Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Σημειώσεις ...



Μια χώρα αδυνατεί να κυβερνηθεί
Οι πολίτες της αρνούνται να εκχωρήσουν εμπιστοσύνη σε οποιονδήποτε, αλλά πολλοί από αυτούς μελώνουν  την οργή τους απο γλυκόλογα σειρήνων
Οι δεδομένες πολιτικές προτάσεις, σιωπηλά πλην με σαφήνεια, αποφεύγουν να ζητήσουν εκχώρηση εμπιστοσύνης, στην πραγματικότητα αρνούνται να κυβερνήσουν.Απελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο
Το εξωτερικό περιβάλλον, σκοτεινό , ομιχλώδες, βαριά τα σύννεφα και ο ήλιος αποφεύγει να δραστηριοποιηθεί έντονα
Τυχοδιώκτες κάθε είδους και προελεύσεως αμολάνε μπαρούφες για να κολακέψουν τον ασθενή , λίγο  πριν τον καμαρώσουν τελειωμένο
Άλλοι τυχοδιώκτες περιμένουν σιωπηλοί στη γωνία, και ακονίζουν τα δόντια τους
Υπάρχουν και οι "καθαροί", που μουρμουρίζουν τις "αρχές " τους, τις ίδιες αυτές που μουρμουρίζουν επί χρόνια και καταγγέλουν τους πολλούς, την πλέμπα, ότι δεν τις κατάλαβε και να τα αποτελέσματα

Το κενό...
Μα δεν μπορεί να υπάρξει κενό, το απορρίπτει η φύση
Σωστά, αλλά με τι θα γεμίσει;
Να η ευθύνη μας

Καημένε, αν νομίζεις ότι με μια ψήφο -συχνά βγαλμένη από τα χειρότερα τμήματα της ύπαρξής σου-πλήρωσες το κομμάτι της ευθύνης σου.. Και τι άλλο να κάνω δηλαδή;

Πες τη γνώμη σου, βούτα μέσα σου , βούτα μέσα στο διπλανό σου
Και;
Μη μένεις σε ψυχοψάγματα, απλά ξεκίνα από εκεί
Μελέτησε, στοχάσου,κουράσου, απαίτησε και από τους άλλους να κουραστούν
Ποιός είπε ότι η δημοκρατία είναι ξεκούραστη υπόθεση;

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Γιατί οι εκλογές δεν θα λύσουν το πρόβλημα

του Γιώργου Παπανικολάου

Βαρέθηκα τις τελευταίες ημέρες να διαβάζω για τον φόβο της ακυβερνησίας, λες και τόσα χρόνια, που είχαμε ισχυρές κυβερνήσεις, θριαμβεύσαμε! Κατανοώ τα κίνητρα όσων εκφράζουν αυτήν την άποψη, ωστόσο η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική.

Είτε προκύψει από τις εκλογές κοινοβουλευτικά ισχυρή κυβέρνηση είτε όχι, το πρόβλημα της «ακυβερνησίας», με την υφιστάμενη σήμερα μορφή της, θα παραμείνει ίδιο.

Πρόκειται για πρόβλημα που έχει δύο συνδεόμενες διαστάσεις: την έλλειψη «νομιμοποίησης» των πολιτικών εν γένει και την επακόλουθη κατάσταση λανθάνουσας «ανομίας» που επικρατεί σε μεγάλη μερίδα της κοινωνίας.

Θέλετε ένα απτό και απλό παράδειγμα; Ο νόμος για τα πανεπιστήμια ψηφίστηκε με ισχυρότατη πλειοψηφία των δύο μεγάλων κομμάτων. Κι όμως ακόμη και σήμερα δεν εφαρμόζεται.

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι στη σημερινή Ελλάδα για να εφαρμοστεί ένας νόμος δεν αρκεί η ψήφισή του από τη συντριπτική πλειοψηφία των εκλεγμένων αντιπροσώπων του λαού. Απαιτείται πλέον να τον ενστερνιστούν άλλοι, τυπικοί και άτυποι, μηχανισμοί της κοινωνίας.

Κατά τη γνώμη μου, υπεύθυνη για την εμφάνιση αυτής της ιδιότυπης «ανομίας» είναι η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να εφεύρει ξανά τον εαυτό του, ώστε να πείσει τον πολίτη να κάνει μια θετική επιλογή στις εκλογές.

Η νομιμοποίηση της πολιτικής στα μάτια του πολίτη δεν έρχεται καταναγκαστικά μέσω της εκλογικής διαδικασίας. Έρχεται όταν ο πολίτης ψηφίζει θετικά. Όταν ψηφίζει κάποια παράταξη θεωρώντας ότι αυτή η παράταξη είναι ικανή και άξια να κυβερνήσει.

Όχι όταν ψηφίζει από φόβο (θεωρώντας ότι δεν έχει άλλη επιλογή) ή από θυμό, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του.

Αυτή όμως είναι η δυναμική που κυριαρχεί σήμερα. Το εκκρεμές μεταξύ θυμού και φόβου αποτυπώνεται ξεκάθαρα στις δημοσκοπήσεις τόσο από τα ποσοστά των κομμάτων εξουσίας όσο και από τα ποσοστά καταλληλότητας των υποψήφιων πρωθυπουργών.

Κι ασφαλώς δεν πρόκειται να αναστραφεί όσο τα μεγάλα κόμματα συνεχίζουν να κινούνται στη σημερινή πραγματικότητα, με απόψεις, ρητορείες και πρακτικές, που έχουν μείνει προσκολλημένες στο χθες.

Θα ήταν ευχής έργον αν οι πολιτικοί ηγέτες κατανοούσαν άμεσα την ανάγκη να πείσουν την ευρύτερη κοινωνία ότι «κάτι άλλαξε», ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα συγκρουστούν με το εσωκομματικό κατεστημένο. Την ανάγκη να υπερβούν τα εσκαμμένα, προκειμένου να σταθούν στο ύψος της κρίσης

Αλλά κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να συμβαίνει.

Από το http://www.euro2day.gr/
17/4/2012

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Αντίο μάγκα μου.....

            

                 17/4/2012    Θάνατος Δημήτρη Μητροπάνου

                                 

     Τα κατάφερες  τα κολλητιλίκια με τον Χάρο βρε μπαγάσα
                                 Μας άφησες όμως...


                                       

Σάββατο 14 Απριλίου 2012

Τα «ζωώδη ένστικτα» των ανθρώπων...

Της Ζέζας Ζήκου

Τα «ζωώδη ένστικτα» για τα οποία μιλούσε ο Τζον Μέιναρντ Κέινς έχουν βγει σε αναζήτηση λείας. Οι άνθρωποι είναι κακοδιάθετοι, δύσπιστοι και προβληματισμένοι. Η απόγνωση που προκαλεί η οικονομική κρίση απελευθερώνει τα «ζωώδη ένστικτα» των ανθρώπων. Επιβάλλουν το διττό καθήκον για αλήθεια και δικαιοσύνη. Χωρίς φόβο. Χωρίς οργή καν. Ψυχρά, υπολογισμένα, με βαθιά αίσθηση της ιστορίας. Χωρίς οίκτο για τους πρωταίτιους, τους παραγωγούς της παρακμής, τους εισέτι ολίγους, κρυπτόμενους και ιδιοτελείς.

Ενας νέος διχασμός των πολιτικών μας δυνάμεων, ανάμεσα σε «φιλομνημονιακούς» (στον ένα πόλο) και «αντιμνημονιακούς» (στον άλλο), ενδεχομένως θα μπορούσε να απειλήσει την κορυφαία στρατηγική επιλογή της χώρας μας μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974 – την ένταξή μας στην Ενωμένη Ευρώπη.

Είναι υποκρισία και αυταπάτη να λέμε ότι δεν ζούμε μια καταστροφή, μάλιστα εν προόδω. Είναι προδοσία να μη σκεφτούμε τα πρόσωπα που μας έφεραν στην καταστροφή. Και είναι προδοσία ιστορική, ασυγχώρητη, έναντι εαυτών και τέκνων να μην αναιρέσουμε μία μία τις αιτίες, τις δομές και τα πρόσωπα που μας οδήγησαν στην παρούσα καταβύθιση.

Είναι η αποδιάρθρωση των δύο ανταγωνιστικών κομμάτων της εξουσίας που φανερώνει ότι έχουμε μπει σε έναν άλλο πολιτικό κύκλο, σε μια νέα κοινωνική συνθήκη. Ποιοι, όμως, θα επιβιώσουν μιας πραγματικής κατάρρευσης του υπάρχοντος κόσμου; Κάπως έτσι συνέβη και την ημέρα που τέλειωσε η Μεταπολίτευση. Ηδη σημαντικά τμήματα της κοινωνίας εμφανίζονται οργισμένα και κυριαρχούνται από διάθεση καταδίκης. Το χειρότερο είναι ότι ανιχνεύονται συνθήκες κοινωνικού μίσους, οι οποίες αν επικρατήσουν, θα διαμορφώσουν περιβάλλον τυφλών συγκρούσεων.

Ανησυχητική, δυσοίωνη η εικόνα φτώχειας. Στις δυσοίωνες εικόνες προστίθενται εξίσου δυσοίωνα μηνύματα: για απολυμένους, για επιχειρήσεις που κλείνουν, για κλάδους που φθίνουν. Το ξεχασμένο και απωθημένο φάσμα της φτώχειας, αυτό που είχε παρέλθει οριστικά από την αυτοσυνείδηση των μεσαίων στρωμάτων, κατά τις δεκαετίες της Μεταπολίτευσης, επανήλθε. Το κοινωνικό συμβόλαιο της Μεταπολίτευσης, άλλωστε, στηρίχθηκε σε αυτή τη συνομολογία: ποτέ πια φτώχεια, ποτέ πια διχαστικές διακρίσεις, πολιτικές ή ταξικές. Τώρα, η ένταση της φτώχειας συνοδεύεται από υπόδηλες απειλές κοινωνικών αποκλεισμών και νέων ταξικών διαφορισμών. Γκρεμίζει το κοινωνικό συμβόλαιο μιας 35ετίας. Τα απειλούμενα πλήθη το αισθάνονται· ίσως δεν το συνειδητοποιούν, δεν το αναλύουν, αλλά το αισθάνονται σε κάθε πόρο του δέρματός τους: η απειλή είναι υλική, βιοτική, δεν απειλούνται αορίστως πολιτικά οικουμενικά δικαιώματα. Εξ ου και οι όποιες αντιδράσεις θα είναι αντιδράσεις προς υπεράσπιση των υλικών θεμελίων του βίου και θα είναι αντιδράσεις εν τω βάθει, υπαρξιακά, πολιτικές. Δηλαδή, απρόβλεπτες, πέραν του παρόντος εννοιολογικού πλαισίου με το οποίο αντιλαμβανόμαστε το πολιτικό παιχνίδι.

Περιμένετε να δείτε τα «ζωώδη ένστικτα» να συνεχίζουν να αυξάνονται, μια εσωστρεφή χώρα να προσπαθεί να επιβιώσει και μια νέα κατάσταση πραγμάτων που θα διαρκέσει για πολύ καιρό. Το τέλος εποχής που ζούμε για κάποιους σημαίνει και την αρχή της απόλυτης αυθαιρεσίας...

Η επίκληση της «οργής», του «φόβου», της «ανέχειας» δεν είναι παρά δικαιολογίες για να μην αποδεχθούμε την τρομερή ένταση της πολιτικής βίας. Απλώς ονοματίζουμε αλλιώς το φαινόμενο και το ξορκίζουμε. Σήμερα όμως η οργή για την ανεργία, η οργή κατά των κομμάτων εξουσίας, η οργή για τις χαμένες προοπτικές των νέων είναι πραγματική, υπαρκτή. Αν αυτή η οργή δεν κατευναστεί, τότε η βία θα είναι πολλαπλάσια αυτής που γνωρίσαμε μέχρι σήμερα. Για τούτο φοβάμαι πως το τέλος της Μεταπολίτευσης μπορεί να είναι η αρχή εθνικού διχασμού... Αν κερδίσουν οι αντιμνημονιακοί στις εκλογές, πρέπει να αντιμετωπιστούν, όπως προτείνει η έως τώρα ρητορική, σαν «δωσίλογοι» που συνεργάστηκαν με δυνάμεις κατοχής ο Παπανδρέου, ο Παπακωνσταντίνου, ο Βενιζέλος; Οι μνημονιακοί, από την άλλη πλευρά, ασκούν τη θεσμική βία του κράτους. Οι καιροί είναι εξαιρετικά κρίσιμοι. Ανεξάρτητα από το ποιοι είναι μνημονιακοί ή αντιμνημονιακοί, πρέπει να ξεκαθαρίσει ποιοι ανήκουν σε αυτό που αποκαλούσαν στην Ιταλία την εποχή της ακροαριστερής και ακροδεξιάς τρομοκρατίας, «συνταγματικό τόξο». Η χώρα είναι βαθύτατα διαιρεμένη, πρέπει οι πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις να κάνουν ρηχότερο το ρήγμα. Αν υπάρχουν δυνάμεις που θέλουν να το κάνουν βαθύτερο, να μας οδηγήσουν σε διχασμό ή εμφύλιο, πρέπει να απομονωθούν. Θα πρέπει όλοι να θυμόμαστε ότι οι εμφύλιες συγκρούσεις δεν προέκυψαν επειδή τις προγραμμάτισαν τα μεγάλα κόμματα της Δεξιάς ή της Αριστεράς, αλλά από τη δράση μικρών ακραίων ομάδων που συμπαρέσυραν και τους μεγάλους σχηματισμούς.

Οι επικείμενες εκλογές θα σαρώσουν τα πάντα, αλλά δεν θα αρκέσουν να δώσουν ένα νέο βιώσιμο μπλοκ εξουσίας. Θα χρειαστούν κι άλλες εκλογές...

Καθημερινή 14/4/2012


Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Η αφωνία απέναντι στον κοινωνικό θυμό

Του Ανδρέα Πανταζόπουλου

Φαίνεται οριακή η προσεχής εκλογική αναμέτρηση, έστω και αν η μετάβαση σε ένα νέο πολιτικό σύστημα προβλέπεται μακρόσυρτη. Η σημασία της δεν αφορά μόνο μια ενδεχόμενη ριζική ανατροπή των κομματικών συσχετισμών αλλά και τη δυσκολία διαχείρισης των κοινωνικών αντιδράσεων που διέπονται από την έκφραση αρνητικών συναισθημάτων. Εκτός από την «αγανάκτηση», και η «ανασφάλεια», συνδεόμενη με το ζήτημα της μετανάστευσης, έρχεται τώρα να περιπλέξει το ελληνικό πρόβλημα.


Για ποιο ακριβώς θέμα πρόκειται; Η χειρότερη εκδοχή, που δεν είναι και η λιγότερη πιθανή, είναι το υπαρκτό κοινωνικό ζήτημα, όπως αυτό έχει προκύψει στη χώρα τα τελευταία δύο χρόνια, να συνδυασθεί με τη λεγόμενη παράνομη μετανάστευση. Ο φόβος και η ανασφάλεια που αποδίδονται σε αυτήν να προσανατολίσει την αγανάκτηση, μιας μερίδας τουλάχιστον του πληθυσμού, στην υιοθέτηση απορριπτικών και ρατσιστοειδών συμπεριφορών και ενεργειών. Ο εκρατσισμός του κοινωνικού ζητήματος είναι ένα καθ' όλα βάσιμο σενάριο το οποίο προκύπτει «αυθόρμητα», σχεδόν ανεξέλεγκτα. Το ανομικό παράδειγμα των αντιστάσεων τοπικών κοινωνιών σε κυβερνητικά σχέδια «ρύθμισης» της παράνομης μετανάστευσης δείχνει ότι αυτό έχει δυναμικά ερείσματα και τροφοδοτείται από μεγάλο μέρος των τοπικών ελίτ. Ταυτόχρονα οι πολιτικές ελίτ του «κέντρου» μοιάζουν διχασμένες ως προς την ίδια τη «ρύθμιση»: οι λαϊκιστές Αριστεράς και Δεξιάς, για διαφορετικούς λόγους, αντιτίθενται στα κυβερνητικά μέτρα, ενώ οι μετριοπαθείς πολύ θα ήθελαν να τα είχαν αποφύγει αυτή τουλάχιστον τη στιγμή.

Πώς προέκυψε αυτό το νέο μέτωπο της συναισθηματικής υπερφόρτισης; Εχει σημασία να καταλάβουμε ότι, από τη μία πλευρά, που είναι και η σημαντικότερη, προήλθε από την ατολμία των κυβερνουσών ελίτ να επεξεργασθούν μια μεταναστευτική πολιτική και, από την άλλη πλευρά, που δεν πρέπει να υποτιμάται, από εκείνες τις προσεγγίσεις που θεωρούν είτε ότι τα «ανοιχτά σύνορα» είναι η οδός της αρετής, ο προθάλαμος της ανθρώπινης χειραφέτησης (κάτι τέτοιο υποστηρίζουν άμεσα ή έμμεσα όλες οι εκδοχές της λεγόμενης ριζοσπαστικής Αριστεράς, που είναι κήρυκες της ιδεολογίας του «μεταναστευτισμού»), είτε από εκείνους που ως ρατσιστές (οι πάσης φύσεως ακροδεξιοί που εσχάτως πληθύνονται, ενώ ο λόγος τους έχει αποκτήσει διαπιστευτήρια εισόδου στον δημόσιο χώρο) εκμεταλλεύονται έναν διάχυτο κοινωνικό φόβο. Η απουσία οργανωμένου διαλόγου όλα τα προηγούμενα χρόνια για το ζήτημα της μετανάστευσης είναι μια βασική αφετηρία των σημερινών επαπειλούμενων εκρήξεων.

Αλλά δικαιούμαστε να αναρωτηθούμε: μήπως ο ίδιος ακριβώς λόγος, η απουσία τεκμηριωμένης και δημοκρατικά οργανωμένης δημόσιας συζήτησης, το θηριώδες έλλειμμα μιας πειστικής αφήγησης για την τρέχουσα «οικονομική» κρίση, δεν είναι ως έναν τουλάχιστον βαθμό μία από τις βασικές αιτίες της κοινωνικής «αγανάκτησης»; Ο κοινωνικός θυμός δεν διαμεσολαβήθηκε από μια ορθολογική εξήγηση των παραγόντων που οδήγησαν στην κρίση. Ενας αποσπασματικός και επειγοντιστικός κυρίαρχος λόγος, που έτρεχε διαρκώς πίσω από οικονομικά ελλείμματα και την οπωσδήποτε αδήριτη ανάγκη της λήψης μέτρων για την κάλυψή τους, περιθωριοποίησε τη ζωτική, όπως αποδεικνύεται, ανάγκη της κοινωνικής τους νομιμοποίησης.

Και οι δύο αυτές περιπτώσεις μάς δείχνουν ένα πράγμα: ότι η σημερινή κρίση, με τις απρόβλεπτες ψυχοπολιτικές κλιμακώσεις της, τροφοδοτείται και από την έλλειψη μιας κουλτούρας διαλόγου. Ενός διαλόγου που θα έπρεπε να γειώνει το ορθολογικό επιχείρημα στη συναισθηματική ενέργεια που αποδεσμεύουν τα ατομικά και συλλογικά πάθη. Ελειψε, με άλλα λόγια, ένας εγκάρδιος λόγος που θα ενσωμάτωνε τις αγωνίες των πραγματικών, όχι των εικονικών, θυμάτων της κρίσης σε μια προοπτική ορθολογικής της υπέρβασης. Ενας τέτοιος λόγος θα μπορούσε να αποτρέψει τη μεγάλη λεηλασία, ενίοτε βίαιη, των συναισθημάτων στην οποία επιδίδονται με επιτυχία όλοι οι εξτρεμισμοί, καθοδηγούμενοι ή μη. Οχι, το ζήτημα δεν είναι να αντιταχθεί στην καταγγελτολογία και στον θρηνητισμό ένας παρηγορητικός λόγος. Αλλά να αντιπαρατεθεί στις πρωτογενείς αντιδράσεις, στην απατηλή δημοφιλία και στην προγραμματική ανευθυνότητα, που λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές της κοινωνικής μνησικακίας, ένας λόγος και ένα σχέδιο που να μιλάει στα πραγματικά θύματα τη γλώσσα μιας θερμής αλήθειας που μπορεί να πείσει.

Η αφωνία όμως των ελίτ μπορεί να είναι και ένδειξη, πέρα από τη λαχανιασμένη παρακολούθηση μιας εμπαθούς και κατακερματισμένης κοινωνικής διαμαρτυρίας, και ενός άλλου πιο ευρύτερου, πιο ανησυχητικού γεγονότος. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει, το αντίθετο, την πιθανότητα μεγάλα τμήματα της ιθύνουσας τάξης να έχουν πιστέψει τον λόγο των αντιπάλων τους: ότι, για παράδειγμα, η Ελλάδα είναι «κατεχόμενη» χώρα, ότι οι αλλαγές μάς επιβάλλονται κτλ. Στην περίπτωση αυτή ο παρακολουθητισμός των εξελίξεων ανάγεται σε επιχειρησιακή αρετή και η άσκηση πολιτικής σε βαρίδι.

Με την έννοια αυτή οι «υπήκοοι», ανασφαλείς και αγανακτισμένοι, έχουν «δίκιο» να εξεγείρονται, έστω και για λάθος λόγους. Αυτή η απιστία των ελίτ, μέσα σε μια συγκυρία ανόδου της ψυχοπολιτικής, μπορεί να έχει το δικό της θερμό αντίτιμο στις επερχόμενες εκλογές.

ΒΗΜΑ 1/4/2012