυτούς που ήλπιζαν ότι μετά τις εκλογές το τόξο των φιλευρωπαϊκών δυνάμεων θα ανταποκρινόταν στην ιστορική ευθύνη να μεταφράσει τη λαϊκή εντολή σε κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας. Το έκαναν εν μέρει, αναλαμβάνοντας το κόστος της υποστήριξης. Κατέληξαν όμως σε μια κυβέρνηση ΝΔ συν ορισμένες αξιόλογες προσωπικότητες από τους άλλους δύο χώρους• πρωτίστως γιατί, από όσα καταλάβαμε, το ΠΑΣΟΚ κρατήθηκε έξω, προσβλέποντας ίσως σε κάποιες εξελίξεις που εμείς οι κοινοί θνητοί δεν μπορούμε ακόμη να διακρίνουμε. Κοντολογίς, ο αγώνας για την υπέρβαση της εθνικής κρίσης παραμένοντας εντός του ευρώ συνεχίζεται.
ΝΕΑ 23/6/2012
Σημείωση από anestios: Ας κρατήσουμε τα υπογραμμισμένα στοιχεία στο μυαλό μας. Θα μας χρειαστούν , μαζί με άλλα ίσως , για ανάλυση στο άμεσο μέλλον

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Ποια Ελλάδα ψηφίζει αύριο;

Του Γιάννη Βούλγαρη


Από τη Δευτέρα η διακυβέρνηση αυτού του τόπου θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο των αυριανών εκλογών. Ως τώρα η οικονομική κρίση έχει ρίξει οκτώ κυβερνήσεις στην ευρωζώνη. Στην Ελλάδα όμως η πολιτική κρίση φαίνεται να παίρνει «συστημικό» χαρακτήρα, όπως άλλωστε συνέβη με την οικονομική. Οσοι προσδοκούν μια αντικαπιταλιστική εξέγερση θεωρούν την Ελλάδα εμπροσθοφυλακή μιας γενικότερης κίνησης, επικαλούμενοι την ενίσχυση των αριστερών κομμάτων, τις μαχητικές συγκρούσεις και το από καιρό έρπον αντάρτικο πόλεων. Οσοι προσβλέπουν σε μια εθνικιστική αυταρχική αναδίπλωση θεωρούν ότι η οξεία πολιτική κρίση επιβεβαιώνει απλώς το αδάμαστο ελληνικό DNA. Πολλοί, από την άλλη, θεωρούν ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα Μεταπολίτευση, προτείνουν μάλιστα διάφορους παραλληλισμούς. Νομίζω ότι προτρέχουμε. Στο πολιτικό επίτευγμα της Μεταπολίτευσης του 1974 συνέδραμε, μεταξύ άλλων, η διάχυτη λαϊκή συναίνεση στην ταχεία διασφάλιση του νέου δημοκρατικού πλαισίου. Μέσα σε αυτό εξελίχθηκαν οι περισσότερο αργόσυρτες διαδικασίες ανασυγκρότησης του κομματικού συστήματος που αποτύπωναν τους νέους κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς. Η τάση ήταν κεντρομόλος και το πλαίσιο σταθερό ώστε να αντέξει τις δημαγωγικές εξάρσεις του τότε ΠΑΣΟΚ, πόσω μάλλον που αυτές ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτοελεγχόμενες. Το «μυστικό» του μεταπολιτευτικού επιτεύγματος ήταν ότι η καταστροφή είχε προηγηθεί (δικτατορία, Κύπρος, εμπόλεμη κατάσταση με την Τουρκία) και η χώρα ανασκουμπωνόταν, αφού κατά γενική εκτίμηση είχε πριν «πιάσει πάτο».

Φοβάμαι ότι σήμερα ο χρόνος σύγκρισης δεν είναι το 1974, αλλά οι κρίσιμες εκείνες φάσεις της ιστορίας μας που, ενώ ο κίνδυνος μιας μεγάλης καταστροφής είναι ορατός και επικείμενος, το ελληνικό πολιτικό-κοινωνικό σύστημα δεν βρίσκει την απαραίτητη συνεννόηση και διορατικότητα να αποτρέψει το κακό. Η καταστροφή έρχεται σαν συνισταμένη επιμέρους σκοπεύσεων, ιδιοτελών συμφερόντων, λαθεμένων υπολογισμών. Αύριο στις κάλπες δεν προσέρχεται η Ελλάδα που προσπαθεί να ανασυνταχθεί έπειτα από μια ήδη συντελεσμένη καταστροφή. Δεν ψηφίζει μια Ελλάδα που στα τρία χρόνια της κρίσης κατόρθωσε να επεξεργαστεί το «τραύμα», να συνεννοηθεί σε μια εθνική στρατηγική εξόδου, να συμμετάσχει στις προσπάθειες αναπροσανατολισμού της ευρωπαϊκής πολιτικής μαζί με τις άλλες χώρες του Νότου. Γι' αυτό η πατρίδα μας διασύρεται σαν οριακό παράδειγμα αποφυγής όχι μόνο στις χώρες του Βορρά, αλλά και του ομοιοπαθούς Νότου• αποφυγής όχι τόσο της οικονομικής όσο της πολιτικής ανεπάρκειας. Η Ελλάδα που προσέρχεται αύριο στις κάλπες ζει ακόμη τον πανικό της απότομης κατάρρευσης, των αλαφιασμένων αντιδράσεων, του κοινωνικού κατακερματισμού που μεταφράζεται σε κομματική αποδόμηση. Το δίλημμα «πολιτική σταθερότητα για λύση εντός του ευρώ» ή «αστάθεια με ηθελημένη ή αθέλητη κατάληξη την άτακτη χρεοκοπία και τη δραχμή» είναι πολύ πραγματικό. Η σημερινή όμως αλαφιασμένη Ελλάδα έχει μείνει εγκλωβισμένη στις προ του 2008 μνήμες. 
 
Γράφεται συχνά ότι η σημερινή φάση είναι από εκείνες όπου «το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί ακόμα να γεννηθεί». Σύμφωνοι. Το συμπέρασμα όμως δεν είναι ότι περιμένουμε ώσπου ο χρόνος να κάνει τη δουλειά του, γιατί το ρητό περιγράφει περιόδους οργανικής κρίσης στο έδαφος της οποίας ανθίζουν τα άνθη του κακού. Πράγματι, το πιο ανησυχητικό δεν είναι ο κατακερματισμός του κομματικού συστήματος και η επαπειλούμενη ακυβερνησία, αλλά οι σκοτεινές όψεις και νοοτροπίες που έδειξε η Ελλάδα αυτή την περίοδο. Γιατί αυτές μπορεί να λειτουργήσουν σαν νάρκες στις προσεχείς ανακατατάξεις. Ξέρουμε ότι οι παρατεταμένες περίοδοι οικονομικής κρίσης και εθνικής υποβάθμισης διαβρώνουν τα θεμέλια της δημοκρατίας αν οι δοκιμαζόμενες κοινωνίες δεν μπορέσουν να συσπειρωθούν σε μια νέα προοπτική. Η Ελλάδα της χρεοκοπίας δεν μπόρεσε λοιπόν να σφυρηλατήσει ένα «εθνικό εμείς». Αντιθέτως αναπαρήγαγε το γνωστό δεξιόστροφο και αριστερόστροφο «εθνικιστικό εμείς» για να το στρέψει όχι μόνο κατά των «ξένων», αλλά και κατά του «εσωτερικού εχθρού» τιμώντας τη λαμπρή παράδοση της εθνικοφροσύνης. Δεν μπόρεσε να σφυρηλατήσει ένα «πολιτικό εμείς», το αίσθημα δηλαδή μιας πολιτικής κοινότητας που θα απαιτούσε επιτέλους ένα «κράτος πολιτών» και όχι πελατών ή υπηκόων. Αντιθέτως εκδηλώθηκε ένα κύμα αγανακτισμένων πρώην πελατών που αποδιάρθρωσαν ακόμη περισσότερο την έννοια του Δημοσίου. Δεν μπόρεσε, τέλος, να σφυρηλατήσει ένα «κοινωνικό - λαϊκό εμείς» που θα προέτασσε την κοινωνική δικαιοσύνη και την αλληλεγγύη στην κατανομή των βαρών της κρίσης. Αντιθέτως αναπαρήγαγε τον ακραίο και μαχητικό συντεχνιασμό φθάνοντάς τον στα όρια του κανιβαλισμού τής μιας κοινωνικής ομάδας εναντίον της άλλης. Κατέστησε επίσης φανερό το «χάσμα γενεών», όπως είχε προβλέψει και το πιο ταπεινό εγχειρίδιο Κοινωνιολογίας, όταν εξηγούσε ότι είχαμε μια κοινωνία ευημερίας για όσους ήταν «μέσα» στο σύστημα και απαξίωσης όσων ήταν «έξω». Εύλογα, λοιπόν, τα ασυγκρότητα «εμείς» παρήγαγαν άφθονες δόσεις δεξιού και αριστερού λαϊκισμού σαν φαντασιακή αναπλήρωση ενότητας του κατακερματισμένου κοινωνικού σώματος. Μαζί με τα συμπαρομαρτούντα: απίθανες θεωρίες συνωμοσίας, άκρατος ανορθολογισμός, βιομηχανία μαγικών λύσεων και δημαγωγικών υπεκφυγών. Στα αριστερά, ο λαϊκισμός φαίνεται ότι βρήκε στο πρόσωπο του κ. Τσίπρα έναν επιδέξιο «πολιτικό επιχειρηματία» που μπόρεσε να κεφαλαιοποιήσει την «αγανάκτηση», την αντιπολιτική και την αποκαθηλωτική διάθεση. Ο ακροδεξιός λαϊκισμός δεν έχει βρει τον αντίστοιχό του, καθώς ο κ. Καρατζαφέρης «εκπολιτίστηκε», ο κ. Βορίδης απαξιώθηκε, ο κ. Καμμένος «καμένα βούρλα» και η Χρυσή Αυγή νέο ακόμα φρούτο αγνώστου αντοχής. Ωστόσο ο ακροδεξιός λαϊκισμός έκανε αισθητή την παρουσία του αναμένοντας τον δικό του επιδέξιο «πολιτικό επιχειρηματία», όπως συμβαίνει στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Ας μην έχουμε πάντως αμφιβολία. Στην αντιφασιστική Ελλάδα της Μεταπολίτευσης μόνον οι ακρότητες και η ανομία του αριστερού λαϊκισμού μπορούσε να νομιμοποιήσει τον ακροδεξιό.

Εναντι αυτών των προβολών του παλαιού στις αυριανές κάλπες, οι σπόροι του νέου μόλις διακρίνονται. Τα πρώτα βήματα μιας πολιτικής κουλτούρας συνεργασιών, παλαιοί και νέοι πολιτικοί με αίσθημα ευθύνης, σποραδικά παραδείγματα κοινωνικής διαπραγμάτευσης σε εργασιακούς χώρους που προετοιμάζουν ένα νέο προφίλ συνδικαλιστή, πρωτοβουλίες αλληλεγγύης και εθελοντισμού σε τοπικό επίπεδο, δικαστές ή μάλλον δικαστίνες που αναλαμβάνουν την ευθύνη του λειτουργήματός τους, τάσεις επιστροφής στην πρωτογενή παραγωγή, βαθμιαία συνειδητοποίηση του εθνικού κόστους της διάλυσης του Κέντρου της Αθήνας. Και προ πάντων η διαφαινόμενη αλλαγή κλίματος στην Ευρώπη.

Ετσι, ο ισολογισμός νέου - παλαιού είναι ελλειμματικός και η «κυβερνησιμότητα» της χώρας από τη Δευτέρα ακροβασία σε τεντωμένο σχοινί χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν θα είναι αρκετή, αν δεν συμπληρωθεί από μια συνεννόηση σε τρία επίπεδα. Τα κόμματα εξουσίας έχουν την ευθύνη να σχηματίσουν κυβέρνηση συνεργασίας. Αλλά δεν υποχρεούνται να γίνουν Ιφιγένεια. Η υπευθυνότητα για την πορεία της χώρας πρέπει να διευρυνθεί στα κόμματα που τάσσονται υπέρ του ευρώ, ακόμη και αν δεν συμμετάσχουν στην κυβέρνηση. Η καταγραφόμενη πλειοψηφία 80% υπέρ του ευρώ κάπου κάπως πρέπει να αποτυπωθεί. Το τρίτο επίπεδο αφορά την επιβεβαίωση του «δημοκρατικού κεκτημένου» και τον προσδιορισμό των ορίων που τα κόμματα συμφωνούν ότι αυτό θέτει στις πολιτικές δράσεις και στην κοινωνική συνοχή (εκτός αν θεωρούμε ότι βρισκόμαστε στα πρόθυρα αντικαπιταλιστικής επανάστασης ή ακροδεξιάς αντεπανάστασης).
Φοβάμαι ότι θα χρειαστούν και άλλες πολιτικές κρίσεις και άλλοι εξωτερικοί οικονομικοί καταναγκασμοί για να σχηματιστεί η αναγκαία πολιτική βούληση για να διαβούμε την έρημο.
 
NEA 05/05/2012

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Βία, δημοκρατία και φρούτα εποχής

Του Γιάννη Βούλγαρη

Η εθνική γιορτή που απειλείται από τα γιουρούσια των κόκκινων και των μαύρων «αγανακτισμένων», γήπεδα που γίνονται πεδία μάχης, το αθηναϊκό κέντρο που καίγεται και βανδαλίζεται, διαχεόμενη εγκληματικότητα, σπείρες δημοσίων υπαλλήλων που κάνουν μπάζες ιδιοποιούμενες τους κρατικούς θεσμούς, η αριστερή ιδεολογική νομιμοποίηση και παρακίνηση στην «ανυπακοή» προς ένα κράτος υπό διάλυση, τα εγγόνια των ταγματασφαλιτών που κηρύσσουν από το Δίστομο αντιγερμανικό αγώνα, η δικαστική επιβεβαίωση των παρανομιών μεγαλοπαραγόντων του δημόσιου βίου. Η ανομία, η αύξουσα διάλυση του συντεταγμένου πολιτικού και κοινωνικού βίου, χτυπά όλο και πιο συχνά πλέον το καμπανάκι. Η κρίση διαβρώνει συστηματικά τη νομιμοποίηση του κράτους και τη συμβολική ενοποιητική λειτουργία του έθνους.

Εκ πρώτης όψεως οι ανησυχητικές αυτές δυναμικές εξηγούνται με το μέγεθος και τις επιπτώσεις της εθνικής κρίσης. Οι διαστάσεις όμως που προσλαμβάνουν δείχνει ότι κάτι σάπιο προϋπήρχε και δούλευε ως πρόβλημα ή έρπουσα παρακμή του «μεταπολιτευτικού δημοκρατικού κεκτημένου». Πολλά άλλωστε από τα ανωτέρω φαινόμενα είχαν ήδη εκδηλωθεί προ της κρίσης: από τη διάχυτη διαφθορά των «πάνω» και των «μεσαίων», από τον αντιδημοκρατικό λαϊκισμό που διέτρεχε τις πρακτικές όλων των πολιτικών παρατάξεων, ώς το μηδενιστικό καταστροφικό μένος του «νεοαναρχισμού» και των «μπαχαλάκηδων». Πώς η περίοδος της ομαλότερης λειτουργίας της Δημοκρατίας παρήγαγε και παράγει τέτοιες αντιδημοκρατικές ανομικές συμπεριφορές; Η συζήτηση είναι μεγάλη αλλά θα πρέπει να γίνει, σαν αναστοχασμός της μεταπολιτευτικής περιόδου και με επίγνωση του λεπτού και αντιφατικού χαρακτήρα της Δημοκρατίας. Οι δημοκρατικοί θεσμοί μπορεί να ενισχύουν καλές δημοκρατικές πρακτικές, εφόσον όμως μεσολαβεί μια ανάλογη πολιτική συμπεριφορά και ένα ανάλογο δημοκρατικό ήθος. Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα αυτή η μεσολάβηση αποτυπώθηκε στη συμβίωση και στη διαπάλη αντίρροπων τάσεων και νοοτροπιών. Η δημοκρατική κουλτούρα, η ανεκτικότητα και ο ορθολογισμός ενισχύθηκαν από τη σταθεροποίηση της δημοκρατίας και την κοινωνική ανέλιξη. Ταυτόχρονα όμως συμπλέχτηκε με την κυρίαρχη πολιτικοκομματική πρακτική της δημαγωγίας και της συναλλαγής μεταξύ εξουσίας, ατόμων, οργανωμένων συμφερόντων και τοπικών κοινωνιών. Δημοκρατική κουλτούρα και εκδημοκρατισμός της πολιτικο-οικονομικής συναλλαγής συνυφάνθηκαν με διαβρωτικά αποτελέσματα για το κύρος του κράτους και των θεσμών. Ο «νέος πολιτισμός» του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστικού καπιταλισμού ενίσχυσε τις παθογένειες κορυφώνοντας τον άκρατο καταναλωτισμό, τον «κτητικό ατομισμό» και τον μεταμοντέρνο ηδονισμό. Ετσι, η νεοαποκτηθείσα ευημερία αποκοβόταν βαθμιαία από τη δημιουργική εργασία και το υγιές κέρδος, ο καταναλωτισμός από την παραγωγή και ο ατομισμός από το δημόσιο συμφέρον. Οι ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές ήταν όλο και περισσότερο ανοιχτές τόσο στην προοπτική του δημοκρατικού εκσυγχρονισμού όσο και της διάχυσης της κοινωνικής ανομίας και της διαφθοράς. Η συγκεχυμένη συμβίωση διατηρείτο όσο η ανάπτυξη και ο δανεισμός τροφοδοτούσαν όλες αυτές τις συνιστώσες της μεταπολιτευτικής κουλτούρας.

Η κρίση ανέτρεψε αυτή τη συνθήκη καθιστώντας τις αντίρροπες δυναμικές ανοιχτά συγκρουόμενες. Το κύρος του κράτους και το έθνος ως κοινότητα αλληλεγγύης δοκιμάζονται. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η δημοσκοπική προς το παρόν αποδόμηση του κομματικού συστήματος, καταλήγει να είναι σχεδόν επιφαινόμενο ευρύτερων και εν μέρει επικίνδυνων μεταβολών. Στην ουσία, αλλάζουν και κατά κανόνα φθείρονται βασικές συντεταγμένες της νομιμοποίησης της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας.

Οι θεσμοί και το πνεύμα μιας εποχής καθορίζονται από την ιστορική εμπειρία και τα τραύματα που η χώρα θέλει να υπερβεί με τη νέα θέσμισή της. Η μεταπολιτευτική Ελλάδα ήθελε να αφήσει πίσω τη δικτατορία και την «ελεγχόμενη» μετεμφυλιακή δημοκρατία των αποκλεισμών και των διακρίσεων. Στο νέο δημοκρατικό πλαίσιο οι τρεις ιστορικές παρατάξεις αλληλοαναγνωρίστηκαν ως πολιτικοί αντίπαλοι και όχι ως εχθροί. Η ομαλή εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία σταθεροποίησε το σύστημα, η παραδοσιακή Αριστερά παρά την προσκόλλησή της στο σοβιετικό μοντέλο αναγνώρισε την αξία της δημοκρατίας, ενώ από την άλλη, η Ακροδεξιά ήταν απονομιμοποιημένη λόγω του αντιφασιστικού χαρακτήρα της Μεταπολίτευσης. Στα μυαλά των πολιτών και στις τεχνικές των δημοσκόπων, ο κομματικός ανταγωνισμός μπορούσε να αναπαρασταθεί σε έναν άξονα Αριστερά-Δεξιά. Στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, αυτή η μεταπολιτευτική δημοκρατία δέχεται πολλαπλές επιθέσεις. Ο αριστερός και δεξιός εξτρεμισμός προσπαθεί να την εξομοιώσει με τη δικτατορία, η λαϊκιστική αντιπολιτική επιθετικότητα των απογοητευμένων πρώην πελατών του κομματικού κράτους, την υποβιβάζει σε «κλεπτοκρατία», η παραδοσιακή Αριστερά χωρίς πρόγραμμα και σχέδιο, σιγοντάρει την απονομιμοποίηση με τη ρητορική της ανυπακοής ή της «αντίστασης». Ο χώρος του κομματικού ανταγωνισμού μεταβάλλεται, μοιάζοντας όλο και περισσότερο με πέταλο, καθώς οι αντίθετοι εξτρεμισμοί συνυπάρχουν και συχνά επιτίθενται από κοινού σαν φαιοκόκκινο μέτωπο. Οι ιστορικές διαχωριστικές γραμμές και ευαισθησίες σβήνουν, τόσο ώστε ο κ. Καμμένος, άνετος, να μην αποκλείει τη συμμαχία του ακροδεξιού κόμματός του με το ΚΚΕ (!).

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα, διδαγμένη από την περίοδο της «εθνικοφροσύνης», έπαψε να χρησιμοποιεί το Εθνος σαν μια υπερβατική συλλογικότητα στην οποία κάποια από τις επιμέρους παρατάξεις είχε ιδιαίτερα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και μπορούσε να αποκλείσει τους πολιτικούς αντιπάλους, θεωρώντας τους «προδότες» και «μιάσματα». Στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, αναβιώνει με ευθύνη της παραδοσιακής Αριστεράς και της Ακροδεξιάς μια αποκρουστική νέα «εθνικοφροσύνη» που θέλει να αναγορεύσει και πάλι τους πολιτικούς αντιπάλους σε εχθρούς και όργανα «ξένων δυνάμεων».

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα «κατασκεύασε» το πολιτικό υποκείμενο «κυρίαρχος Λαός» σε αντιδιαστολή με τη μετεμφυλιακή πραγματικότητα στην οποία εξωθεσμικά και εξωκοινοβουλευτικά κέντρα νέμονταν μέρος τουλάχιστον της εξουσίας. Μετά τη χούντα, ο «Λαός» ήταν ανώτερος από το σύνολο των ατόμων που τον αποτελούσαν, γιατί η ίδια η συγκρότησή του ταυτιζόταν με τη Δημοκρατία και το γενικό συμφέρον. Ο λαϊκισμός αργότερα μετέτρεψε τον κυρίαρχο λαό σε πρόσχημα για τη νομιμοποίηση ποικίλων ιδιωτικών και συντεχνιακών συμφερόντων εις βάρος του γενικού. Στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, αυτός ο ιδιωτικοποιημένος λαός, που κατακερματίστηκε πριν συντεχνιακά, σκορπίζεται πολιτικοκομματικά, μέσα στη σύγχυση που έχει προκαλέσει η απότομη οικονομική πτώση. Αναζητά αλαφιασμένος τον δρόμο της εθνικής ανασυγκρότησης, αναζητά δηλαδή μια νέα σχέση του ατομικού με το γενικό συμφέρον έτσι ώστε να ανασυσταθεί και ο ίδιος ως Λαός αντί της «αγανακτισμένης» μάζας.

Ολα αυτά σημαίνουν ότι στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, η γεωπολιτική θέση της χώρας και ο πολιτισμός της Δημοκρατίας γίνονται και πάλι διακύβευμα που χωρίζει τις κομματικές δυνάμεις. Το «μεταπολιτευτικό δημοκρατικό κεκτημένο» έχει διαβρωθεί από τις δικές του αντιφάσεις, και τις επιθέσεις που δέχεται από δυνάμεις και συμπεριφορές που κινούνται πλέον εκτός αυτού του πλαισίου. Κατά τούτο, οι αναταράξεις στο κομματικό σύστημα αντανακλούν ευρύτερες μεταβολές με επικίνδυνες ενδεχομένως απολήξεις. Μπροστά στις εκλογές, το τόξο των πολιτικών δυνάμεων από τη φιλοευρωπαϊκή Δεξιά ώς τη δημοκρατική Αριστερά, τόξο που πρεσβεύει την ανασυγκρότηση της χώρας μέσα στην Ευρώπη και το ευρώ, έχει δύσκολο έργο. Δεν είναι εύκολο να καταστρώσεις μια εθνική πρόταση ανασυγκρότησης που να αντιμετωπίζει την κρίση και να αποκαθιστά την αξιοπρέπεια της χώρας στην Ευρώπη η οποία συγκροτείται πλέον πολιτικά αλλά όχι ακόμα δημοκρατικά. Ούτε είναι εύκολο να διασώσεις το «μεταπολιτευτικό δημοκρατικό κεκτημένο» ανανεώνοντάς το μέσα από τον αυτοκριτικό αναστοχασμό, πόσω μάλλον να επαναξιοδοτήσεις τη δημοκρατία ώστε να περιλάβει υλικά και ηθικά τις νεότερες ηλικίες.

Η ελπίδα είναι ότι το τόξο αυτό που εκφράζει μια ικανή πολιτικοκοινωνική πλειοψηφία και ενστερνίζεται τον ευρωπαϊκό δρόμο, θα συνειδητοποιήσει το ιστορικό διακύβευμα και θα θελήσει να περιφρουρήσει τον συντεταγμένο δημοκρατικό βίο που κατακτήθηκε, καθώς η κρίση παράγει πλέον περίεργα φρούτα εποχής
 
ΝΕΑ 24/32012

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Στο ακρωτήρι της τελευταίας ελπίδας

Το ελληνικό δράμα ως συνισταμένη της ευρωπαϊκής και εθνικής κρίσης


του Γιάννη Βούλγαρη


Η Ελλάδα παίζει τις παρατάσεις στο γήπεδο Ευρώπη. Μια χώρα σε νευρικό κλονισμό που θέλει να αποφύγει την καταστροφή, αλλά ταυτόχρονα τόσο κουρασμένη που είναι έτοιμη να εγκαταλειφθεί στη μοίρα της. Τώρα ή σε λίγους μήνες. Μια χώρα που σε μια γενιά έκανε την Τράπεζα από καταθετήριο των μικρών «οικογενειακών οικονομιών» σε δανειστή εισοδήματος που δεν παράγεται, ετοιμάζεται να κάνει ουρές απέξω για να σώσει τις καταθέσεις πριν χαθούν σε δραχμές. Μια χώρα που έκανε το αυτοκίνητο δεύτερο σπίτι και κοινωνική μαγκιά, ετοιμάζεται να παίρνει βενζίνη με το δελτίο. Μια χώρα που κατάπινε σωρηδόν τα φάρμακα όσο κανείς άλλος στην Ευρώπη, ετοιμάζεται να τα ψάχνει στη μαύρη αγορά.


Η παγκόσμια κρίση του 2008 υπενθύμισε σε όσους το είχαν ξεχάσει ότι ο παγκοσμιοποιημένος χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός δεν είχε ξεπεράσει την αστάθεια και τις περιοδικές κρίσεις του «ιστορικού καπιταλισμού». Αντιθέτως τις είχε επιτείνει. Ο ενιαίος όμως χαρακτήρας της κρίσης έβαλε το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων στις αδυναμίες κάθε περιοχής και χώρας. Η ευρωζώνη βρέθηκε και βρίσκεται στη μέση της θύελλας. Οι «αγορές» τής ζητάνε κάποιου είδους «κράτος» εδώ και τώρα. Οι ΗΠΑ του Ομπάμα θέλουν να ανασυντάξουν τη γεωπολιτική οντότητα της «Δύσης», αφού η κρίση μετατόπισε δραστικά την ισχύ προς την Απω Ανατολή. Η Ελλάδα αποτέλεσε από την αρχή ακραία εκδήλωση της κρίσης της ευρωζώνης καθώς «κατόρθωσε» να συνδυάσει τρεις κρίσεις ταυτόχρονα (δημόσιο έλλειμμα, δημόσιο χρέος, μεγάλο έλλειμμα ισοζυγίου πληρωμών). Ετσι, το ελληνικό δράμα αποτέλεσε συνισταμένη της ευρωπαϊκής και της εθνικής κρίσης. Το ίδιο και η πολιτική αντιμετώπισή του. Οι «αγορές» πρώτες, από τα τέλη του 2009, διέγνωσαν σωστά ότι η ελληνική ήταν δυνάμει κρίση του ευρώ. Αντιθέτως, η ΕΕ και η Γερμανία άργησαν να το καταλάβουν, αντιμετωπίζοντας αρχικά την Ελλάδα σαν τοπική αρρώστια που χρειαζόταν τοπικό φάρμακο. Οταν αργότερα ξέσπασε η κρίση της Νότιας Ευρώπης, άρχισε η αναζήτηση «συστημικών» απαντήσεων και πολιτικών μεταρρυθμίσεων στην κατεύθυνση της ενοποίησης, με ρυθμούς αργούς για το μέγεθος της κρίσης, ταχύτατους όμως για τις ώς τότε «συνήθειες» των κρατών-μελών (ο χαρακτήρας και η διορατικότητα των απαντήσεων είναι άλλο θέμα). Ετσι το ελληνικό πρόβλημα έγινε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο.

Τα θαύματα όμως, τουλάχιστον στην Ελλάδα, κρατάνε μόνο τρεις μέρες. Στην περίπτωσή μας, η παγκόσμια κρίση εκτός από το τριπλό έλλειμμα, ανέδειξε και την τρομερή αδυναμία του πολιτικοκομματικού συστήματος, όπως επίσης και τη δύναμη χειραγώγησης ενός καταστρεπτικού μιντιακού συστήματος. Κατάληξη; Ο εθνικός άθλος να καταστήσουμε ξανά «ιδιαίτερη περίπτωση» το ελληνικό πρόβλημα που είχε γίνει ευρωπαϊκό. Ολοι συνέβαλαν. Η καραμανλική ΝΔ έφτασε τη χώρα ανοχύρωτη στην παγκόσμια κρίση του 2007-08, αρνήθηκε να πάρει την ευθύνη των αναγκαίων μέτρων, διαφήμισε τα Greek statistic, και ύστερα «την έκανε». Το ΠΑΣΟΚ κοίμισε και κοιμήθηκε με το ότι «λεφτά υπάρχουν». Προς τιμήν του ύστερα ανέλαβε την εθνική ευθύνη των δύσκολων μέτρων, αλλά χωρίς να ξέρει τι να διαπραγματευτεί, χωρίς να είναι σε θέση να τα εφαρμόσει καθώς διευθυνόταν από μια περί διαγραμμάτου ηγεσία, σε στυλ ελευθεριακό αλλά και «το μαγαζί είναι του πατέρα», στηριγμένη στο πιο παλαιοκομματικό τμήμα του «παπανδρεϊσμού». Εμεινε έτσι έκθετη όχι μόνο στη σκληρότητα της κρίσης, αλλά και στη δημαγωγία της «επαναδιαπραγμάτευσης», της πρώτης μαγικής λύσης με την οποία παραμύθιασαν τους δοκιμαζόμενους πολίτες η ΝΔ του κ. Σαμαρά και η ηλιθιότητα των χρήσιμων προπαγανδιστών του που είχαν βαλθεί να τον φέρουν στην εξουσία. Σήμερα η ΝΔ του κ. Σαμαρά, η Δεξιά και η Κεντροδεξιά, βρίσκεται με την «καυτή πατάτα» στο χέρι και καλείται να δείξει εμπράκτως την πατριωτική της ευθύνη: να κρατήσει την Ελλάδα στην Ευρώπη, στην οποία ανήκουμε. Εχει όμως με τη σειρά της να αντιμετωπίσει τη δημαγωγία της νέας «μαγικής λύσης», τη λύση της δραχμής, με την οποία παραμυθιάζουν τους εξουθενωμένους Ελληνες οι μελλοντικοί αρχιμαυραγορίτες και ανοήτως ένα μεγάλο μέρος της παραδοσιακής Αριστεράς.

Ο «κύκλος της χαμένης πολιτικής», ο «κύκλος των ανενδοίαστων δημαγωγών». Συνδυάστηκαν στην πιο άθλια σε ευρωπαϊκό τουλάχιστον επίπεδο πολιτική διαχείριση της κρίσης, μετατρέποντάς την σε υπαρξιακή, γεωπολιτική και ιστορική. Θα είναι η τρίτη φορά που αυτή η χώρα, ενώ ιστορικά έχει δείξει αξιοσημείωτη δεκτικότητα στην πρόοδο, θα την «πατήσει» γιατί θα χάσει τον προσανατολισμό της και την ορθοφροσύνη της σε άλλη μία περίοδο παγκόσμιας γεωπολιτικής σύγχυσης και ανακατάταξης. Την έπαθε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με τη μικρασιατική ήττα, την έπαθε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με τον Εμφύλιο. Τώρα ή μετά μερικούς μήνες, κινδυνεύει να βρεθεί εκτός Ευρώπης σε μια μάλιστα περίοδο που επιταχύνονται οι εκεί διεργασίες.

Παίζουμε τις παρατάσεις. Η πρώτη είναι τώρα. Ελπίζουμε ότι η πολιτική ηγεσία και η κοινωνία θα τα καταφέρουν να μείνουμε στο παιχνίδι. Η επόμενη παράταση θα είναι μετά τις εκλογές (που δεν μπορούν να αργήσουν πολύ) και την πολιτική δυναμική που από αυτές θα προκύψει. Προς Θεού δεν χρειαζόμαστε άλλες «κόκκινες γραμμές», χορτάσαμε, άλλωστε είναι (και δεν μπορεί παρά να είναι) χαραγμένες την άμμο όσο δεν αποτελούν απολήξεις μιας εθνικής στρατηγικής εξόδου από την κρίση. Χρειαζόμαστε το δικό μας εθνικό σχέδιο και μια στοιχειώδη κοινωνική ψυχραιμία, ώστε να κάνουμε και πάλι το ελληνικό πρόβλημα αξιόπιστα ευρωπαϊκό και παγκόσμιο.

Τα διακυβεύματα, τώρα και τους προσεχείς αρκετούς μήνες, είναι ιστορικών διαστάσεων. Διακυβεύεται η βαθύτερη σχέση Ευρώπης - Ελλάδας που τείνει να γίνει σχέση αμοιβαίας εχθρότητας με αμφίπλευρες ευθύνες. Για όσους έχουν λίγη αίσθηση της εθνικής μας ιστορίας καταλαβαίνουν ότι όταν χαθεί ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός θα βγει στην επιφάνεια η χειρότερη όψη της Ελλάδας. Γεωπολιτικά εξάλλου, θα βρεθούμε χωρίς ισχυρές συμμαχίες στη νέα πυριτιδαποθήκη του Κόσμου, τον άξονα Μεσόγειος - Εγγύς και Μέση Ανατολή - Ιράν, όπου αναδιαμορφώνονται οι παγκόσμιοι συσχετισμοί με βασικούς πόλους τις ΗΠΑ και την Κίνα. Διακυβεύεται η μορφή του κομματικού συστήματος που από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 μορφοποίησε βαθμιαία μετά τη δικτατορία σε συντεταγμένα κόμματα τις τρεις ιστορικές παρατάξεις του 20ού αιώνα (Αριστερά, Κέντρο, Δεξιά). Χοντρικά μιλώντας, οι μεγάλες ιστορικοπολιτικές παρατάξεις - κόμματα λειτούργησαν θετικά στην ελληνική πολιτική, ιδίως όταν βρήκαν ικανές ηγεσίες. Ενσωμάτωναν σε γενικούς στόχους τον κατακερματισμό μιας κοινωνίας με μικρές δομές και συσσωματώσεις. Περιοδικά έμπαιναν σε κρίση και διαδικασίες αναμόρφωσης με καλύτερα ή χειρότερα αποτελέσματα. Κάτι τέτοιο ήδη εξελίσσεται καθώς το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε κατάσταση διάχυσης και αναρχίας, με το θετικό όμως ότι ο βασικός αποδέκτης προς το παρόν είναι η ΔΗΜΑΡ. Η εξέλιξη των διεργασιών σε αυτόν τον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς και της δημοκρατικής Αριστεράς εξαρτάται από το κατά πόσο το ΠΑΣΟΚ θα λύσει το πρόβλημα της ηγεσίας εδώ και τώρα (αφού δεν το έλυσε χθες) και από την αποφασιστικότητα της ΔΗΜΑΡ να στηρίξει την παραμονή της χώρας στο ευρώ, τιμώντας την παράδοση του αριστερού ευρωπαϊσμού που καθιέρωσαν μεγάλα ονόματα όπως ο Ηλίας Ηλιού και ο Λεωνίδας Κύρκος. Διακυβεύεται, τέλος, η τροπή που θα πάρει το νέο αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας στην πορεία εξόδου από την κρίση. Οι προηγούμενες κοινωνικές ισορροπίες μεταξύ μεσαίων στρωμάτων, μισθωτών του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, νέων και ηλικιωμένων, «εντός» και «εκτός» του συστήματος, έχουν σπάσει ανεπίστρεπτα. Η εξελισσόμενη «εσωτερική υποτίμηση» και η «ευελιξία» θα παγιωθούν σε ένα μοντέλο που θα εξαρτά την ανταγωνιστικότητά του από τη φτηνή εργατική δύναμη, ή θα γίνουν εφαλτήριο για μια νέα ποιοτικά αναβαθμισμένη συμμετοχή στη διεθνή οικονομία;

Η Ελλάδα χρειάζεται χρήματα, αλλά χρειάζεται επίσης αίσθημα ιστορικής ευθύνης και την ορθοφροσύνη της πολιτικής ηγεσίας.

ΝΕΑ 11/2/2012

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Τι ζητούν οι «αγορές» από την ευρωζώνη;

Του Γιάννη Βούλγαρη


Η ευρωζώνη φλέγεται. Η φωτιά αγγίζει τη Γερμανία, πολιορκεί τη Γαλλία, καίει ήδη την Ιταλία και την Ισπανία, απειλεί την Αμερική και όλο το παγκόσμιο σύστημα. Η κρίση της ευρωζώνης είναι εμβληματική. Κάνει διαφανέστερες τις αντιφάσεις της σημερινής μορφής της παγκόσμιας κρίσης και τα διακυβεύματα τόσο στο εθνικό και στο ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και στο παγκόσμιο. Δεν είναι τυχαίο. Το ευρώ αποτέλεσε γέννημα της παγκοσμιοποίησης και ταυτόχρονα πρόταση ενός κάποιου πολιτικού ελέγχου της.


Εκ πρώτης όψεως, η κρίση της ευρωζώνης φαίνεται να προκύπτει από το ότι «οι αγορές επιτίθενται στα κράτη». Είναι ένα από τα στερεότυπα που καθημερινά αναπαράγονται στον δημόσιο λόγο. Η εικόνα που συνειρμικά γεννιέται είναι «οι κερδοσκόποι» που σπεκουλάρουν για να βγάλουν κέρδος γονατίζοντας τα κράτη. Ομως ούτε «οι αγορές» ούτε οι κεφαλαιούχοι είναι ένα ενιαίο πράγμα, ούτε έχουν ενιαία συμπεριφορά και στόχους. Στην πραγματικότητα, η κρίση της ευρωζώνης σήμερα δείχνει το αντίθετο από ό,τι υποστηρίζει το εν λόγω στερεότυπο. Οι «αγορές», ή καλύτερα ένα μεγάλο μέρος των «αγορών», λένε στην Ευρώπη, ή καλύτερα στη Γερμανία, «φτιάξε κράτος». Ασφαλώς δεν το λένε «όλες οι αγορές», κάποιοι ποντάρουν στα οικονομικά και γεωπολιτικά κέρδη που θα τους φέρει η διάλυση του ευρώ. Και όσοι το λένε δεν εννοούν ένα κράτος εδαφικό, ιεραρχικά συγκεντρωτικό και πολιτισμικά ενοποιημένο, όπως ήταν το νεωτερικό Κράτος. Λένε πάντως ότι χρειάζονται ένα συνεκτικότερο πλαίσιο πολιτικής εξουσίας από το σημερινό, που να μειώνει την αστάθεια και να καθιστά περισσότερο προβλέψιμες τις εξελίξεις. Το λένε βέβαια με μισή καρδιά. Γιατί πάντα, οι καπιταλιστές είχαν μια αντιφατική και διχασμένη σχέση με το Κράτος. Από τη μια, διεκδικούσαν ή διακήρυσσαν την ελευθερία δράσης του κεφαλαίου, από την άλλη χρειάζονταν και επιζητούσαν τις ρυθμίσεις και την προστασία που μόνο η πολιτική εξουσία μπορούσε να εξασφαλίσει και που ήταν αναγκαίες για την αναπαραγωγή του. Ποια από τις δύο στάσεις θα βάραινε, ποιος θα ζητούσε τι, εξαρτιόταν από τις συγκεκριμένες συνθήκες. Η κρίση χρέους, η απόσυρση των κεφαλαίων από την αγορά ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων, αλλά και ο περιορισμός πλέον των επενδυτικών επιλογών που θεωρούνται σίγουρες εκφράζουν κατ' αρχάς τη γενικευμένη ανασφάλεια που έχει προκαλέσει το ελλιπές πλαίσιο πολιτικής εξουσίας και η ασάφεια της πολιτικής κατεύθυνσης. Το αίτημα τώρα είναι: πολιτική αποφασιστικότητα ώστε να αποκατασταθούν, αν όχι να ενισχυθούν, οι εγγυήσεις και οι ρυθμίσεις που παρέχει η πολιτική εξουσία στις «αγορές» ή σε κάποιες από τις «αγορές».

Είναι εύκολα κατανοητό γιατί η ανάγκη παρουσιάζεται πιεστικά στην ευρωζώνη. Σε αυτή την περιοχή το κράτος είχε εισέλθει στη λεγόμενη «μετακυριαρχική» φάση, έχοντας παραχωρήσει οικειοθελώς μέρος της εξουσίας του σε υπερεθνικούς θεσμούς με στόχο μέσω της θεσμικής συνεργασίας να επιτύχει καλύτερο έλεγχο των παγκοσμιοποιημένων διαδικασιών που το υπερέβαιναν. Η προβληματική αρχιτεκτονική του ευρώ ήταν η οικονομική έκφραση των εξελισσόμενων μετασχηματισμών της πολιτικής εξουσίας και της εθνικής κυριαρχίας. Το σημερινό πρόβλημα του ευρώ δείχνει ότι η Ευρώπη χτυπήθηκε από τα κύματα της κρίσης του 2008 τη στιγμή που βρισκόταν στη μέση του ποταμού. Ετσι, σήμερα αναπτύσσονται αντίθετες ροπές. Θα γυρίσει πίσω στην όχθη της εθνοκρατικής πρότερης κατάστασης; Θα προχωρήσει στην αντίπερα όχθη της εμβάθυνσης της πολιτικής ενοποίησης; Θα κινηθεί ως σύνολο στη μία ή στην άλλη όχθη ή θα τεμαχιστεί;

Μήπως η Ευρώπη πληρώνει σήμερα την «ύβριν» να προχωρήσει πολύ πέραν της παραδοσιακής εθνικής κυριαρχίας; Οχι. Οπως η ενοποίηση ήταν γέννημα της παγκοσμιοποίησης, έτσι και το σημερινό υπαρξιακό της δίλημμα συνοψίζει την κρίση της προηγούμενης φάσης της παγκοσμιοποίησης και αφορά εξίσου τα μεγάλα κράτη (HΠΑ, Κίνα, Ιαπωνία κ.λπ.) παρ' ότι αυτά μένουν πλησιέστερα στη μορφή - στο εθνικό κράτος. Συνοψίζει τη σημερινή εκκρεμότητα μεταξύ της πιθανής αναδίπλωσης στον εθνοκρατικό ορίζοντα με όξυνση των διακρατικών συγκρούσεων ή, αντίθετα, της επικράτησης ενός νέου «παραδείγματος παγκοσμιοποίησης», στο οποίο η συνεννόηση των μεγάλων κρατών και των άλλων σημαντικών «παικτών» θα καθιερώσει μια επαρκή πολιτική διεύθυνση των υπερεθνικών οικονομικών ροών.

Σε κάθε περίπτωση, η κρίση έχει πολιτικοποιήσει έντονα και απότομα την παγκοσμιοποίηση, την ευρωπαϊκή ενοποίηση, τις εθνικές κοινωνίες. Εχει δραματοποιήσει το περιεχόμενο της πολιτικής και των πολιτικών αποφάσεων. Βρισκόμαστε μακριά από την «ειρηνική» Πολιτική της εποχής των παχιών αγελάδων που είχε την άνεση να (ανα)διανέμει έναν συνεχώς αυξανόμενο πλούτο μέσω της συναλλαγής με τις κοινωνικές ομάδες και τους πολίτες. Τώρα η Πολιτική έχει αποκτήσει τη δραματικότητα που επιβάλλουν οι έκτακτες καταστάσεις. Ειδικά στην Ευρώπη, η Πολιτική αγγίζει τη βαθύτερη ουσία της, καθώς καλείται υπό μία έννοια «να φτιάξει κράτος». Γι' αυτό οι χρόνοι της παλαιάς πολιτικής φαντάζουν ακινησία, το πολιτικό προσωπικό και οι επαγγελματίες συνδικαλιστές μοιάζουν συχνά με ηθοποιούς που ξεχάστηκαν στον ρόλο του προηγούμενου έργου, οι ηγέτες μικραίνουν δίπλα στο μέγεθος των σημερινών απαιτήσεων.

Η αναστολή των καθιερωμένων μορφών κομματικού ανταγωνισμού, όπως συμβαίνει τώρα στη χώρα μας, η επιστράτευση εξωκομματικών προσώπων όπως ο κ. Παπαδήμος, δεν είναι παρά η πιστοποίηση της ανεπάρκειας του υπάρχοντος πολιτικοκομματικού συστήματος να ανταποκριθεί στις νέες «πολεμικές» πολιτικές συνθήκες. Η νέα εποχή θα αναζητήσει πολιτικούς που θα είναι «καπετάνιοι», αφήνοντας στο βάθος της σκηνής τους χειριστές ψήφων και τους μεσολαβητές. Αν δεν τους βρει, αν με άλλα λόγια η πολιτική και η κοινωνία δεν σταθεί ικανή να ανανεωθεί, το τίμημα δεν θα είναι η στασιμότητα αλλά η παρακμή. Το πρόβλημα στη χώρα μας τίθεται με όρους υπαρξιακούς. Ώς τώρα η πολιτική ζωή και η αντιμετώπιση της κρίσης κινήθηκε στο μοτίβο «Μνημόνιο - όχι Μνημόνιο». Από τη μια, εγκλωβίστηκε στη δημοσιονομική λιτότητα χωρίς μεταρρυθμίσεις και από την άλλη στη δημαγωγική καλλιέργεια ανέξοδων «μαγικών λύσεων», πρώτα με τη «μονομερή στάση πληρωμών» που πρότειναν διάφοροι στα αριστερά, ύστερα με την «επαναδιαπραγμάτευση» του κ. Σαμαρά. Τώρα το διακύβευμα έχει φτάσει στο θεμελιακό «ευρώ - όχι ευρώ». Η νέα κρίση της ευρωζώνης έχει οδηγήσει τις «αγορές» να μας σπρώχνουν ήδη στην έξοδο. Οι ελληνικές επιχειρήσεις, οι έλληνες επαγγελματίες αντιμετωπίζονται ήδη σαν μελλοντικοί απόβλητοι. Οι πολιτικές ηγεσίες της Ευρώπης υπολογίζουν αν τους συμφέρει να πληρώσουν για να μείνουμε ή να φύγουμε. Σήμερα θεωρείται πιθανό το ευρώ να διαλυθεί. Αλλά είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ πιθανότερο να σωθεί, και η Ευρώπη να κάνει με καθυστέρηση αλλά τελικά να κάνει το βήμα προς την πολιτική ολοκλήρωση. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα μας περιλαμβάνει. Είναι απόλυτα βέβαιο ότι μας συμφέρει να μας περιλάβει. Η νέα πολιτικοποίηση και η δραματικότητα της Πολιτικής στη χώρα μας συνοψίζεται σε αυτόν το στόχο. Γιατί σημαίνει να υπογράψουμε μεταξύ μας ένα νέο κοινωνικοπολιτικό συμβόλαιο, αφού εκείνο της μεταπολίτευσης τέλειωσε. Σημαίνει επίσης να ξαναστήσουμε το πολιτικοδιοικητικό σύστημα γιατί το υπάρχον φαλίρισε.

«Ομπρός οι δημιουργοί…», όπως έγραφε σε χαλεπούς καιρούς ο ποιητής.

NEA 26/11/2011

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

Οι δύο χρόνοι που τρέχουν

Του Γ. Βούλγαρη
Στην Ελλάδα τρέχουν σήμερα δύο χρόνοι: ο χρόνος της εθνικής αυτοδιάλυσης και ο χρόνος της αργής ανασύνταξης. Ο πρώτος χρόνος μετρά όσα ζούμε αυτές τις μέρες. Καταστάσεις οξύμωρες: οι συνδικαλιστές της ΑΔΕΔΥ καταλαμβάνουν τα υπουργεία για «να διώξουν» την τρόικα, από την οποία εξαρτάται ο μισθός τους. Σε δεύτερη ανάγνωση όμως, εικονογραφούν απλώς το σημερινό ελληνικό αδιέξοδο καθώς η χώρα έχει παγιδευτεί στα δίχτυα της διεθνούς κρίσης και της εθνικής αυτοδιάλυσης. Η Ελλάδα ευνοήθηκε ώς πρόσφατα από την παγκόσμια αλληλεξάρτηση και την ευρωπαϊκή ενοποίηση καθώς κινήθηκε από την περιφέρεια στο κέντρο της ευρωπαϊκής διαδικασίας με ό, τι αυτό σήμαινε για την εθνική ασφάλεια, την οικονομική ανάπτυξη και τη σταθεροποίησης της δημοκρατίας. Σήμερα ζει τις ίδιες εξελίξεις επώδυνα, βρισκόμενη στο χείλος της κατάρρευσης, περιμένοντας και πάλι την αναγκαία για την επιβίωσή της ενίσχυση «από τους ξένους», έναντι των οποίων διαθέτει μηδαμινή διαπραγματευτική δύναμη. Ακόμα μικρότερη είναι η πίεση που οι συνδικαλιστές της ΑΔΕΔΥ μπορούν να ασκήσουν στην τρόικα. Οσο για διεκδικήσεις από το εθνικό Δημόσιο Ταμείο βρισκόμαστε στο «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος». Εχει διαμορφωθεί έτσι ένα θανατηφόρο μείγμα: η εθνική αδυναμία οδηγεί τις συντεχνίες στον παροξυσμό και ο συντεχνιακός παροξυσμός ενισχύει με τη σειρά του την εθνική αδυναμία σε έναν φαύλο κύκλο έτοιμο να εκραγεί. Τούτο το μείγμα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοκαταστροφική λύση της επιστροφής στη δραχμή. Ως μη εμπρόθετο αποτέλεσμα, όπως λένε οι κοινωνικές επιστήμες, όταν αναλύουν τις περιπτώσεις εκείνες που οι δράσεις των επιμέρους ομάδων παράγουν ένα συνολικό αποτέλεσμα το οποίο καμία από αυτές δεν θα επέλεγε συνειδητά. Σωστά η πλειοψηφία της κοινωνίας απεύχεται μια τέτοια προοπτική γιατί βραχυχρόνια θα μετατραπούμε σε ζούγκλα και μακροπρόθεσμα σε ένα κράτος - παρία με αδύναμη οικονομία και μόνιμη γεωπολιτική ανασφάλεια σε έναν κόσμο που θα συνεχίζει να παγκοσμιοποιείται και να ενοποιείται «δίχως να κοιτάζει τη δικιά μας μελαγχολία».


Χρειάζεται να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο και ο χρόνος στην κλεψύδρα λιγοστεύει. Για να το κάνουμε χρειάζεται να ξεκινήσουμε από μια σκληρή αλλά ρεαλιστική διαπίστωση για την επόμενη (ας πούμε) δεκαετία. Θα είναι μία περίοδος λιτότητας, υψηλής ανεργίας και χαμηλότερου βιοτικού επιπέδου. Ακόμα και αν επαληθευτεί το καλύτερο για μας σενάριο, η Ελλάδα θα κάνει χρόνια να ανακτήσει το χαμένο έδαφος. Η προοπτική της ανάκτησης εξαρτάται από τη βελτίωση της παραγωγικότητας της οικονομίας, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές. Αυτός ο σκοτεινός ορίζοντας των μεσοπρόθεσμων προσδοκιών θα αναπροσαρμόσει τις ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές, δράσεις και νοοτροπίες. Προς το παρόν η χώρα ζει και δρα με την ψευδαίσθηση, αν όχι τη συνειδητή αυταπάτη, ότι η απώλεια είναι πρόσκαιρη. Γι' αυτό, παρά το βάθος της κρίσης, τα σπέρματα του νέου είναι ελάχιστα είτε κοιτάξουμε την πολιτική είτε την κοινωνία και την τέχνη. Σαν αυτή η χώρα να απώλεσε τα τελευταία χρόνια συσσωρευτικά κάτι βαθύτερο: τη διάθεση να λογαριαστεί με τα δύσκολα, τη ροπή στην αλλαγή, την ικανότητα αναστοχασμού.

Κι όμως, σε δέκα χρόνια η κρίση θα έχει περάσει και η ελληνική οικονομία θα έχει ορθοποδήσει. Κι αυτή η πιθανότητα αποτελεί τη δεύτερη, αισιόδοξη αυτή τη φορά, αφετηρία. Αν καταφέρουμε να αναποδογυρίσουμε τον χρόνο και κοιτάξουμε τον εαυτό μας από το μέλλον στο παρόν, θα μπορέσουμε να οργανώσουμε καλύτερα την πορεία από τα χαλάσματα στην ανασυγκρότηση. Γιατί τα στοιχήματα είναι μεγάλα: ποιο θα είναι το πρόσωπο της Ελλάδας τότε; Πόση διεθνή αξιοπιστία θα έχει ανακτήσει; Ποια κοινωνική συνοχή, ποιον πνευματικό δυναμισμό θα έχει; Ποιοι θα έχουν πληρώσει τι και πώς;

Οι νέες πολιτικές, κοινωνικές, συνδικαλιστικές και πνευματικές ηγεσίες θα αναδειχτούν από αυτή τη διαδικασία και από τις απαντήσεις σε τέτοιες ερωτήσεις. Θα ξεχωρίσουν όσοι και όσες θα μπορέσουν μέσα στη σημερινή παραζάλη να βρουν τη στιγμή και τη δύναμη να βγάλουν για λίγο το κεφάλι έξω από το νερό και να στοχαστούν την προοπτική της επόμενης δεκαετίας, δείχνοντας μονοπάτια και ορόσημα προς το μέλλον. Στην αποστολή τους αυτή έχουν συνομιλητή και κριτή μια κοινωνική πλειοψηφία που συνειδητά ή ενστικτωδώς προσβλέπει ακόμα σε μια μοντέρνα Ελλάδα στο πλαίσιο της Ευρώπης. Μια πλειοψηφία παραζαλισμένη όμως, η οποία ενώ συνδυάζει στο νοητικό επίπεδο συνειδητά ή ενστικτωδώς, το εθνικό συμφέρον με το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, πολιτικά φλερτάρει με συμπεριφορές που στην κατάληξή τους θα οδηγήσουν στην περιθωριοποίηση της χώρας. Αν όμως αυτή η πλειοψηφία εμπνευστεί και βρει σημεία αναφοράς, θα κινηθεί για να προστατεύσει τον εαυτόν της και την κοινωνία από την αυτοδιάλυση.

Αυτό το κοινό κοινωνικό αίσθημα ξέρει τι περιμένει. Να συνθέσουμε τα υπολείμματα κυριαρχίας που μας έχουν μείνει σε ένα εθνικό σχέδιο ανόρθωσης που διευρύνει συνεχώς το περιθώριο αυτονομίας σε συνεργασία και όχι σε μετωπική σύγκρουση με τους ευρωπαίους εταίρους. Μόνο έτσι θα περισώσουμε το πολυτιμότερο σήμερα ηθικό - ιδεολογικό εφόδιο για την κοινωνική συνοχή και αντοχή: τον πατριωτισμό και την εθνική αξιοπρέπεια.

Ξέρει τι δεν περιμένει: ότι η κυβερνητική εναλλαγή θα προσφέρει λύση στο πρόβλημα. Γι' αυτό ενθαρρύνει την ευρύτερη πολιτική συνεννόηση με οποιαδήποτε μορφή. Ενστικτωδώς καταλαβαίνει ότι είναι το αναγκαίο πλαίσιο για να υπάρξει αυτή η στιγμή της πολιτικής περίσκεψης και της στρατηγικής όρασης, που χάνεται στην καθημερινή βοή του μικροκομματισμού. Και δεν καταλαβαίνει γιατί σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να συμπέσει π.χ. στην καθιέρωση ενός νέου φορολογικού καθεστώτος, στην εκ βάθρων αλλαγή του φοροεισπρακτικού μηχανισμού ή στην πολυσυζητημένη απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας.

Ξέρει τι θέλει. Να υψώσει η Πολιτεία παράπλευρα φράγματα που θα αφήνουν τη διαμαρτυρία και την αγανάκτηση να κυλά στο μεταξύ, χωρίς όμως η βαρβαρότητα και η ανομία να κατακλύζουν την κοινωνία και τη ζωή μας. Η μεταπολιτευτική «κουλτούρα της διεκδίκησης» δεν παράγει πλέον ενεργούς πολίτες αλλά δυνάστες και εσχάτως νέους «ανθρωποφύλακες» όπως είδαμε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Χρειαζόμαστε ένα ανασυγκροτημένο συνδικαλιστικό κίνημα και συνδικαλιστές ηγέτες με διαφορετική νοοτροπία.

Ξέρει τι δεν θέλει: να συμβιώνει αδιάφορα με την εξαθλίωση που παράγει στα αστικά κέντρα, ιδίως στο Κέντρο της Αθήνας, η αύξουσα κοινωνική περιθωριοποίηση. Θα έβλεπε με ελπίδα οργανωμένες τοπικές παρεμβάσεις και πρωτοβουλίες (ένα fast track κοινωνικής πρόνοιας, όπως εύστοχα έγραφε ο Κωστής Παπαϊωάννου, «ΤΑ ΝΕΑ» 13-10-2011).

Ξέρει τι κατά βάθος επιζητεί: ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που θα αυξήσει την παραγωγικότητα της οικονομίας, ένα νέο κράτος πρόνοιας που θα ανταποκρίνεται στις επιδεινούμενες συνθήκες της υψηλής ανεργίας και της αυξημένης φτώχειας. Επιζητεί να δει ένα τέλος στις περικοπές χωρίς πολιτική και περιμένει μια πρόταση καταμερισμού σε βάθος χρόνου των αναπόφευκτων θυσιών με κοινωνική δικαιοσύνη και διαφάνεια. Ποιος χάνει τι, ποιος κερδίζει τι και άρα πόσο συνεισφέρει. Ο μεταπολιτευτικός κρατισμός έχει απαξιωθεί, αλλά υπάρχει συνείδηση ότι χωρίς καλύτερο κράτος και αποτελεσματική Δημόσια Διοίκηση η ελληνική επιχειρηματικότητα δεν θα καταφέρει να τραβήξει το κάρο.

Στην Ελλάδα τρέχουν σήμερα δύο χρόνοι: ο χρόνος της εθνικής αυτοδιάλυσης και ο χρόνος της αργής ανασύνταξης. Το θέμα είναι ποιος θα κερδίσει.

ΝΕΑ 15/10/2011

Σάββατο 18 Ιουνίου 2011

Η χώρα που βιαζόταν να αυτοκτονήσει

Του Γιάννη Βούλγαρη

Ο πρώτος στόχος τώρα είναι να µην αυτοκτονήσουµε ως χώρα. Ο κίνδυνος είναι µεγάλος καθώς πολιτικό σύστηµα και κοινωνία έχουµε µετατρέψει µια δύσκολη αλλά διαχειρίσιµη στο πλαίσιο της ευρωζώνης δηµοσιονοµική κρίση, σε επικείµενη εθνική καταστροφή.


Μια και αρκετά στελέχη του κυβερνώντος κόµµατος ανασκάλεψαν την κρίση του ‘65, καλό θα είναι να θυµούνται το βασικό. Η Ελλάδα τότε κατέληξε στη δικτατορία γιατί το πολιτικό σύστηµα δεν µπόρεσε να διαχειριστεί µε διαύγεια την κρίση. Οι πολιτικοί και οι ισχυροί παράγοντες εκείνης της εποχής έπαιζαν µε τη φωτιά, έµπλεξαν το µείζονµε δευτερεύουσες κοµµατικές στοχεύσεις και οδηγήθηκαν τελικά σε ένα αποτέλεσµα που µόνο ένα µέρος τους, το πιο αντιδραστικό, επιδίωκε. Ετσι και σήµερα έχουµε εισέλθει στη φάση του απρόβλεπτου. Αν δεν προσέξουµε, οι ανεπάρκειες των ηγεσιών και του πολιτικού συστήµατος, µπορεί να καταλήξουν εύκολα στη χρεοκοπία της χώρας. Η επίκληση των εκλογών έχει ενισχυθεί, αλλά και να γίνονταν, δεν θα δώσουν οριστική λύση όποιο και αν είναι το αποτέλεσµα. «Ωριµα φρούτα» δεν θα υπάρξουν. Το πολιτικό κεκτηµένο της µεταπολίτευσης, η εναλλαγή σταθερών κυβερνήσεων που διαρκούσαν για µιάµιση ώς δύο θητείες, δεν φαίνεται πιθανό. Τα παρόν κοµµατικό σκηνικό και οι ηγεσίες έχουν απαξιωθεί κατά τρόπο που οι περίοδοι χάριτος κάθε νέας κυβέρνησης θα είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Ευχής έργον θα ήταν να µπορούσαµε να αντιµετωπίσουµε την κρίση υπό καθεστώς µακροπρόθεσµης πολιτικής σταθερότητας. ∆υστυχώς όµως φαίνεται ότι στα επόµενα δύο - τρίαχρόνια θα επικαλυφθούν δύο διακριτές διαδικασίες: η προσπάθεια οικονοµικής διάσωσης της χώρας και η µεταβολή του υπάρχοντας πολιτικοκοµµατικού σκηνικού ή τουλάχιστον της λειτουργίας του.

Αυτή η διπλή διαδικασία θα εξελιχθεί σε ένα ιδιαίτερα δυσµενές κλίµα, γεγονός που µόνο εν µέρει έχουµε συνειδητοποιήσει. Εννοώ, ότι σήµερα διαβρώνεται πλέον µε επιταχυνόµενο ρυθµό κάθε προηγούµενο κοινό ηθικοπολιτικό βίωµα στο οποίο η κοινωνία θα µπορούσε να καταφύγει για να ενισχύσει την ηθική και διανοητική συνοχή της. Χάνεται πλέον µια κοινή «αφήγηση» για τη µεταπολιτευτική Ελλάδα που να περιέχει ένα θετικό δηµιουργικό πυρήνα για το µέλλον, καθώς η αποτίµηση συρρικνώνεται στο «έξω οι κλέφτες». Ο,τι υπήρχε σπάει. Αν αυτό ισχύει, η εξήγηση νοµίζω πρέπει να αναζητηθεί στον διττό χαρακτήρα που προσέλαβε η κρίση στην Ελλάδα. Αυτό που ζούµε σήµερα είναι από τη µια, η εκδήλωση της παγκόσµιας χρηµατοπιστωτικής κρίσης σε ένα συγκεκριµένο εθνικό κράτος, όπως συµβαίνει και σε άλλα, και από την άλλη, µια ιδιαίτερη εθνική κρίση που οφείλεται σε ενδογενείς αιτίες, πολλαπλά αναλυµένες.

Η παγκόσµια και η εγχώρια κρίση έχουν αντίθετο ιδεολογικό πρόσηµο, µε αποτέλεσµα να εντείνεται η σύγχυση και η αποδιάρθρωση. Η παγκόσµια κρίση έφερε στην επιφάνεια τα όρια και τις καταστροφικές επιπτώσεις της «νεοφιλελεύθερης ηγεµονίας» 1973-2008. Η εγχώρια κρίση πήγασε αντιθέτως από τον «κρατισµό», µε την έννοια του αναποτελεσµατικού, πελατειακού, συντεχνιακού εκφυλισµού του µεταπολιτευτικού πολιτικού και διοικητικού συστήµατος. Είναι βέβαιο ότι οι Ελληνες, όπως και πολλοί πολίτες άλλων χωρών, είτε κινητοποιούνται είτε όχι, αντιλαµβάνονται ότι ο τρόπος που εξελίχθηκε η παγκόσµια κρίση έχει µια έκδηλη ανηθικότητα. Οι περίφηµες «διεθνείς αγορές» (δηλαδή το αποχαλινωµένο παγκόσµιο χρηµατοπιστωτικό σύστηµα) προκάλεσαν την κρίση, διασώθηκαν από τα κράτη και τώρα επιτίθενται σε αυτά, εκµεταλλευόµενα βεβαίως την έλλειψη πολιτικών πλειοψηφιών υπέρ τολµηρών µέτρων ρύθµισης. Αυτή η ανηθικότητα υπονοµεύει την έκκληση για θυσίες που οι εθνικές κυβερνήσεις απευθύνουν στους λαούς τους, ακόµα και όταν αυτές οι θυσίες είναι αναπόφευκτες για να διασωθεί η χώρα.

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

Η αλλαγή που ήδη έχει αρχίσει

Του Γιάννη Βούλγαρη

«Τώρα πια τα κόµµατα δεν κατόρθωναν να συνοψίσουν τις αποκλίνουσες πολιτικές επιδιώξεις και να οδηγούν τα ετερόκλητα συµφέροντα σε µια ορισµένη κατεύθυνση. Εντυπωσιακά προγράµµατα και εντυπωσιακές νοµοθετικές πρωτοβουλίες αποκλείονταν, γιατί το δηµόσιο ταµείο ήταν άδειο και η Ελλάδα είχε τεθεί υπό τον διεθνή οικονοµικό έλεγχο». (Hering G., Τα πολιτικά κόµµατα στην Ελλάδα 1821-1936 , τ. Β’, σ. 723, Μορφωτικό Ιδρυµα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2004. Αναφέρεται στη µετά τη χρεοκοπία του 1893-97 περίοδο).


Μερικές φορές η Ιστορία µοιάζει να µιλά για το σήµερα. Αυτή είναι η γοητεία αλλά και η παγίδα που σου στήνει, γιατί επαναλήψεις δεν υπάρχουν. Υπάρχουν όµως οι σκέψεις που σου υποβάλλει. Οπως π.χ. ότι µετά τις χρεοκοπίες 1893-97 και 1930-31, τα τότε κοµµατικά συστήµατα ξεπεράστηκαν όχι τόσο λόγω των οικονοµικών κρίσεων όσο γιατί έµειναν πασιφανώς εγκλωβισµένα στα στερεότυπα, στον τρόπο σκέψης και στον πολιτικό λόγο της προηγούµενης περιόδου που έκλεινε. Σαν να πέθαναν από γεράµατα και όχι από βίαιο θάνατο.

Πιστεύω ότι το ελληνικό κοµµατικό σύστηµα έχει µπει σε ανάλογη δοκιµασία. Ολα τα κόµµατα µένουν παγιδευµένα στην προηγούµενη πολιτική φάση, αδυνατώντας να συγχρονιστούν µε τη δραµατικότητα των εξελίξεων ή να εκφέρουν λόγο αυτοκριτικής και αυτογνωσία. Επειδή όµως η κρίση των κοµµατικών συστηµάτων είναι συνήθως µια αργόσυρτη διαδικασία µε αβέβαιη κατάληξη, δεν χρειάζεται ούτε αντιπολιτική δηµαγωγία ούτε αφελή πίστη σε δήθεν µαγικές θεσµικές λύσεις.

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

Σταθµός διοδίων η Ελλάς

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΒΟΥΛΓΑΡΗ


Αν δεν ήταν ανησυχητική, η κατάσταση θα µπορούσε να χαρακτηριστεί σουρεαλιστική. Η φωτογραφία (δεξιά) του Τσε Γκεβάρα να κοσµεί τα διόδια Αφιδνών µε πρωτοβουλία του κινήµατος των «τζαµπατζήδων», των «δεν πληρώνω», των «πληρώστε εσείς», ή όπως αλλιώς έχει ονοµατιστεί. Οι γιατροί - καταληψίες να επιδίδονται online στην αποµυθοποίηση του επαγγέλµατος µε το µεγαλύτερο κοινωνικό κύρος. Και από την άλλη, η επικοινωνιακή πολυπραγµοσύνη της τρόικας και η νέα «υστερική κρίση» του πολιτικού κόσµου µε αφορµή την αξιοποίηση της δηµόσιας γης που παρεµπιπτόντως είναι κατά 40% καταπατηµένη.

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Σηματοδότης του κενού στα αριστερά

Γιάννης Βούλγαρης (ΤΑ ΝΕΑ 12-6-2010)

Η διάσπαση του Συνασπισμού ήταν η καθυστερημένη φυσική κατάληξη μιας παρατεταμένης αφύσικης συνύπαρξης δύο διαφορετικών πολιτικών νοοτροπιών κάτω από την ίδια στέγη. Η μετάλλαξη του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ σε έναν μετακομμουνιστικό χώρο «διαμαρτυρίας» χωρίς όρια στον αριστερισμό, εσχάτως μάλιστα ούτε και στη βία, οδήγησε στην έξοδο την τάση των Ανανεωτικών.

Το επόμενο ματς θα παιχτεί στην έδρα του ΣΥΡΙΖΑ μεταξύ των κ.κ. Τσίπρα και Αλαβάνου. Η έκβαση του συγκεκριμένου αγώνα δεν είναι ακόμα σαφής, αλλά η εξέλιξη του πρωταθλήματος είναι. Το παρελθόν προδιαγράφει την πολιτική «εικόνα» του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ στο προσεχές μέλλον. Ενα κόμμα που θα μετεωρίζεται μεταξύ της παλαιοκομμουνιστικής δογματικής κουλτούρας και του κινηματικού «νεοαναρχισμού». Οπως εξάλλου συμβαίνει στα μικρά κόμματα που δεν «αναμειγνύονται» σε ζητήματα διακυβέρνησης της χώρας, οι μάχες μηχανισμών θα υπεριδεολογικοποιούνται, οι μικροί ναρκισσισμοί των τάσεων και των ηγετών θα φουσκώνουν, με αποτέλεσμα τις περιοδικές εκρήξεις και διασπάσεις. Κανέναν δεν θα εκπλήξει μια τέτοια εξέλιξη στον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ.

Κόμμα έκτακτης ανάγκης

Αντιθέτως, η εξέλιξη της τάσης των Ανανεωτικών είναι λιγότερο προβλέψιμη και ως εκ τούτου πιο ενδιαφέρουσα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, θα συγκροτήσουν νέο κόμμα κάνοντας άνοιγμα και στους Οικολόγους Πράσινους, με την ελπίδα ότι οι τελευταίοι θα καταλάβουν πως η εθνική κρίση, καλώς ή κακώς, υποβαθμίζει τις οικολογικές αγωνίες των πολιτών. Στελέχη της Ανανεωτικής Αριστεράς υποστήριξαν ότι επειδή το ΠΑΣΟΚ έχει κινηθεί πολύ στα δεξιά υιοθετώντας νεοφιλελεύθερες πολιτικές και ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ πολύ στα αριστερά οπισθοδρομώντας σε μια «νεοκομμουνιστική» εκδοχή, υπάρχει πολιτικό κενό για το νέο κόμμα. Η επιχειρηματολογία είναι λανθασμένη. Πρώτον, γιατί αν το κενό όντως υπήρχε, θα ήταν τόσο μεγάλο ώστε ένα μικρό κόμμα απλώς θα έπεφτε στο πολιτικό βάραθρο, χωρίς να πείθει ότι μπορεί να το καλύψει. Δεύτερον, το ΠΑΣΟΚ δεν διεκπεραιώνει μια νεοφιλελεύθερη πολιτική αλλά μια πολιτική ειδικών συνθηκών, μια πολιτική εθνικής αναγκαιότητας, από την οποία εξαρτάται η τύχη της Ελλάδας για δυο - τρεις γενιές. Αυτή η πραγματικότητα δεν περιγράφεται ούτε χαρακτηρίζεται πλέον με τρέχοντες όρους ΑριστεράςΔεξιάς, αλλά με όρους έκτακτης εθνικής ανάγκης. Η κοινωνία το καταλαβαίνει καλύτερα από τα κόμματα, αφού ο κ. Σαμαράς παρότι γνωρίζει καλά την αναγκαιότητα αφήνει μόνο του το ΠΑΣΟΚ να τη διεκπεραιώσει ελπίζοντας να εισπράξει τη φθορά, ενώ το ΚΚΕ και ο κ. Αλαβάνος (αν καταλάβαμε καλά) θέλουν να δώσουν ένα χεράκι βοήθειας να χρεοκοπήσει η χώρα ώστε να «συνειδητοποιηθούν πολιτικά» οι εργαζόμενοι. Επιπλέον, το μισό ΠΑΣΟΚ δεν φαίνεται να έχει επίγνωση της κατάστασης, εξ ου και η απελπιστική ανεπάρκεια πλήθους υπουργών. Στην πραγματικότητα, τα παγιωμένα παραδοσιακά κόμματα εξακολουθούν να λειτουργούν με βάση τα στερεότυπά τους, τη ρουτίνα τους και τα μικροσυμφέροντά τους. Σε αυτή τη βάση της συνέχειας και της ρουτίνας, δεν υπάρχει ουσιώδες πολιτικό κενό, τα παγιωμένα κόμματα καλύπτουν όλο το πολιτικό φάσμα και πλεονεκτούν λόγω των ιστορικών δεσμών με τους εκλογείς τους.

Χώρος υπάρχει και θα υπάρξει μόνο αν εμφανιστούν κόμματα «ασυνέχειας», κόμματα που θα εκφράσουν τις συνθήκες έκτακτης εθνικής ανάγκης, θα αυτοεκτεθούν στις ανατροπές των στερεότυπων που η εθνική κρίση έχει προκαλέσει ήδη, θα μεταδώσουν τη δυναμική της νέας κατάστασης. Αν υπάρχει μια πρόσφατη ιστορική παραλληλία, είναι ασφαλώς εκείνη της Μεταπολίτευσης όταν το αντίστοιχο διακύβευμα ήταν η οικοδόμηση των νέων δημοκρατικών θεσμών σε συνθήκες αστάθειας και απροσδιοριστίας.

Το παράδοξο

Το κλίμα όμως τώρα είναι ιδιαίτερα δυσμενές για την εμφάνιση νέων κομμάτων, δεδομένης της δυσπιστίας των πολιτών. Οποιο κόμμα και αν εμφανιστεί σήμερα στο πολιτικό σκηνικό, θα πρέπει, εκτός από κόμμα που ενστερνίζεται τις συνθήκες έκτακτης εθνικής ανάγκης, να είναι ταυτόχρονα και ένα παράδοξο είδος «μη κόμματος», δηλαδή θα πρέπει να απεμπολήσει τα γνώριμα χαρακτηριστικά με τα οποία οι πολίτες έχουν ταυτίσει τα κόμματα, κάνοντάς τους να «βγάζουν σπυράκια» (π.χ., κραυγαλέα προσωπική και μικροκομματική ιδιοτέλεια που πλασάρεται με έναν υποκριτικά ανιδιοτελή λόγο). Ενα κόμμα «έκτακτης ανάγκης» μπορεί ακόμα να αποδεχθεί την ενδεχόμενη προσωρινότητά του, καθιστώντας την στοιχείο της «εικόνας» του και πλεονέκτημα για την απελευθέρωση του λόγου του. Πιθανόν αυτό να αποδειχθεί πιο πειστικό από το να εμφανιστεί π.χ. άλλο ένα μικρό κόμμα της Αριστεράς, το οποίο θα θεωρεί τον εαυτό του πυρήνα μιας μελλοντικής μεγάλης στρατιάς προς τον σοσιαλισμό ή όπου αλλού.
Οι πολιτικές συντεταγμένες ενός ενδεχόμενου νέου φορέα Ανανεωτικής Αριστεράς συνάγονται από τα προηγούμενα. Οχι χρεοκοπία της Ελλάδας. Ανανέωση, διαφάνεια και αποτελεσματικότητα του πολιτικού συστήματος. Μετασχηματισμός του ελληνικού οικονομικοκοινωνικού μοντέλου κατά την παρούσα κρίση και μέσω αυτής. Αριστερός ευρωπαϊσμός με αιχμή την εμβάθυνση της οικονομικής διακυβέρνησης ώστε να ανατραπούν οι γενικευμένες εθνικές πολιτικές λιτότητας και να γίνει εφικτή η συντονισμένη αναπτυξιακή πολιτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Πρόκειται ασφαλώς για ένα πολιτικό πλαίσιο εξαιρετικά άβολο για ένα αριστερό κόμμα, καθώς αντιφάσκει με τα στερεότυπα που επικράτησαν στην Αριστερά κατά την ύστερη Μεταπολίτευση. Ουσιαστικά, σημαίνει: Να αποδεχθεί την αναγκαιότητα των σκληρών μέτρων για την αποφυγή της χρεοκοπίας (με αντίβαρο έστω μια «λελογισμένη δημαγωγία»). Να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια μεταρρυθμίσεων που υπάρχουν στο Πρόγραμμα Σταθεροποίησης και Ανάπτυξης προτάσσοντας τα συμφέροντα και τις ανάγκες των πιο επισφαλών κοινωνικών ομάδων και ιδίως των νέων γενεών, που κινδυνεύουν όχι μόνο από τον «νεοφιλελευθερισμό» αλλά και από την ισχύ των εξασφαλισμένων ανώτερων- μεσαίων στρωμάτων, χάρη στην οποία ισχύ μετακυλίουν τις παθογένειες του οικονομικοκοινωνικού μοντέλου στην υπόλοιπη κοινωνία. Να αξιοποιήσει τις αναζητήσεις της σύγχρονης Αριστεράς για την επιβολή νέων θεσμών ρύθμισης της οικονομίας και της κοινωνίας που θα αντιστοιχούν στις νέες συνθήκες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και της προωθημένης εξατομίκευσης.

Αυτοκριτική

Το δεύτερο παράδοξο είναι ότι ένα τόσο δύσκολο και άβολο «πρόγραμμα» γίνεται πειστικότερο αν περιλάβει μια αυτοκριτική της Αριστεράς για το μερτικό των ευθυνών της στη χρεοκοπία της χώρας. Στην πραγματικότητα, δεν θα πρόκειται για αυτοκριτική αλλά για νέα αυτογνωσία. Πώς και γιατί η «Αριστερά της θυσίας» εξελίχθηκε στην οικονομίστικη Αριστερά των επιδομάτων, της επιβράβευσης της παραβατικότητας και της κατάχρησης του δημόσιου χώρου; Πώς εξελίχθηκε στην «αγωνιστική» αιχμή του ατομισμού και του συντεχνιασμού που κατέκλυσε την Ελλάδα της ύστερης Μεταπολίτευσης οδηγώντας την στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό και τη χρεοκοπία; Γιατί είναι αριστερή πολιτική απασχόλησης να αγωνίζεσαι να νομιμοποιήσεις τους συμβασιούχους του Δημοσίου που διόρισε το ΠΑΣΟΚ και θέλει να απολύσει η Ν.Δ. και ύστερα τους συμβασιούχους της Ν.Δ. που θέλει να απολύσει το ΠΑΣΟΚ; Δεν υπάρχει μια αριστερή πρόταση παραγωγικότερης απασχόλησης για τις νέες γενιές; Στην ουσία, όλα αυτά δεν συνιστούν μόνο μια στενή εθνική αυτοκριτική της Αριστεράς. Εντάσσονται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συζήτησης που αναρωτιέται για την αθέλητη συμβολή του αριστερού οικονομισμού στην εμπέδωση της μετανεωτερικής ναρκισσιστικής καταναλωτικής κουλτούρας η οποία δεσπόζει στις σύγχρονες δημοκρατίες.

Μεγάλα ζητήματα, δυσανάλογα για μικρές κομματικές δυνάμεις. Ισως όμως η ενδεχόμενη εμφάνιση ενός νέου φορέα της Ανανεωτικής Αριστεράς να έχει περισσότερο χρησιμότητα ως σηματοδότης ενός κενού σύγχρονης Αριστεράς, παρά στην πλήρωσή του. Ιδίως στην Ελλάδα, που όλοι ακολουθούμε το γνωστό καλαμπούρι του Γούντι Αλεν: «Εχω μια καλή απάντηση, έχει κανείς μια καλή ερώτηση;».