Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

Το Μνημόνιο, η Δεξιά και η Αριστερά

Οι ιδεολογικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις στον τρόπο αντιμετώπισης της ελληνικής κρίσης

Του Μίμη Σουλιώτη

Δεν είναι διόλου βέβαιο πως ο Μαρξ θα τασσόταν σήμερα κατά του Μνημονίου, αν κρίνουμε από πιστοποιημένες ενδείξεις: για τους άγγλους αγρότες και μικροπαραγωγούς του 19ου αιώνα τίποτε δεν θα ήταν πιο καταστροφικό από την κατάργηση των προστατευτικών δασμών για τα εισαγόμενα σιτηρά, τούτο όμως δεν τον εμπόδισε να υποστηρίξει με επαναστατικό σκεπτικό σε σωζόμενη ομιλία του (1848) την «αντιλαϊκή» αδασμολόγητη εισαγωγή τους. Ο σοφός εκείνος άνθρωπος δεν ήταν «μαρξιστής»• εμείς όμως ως γνήσιοι «μαρξιστές» είμεθα αντιμνημονιακότατοι, ως βασιλικότεροι του βασιλέως. Εμένα για τροτσκιστής μάλλον μου μοιάζει.


Αν, εξάλλου, η αντιμνημονιακή στάση επαρκούσε για να χαρακτηρισθεί κανείς αριστερός, τότε οι διαγραφέντες βουλευτές της ΝΔ και το νεοπαγές και δεξιό κόμμα Ανεξάρτητοι Ελληνες του κ. Π. Καμμένου θα κατείχαν προνομιακή θέση στο αριστερό πάνελ.

Τούτη η στάση αποτελεί την αναγκαία αλλά όχι και ικανή συνθήκη για την Αριστερά, καθώς αντιμνημονιακοί είμαστε λίγο - πολύ όλοι, απεγνωσμένοι και μη, άρα είναι πασιφανές ότι η απόρριψη του Μνημονίου δεν συνιστά αριστεροσύνη από μόνη της (ακόμη και οι υποστηρικτές εξάλλου χαρακτηρίζουν το Μνημόνιο ως αναγκαίο κακό και όχι ως καλό καθαυτό) όπως και η αποδοχή ή ακριβέστερα ανοχή του Μνημονίου δεν συνιστά δεξιοσύνη από μόνη της: μπορεί ένας πολιτικός σχηματισμός να είναι δεξιός είτε αριστερός, και ως αντιμνημονιακός και ως «φιλομνημονιακός» τοιούτος.

Στο ερώτημα «Τι» δεξιοί και αριστεροί συντασσόμεθα ομοθυμαδόν, αναφωνούντες Οχι στο Μνημόνιο. Στο ερώτημα «Πώς», ωστόσο, μπορούν να γίνονται οι ιδεολογικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις. Κατ' αρχήν το Μνημόνιο (1, 2 και 3 καθώς και το Μεσοπρόθεσμο) απαρτίζεται από ήδη εφαρμοσμένες πολιτικές της πιο ξεφοβημένης (μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού) νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, οι οποίες εντάσσονται οργανικά στον δεξιό πολιτικό χώρο, παρ' όλη την προσπάθεια των δεξιών συνδικαλιστών να συσκοτίσουν. Και βεβαίως άλλο είναι να τασσόμαστε οργίλοι και χύδην εναντίον του Μνημονίου και διαφορετικό να είμαστε συνειδητά εναντίον του καραδεξιού Μνημονίου.

Μια δεύτερη διάκριση στο ίδιο ερώτημα «Πώς» είναι ότι οι μισθωτοί θα πρέπει να οργανωθούν στα συνδικάτα τους ολοσχερώς (στα επιμέρους όσο και στη ΓΣΕΕ ή τη ΑΔΕΔΥ) και να τα αναβαθμίσουν ώστε να γίνουν υπολογίσιμα σε καθοριστικό βαθμό και όχι να υπολειτουργούν ως λάιτ «κοινωνικοί εταίροι» - από την άποψη αυτή, οι επικείμενες εκλογές θα προκαλέσουν μάλλον σύγχυση: οι μισθωτοί θα συρθούν στις κομματικές επιλογές τους με ετερόκλητα κριτήρια, θα διαβουκολούνται από πολιτικούς σχηματισμούς που δεν θα τους προτείνουν τίποτε περισσότερο από το παρελασίτικο αντιμνημονιακό Οχι και ως ψηφοφόροι θα επιλέξουν με κριτήριο την οργή και τους φόβους για το άδηλο μέλλον σε συνδυασμό με την πιθανή γοητεία κάποιων κομματικών αρχηγών και των ιδεολογικών συμβόλων, δηλ. βαυκαλιζόμενοι με κριτήρια μικροαστικά. Υπονοώ ότι της πολιτικής σοβαρότητος προηγείται η ταξική στιβαρότης και της ταξικής η συνδικαλιστική συνέπεια και ομοιογένεια. Τα αριστερά κόμματα μπορούν να συμβάλουν, όπως το κάμνουν άλλωστε, χωρίς όμως να «καπελώνουν».

Τρίτη διάκριση στο ίδιο «Πώς» είναι ότι η Αριστερά πρέπει να γλιτώσει από το πασοκο-νεοδημοκρατικό σύνδρομο του λαϊκισμού - ακόμη και οι μπολσεβίκοι λάμβαναν «αντιλαϊκά» μέτρα.
Ορισμένες από τις τρέχουσες σήμερα πολιτικές προτάσεις είναι προοδευτικές αλλά «αντιλαϊκές» (π.χ. είσπραξη του ΦΠΑ από τους ελεύθερους επαγγελματίες, κατάργηση των κίβδηλων επιδομάτων). Προς το παρόν πάντως τα αριστερά κόμματα αποφεύγουν να εντάξουν στα πολιτικά προγράμματά τους «αντιλαϊκά» μέτρα όπως ο διάβολος το λιβάνι.

Τέταρτη διάκριση στο ίδιο «Πώς» είναι ότι η Αριστερά δεν χρωστά να υποκύπτει στον πειρασμό του μαυρόασπρου: δεν θα την έβλαπτε να επικροτεί ορισμένα πολιτικά μέτρα και συμβάντα χωρίς να φοβάται μήπως κατηγορηθεί για «δεξιά παρέκκλιση». Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι οι πρόσφατες αποκαλύψεις των οικονομικών ατασθαλιών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως οι «τυφλοί» που οι μισοί «ανέβλεψαν» μέσα σ' ένα προώρως συντελεσθέν Σάββατο του Λαζάρου, είναι επαινετές εφόσον υπερβούμε το συνωμοσιολογικό θεώρημα που ισχυρίζεται πως «Τα κάνουν για αντιπερισπασμό, βγάζουν τώρα μερικά σκάνδαλα συντονισμένα έτσι ώστε να αποπροσανατολίσουν, να ενοχοποιήσουν τους εργαζόμενους και τελικά να περάσουν τις μειώσεις μισθών και συντάξεων ανώδυνα».

Οδηγώντας το θεώρημα στην ακραία υπερβολή του, αν ένας τέτοιος «αντιπερισπασμός» έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της διαφθοράς, τότε ας ευχηθούμε να αυξηθεί έως την ελαχιστοποίησή της. Στην περίπτωση θα ταίριαζε κατά τη γνώμη μου όχι απλώς να είναι «ακαδημαϊκά» αντίθετη, παρά ακόμη και να πρωτοστατήσει η Αριστερά στην καταπολέμηση π.χ. της λαθρεμπορίας των καυσίμων.

Παρεκβατικά: πόσο ανακριβής και δεξιά είναι η λέξη οι «εργαζόμενοι». «Εργαζόμενος» είναι και ο συνταξιούχος που κουρεύει το γκαζόν του. Για μισθωμένους ανθρώπους, που νοικιάζουν την εργατική τους δύναμη, πρόκειται για εκείνους που ο (μείζων όσο και το φυσικό μπόι του) Μαγιακόβσκι τους χαρακτηρίζει ιδιοφυώς «αμίλητους»: «Αυτωνών των αμίλητων το πετσί μοιάζει παράξενα αργασμένο. / Τους φτύνουνε κατάμουτρα κι αυτοί σκουπίζουνε βουβοί το φτύμα από το πρόσωπο. / Ν' αγριέψουν, δεν το λέει η καρδούλα τους/ και πού να πούνε το παράπονό τους; / Και πώς να στερηθούνε τα ψιχουλάκια του μισθού; / Μισή ώρα το πολύ κρατάει ο αναβρασμός τους, / μετά τους ξαναπιάνει το τρεμούλιασμα.»

«Αμίλητοι» σαν τις εργάτριες που περιμένουν χαράματα στη στάση το λεωφορείο της εταιρείας στην Ελευσίνα. Κάπως έτσι.

NEA 29/3/2012

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Βία, δημοκρατία και φρούτα εποχής

Του Γιάννη Βούλγαρη

Η εθνική γιορτή που απειλείται από τα γιουρούσια των κόκκινων και των μαύρων «αγανακτισμένων», γήπεδα που γίνονται πεδία μάχης, το αθηναϊκό κέντρο που καίγεται και βανδαλίζεται, διαχεόμενη εγκληματικότητα, σπείρες δημοσίων υπαλλήλων που κάνουν μπάζες ιδιοποιούμενες τους κρατικούς θεσμούς, η αριστερή ιδεολογική νομιμοποίηση και παρακίνηση στην «ανυπακοή» προς ένα κράτος υπό διάλυση, τα εγγόνια των ταγματασφαλιτών που κηρύσσουν από το Δίστομο αντιγερμανικό αγώνα, η δικαστική επιβεβαίωση των παρανομιών μεγαλοπαραγόντων του δημόσιου βίου. Η ανομία, η αύξουσα διάλυση του συντεταγμένου πολιτικού και κοινωνικού βίου, χτυπά όλο και πιο συχνά πλέον το καμπανάκι. Η κρίση διαβρώνει συστηματικά τη νομιμοποίηση του κράτους και τη συμβολική ενοποιητική λειτουργία του έθνους.

Εκ πρώτης όψεως οι ανησυχητικές αυτές δυναμικές εξηγούνται με το μέγεθος και τις επιπτώσεις της εθνικής κρίσης. Οι διαστάσεις όμως που προσλαμβάνουν δείχνει ότι κάτι σάπιο προϋπήρχε και δούλευε ως πρόβλημα ή έρπουσα παρακμή του «μεταπολιτευτικού δημοκρατικού κεκτημένου». Πολλά άλλωστε από τα ανωτέρω φαινόμενα είχαν ήδη εκδηλωθεί προ της κρίσης: από τη διάχυτη διαφθορά των «πάνω» και των «μεσαίων», από τον αντιδημοκρατικό λαϊκισμό που διέτρεχε τις πρακτικές όλων των πολιτικών παρατάξεων, ώς το μηδενιστικό καταστροφικό μένος του «νεοαναρχισμού» και των «μπαχαλάκηδων». Πώς η περίοδος της ομαλότερης λειτουργίας της Δημοκρατίας παρήγαγε και παράγει τέτοιες αντιδημοκρατικές ανομικές συμπεριφορές; Η συζήτηση είναι μεγάλη αλλά θα πρέπει να γίνει, σαν αναστοχασμός της μεταπολιτευτικής περιόδου και με επίγνωση του λεπτού και αντιφατικού χαρακτήρα της Δημοκρατίας. Οι δημοκρατικοί θεσμοί μπορεί να ενισχύουν καλές δημοκρατικές πρακτικές, εφόσον όμως μεσολαβεί μια ανάλογη πολιτική συμπεριφορά και ένα ανάλογο δημοκρατικό ήθος. Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα αυτή η μεσολάβηση αποτυπώθηκε στη συμβίωση και στη διαπάλη αντίρροπων τάσεων και νοοτροπιών. Η δημοκρατική κουλτούρα, η ανεκτικότητα και ο ορθολογισμός ενισχύθηκαν από τη σταθεροποίηση της δημοκρατίας και την κοινωνική ανέλιξη. Ταυτόχρονα όμως συμπλέχτηκε με την κυρίαρχη πολιτικοκομματική πρακτική της δημαγωγίας και της συναλλαγής μεταξύ εξουσίας, ατόμων, οργανωμένων συμφερόντων και τοπικών κοινωνιών. Δημοκρατική κουλτούρα και εκδημοκρατισμός της πολιτικο-οικονομικής συναλλαγής συνυφάνθηκαν με διαβρωτικά αποτελέσματα για το κύρος του κράτους και των θεσμών. Ο «νέος πολιτισμός» του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστικού καπιταλισμού ενίσχυσε τις παθογένειες κορυφώνοντας τον άκρατο καταναλωτισμό, τον «κτητικό ατομισμό» και τον μεταμοντέρνο ηδονισμό. Ετσι, η νεοαποκτηθείσα ευημερία αποκοβόταν βαθμιαία από τη δημιουργική εργασία και το υγιές κέρδος, ο καταναλωτισμός από την παραγωγή και ο ατομισμός από το δημόσιο συμφέρον. Οι ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές ήταν όλο και περισσότερο ανοιχτές τόσο στην προοπτική του δημοκρατικού εκσυγχρονισμού όσο και της διάχυσης της κοινωνικής ανομίας και της διαφθοράς. Η συγκεχυμένη συμβίωση διατηρείτο όσο η ανάπτυξη και ο δανεισμός τροφοδοτούσαν όλες αυτές τις συνιστώσες της μεταπολιτευτικής κουλτούρας.

Η κρίση ανέτρεψε αυτή τη συνθήκη καθιστώντας τις αντίρροπες δυναμικές ανοιχτά συγκρουόμενες. Το κύρος του κράτους και το έθνος ως κοινότητα αλληλεγγύης δοκιμάζονται. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η δημοσκοπική προς το παρόν αποδόμηση του κομματικού συστήματος, καταλήγει να είναι σχεδόν επιφαινόμενο ευρύτερων και εν μέρει επικίνδυνων μεταβολών. Στην ουσία, αλλάζουν και κατά κανόνα φθείρονται βασικές συντεταγμένες της νομιμοποίησης της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας.

Οι θεσμοί και το πνεύμα μιας εποχής καθορίζονται από την ιστορική εμπειρία και τα τραύματα που η χώρα θέλει να υπερβεί με τη νέα θέσμισή της. Η μεταπολιτευτική Ελλάδα ήθελε να αφήσει πίσω τη δικτατορία και την «ελεγχόμενη» μετεμφυλιακή δημοκρατία των αποκλεισμών και των διακρίσεων. Στο νέο δημοκρατικό πλαίσιο οι τρεις ιστορικές παρατάξεις αλληλοαναγνωρίστηκαν ως πολιτικοί αντίπαλοι και όχι ως εχθροί. Η ομαλή εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία σταθεροποίησε το σύστημα, η παραδοσιακή Αριστερά παρά την προσκόλλησή της στο σοβιετικό μοντέλο αναγνώρισε την αξία της δημοκρατίας, ενώ από την άλλη, η Ακροδεξιά ήταν απονομιμοποιημένη λόγω του αντιφασιστικού χαρακτήρα της Μεταπολίτευσης. Στα μυαλά των πολιτών και στις τεχνικές των δημοσκόπων, ο κομματικός ανταγωνισμός μπορούσε να αναπαρασταθεί σε έναν άξονα Αριστερά-Δεξιά. Στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, αυτή η μεταπολιτευτική δημοκρατία δέχεται πολλαπλές επιθέσεις. Ο αριστερός και δεξιός εξτρεμισμός προσπαθεί να την εξομοιώσει με τη δικτατορία, η λαϊκιστική αντιπολιτική επιθετικότητα των απογοητευμένων πρώην πελατών του κομματικού κράτους, την υποβιβάζει σε «κλεπτοκρατία», η παραδοσιακή Αριστερά χωρίς πρόγραμμα και σχέδιο, σιγοντάρει την απονομιμοποίηση με τη ρητορική της ανυπακοής ή της «αντίστασης». Ο χώρος του κομματικού ανταγωνισμού μεταβάλλεται, μοιάζοντας όλο και περισσότερο με πέταλο, καθώς οι αντίθετοι εξτρεμισμοί συνυπάρχουν και συχνά επιτίθενται από κοινού σαν φαιοκόκκινο μέτωπο. Οι ιστορικές διαχωριστικές γραμμές και ευαισθησίες σβήνουν, τόσο ώστε ο κ. Καμμένος, άνετος, να μην αποκλείει τη συμμαχία του ακροδεξιού κόμματός του με το ΚΚΕ (!).

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα, διδαγμένη από την περίοδο της «εθνικοφροσύνης», έπαψε να χρησιμοποιεί το Εθνος σαν μια υπερβατική συλλογικότητα στην οποία κάποια από τις επιμέρους παρατάξεις είχε ιδιαίτερα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και μπορούσε να αποκλείσει τους πολιτικούς αντιπάλους, θεωρώντας τους «προδότες» και «μιάσματα». Στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, αναβιώνει με ευθύνη της παραδοσιακής Αριστεράς και της Ακροδεξιάς μια αποκρουστική νέα «εθνικοφροσύνη» που θέλει να αναγορεύσει και πάλι τους πολιτικούς αντιπάλους σε εχθρούς και όργανα «ξένων δυνάμεων».

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα «κατασκεύασε» το πολιτικό υποκείμενο «κυρίαρχος Λαός» σε αντιδιαστολή με τη μετεμφυλιακή πραγματικότητα στην οποία εξωθεσμικά και εξωκοινοβουλευτικά κέντρα νέμονταν μέρος τουλάχιστον της εξουσίας. Μετά τη χούντα, ο «Λαός» ήταν ανώτερος από το σύνολο των ατόμων που τον αποτελούσαν, γιατί η ίδια η συγκρότησή του ταυτιζόταν με τη Δημοκρατία και το γενικό συμφέρον. Ο λαϊκισμός αργότερα μετέτρεψε τον κυρίαρχο λαό σε πρόσχημα για τη νομιμοποίηση ποικίλων ιδιωτικών και συντεχνιακών συμφερόντων εις βάρος του γενικού. Στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, αυτός ο ιδιωτικοποιημένος λαός, που κατακερματίστηκε πριν συντεχνιακά, σκορπίζεται πολιτικοκομματικά, μέσα στη σύγχυση που έχει προκαλέσει η απότομη οικονομική πτώση. Αναζητά αλαφιασμένος τον δρόμο της εθνικής ανασυγκρότησης, αναζητά δηλαδή μια νέα σχέση του ατομικού με το γενικό συμφέρον έτσι ώστε να ανασυσταθεί και ο ίδιος ως Λαός αντί της «αγανακτισμένης» μάζας.

Ολα αυτά σημαίνουν ότι στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, η γεωπολιτική θέση της χώρας και ο πολιτισμός της Δημοκρατίας γίνονται και πάλι διακύβευμα που χωρίζει τις κομματικές δυνάμεις. Το «μεταπολιτευτικό δημοκρατικό κεκτημένο» έχει διαβρωθεί από τις δικές του αντιφάσεις, και τις επιθέσεις που δέχεται από δυνάμεις και συμπεριφορές που κινούνται πλέον εκτός αυτού του πλαισίου. Κατά τούτο, οι αναταράξεις στο κομματικό σύστημα αντανακλούν ευρύτερες μεταβολές με επικίνδυνες ενδεχομένως απολήξεις. Μπροστά στις εκλογές, το τόξο των πολιτικών δυνάμεων από τη φιλοευρωπαϊκή Δεξιά ώς τη δημοκρατική Αριστερά, τόξο που πρεσβεύει την ανασυγκρότηση της χώρας μέσα στην Ευρώπη και το ευρώ, έχει δύσκολο έργο. Δεν είναι εύκολο να καταστρώσεις μια εθνική πρόταση ανασυγκρότησης που να αντιμετωπίζει την κρίση και να αποκαθιστά την αξιοπρέπεια της χώρας στην Ευρώπη η οποία συγκροτείται πλέον πολιτικά αλλά όχι ακόμα δημοκρατικά. Ούτε είναι εύκολο να διασώσεις το «μεταπολιτευτικό δημοκρατικό κεκτημένο» ανανεώνοντάς το μέσα από τον αυτοκριτικό αναστοχασμό, πόσω μάλλον να επαναξιοδοτήσεις τη δημοκρατία ώστε να περιλάβει υλικά και ηθικά τις νεότερες ηλικίες.

Η ελπίδα είναι ότι το τόξο αυτό που εκφράζει μια ικανή πολιτικοκοινωνική πλειοψηφία και ενστερνίζεται τον ευρωπαϊκό δρόμο, θα συνειδητοποιήσει το ιστορικό διακύβευμα και θα θελήσει να περιφρουρήσει τον συντεταγμένο δημοκρατικό βίο που κατακτήθηκε, καθώς η κρίση παράγει πλέον περίεργα φρούτα εποχής
 
ΝΕΑ 24/32012

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Πυροβολώντας τη Δημοκρατία

του Γιώργου Μαλούχου

Είναι πια ζήτημα ελάχιστων εβδομάδων ο ελληνικός λαός να εκφράσει την κυρίαρχη βούλησή του στις κάλπες. Αυτό σημαίνει πολλά: σημαίνει ότι θα έχει τη δυνατότητα να επικυρώσει ή να απορρίψει την πολιτική που έχει ακολουθηθεί στη χώρα. Σημαίνει ότι μπορεί να οδηγήσει το πολιτικό τοπίο σε νέα σχήματα, ενδεχομένως και σε πλήρη αναδιάταξη. Ή, σημαίνει ότι μπορεί να επικροτήσει ότι έχει μέχρι σήμερα συμβεί. Σημαίνει ότι, περισσότερο από ποτέ, ο πολίτης έχει σήμερα τεράστια δύναμη και οφείλει να την ασκήσει, σε όποια κατεύθυνση κι αν πιστεύει ότι είναι το σωστό. Κι όσοι πιστεύουν ότι οι πολίτες είναι «ανώριμοι» και διάφορες τέτοιες μπούρδες, είναι απλώς, κρυφά ή φανερά, συνειδητά ή μη, φασίστες…


Το ότι οι κάλπες είναι πια δίπλα, σημαίνει επίσης ότι κανείς δεν έχει το άλλοθι να προσφεύγει σε βία καμίας μορφής: προπηλακισμοί, απειλές, αντιδημοκρατικές πρακτικές πάσης μορφής από όπου και αν προέρχονται και κατά οποιουδήποτε κι αν στρέφονται, αν συνεχιστούν, δείχνουν ένα και μόνο: το δρόμο προς την ήττα της δημοκρατίας.

Συντεταγμένα και με το αίσθημα ευθύνης όσο ποτέ ενεργό, πρέπει ο καθένας από εμάς να εκφράσει τη βούλησή του με την ψήφο του. Αυτό είναι το καθήκον όλων μας. Ειδικά όταν η ύπατη διαδικασία του δημοκρατικού πολιτεύματος βρίσκεται μια ανάσα μακριά, ουδείς δικαιούται να προστρέχει σε μεθόδους που υπονομεύουν τη δημοκρατία και καλλιεργούν τη διχαστικότητα από την οποία αυτή η χώρα υπέφερε όσο καμία άλλη. Οποιος το πράττει, όπως και να το πράττει, όποιος καταφεύγει σε οποιαδήποτε μορφή βίας ή απειλής, την ώρα αυτή, βλάπτει, συνειδητά ή ασυνείδητα τον τόπο. Δεν υπάρχει κανένας λόγος και καμία νομιμότητα ή νομιμοποίηση ούτε για μισαλλοδοξία, ούτε για βία. Η κάλπη είναι εδώ και σε αυτή θα γίνουν όλα…

Όμως, το ότι πλησιάζουν οι εκλογές, σημαίνει και κάτι ακόμα: ότι ουδείς πολίτης αυτής της χώρας δικαιούται να απέχει. Οι εκλογές αυτές, θα είναι από τις σημαντικότερες της ελληνικής ιστορίας. Δεν θα εκλέξουμε απλώς βουλή και κυβέρνηση. Θα αποφασίσουμε για το δρόμο που θα πάρει η Ελλάδα και όλοι εμείς μαζί της για δυο γενιές…

Κάποιοι, έχουν συνηθίσει να απέχουν – τα ποσοστά της αποχής είναι, και στην Ελλάδα, πολύ υψηλά και επίσης υψηλά καταγράφονται και τώρα στις δημοσκοπήσεις. Αυτή τη φορά, δεν δικαιούνται να το πράξουν. Το τι θα ψηφίσει κάθε πολίτης, είναι ιερό ατομικό πολιτικό του δικαίωμα. Είναι η καρδιά της δημοκρατίας. Το να μην ψηφίσει, είναι πυροβολισμός στην καρδιά της δημοκρατίας. Κάθε μία αποχή, είναι και ένας τέτοιος πυροβολισμός.

Αρκεί να θυμηθεί κανείς δύο μόνο προηγούμενα ελληνικών μαζικών αποχών και που αυτά οδήγησαν: στο νόθο δημοψήφισμα του 1935 για το πολιτειακό, μετά το κίνημα του Κονδύλη, η βενιζελική παράταξη απείχε από τις κάλπες, στις οποίες, επιπλέον, επικράτησε άγρια βία και άγρια νοθεία. Το αποτέλεσμα, ήταν η άμεση παλινόρθωση της μοναρχίας, που είχε καταλυθεί έντεκα χρόνια πριν, με άλλο δημοψήφισμα, του 1924. Ο Γεώργιος Β ήρθε στην Ελλάδα, διόρισε μεταβατικό πρωθυπουργό τον καθηγητή Δεμερτζή και, στη συνέχεια, μετά τον αιφνίδιο θάνατό του, διόρισε τον Ιωάννη Μεταξά: η βουλή του έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης με 241 ψήφους και ο δρόμος για τη δικτατορία είχε ανοίξει… Όλα αυτά, έγιναν μέσα σε λίγους μήνες και έγιναν με κεντρικό πολιτικό διακύβευμα τη ρύθμιση του χρέους από την πτώχευση του 1932 και τις απαιτήσεις των πιστωτών, του «Συμβουλίου των Ομολογιούχων»… Αλλά και το 1946, έντεκα χρόνια αργότερα, η Αριστερά απείχε από τις εκλογές: τις συνέπιες, τις γνωρίζουν όλοι…

Σήμερα, μαζικές αποχές πολιτικών χώρων δεν υπάρχουν. Δεν γίνονται. Όμως, αυτό που γίνεται, είναι οι ατομικές αποχές και μάλιστα αυτές είναι πάρα πολύ υψηλές. Το αποτέλεσμά τους, ίσως να είναι το ίδιο ή και χειρότερο…

Με τις εμπειρίες του ’35 κα του ΄46 πίσω μας και με τις τεράστιας σημασίας αποφάσεις που έχουμε μπροστά μας, το βράδυ των εκλογών, θα πρέπει να βρεθούν τόσο έγκυρα ψηφοδέλτια, όσοι είναι και οι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους πολίτες αυτής της χώρας.

Ο κάθε πολίτης πρέπει να σταθμίσει τα πράγματα και να αποφασίσει. Ο ίδιος, όχι άλλοι γι αυτόν. Και ασφαλώς όχι η ψευδαίσθηση ότι απέχοντας τηρεί μια στάση με αξιακό περιεχόμενο. Οποιος απέχει, απέχει από το καθήκον του απέναντι στην πατρίδα. Οποιος ψηφίσει, ότι κι αν ψηφίσει, είναι δικό του θέμα, πράττει αυτό το καθήκον.

Κανείς δεν δικαιούται να πει στον άλλο ότι είναι λιγότερο πατριώτης επειδή επιλέγει να ψηφίσει το α, το β, ή το γ κόμμα. Δικαιούται όμως να το πει, αν επιλέξει να μην ψηφίσει. Είτε θέλει να διαμαρτυρηθεί, είτε θέλει να επιβραβεύσει, είτε θέλει να στηρίξει την α κατεύθυνση είτε να απορρίψει τη β για το μέλλον, ο κάθε πολίτης οφείλει να ψηφίσει. Και όλοι οφείλουν να σεβαστούν το αποτέλεσμα που θα βγάλει η κάλπη.

Η δημοκρατία, είναι το τελευταίο μας οχυρό. Αν δεν το προστατεύσουμε πηγαίνοντας όλοι στις κάλπες και πηγαίνοντας ήρεμα αποτάσσοντας κάθε μορφή βίας και μισαλλοδοξίας, δεν θα μας έχει μείνει πλέον τίποτα… Ας μην την πυροβολήσουμε μόνοι μας. Θα πυροβολούμε τον εαυτό μας και το μέλλον των παιδιών μας. Η δημοκρατία και ο σεβασμός στις αποφάσεις της, όποιες κι αν είναι, αποτελεί τη μόνη μας ελπίδα. Αν την αποποιηθούμε, την αποδυναμώσουμε, ή την καταρρίψουμε, τίποτα πια δεν θα μείνει…

ΒΗΜΑ  16/3/2012



Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

"Ich bin kein Marxist"

                                                   


                       14 Μαρτίου 1883


                                   

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Περί «ελληνικής εξαίρεσης»

Η Ευρώπη δεν είναι η ταύτιση των τμημάτων της, αλλά η μεταξύ τους επικοινωνία

Του Γιώργου Σιακαντάρη

Πολλοί στην Ελλάδα αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη έχουν ώς σήμερα μιλήσει για το τεράστιο πρόβλημα που προκύπτει με τις σχετικές για τα εργασιακά και το κοινωνικό κράτος απαιτήσεις της τρόικας. Απαιτήσεις που αντιτίθενται στον πυρήνα αυτού που ονομάστηκε κοινωνική Ευρώπη. Πολλοί επίσης έχουν κάνει κριτική στον οικονομικό πυρήνα των προτάσεων αυτών, η μονομέρεια των οποίων στη μείωση των δαπανών στραγγαλίζει όχι μόνο το κοινωνικό κράτος και την κοινωνική δικαιοσύνη αλλά και την ίδια την οικονομία την οποία υποτίθεται θέλουν οι δανειστές μας να ανορθώσουν.


Στην Ελλάδα οι συντεχνίες, ο λαϊκισμός και ο κρατισμός έχουν καταδυναστεύσει το παραγωγικό της μοντέλο. Είναι σίγουρο πως η χώρα δεν μπορούσε το 2009 να συνεχίσει, με το πρωτογενές έλλειμμά της να ξεπερνά τα 17 δισ. ευρώ. Η χώρα δεν μπορούσε να συνεχίσει να καταναλώνει χωρίς να παράγει και χωρίς να εξάγει. Γιατί μεγαλύτερο πρόβλημα από το χρέος και τα δημοσιονομικά ελλείμματα είναι το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών. Από την ανάγκη όμως να αλλάξουμε το παραγωγικό μας μοντέλο μέχρι την κατεδάφιση των βάσεων του όποιου κοινωνικού κράτους, η απόσταση είναι τόσο μεγάλη όσο από τη δημοκρατία ώς τον ολοκληρωτισμό των άκρων.

Η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, η αφυδάτωση των εισοδημάτων, η απίσχνανση του όποιου κοινωνικού κράτους, η εγκατάλειψη των ασθενέστερων στρωμάτων - τη στιγμή μάλιστα που οι σημερινές κοινωνίες του ρίσκου κάνουν ακόμη πιο επιτακτική την προστασία τους - απειλούν ολόκληρο το οικοδόμημα της Ευρώπης και την ίδια τη δημοκρατία της.

Τελευταία, όμως, έχει ανοίξει μια ακόμη πιο επικίνδυνη συζήτηση για το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης. Αυτή αφορά τα κριτήρια για τη συμπερίληψη μιας χώρας σ' αυτήν. Ετσι, όλο και πιο συχνά ακούγονται φωνές υπέρ της δήθεν ελληνικής εξαίρεσης. Σύμφωνα με αυτόν το μύθο, υπάρχει ένας ιδεώδης τύπος βάσει του οποίου άλλα κράτη ανταποκρινόμενα σ' αυτόν ανήκουν στην Ευρώπη, ενώ όσα δεν ανταποκρίνονται βρίσκονται εκτός. Σύμφωνα με τις θεωρίες ταύτισης και εξαίρεσης, η Ευρώπη αποτελεί έναν ενιαίο πολιτισμικά και κοινωνικά χώρο, το βασικό συστατικό του οποίου είναι η ενότητα, κάτω από ένα ενιαίο πνεύμα, των ξεχωριστών μελών της. Αυτή η συντηρητική θεώρηση, με την προκρούστεια λογική που τη διέπει, πετσοκόβει ό,τι δεν χωρεί σ' αυτό το κρεβάτι.

Το διαφωτιστικό πρόταγμα της ενιαίας Ευρώπης δεν είχε καμιά σχέση με αυτή τη θεώρηση. Η Ευρώπη, όπως υποστηρίζει ο Τσβετάν Τοντόροφ, είναι μία και πολλές ταυτόχρονα. Ηδη ο Χιουμ έβλεπε την ευρωπαϊκή ταυτότητα όχι ως κοινό γνώρισμα που το μοιράζονται όλοι, αλλά ως πολλαπλότητα διαφορετικών ατόμων, αλλά και πολιτισμών, θρησκειών, γλωσσών και κοινωνικών σημασιών.

Η Ευρώπη δεν είναι η ταύτιση των τμημάτων της, αλλά η μεταξύ τους επικοινωνία. Γεωγραφικοί, εμπορικοί και πολιτισμικοί λόγοι έκαναν αυτή την ήπειρο ανοικτή στην επικοινωνία. Οσο στην Ευρώπη υπήρχαν μόνο γεωγραφικές διευκολύνσεις αυτή η επικοινωνία δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί, γιατί την εμπόδιζαν οι θρησκευτικοί και εθνοτικοί διαχωρισμοί. Από τη στιγμή όμως της Βιομηχανικής Επανάστασης και της ανόδου της αστικής τάξης έγινε δυνατή η επικοινωνία των ευρωπαϊκών λαών. Ολες οι εξελίξεις στηρίχτηκαν στο κοινό πρόταγμα του Διαφωτισμού, στην προτεραιότητα του αυτόνομου και αυτοτελούς ατόμου έναντι των κρατικών εξουσιών, των εκκλησιαστικών αυθεντιών και των εθνοτικών κοινοτισμών.

Αυτή λοιπόν η επικοινωνία συνέβαλε στη γνώση της διαφορετικότητας των λαών και των πολιτισμών που συνέθεταν τον ενιαίο χώρο της Ευρώπης. Δεν είναι όμως η ενότητα που αποτελεί την ουσία της, αλλά η πολλαπλότητα, ο σεβασμός της διαφορετικότητας, η δημοκρατία και βεβαίως βάση της παραμένει η αυτονομία του ατόμου. Ο Βολταίρος στις φιλοσοφικές του Επιστολές έγραφε, «αν υπήρχε στην Αγγλία μία μόνο θρησκεία, ο δεσποτισμός της θα ήταν εμφανής, αν υπήρχαν δύο, αυτές θα αλληλοσπαράζονταν. Αυτές όμως είναι τριάντα, γι' αυτό ζουν ειρηνικά και ευτυχισμένα». Οι συντηρητικές απόψεις που θεωρούν πως η Ελλάδα δεν είναι ευρωπαϊκή χώρα ποτέ δεν θα καταλάβουν τον Βολταίρο. Γιατί σε τελική ανάλυση, η ιστορία της Ευρώπης δεν είναι η ιστορία των διαφορετικών εθνών που ζουν σ' αυτήν, αλλά εκείνη η διαδικασία ενοποίησης που, με άξονα τη δημοκρατία, διατηρεί τον πλουραλισμό της.

NEA 09/03/2012

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

«Ανακούφιση» και «απόγνωση»

του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Ως σκεπτόμενο ον, ο άνθρωπος θα μπορούσε να ορισθεί ως ένα ζώο που πορεύεται και δρα με βάση την αβεβαιότητα. Αυτή τον τρομοκρατεί, αυτή τον κινητοποιεί, αυτή τον εμπνέει, αυτή και τον επικαθορίζει, στη ζωή και στην Ιστορία. Μόλις λοιπόν «κλείσει» ένα ζήτημα, θα ξεφυτρώσουν άπειρα άλλα, εξίσου απειλητικά και προκλητικά. Η αγωνία για το μέλλον δεν κατασιγάζεται. Απλώς αλλάζει αντικείμενο, μετατοπίζεται και μετονομάζεται. Με αυτή την έννοια λοιπόν, η φαινόμενη άρση της μείζονος «εθνικής αβεβαιότητας» που, σύμφωνα με την άρχουσα γνώμη, επικαθορίζει το μέλλον, το δικό μας και εκείνο των παιδιών και εγγονιών μας, δεν μπορεί παρά να προκαλεί ανακούφιση. Η υπογραφή της δανειακής σύμβασης φαίνεται να απομακρύνει το φάντασμα της κατάρρευσης και να αποσοβεί το καταστροφικό ενδεχόμενο της άμεσης αποβολής από την ευρωζώνη και της αναγκαστικής επιστροφής στη δραχμή, ή μάλλον στους οβολούς.


Ομως η ιστορία δεν τελείωσε. Πριν ακόμα ξεχαστούν οι παλιές, νέες αβεβαιότητες έχουν ξεφυτρώσει στη θέση τους. Ακόμα και αν ελπίζεται πως θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τις επερχόμενες αντιξοότητες σε εύθετο χρόνο ως πιο σοφοί, ξεκούραστοι και σφριγηλοί, στην πραγματικότητα δεν κάνουμε τίποτε άλλο από το να μεταθέτουμε την εγγενή αγωνία μας. Αντί να κρεμόμαστε από τη συγκεκριμένη εξέλιξη της καλής ή κακής διάθεσης των ορατών σωτήρων της σήμερον, επιλέγουμε να βρεθούμε στο έλεος της αόρατης δυναμικής των «αστάθμητων παραγόντων» της αύριον. Η «ιστορική» συμφωνία δεν είναι λοιπόν τίποτε άλλο από μια συμπεφωνημένη αναβολή των άδηλων προεκτάσεων της εγγενούς ιστορικής πανουργίας. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Ανέκαθεν, το βασικό μέλημα της πολιτικής ήταν να κερδίζει χρόνο ενάντια στις πανούργες δυνάμεις που την υπονομεύουν.

Ετσι, η νεοπροσδιοριζόμενη αβεβαιότητα του μέλλοντός μας παραμένει κατ' ανάγκην ριζική και αθεράπευτη. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κατ' επάγγελμα ή καθ' έξιν οικονομολογούντες ομολογούν ότι είναι απολύτως αδύνατο να γνωρίζουμε αν η σωτήρια λύση είναι και «βιώσιμη» (σύμφωνα με το λεξιλόγιο του συρμού). Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι οι κατ' επάγγελμα ή καθ' έξιν σωτήρες οχυρώνονται πίσω από την απόφανση ότι, αφού δεν υπήρχαν άλλες έτοιμες «λύσεις», εκείνη που επιλέχθηκε δεν μπορεί παρά να ήταν η «καλύτερη δυνατή». Δεν είναι τέλος τυχαίο ότι οι κατ' επάγγελμα ή καθ' έξιν αποστασιοποιημένοι αναλυτές των ανθρώπινων πραγμάτων δεν κουράζονται να υπογραμμίζουν ότι οι εκ των υστέρων προγνώσεις είναι πάντα είτε μάταιες είτε εκ του πονηρού, αφού κανείς δεν μπορεί ποτέ να γνωρίζει τι θα είχε συμβεί αν δεν είχαν γίνει αυτά που έγιναν. Παραμένει όμως γεγονός ότι όλοι οι «άλλοι», οι κατ' επάγγελμα ή καθ' έξιν απλοί πολίτες, πάνω στη ράχη των οποίων διεξάγεται η «μάχη της εθνικής σωτηρίας», καλούνται να νιώθουν ανακούφιση με την αποκοπή του πιο κοντινού κεφαλιού της Υδρας και να αποστρέφουν με ή χωρίς βδελυγμία το βλέμμα τους από όσα παραμένουν ακόμα απόμακρα.

Υπό τους όρους αυτούς, το δίδαγμα είναι σαφές: εις πείσμα των αντιξοοτήτων, η πολιτική ηγεσία δεν μπορεί παρά να κάνει ό,τι πρέπει και ό,τι είναι δυνατόν τώρα, ετούτη δηλαδή τη στιγμή - και οφείλει κανείς να ομολογήσει ότι σπάνια στο παρελθόν τα διλήμματα εμφανίζονταν τόσο πιεστικά και τόσο ανυπόφορα -, και οι αναλυτές δεν μπορεί παρά να αναμασούν τις εσωτερικευμένες ορθολογικές συνταγές με βάση τις οποίες υποτίθεται πως «πρέπει» να λαμβάνονται οι αποφάσεις. Ολοι εξάλλου γνωρίζουν πως, ούτως ή άλλως, ο λαός είναι εκείνος που θα κληθεί να υποστεί τις αναπόφευκτες πλην προβλεπόμενες ή ακόμα και προγραμματισμένες «παράπλευρες απώλειες» (ή, σύμφωνα με μιαν άλλη φρασεολογία του συρμού, να αποδεχθεί τις «θυσίες»), όποιες και να είναι αυτές. Ισως λοιπόν να μην είναι τυχαίο ότι κανείς δεν είναι σε θέση (ή ίσως και δεν επιθυμεί) να υπολογίσει με ακρίβεια, «μεσοσταθμικά» ή μη (ο καταναγκαστικός εμπλουτισμός του κοινωνικού μας λεξιλογίου δεν φαίνεται να έχει όρια!), το ύψος και τις προεκτάσεις αυτών των απωλειών, ή θυσιών, ήδη τεράστιων και προσεχώς ακόμα μεγαλύτερων, αν σκεφτούμε πως σε λίγους μήνες θα πρέπει, και πάλι, να ανοίξει και προφανώς να «κλείσει» το λεγόμενο «ασφαλιστικό». Και πιθανότατα, έπεται και συνέχεια.

Πράγματι, αν λάβουμε υπ' όψιν ότι έχοντας ήδη φθάσει στα δυσθεώρητα ιστορικά της «υψηλά», η ανεργία εξακολουθεί να καλπάζει ξέφρενα, ότι οι μισθοί και οι συντάξεις, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, έχουν ήδη μειωθεί κατά 30% τουλάχιστον, ότι η άμεση φορολογία, σε συνδυασμό με τα παντός είδους χαράτσια, έχει ήδη αυξηθεί σε ποσοστό 25% περίπου, ότι η καταπελτώδης αύξηση της έμμεσης φορολογίας (ΦΠΑ κτλ.), σε συνδυασμό με τη διάχυτη αισχροκέρδεια, έχει ήδη οδηγήσει τις τιμές καταναλωτή σε ασυγκράτητη άνοδο και ότι τίποτε δεν φαίνεται να μπορεί να συγκρατήσει την καταπελτώδη αναρρίχηση του κόστους της ενέργειας και των μεταφορών, δεν είναι παράλογο να υποθέσουμε ότι, στα τρία μόλις χρόνια που χωρίζουν το αλήστου μνήμης 2010 από το επερχόμενο μετασωτήριο 2013, το επίπεδο διαβίωσης της μεγάλης μάζας του πληθυσμού, σε πραγματικούς όρους, θα έχει περιοριστεί σε πολύ λιγότερο από το μισό. Και αναφέρομαι εσκεμμένα σε «πληθυσμό» για να αποφύγω τις κατά αμάχητο πλέον τεκμήριο δύσοσμες συνηχήσεις της λέξης «λαός» και όλων, φυσικά, των συνθετικών της.

Κατ' ανάγκην λοιπόν, η άμβλυνση της «γενικής» αβεβαιότητας σε ό,τι αφορά την πορεία της «χώρας» φαίνεται να συνοδεύεται από την «αντίστροφη» όξυνση των αβεβαιοτήτων και της απόγνωσης των ανθρώπων που την ενοικούν. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται, πιστεύω, το μείζον πρόβλημα. Είμαστε ίσως υποχρεωμένοι να αναθεωρήσουμε τους όρους υπό τους οποίους αντιμετωπίζουμε τη σχέση ανάμεσα στην υποστασιοποιημένη οντότητα που ονομάζουμε «χώρα» ή «πατρίδα» και το συγκεκριμένο σύνολο ανθρώπων που ελλείψει άλλου όρου εξακολουθούμε να ονομάζουμε «λαό». Από τη στιγμή που φαίνεται να αποκόπτονται οι επιβιωτικές διέξοδοι για την πλειονότητα των πολιτών, οι ιδέες της εικαζόμενης «συλλογικής βούλησης» και του «γενικού συμφέροντος» δεν μπορεί να παραμένουν αλώβητες. Υπό τις νέες συνθήκες, οι ιδέες του έθνους, της χώρας και της κοινωνίας ως αδιαίρετων και αδιαφοροποίητων ολοτήτων μετατοπίζονται και αλλοιώνονται. Οταν η σωτηρία του Ολου φαίνεται να μπορεί και να πρέπει να επιτελείται ενάντια στην εικαζόμενη βούληση των μελών, είναι φυσικό οι διάχυτες «θεολογικές» καταβολές του νεωτερικού πολιτικού λόγου να προσκρούουν στον αγνωστικισμό ή ακόμα και στην πολιτική αθεΐα.

Με αυτήν την έννοια, η (προσωρινή) άμβλυνση της εθνικής αβεβαιότητας απειλεί να συνεπιφέρει πολύ βαθύτερες μεταλλαγές στις πολιτειακές και πολιτικές συνειδήσεις. Από τη στιγμή που η πρόσληψη του πολιτικού και συλλογικού γίγνεσθαι φαίνεται να αποδεσμεύεται από τις καθημερινές ζωές και τις άμεσες βιοτικές προοπτικές των ανθρώπων, δεν απειλείται μόνο η αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, του πολιτικού προσωπικού και των κομμάτων. Απειλείται επίσης η αξιοπιστία όλων των μεγάλων πολιτικών μύθων της νεωτερικότητας, του «κοινωνικού συμβολαίου», του «γενικού συμφέροντος», της «κοινότητας του εθνικού κράτους», ακόμα και της ίδιας της ιδέας της δημοκρατίας. Στα πλαίσια αυτά λοιπόν, το ενδεχόμενο ασυγκράτητων κοινωνικών εκρήξεων και το φάντασμα της ανομίας δεν είναι κατ' ανάγκην οι πιο δυσοίωνες των ιστορικών προοπτικών. Ακόμα πιο καταλυτική μακροπρόθεσμα μπορεί ίσως να αποδειχθεί η πλήρης αποσάθρωση της ιδέας ότι το πολιτικό σύστημα εκπροσωπεί τους πολίτες και μεριμνά για την άμεση ευζωία και τύχη τους. Ειρωνικά, υπό τις συνθήκες αυτές, και ανεξάρτητα από τις καλές ή κακές προθέσεις των κυβερνώντων, η επαγγελία της «σωτηρίας» της χώρας μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην επέλευση του θανάτου της πολιτικής.

ΒΗΜΑ 26/2/2012

* Οι υπογραμίσεις είναι δικές μου και όχι του Κ.Τ.


Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

Κάνε το όπως ο Roy !!!




Μπορούμε να αγωνιστούμε με ένα σακατεμένο πόδι;
Μπορούμε να αντέξουμε ακόμα λίγο χρόνο, μέχρι να μπορέσουμε να έχουμε τη δυνατότητα να επανορθώσουμε τις βλάβες και να επουλώσουμε τις πληγές μας;


Μπορούμε να εμπνεύσουμε τους γύρω μας , να δούμε το καινούργιο ως μια ευπρόσδεκτη προοπτική που μπορούμε να την διαμορφώσουμε;
Μπορούμε να δούμε κριτικά, μη -μηδενιστικά και εποικοδομητικά το παρελθόν , αποφασιστικά και με αντοχή στον πόνο το παρόν, με ελπίδα αλλά και σχέδιο το μέλλον, ή θα μείνουμε καθηλωμένοι στο άχρονο παρόν του πόνου και στην άρνηση του παρόντος εν ονόματι ενός παρελθόντος τάχαμου ονειρεμένου;

Κάνε το όπως ο Roy!!
                  

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Επιβίωση ή δημοκρατία το δίλημμα για Ελλάδα

Wolfang Munchau (F.T)

Όταν ο Wolfgang Schaeuble πρότεινε ότι η Ελλάδα θα πρέπει να αναβάλει τις εκλογές ως προϋπόθεση για περισσότερη βοήθεια, κατάλαβα ότι οι όροι του παιχνιδιού γίνονται πιο σκληροί. Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών θέλει να αποφύγει μία... εσφαλμένη δημοκρατική επιλογή. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η πρόταση να προχωρήσουμε σε εκλογές, αλλά να σχηματιστεί ένας μεγάλος κυβερνητικός συνασπισμός ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Η ευρωζώνη θέλει να επιβάλει τη δική της κυβερνητική επιλογή στην Ελλάδα - την πρώτη αποικία της ευρωζώνης.


Κατανοώ το δίλημμα του W. Schaeuble. Έχει υποχρεώσεις θεματοφύλακα ενώπιον του γερμανικού κοινοβουλίου και του ζητούν να συνυπογράψει ένα πρόγραμμα, του οποίου την αποτελεσματικότητα αμφισβητεί. Η αποδέσμευση των κεφαλαίων προ των εκλογών είναι επικίνδυνη. Τι θα σταματήσει την όποια νέα ελληνική κυβέρνηση και το νέο κοινοβούλιο της χώρας από τη μονομερή αλλαγή της συμφωνίας;

Η Ελλάδα δεν έχει και την καλύτερη φήμη αναφορικά με την εφαρμογή πολιτικών στις οποίες έχει συμφωνήσει. Η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι κατανοητή. Για να ξεπεραστεί αυτό το θέμα, όμως, η ευρωζώνη αναζητά εγγυήσεις που είναι απίστευτα ακραίες.

Η πρόκληση της χώρας κλιμακώνεται εδώ και καιρό. Η πρώτη κίνηση ήταν η εμπρηστική πρόταση για επιβολή δημοσιονομικού κομισάριου στην Αθήνα, που θα έχει δικαίωμα βέτο σε αποφάσεις οικονομικής πολιτικής της Ελλάδας. Αφού απορρίφθηκε αυτή η πρόταση, αξιωματούχοι πρότειναν έναν ειδικό λογαριασμό, που θα εξασφαλίσει ότι η ευρωζώνη θα μπορεί να παρακρατά κεφάλαια γα την Ελλάδα ανά πάσα στιγμή, χωρίς να πυροδοτείται χρεοκοπία. Σαφέστατα, όμως, η πιο ακραία πρόταση ήταν να αναβληθούν οι εκλογές και να παραμείνει η τεχνοκρατική κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Είναι ένα θέμα να παρεμβαίνουν οι πιστωτές στη διαχείριση της πολιτικής της πιστώτριας χώρας. Είναι εντελώς διαφορετικό, όμως, να τους λέμε να αναβάλουν τις εκλογές ή να εφαρμόσουν πολιτικές που προστατεύουν την κυβέρνηση από την εκλογική διαδικασία.

Αυτές οι απαιτήσεις έρχονται σε αντίθεση και με την «κατηγορική προστακτική» του Immanuel Kant. Πρόκειται δε για απαιτήσεις που θα ήταν αντισυνταγματικές ακόμη και στη Γερμανία.

Προσφάτως, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας έκρινε ότι η κυριαρχία του κοινοβουλίου είναι απόλυτη, ότι η βουλή δεν πρέπει να μεταβιβάσει εθνική κυριαρχία σε ξένους θεσμούς και πως το κάθε κοινοβούλιο δεν μπορεί να περιορίζει τις ελευθερίες της επόμενης κοινοβουλευτικής σύνθεσης. Με άλλα λόγια, οι προτάσεις έρχονται σε αντίθεση και με το ίδιο το Σύνταγμα της Γερμανίας. Με λίγα λόγια, οι προτάσεις αυτές είναι ανήθικες.

Ανώτερος Γερμανός αξιωματούχος μου είπε ότι προτίμησή του είναι να αναγκαστεί η Ελλάδα σε άμεση χρεοκοπία. Κατά συνέπεια, το μόνο που μπορώ να συμπεράνω είναι ότι η πρόταση του W. Schaeuble για αναβολή των εκλογών αποτελεί στοχευμένη πρόκληση ώστε να υπάρξει μία ακραία αντίδραση από την Αθήνα. Εάν αυτός ήταν όντως ο στόχος, φαίνεται πως είχε αποτέλεσμα.

Ο Κάρολος Παπούλιας, ο πρόεδρος της Ελλάδας, απάντησε στις... προσβολές του W. Schaeuble. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο υπουργός Οικονομικών, δήλωσε ότι κάποιοι θέλουν να ωθήσουν την Ελλάδα εκτός ευρωζώνης. Πληθαίνουν οι θεωρίες συνωμοσίας. Στην Ελλάδα δεν περνά ούτε μία ημέρα χωρίς κάποια γελοιογραφία στον Τύπο όπου η Angela Merkel και ο Wolfgang Schaeuble παρομοιάζονται με Ναζί. Οι βουλευτές στη Γερμανία εξέφρασαν την οργή τους απαντώντας στην ελληνική οργή. Η Bild, η μεγάλης κυκλοφορίας γερμανική εφημερίδα, ζητά εκδίωξη της Ελλάδας από την ευρωζώνη.
Τρέμω στην ιδέα μιας πράξης βίας που θα διαπραχθεί ενάντια σε Γερμανούς στην Ελλάδα ή ενάντια σε Έλληνες στη Γερμανία. Αυτό είναι το είδος της σύγκρουσης που θα μπορούσε εύκολα να κλιμακωθεί.

Η κατάσταση αυτή φέρνει στην επιφάνεια το πόσο ευάλωτη είναι πολιτικά η τρέχουσα στρατηγική στήριξης της ευρωζώνης. Ας παραμερίσουμε για μία στιγμή τα οικονομικά επιχειρήματα κι ας εξετάσουμε το θέμα πολιτικά. Όσοι ζητούν αύξηση του πακέτου στήριξης θα πρέπει να θυμούνται ότι η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών κοντεύει να εξαντληθεί. Κι αυτό συνέβη μάλιστα προτού εκταμιευθεί το πρώτο σεντς από τα πακέτα στήριξης. Παράλληλα, όμως, είναι και το πιο ισχυρό επιχείρημα για τη δημοσιονομική ενοποίηση.

Εάν στόχος είναι να μετακινούνται εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ, τότε αυτό δεν μπορεί να υλοποιηθεί σε διακυβερνητική βάση, όπου η Γερμανία, η Ολλανδία και η Φινλανδία πληρώνουν για την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία. Για να γίνει αυτό χρειάζεται ένα ομοσπονδιακό σύστημα. Είναι απαραίτητο όχι μόνο για λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας, αλλά για να αποτραπεί σύγκρουση του τύπου Γερμανία εναντίον Ελλάδας. Εάν η δημοσιονομική ενοποίηση αποδειχθεί πολιτικά μη αποδεκτή, τότε θα πρέπει απλώς να παραδεχθούμε ότι το σύστημα μεταφοράς ασφάλειας δεν μπορεί και δεν πρέπει να συμβεί.

Ο λόγος για τον οποίο το τρέχον σύστημα καταρρέει είναι η απώλεια αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Περιορίζει τις πολιτικές επιλογές αντιμετώπισης της κρίσης. Η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι η αιτία για την οποία το ελληνικό πακέτο στήριξης έχει καθυστερήσει μέχρι να φτάσει στο παρά πέντε και γιατί υπάρχουν τόσο πολλές ασφαλιστικές δικλίδες: εφαρμογές προθεσμιών, ειδικοί λογαριασμοί και μόνιμη εκπροσώπηση των πιστωτών και του ΔΝΤ. Σύντομα θα υπάρξει μεγαλύτερη λιτότητα. Σε κάποιο σημείο… κάποιος θα σπάσει.

Η γερμανική στρατηγική φαίνεται πως στόχο έχει να γίνει τόσο αφόρητη η ζωή των Ελλήνων ώστε να θελήσουν από μόνοι τους να φύγουν από την ευρωζώνη. Η An. Merkel σίγουρα δεν θέλει να την πιάσουν με ένα όπλο στο χέρι που ακόμη θα καπνίζει. Είναι η στρατηγική της υποβοηθούμενης αυτοχειρίας, η οποία όμως είναι πολύ επικίνδυνη και ανεύθυνη.

ΠΗΓΗ: http://www.euro2day.gr/


Σχόλιο από anestios: Έτσι , για να δούμε με το μάτι και ενός τρίτου, που βρισκόμαστε. Δεν σηκώνει
δηλαδή ούτε απλουστευτικές προσεγγίσεις, ούτε μονόδρομους, ούτε μια από τα ίδια τα παλιά και γνωστά. Πολιτικά δηλαδή να κατανοήσουμε όλες τις πλευρές των διλλημάτων που τίθενται και της δυναμικής που η κάθε πλευρά είναι δυνατόν να αναπτύξει, τη θέση μας μέσα σε αυτό τον κυκεώνα
αντιθέσεων και επιδιώξεων ταυτόχρονα με τη αμφισημία τους. Να δούμε εναλλακτικές πορείες και επιλογές, χωρίς κολλήματα αλλά και χωρίς τυχοδιωκτισμούς.
 Έχουμε τη νηφαλιότητα , την ψυχραιμία, το καθαρό μυαλό να τα εκτιμήσουμε; Μπορούμε να ξεφύγουμε από τα διάφορα κλισέ που μας ακολουθούν από μια άλλη φάση της ιστορίας και να κάνουμε "συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης"; Μπορούμε να δούμε τις έστω μικρές δυνατότητες που υπάρχουν, εξαντλώντας τες; Μπορούμε να διατηρήσουμε πάσει θυσία την Δημοκρατία και την Αξιοπρέπεια και πάνω σε αυτές να χτίσουμε;
Μπορούμε να μην είμαστε οι πρώτοι που θα "σπάσουμε";

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

Η επόμενη ημέρα της χρεωκοπίας



Επειδή τα πολλά λόγια είναι φτώχεια- και αρκετά θα φτωχύνουμε στην τσέπη, μην φτωχύνουμε και στο μυαλό μας- οι επιλογές μας σήμερα δεν είναι ούτε «μονόδρομος», ούτε «ίσωμα» και απλά συνθήματα τύπου «ναι» και «όχι» δεν χωράνε.


Δυστυχώς πια ένα «ναι» ή «όχι» δεν φτάνει.

Το «ναι» πλεονεκτεί έναντι του «όχι», μόνο σε ένα μικρό πράγμα.

Στο ότι «κερδίζει» και με δυσανάλογα μεγάλο κόστος μάλιστα, ένα ελάχιστο (μα πραγματικά ελάχιστο ) χρόνο, μπας και.... Κυριολεκτικά η ελπίδα του ετοιμοθάνατου μπας και...βρεθεί στο λίγο αυτό χρόνο το φάρμακο που θα τον θεραπεύσει.

Η τραγωδία δεν είναι ότι κινούμαστε μεταξύ μιας χρεωκοπίας και μιας «χρεωκοπίας».

Είναι κυρίως ότι, για καμιά από τις δύο επιλογές (ή μάλλον σε όποια και από τις δύο καταστάσεις τύχει να βρεθούμε) δεν υπάρχει το παραμικρό πλάνο για το πως αντιμετωπίζουμε την κατάσταση .Δεν υπάρχει καμιά απόπειρα σχεδίου για την επόμενη μέρα.Απουσιάζει δηλαδή η πολιτική, μένει η μικροπολιτική, το καραγκιοζιλίκι και η πολυποίκιλη άρνηση της πολιτικής.

Θα έχουμε το χρόνο, μαρτυρικό αλλά ίσως και λυτρωτικό, να καταλογίσουμε ευθύνες , να το βιώσουμε σαν τραγωδία, να χωνέψουμε ότι δεν υπάρχει από μηχανής θεός.

Θα βιώσουμε το δράμα του Επιμηθέα.

Θα κατανοήσουμε ότι χωρίς πολιτική δεν υπάρχει κοινωνία και πρόοδος

Θα μάθουμε ότι καμιά φορά την Λύση την δίνει η Καταστροφή

Ας κρατήσουμε από τον κόσμο που φεύγει, δυο πράγματα μόνο: Δημοκρατία και Αξιοπρέπεια. Αν χάσουμε και αυτά , δεν θα έχει μείνει ελπίδα να πάμε πάλι από την αρχή