Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Το χαρούμενο και λυπηρό στρίμωγμα της Aριστεράς

Του Δημήτρη Σεβαστάκη
Ψάχνει άκρες. Έναν παλιό συμμαθητή από το 60ό Γυμνάσιο της Κυψέλης, έναν σύντροφο από τη «Σπουδάζουσα» . Απ' τα μέσα της δεκαετίας του '80, βρέθηκε στην Πολεοδομία και «πούλαγε» άδειες ή στην τράπεζα και «πούλαγε» επιχειρηματικά δάνεια. Μπόρεσε να χωθεί αφού είχε πλησιάσει την Τοπική του ΠΑΣΟΚ. Λίγο μετά -επί Δεξιάς- έβαλε και τη γυναίκα του στο τότε ΥΠΕΧΩΔΕ. Πέρασαν «φανταστικά», όπως λέει. Ήσυχα και παχιά, με κυριακάτικες εξορμήσεις στη Χασιά (αγριογούρουνο ή προβατίνα), καλά αμάξια (ένα σεντάν 2.000 κυβικών εκείνος, η γυναίκα τζιπάκι και ο γιος Gt-i), εύκολο δάνειο (για φορολογικούς λόγους, τα λεφτά τα είχε), μεγάλο σπίτι (πέντε χιλιάδες, μόνο τα ιταλικά έπιπλα κουζίνας).
Τώρα πιέζεται πολύ. Τα χαράτσια, ο ΕΝΦΙΑ, οι δόσεις (είχε φουσκώσει πολύ τις κάρτες), δεν βρίσκει και κάτι για τον γιο (άνεργος, όλη μέρα με φραπέδες στο Στοίχημα και το smartphone). Έκανε τα χαρτιά του για σύνταξη, είχε τα χρόνια άλλωστε, έχωσε και κάποια πλασματικά. Παίρνει «έναντι» και μαζί μια σημαντική κάτω βόλτα. Φέτος δεν πήγε -πρώτη φορά- στο χωριό. Του προσέχει ένας γείτονας το κτήμα.
Το απόγευμα του Σαββάτου μελαγχολεί στο σούπερ μάρκετ. Όλα ακριβά. Παλιά έπαιρνε τρία - τρία τα μπουκάλια ουίσκι. Μεγαλεία... Τόσα χρόνια είχε εκπαιδευτεί να βρίσκει άκρες, να βρίσκει τις τρύπες του συστήματος, να τις αναπαράγει με τη σειρά του, να τρυπώνει, να ελίσσεται. Μια με τον έναν, μια με τον άλλον -αλλά στον καθένα έλεγε ότι ήταν δικός του. Έπειθε με μια καπάτσα κακομοιριά.
Ανακαλεί σήμερα μια πολιτική αργκό, για να πλησιάσει ξανά τον ΣΥΡΙΖΑΙΟ, «να θυμηθούνε τα παλιά». Είχαν χαθεί τόσα χρόνια. Είναι ένας διαψευσμένος, φοβισμένος, τσαντισμένος μικροαστός. Όχι ριζοσπαστικοποιημένος. Στο προηγούμενο κείμενό μου (Η στροφή προς τον ΣΥΡΙΖΑ είναι και προς την Αριστερά;) είχα ισχυριστεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πλησιάζει μεν την εξουσία (με τον ΕΝΦΙΑ και την αυτοδυναμία), αλλά, παραδόξως, στενεύει το πεδίο πολιτικής του παρέμβασης. Εννοούσα περίπου αυτό που αφηγούμαι.
Ο ανεξέλικτος μικροαστός, χωρίς εγερτικό σθένος, χωρίς καμιά πολιτική ποιότητα, παραγγέλνει από τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ αυτό που του λείπει. Ασφάλεια και φράγκα. Ανασυγκροτεί μια συντηρητική νοοτροπία, μια υπερδεξιά πλαστικότητα. Όχι την καιροσκοπική που ξέρουμε, ούτε αυτή που διακρίναμε πίσω από τις επιστρώσεις του νεόπλουτου τυχοδιωκτισμού. Αλλά μια πιο μίζερη και καταθλιπτική πολιτική «ευλυγισία», εξίσου δουλική και στασιμοποιητική με τις παραδοσιακές.
Έτσι βέβαια γράφεται η ιστορία. Αυτά τα άθλια υπήρξαν τα υλικά της. Ο Μαρξ θεμελίωσε την ανάγκη ως μοχλό της (το πήρε κι ο ΣΥΡΙΖΑ και το πιπιλίζει). Ποια όμως ανάγκη; Γιατί δεν υπάρχουν ανάγκες εκτός ιστορίας, αλλά η κάθε περίοδος συγκροτεί τις δικές της ιεραρχήσεις. Ολόκληρο το δικό μας οικοδόμημα βασίζεται σε ψευδοανάγκες, σε πολιτισμικές επιστρώσεις, όπου ο μικροαστός νομίζει, θεωρεί, παρανοεί. Ως γνωστόν ανάγκη γι' αυτόν υπήρξε η κοινωνική εγγραφή μέσα απ' την καταναλωτική επέκταση, τη μεγέθυνση.
Στην περίπτωση της χώρας μας αυτό έδινε βέβαια δουλειά στους εισαγωγείς αυτοκινήτων και κουζινών, αλλά δεν διαμόρφωνε ίχνος παραγωγικής αυτοσυνείδησης. Διαμόρφωνε νεόπλουτους αυτο-απασχολούμενους τεχνίτες, κατασκευαστές κατοικιών, επιχειρηματίες μάντρας αυτοκινήτων και πωλητές φαρμάκων σε νοσοκομεία, καθώς και μια παρασιτική μεγαλοαστική τάξη. Διαμόρφωσε μια φοροφυγάδα επινοητικότητα, αλλά δεν συγκρότησε ίχνος συλλογικής αλλά και εργασιακής συνείδησης. Ναι, αυτό το απίθανο κοινωνικό υλικό προδεσμεύει την Αριστερά στο πρώτο διάβημά της προς την εξουσία. Και αυτή η προδέσμευση αναπαράγεται.
Πόσες από τις πολιτικές εκφωνήσεις έχουν τον σπασμωδικό χαρακτήρα της αποδοχής ενός τυχαίου λομπίστικου αιτήματος, πόση ρητορική ξοδεύεται για να μην γίνει μισή κουβέντα για τα δύσκολα! Ολόκληρο το αίτημα παραγωγικής ανασυγκρότησης παραμένει δέσμιο συμβάσεων που εγκατέστησε ο ανθρωπότυπος που περιγράφω. Παραγγέλνεται ακόμα μια φορά στην ιστορία μας μια θεότητα που διανέμει αγαθό, αντί να συγκροτηθεί ή ευνοηθεί ο «δύσκολος», αυτόβουλος, ενεργός πολίτης, που παράγει το αγαθό και διεκδικεί την πολιτική του κάρπωση ως συλλογική αναδιανομή, δηλαδή ως δικαιοσύνη, ως θεμελιακό στοιχείο ιστορικής συνείδησης, ταυτότητας,. Όχι ως θυρίδα, αλλά ως ανοικτή διεκδικητική συνθήκη. Γιατί αυτό που παράγεις το μοιράζεσαι. Και αυτό δεν είναι αφαίρεση από το δικαίωμά σου, αλλά τοκισμός της σχέσης σου με τον άλλο.
Αυτό νομίζω είναι η Αριστερά. Φοβάμαι ότι μια τυφλά δικαιωματική Αριστερά καπελώνει την ιστορικά αναγκαία Αριστερά. Σχεσιακή Αριστερά έχουμε ανάγκη, όχι δικαιωματική. Το κακό είναι ότι κρίσιμα επίδικα, όπως η μεταρρύθμιση, οι νέες θεσμικές ποιότητες, η αναδιαμόρφωση του κράτους, των συνδικάτων, το νέο συνεταιριστικό και αυτοδιοικητικό κίνημα (όχι τα διεφθαρμένα κρατικοδίαιτα υβρίδια) διαστράφηκαν από τα παλιά κόμματα σε επαίσχυντο ρουσφέτι (που μάλιστα πολλοί αναπαράγουν και τώρα) και στην εκδικητική μανία που έχει καταλάβει δημόσιο λόγο και χώρο.
Νομίζω μια παρεμφερής με τη δική μου στενοχώρια (για το ότι χαμένοι, εν τέλει, θα είναι οι ίδιοι οι υποδειγματικοί πολίτες) τυλίγει πολλούς, άσχετα αν ο πόθος αλλαγής διασκεδάζει και μεταθέτει. Αλλά είναι σίγουρο ότι στην αναπόφευκτη καμπύλη που θα ακολουθήσει θα εκδηλωθούν όλα. Όσα δεν θέλουμε να δούμε...
Σημείωση 1η. Ο τύπος που περιγράφω μπορεί να έχει και συνέχεια. Π.χ. έγινε μέλος της νομαρχιακής, αφού κατέβασε τους παλιούς συναδέλφους του στην οργάνωση και τον ψήφισαν. Έκανε δικό του μπλογκ και ανεβάζει ανέκδοτα για τον Σαμαρά. Σιγά - σιγά θα μοιράζει δουλειές ΕΣΠΑ.
Σημείωση 2η: Αλήθεια, το ΕΣΠΑ είναι το νέο παραγωγικό όνειρο που θα κτίσει και το νέο ιστορικό υποκείμενο;
Σημείωση 3η: Επιφυλάσσομαι, ελπίζοντας.

* Ο Δημήτρης Α. Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, αν. καθηγητής ΕΜΠ
Αυγή 28/9/2014

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Ας δώσουμε λίγο χώρο

Του Νίκου Ξυδάκη

Το μίσος και η τυφλότης έχουν πολλούς τρόπους έκφρασης. Κάποιοι είναι φρικτοί, μες στην ωμότητά τους και τη δύναμη που έχουν να μας υπενθυμίζουν οδυνηρά το θηρίο που ενυπάρχει στον άνθρωπο. Τέτοια φρικτή έκφραση μίσους είναι, ας πούμε, οι παραδειγματικοί αποκεφαλισμοί που τελούν φονταμενταλιστές με φόντο την έρημο και έναν πυλώνα. Αλλη έκφραση είναι η σιωπηλή βία που υφίστανται οι ανά την Γη περιθωριοποιημένοι και καταφρονεμένοι, οι τρόφιμοι των γκέτο, οι αιωνίως χαμένοι και άτυχοι της Ιστορίας. Αλλη έκφραση βίας είναι οι άμυαλες τελετουργίες νέων ανθρώπων που παραδίδονται στη λατρεία της κτηνώδους δύναμης και του ολοκληρωτισμού, και εντέλει πέφτουν θύματα αυτής της λατρείας.

Ολα συμβαίνουν, στις πολιτισμένες ζώνες και στις απολίτιστες, στις πόλεις, στις ερήμους, όλα μαζί και ταυτοχρόνως, μεταδιδόμενα ακαριαίως και πολλαπλασιαζόμενα από συμβατικά και καινοφανή μίντια, ως εικόνες. Μεταφέρουν μηνύματα οι εικόνες; Μετουσιώνονται σε σκέψη; Δεν μπορώ να πω, κανείς δεν μπορεί να πει τελεσίδικα. Μπορεί οι εικόνες μίσους και βίας να λειτουργούν ως υπομνήσεις της ανθρώπινης φύσεως, ως υπομνήσεις για την ανάγκη διαρκούς αγώνα για αποθηρίωση και ενανθρώπιση. Μπορεί. Μπορεί όμως να μένουν εικόνες, να καταναλώνονται ως εικόνες, από ένα παγκόσμιο κοινό μιθριδατισμένο, που προσεγγίζει πλέον τη φύση του ως διαδοχή εικόνων μέσα από το σμάρτφον και την ταμπλέτα, μέσα από τις οθόνες που κατακλύζουν τράνζιτ αυτοκινητόδρομων και αεροδρομίων. Εικόνες.

Μα και η διάχυτη κακία στον επιπολής βίο, χωρίς καν τα ακραία φαινόμενα της θανάτωσης, της σωματικής βίας. Ενταση, φθόνος, μοχθηρία, στρατοπεδικός χωρισμός του κόσμου σε άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, δικός μας-εχθρός. Η κρίση δεν ρήμαξε μόνο τις υλικές προϋποθέσεις του βίου, αλλά και τα ηθικά του θεμέλια, τις δυσκολοκατορθωμένες ψυχοπνευματικές προϋποθέσεις του έλλογου συλλογικού βίου. Η πενία, η δυσχέρεια, η ανασφάλεια, η διευρυνόμενη ανισότητα και αδικία κατατρώγουν και κλονίζουν το πλαίσιο ειρηνικής συμβίωσης, την ανεκτικότητα, την αμοιβαία αποδοχή, την καταλλαγή και την αλληλοπεριχώρηση. Ολα αυτά υποχωρούν, σβήνουν. Φουντώνουν οι συγκρούσεις ― υπαρκτές βεβαίως και θεμιτές σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, αλλά τώρα θεριεμένες και άσβεστες, άλλοτε από την ανάγκη και τη δίκαιη αγανάκτηση, αλλά συχνά και από την τυφλή οργή, τον ξαναμμένο φθόνο, την παμφάγο κατάκριση.

Αυτές τις δεύτερες δεν θα τις ονόμαζα καν συγκρούσεις, αλλά έριδες, νείκος, μανίες των αδερφοφάδων. Διότι στην κοινωνική σύγκρουση υπάρχουν ομάδες, συμφέροντα, διαχωριστικές γραμμές, υπάρχει υπολογισμός ή και σεβασμός του αντιπάλου, υπάρχει λόγος, και υπάρχει τέλος. Στη διάχυτη Εριδα επικρατούν η μισαλλοδοξία, ο φθόνος, η μοχθηρία, η τυφλή απόρριψη, η μνησικακία, η έλλειψη αυτοσεβασμού. Η τυφλότης.

Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω λεπτομερέστερα, ενδελεχώς. Δεν μπορώ. Είναι περισσότερο μια αίσθηση, για τη δυσφορία που απλώνεται σαν μύκητας στο κοινωνικό σώμα, το κατατρώει και το εξασθενεί, το γεμίζει πυρετό. Μια ασθένεια ανάλογης βαρύτητας με την υλική πενία και την πολιτική αστάθεια. Ισως γιατί σιγοκαίει μέσα μας και γύρω μας· δεν μας επιτρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω για να δούμε την όλη εικόνα, τον μακρύτερο χρόνο, τον όλο τόπο, τους εαυτούς μας ανάμεσα στους άλλους.

Κι εν τω μεταξύ μας κατακλύζουν οι εικόνες βίας κατά ριπάς. Ας σταθούμε για λίγο, να πάρουμε μιαν ανάσα. Ας δώσουμε λίγο χώρο στον εαυτό μας και στον άλλο. Λίγο χώρο.

Καθημερινή 22/8/2014

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Και τώρα, πού πάμε;

Του Νικόλα Σεβαστάκη

Τέσσερις δεκαετίες ζούμε στο κατόπι της Μεταπολίτευσης και των χρονικών της. Μας απασχολούν τα ανώγια και τα κατώγια, οι επίσημες κι οι παράτυπες όψεις της ελληνικής κοινωνικοπολιτικής ζωής του ύστερου 20ού αιώνα. Οι απολογισμοί, περισσότερο πικροί παρά γενναιόδωροι, περισσεύουν. Ζούμε, κυρίως, με την απορία για το πού ακριβώς κατευθυνόμαστε, για τον προσανατολισμό αυτού του κράτους και της συγκεκριμένης κοινωνικής του ενδοχώρας.
 Τα τελευταία χρόνια, η κρίση πυροδότησε ουσιαστικά όλες τις εκδοχές παρωδιακής αναβίωσης ή δογματικής αποκήρυξης της Μεταπολίτευσης. Εχει έλθει η ώρα να τεθεί και το πραγματικό ερώτημα, πέρα από το άγχος για την ανάσταση παλαιάς κοπής αγωνιστικών ριζοσπαστισμών αλλά και δίχως εχθρότητα προς τον δημοκρατικό άνεμο των χρόνων μετά το ’74, αίσθημα φανερό ακόμα σε ορισμένους κύκλους της πολιτικής και της διανόησης.
 Το πραγματικό ερώτημα νομίζω ότι αφορά τη νέα επινόηση της δημοκρατίας μας ως πολιτικής κοινότητας αλλά και ως κοινωνικών πρακτικών που συναποτελούν τον ελληνικό δημόσιο χώρο. Τι σημαίνει όμως «επινόηση» όταν αναφερόμαστε σε δημόσια πρότυπα και πολιτικές συλλήψεις; Υπάρχει, ως γνωστόν, ο πειρασμός να δοθεί μιαν απάντηση στο ερώτημα με ένα «ούτε δεξιά ούτε αριστερά», λύση που προωθεί πλέον έναν ακραίο εκλεκτικισμό σερφάροντας, δίχως ιεράρχηση, απ’ τα αντικρατικά στερεότυπα της νεοφιλελεύθερης Κεντροδεξιάς ώς την πολιτισμική Αριστερά. Σε αυτή την περίπτωση, η νέα επινόηση της δημοκρατίας συνδέεται κυρίως με μια «μεταπαραδοσιακή» ατζέντα διαλόγου που βγάζει εκτός συμμαχίας μόνο τους φασίστες ή τους απροκάλυπτα αντιδραστικούς.
Την ίδια στιγμή, η δεσπόζουσα εκλογικά και πολιτικά έκφραση της Αριστεράς στον τόπο μας συνεχίζει να υποτιμά τα αδιέξοδα και τις σημαντικές στρεβλώσεις που γιγαντώθηκαν και στο έδαφος προοδευτικών ή «φιλολαϊκών» κοινωνικών θεσμών των προηγούμενων δεκαετιών. Συχνά εκπέμπεται το μήνυμα πως το μοναδικό πρόβλημα από το 1974 και έπειτα υπήρξαν κάποιες κακές ολιγαρχίες, αθωώνοντας με αυτόν τον τρόπο ένα σύνθετο πλέγμα ηθών και πρακτικών που ιδιωτικοποίησαν την ελληνική δημοκρατία πριν ακόμα προβληθούν θεσμικά οι λεγόμενες πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων.
 Από τη μία βλέπουμε να προωθείται η «υπέρβαση» του παλαιοκομματισμού με όρους μεταπολιτικής και επιτροπών σοφών. Από την άλλη, είναι ορατή η αδυναμία ή και η απροθυμία του αριστερού ριζοσπαστισμού να προτείνει μια νέα πολιτική ενότητα μακριά από τη μυθολογική χρήση των «ανένδοτων αγώνων» ή την αυταπάτη για ηγεμονικές αυτοδυναμίες.
 Παρ’ όλα αυτά, οι συλλογικές μας αναπαραστάσεις δεν είναι στατικές. Είναι περισσότεροι σήμερα όσοι έχουν καταλάβει ότι μια ανάπτυξη με τοξικούς Ασωπούς, μπαζωμένα ρέματα και σπατάλες Ολυμπιακών διαστάσεων θα ήταν ανεπιθύμητη. Πολύ περισσότεροι, επίσης, είναι εκείνοι οι οποίοι εκτιμούν τη σημασία ενός κοινωνικού κράτους που διαθέτει σοβαρές υποδομές αλλά και το ευρύτερο κόστος που έχει η υποτίμηση της εργασίας. Πολλοί, τέλος, είναι και όσοι αποδέχονται ένα νέο πλαίσιο κανόνων δικαιοσύνης έχοντας επίγνωση της μη επιστροφής στα θέσμια του προηγούμενου μοντέλου. Από αυτόν εξάλλου τον κόσμο μπορεί και μόνο να στηριχτεί μια αριστερή πολιτική που θα έχει αυξημένη αίσθηση των δυσκολιών και του τραγικού ιστορικού περίγυρου. Και μιλώ για μια απαραίτητη αίσθηση του τραγικού, διότι διαβάζω άπειρες αναλύσεις που περιγράφουν έναν φανταστικό κόσμο χωρισμένο σε νεοφιλελευθερισμό και σοσιαλισμό παρ’ ότι σε ένα μεγάλο μέρος της γης δεν υφίσταται καν πολιτική Αριστερά (σοσιαλιστική), ενώ λίγο πιο μακριά από το χωριό μας την «ηγεμονία» την κερδίζουν με ποταμούς αίματος… σουνίτες τζιχαντιστές που ιδρύουν Χαλιφάτα!
 Και στο εσωτερικό όμως επιβάλλεται η παραδοχή της πραγματικότητας: ότι αναπτύσσεται ένας υδροκέφαλος ματαιωμένος εθνικισμός, ένας αντιπολιτικός πρωτογονισμός και ένας αντιδημοκρατικός «ριζοσπαστισμός» που ονειρεύεται την ανόρθωση του έθνους ως εθνοκάθαρση (των κάθε λογής εχθρών και διαφωνούντων). Πληθαίνουν οι συμπολίτες μας που έχουν απολέσει κάθε ίχνος εμπιστοσύνης, που χειρίζονται απλώς διαφορετικά διαπροσωπικά ή επαγγελματικά μίση ή κινούνται αποκλειστικά στη βάση της αντεκδίκησης κατά πάντων.
 Σαράντα χρόνια έπειτα από την τομή του 1974 όλα είναι λοιπόν πάνω στο τραπέζι. Υπάρχει ο λαός του Μπέου και του Κασιδιάρη αλλά και εκείνοι οι πολλοί Ελληνες που αντιστέκονται στις νέες μορφές βάναυσης χειραγώγησης των λαϊκών αισθημάτων. Και μέσα στην Αριστερά γίνεται πιο επιτακτική, ακόμα και αν δεν συζητείται ανοιχτά, η ανάγκη ενός σαφούς ηθικοπολιτικού διαχωρισμού από τις κουλτούρες του αυταρχικού ριζοσπαστισμού και της ιδεολογικής μισαλλοδοξίας που μας έρχονται από το παρελθόν. Ακριβώς για να μην περάσει το δημαγωγικό μήνυμα «ούτε δεξιά ούτε αριστερά» μοιάζει πιο απαραίτητη από ποτέ η ανάγκη να ξανασκεφτούμε τη διαιρετική τομή Δεξιάς και Αριστεράς με τους όρους του έτους 2014, όχι με τους όρους του 1944, του 1965 ή και του 1989.
 Ανάμεσα στο «όλοι οι καλοί Ελληνες χωρούν» και στη φαντασίωση μιας κάθετης διαίρεσης φίλων και εχθρών, ανάμεσα στην έλλειψη ιδεολογικού συνόρου και στον ιδεολογικό αναχρονισμό των εμφυλίων, ανοίγεται το πεδίο των πραγματικών και επισφαλών αναμετρήσεων. Οχι μόνο με την παγίωση της ύφεσης αλλά με την επικίνδυνη παραγωγική, ποιοτική και οικολογική καχεξία του ελληνικού καπιταλισμού. Για να μην προχωρήσει περισσότερο η απαξίωση της ευρωπαϊκής και δυτικής μας ταυτότητας που κατοχυρώθηκε μετά το 1974. Και για να μην κυριαρχήσει στον κοινό νου ο εθνικισμός ως μοναδικός χειριστής της συλλογικής αγωνίας και της ιδέας του γενικού συμφέροντος.
 Μια τέτοια πολύπλευρη, διανοητική και πολιτική, αναμέτρηση με τους κινδύνους τού σήμερα και τα ιδεολογικά παραπροϊόντα της κρίσης θα ήταν ο καλύτερος τρόπος να μην ξεχάσουμε τη Μεταπολίτευση αλλά, θάβοντας όσα πρέπει επιτέλους να ταφούν, να ανανεώσουμε τη θετική της κληρονομιά. Οσο, αντίθετα, η εμπειρία αυτών των χρόνων –που υπήρξαν για πολλούς από εμάς τόσο η πολιτική όσο και η αισθηματική μας αγωγή– θα γίνεται απλώς πρόσχημα για να διεξάγουμε ανόητους πολιτικούς και πολιτισμικούς πολέμους, όσο δηλαδή θα λείπει ο ειλικρινής αναστοχασμός, τόσο θα μεγαλώνει και ο κίνδυνος μιας δυσάρεστης έκπληξης: εκεί που περιμένουμε τη νέα Μεταπολίτευση να προκύψει μια εποχή διαλυτικής αστάθειας και νεοσυντηρητικών οπισθοδρομήσεων. Το ζήτημα είναι να έχουμε πλήρη συνείδηση και αυτού του ρίσκου.

*Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών στο ΑΠΘ
 Εφημερίδα των Συντακτών 21/7/2014

Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

Ο πορτογαλικός ιός είναι ο όνυχας ενός λέοντα

Αυτό που συνέβη στην Πορτογαλία είναι γνωστό. Ο πορτογαλικός όμιλος Espirito Santo International, που κατέχει 25% στην τράπεζα Banco Espirito Santo, μία από τις μεγαλύτερες πορτογαλικές αλλά όχι μεγάλη για τα ευρωπαϊκά δεδομένα τράπεζα με 43 δισ. ευρώ ενεργητικό, καθυστέρησε να αποπληρώσει βραχυπρόθεσμο χρέος που είχε πουλήσει σε πελάτες του. Παρότι η Banco Espirito Santo διευκρίνισε ότι αυτή η καθυστέρηση δεν αφορά και δεν επηρεάζει τους δικούς της πελάτες, ο φόβος εξαπλώθηκε αστραπιαία. Την Τετάρτη, οι μετοχές του ομίλου έκαναν βουτιά. Την Πέμπτη (όταν η Ελλάδα επέμεινε να βγει στις αγορές για 3 δισ. ευρώ...) ο πανικός επεκτάθηκε σε όλες τις αγορές. Ανεστάλη η διαπραγμάτευση των μετοχών όλων των εταιρειών του ομίλου. Ο πανευρωπαϊκός δείκτης τραπεζικών μετοχών Stoxx Europe 600 υποχώρησε σε χαμηλό 7μήνου. Ανεστάλη η διαπραγμάτευση αρκετών ιταλικών τραπεζών. Η Banco Popular Espanol ανέστειλε την έκδοση ομολόγου CoCo για 500 εκατ. ευρώ. Πτώση στα ευρωπαϊκά και, μαζί, στο χρηματιστήριο της Ν. Υόρκης. Τα κεφάλαια έφευγαν πανικόβλητα από μετοχές και ομόλογα, έσπευδαν να βρουν καταφύγιο στον χρυσό (που έφτασε στο υψηλό τεσσάρων μηνών) και στο γιεν.

Ολα αυτά, επειδή καθυστέρησε η πληρωμή ενός κουπονιού;

Εξ όνυχος τον λέοντα. Ονυχας, το κουπόνι. Λέοντας είναι η νέα χρηματοπιστωτική φούσκα που σχηματίζεται. Οπως είπε ο Claudio Borio, επικεφαλής του τμήματος νομισματικών και οικονομικών υποθέσεων της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS), αυτά που συμβαίνουν, τα έχουμε ξαναδεί στο πρόσφατο παρελθόν – κι αυτό είναι το απογοητευτικό. Προ ημερών, στις 29 Ιουνίου, η BIS, στο διοικητικό συμβούλιο της οποίας μετέχουν η κ. Yellen της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, ο κ. Draghi της Ευρωπαϊκής Κεντρική Τράπεζας, οι πρόεδροι των κεντρικών τραπεζών Κίνας, Ιαπωνίας, Ινδίας και πολλών άλλων χωρών, έστειλε από τη Βασιλεία της Ελβετίας ηχηρό μήνυμα ότι η παγκόσμια οικονομία ενδεχομένως οδηγείται σε μια νέα κρίση.

Τι συμβαίνει; Οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες του κόσμου παρέχουν άφθονη και φθηνή ρευστότητα, επιχειρώντας να στηρίξουν την διεθνή ανάκαμψη με την άσκηση «μη συμβατικών νομισματικών πολιτικών» - πολιτικών που κρατούν τα επιτόκια στην περιοχή του μηδενός επί μακρόν και πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης ή/και παρέμβασης στις συναλλαγματικές ισοτιμίες. Παρέχουν, στην ουσία, άφθονα φθηνά κεφάλαια, επιδιώκοντας να διευκολύνουν τις επενδύσεις σε παραγωγικούς τομείς και, έτσι, να δώσουν χρόνο στην ιδιωτική επιχειρηματικότητα να διορθώσει τις στρεβλώσεις που δημιούργησε κυνηγώντας το βραχυπρόθεσμο κέρδος στην προηγούμενη περίοδο άφθονης ρευστότητας, προ κρίσης 2007. Αλλά, πώς χρησιμοποιούνται αυτά τα κεφάλαια;

Η BIS ανησυχεί ότι οι αναγκαιότητες που προκύπτουν από τους μεγάλους χρηματοπιστωτικούς κύκλους διάρκειας 15-20 ετών που καταλήγουν σε μια κρίση, παραγνωρίζονται χάρη των βραχύτερων επιχειρηματικών κύκλων, διάρκειας 8 ετών. Ετσι, αναφέρει στη φετινή ετήσια έκθεσή της, «αντί να δημιουργούν νέο παραγωγικό δυναμικό, οι μεγάλες εταιρείες επαναγοράζουν τις μετοχές τους ή επιδίδονται σε συγχωνεύσεις και εξαγορές. Παρά, λοιπόν, τις ασθενείς προοπτικές μακροπρόθεσμης μεγέθυνσης, το χρέος συνεχίζει να αυξάνεται». Με άλλα λόγια, η BIS λέει ότι οι μέτοχοι των μεγάλων εταιρειών αντί να κάνουν επενδύσεις βάζουν τα λεφτά στην τσέπη τους. Και οι κυβερνήσεις; Βλέπουν μέχρι τη μύτη τους, δρουν βραχυπρόθεσμα, παρότι «ήδη συζητιέται και το ενδεχόμενο μιας παγκόσμιας οικονομικής στασιμότητας».

Οι κυρίαρχοι του κόσμου «μεθούν με το εύκολο χρήμα και έχουν ήδη ξεχάσει τα μαθήματα του πρόσφατου παρελθόντος», έγραψαν οι New York Times. Τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Οι δυνάμεις που έσυραν τον κόσμο στην κρίση το 2007, οι «αγορές», διασώθηκαν χάρη στα κράτη που τους προσέφεραν τρισεκατομμύρια ευρώ/δολάρια φορολογικά κι άλλα δημόσια έσοδα με πολυδάπανα προγράμματα πίσω από «κωδικούς» όπως TALF, TAF, TARP, SMP, LTRO. Τα κράτη τσάκισαν από την αιμορραγία (το «δικό μας» είναι η εξαίρεση, είχε διαλυθεί πολύ πριν). Καθώς ελλείμματα και χρέη τα πνίγουν (κι αυτά, με τη σειρά τους, πνίγουν τον κόσμο της εργασίας), οι «αγορές» επιχειρούν ένα θριαμβικό επαναλανσάρισμα ως τη μόνη υπαρκτή δύναμη υπέρβασης της κρίσης – που προκάλεσαν. Οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες αδειάζουν στα πόδια τους άφθονα κεφάλαια - και προσεύχονται. Πριν αλέκτορα φωνήσαι, η παραγωγική αξιοποίηση αυτών των κεφαλαίων αποδεικνύεται φενάκη. Οπως διαπιστώνει και η BIS, αντί να κάνουν επενδύσεις, οι μεγάλες εταιρείες κάνουν επαναγορές μετοχών – πλουτίζουν οι μέτοχοι και, με bonus, οι διοικήσεις.

Οι παρενέργειες της καθυστέρησης πληρωμής ενός κουπονιού, δείχνουν ότι οι «αγορές» έχουν πλήρη επίγνωση της κατάστασης. Ολοι οι άλλοι δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε το μάθημα.

του Κώστα Καλλίτση

Καθημερινή 13/7/2014

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Mηχανές

             
                                     
                                      

                                          

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

Η κοπέλα που αγαπούσε τα παπούτσια


Η Χριστίνα γεννήθηκε παχουλή.Και όσο μεγάλωνε συνέχιζε να επαυξάνει το βάρος της.Λίγο το ρημάδι το DNA, λίγο η υπερπροστατευτική μαμά, λίγο ότι μεγάλωσε σε εποχές περισσεύματος  (τα λεφτά υπήρχαν τότε), τι να σου κάνει το παιδί.

Μεγάλο πρόβλημα της μαμάς όμως δεν ήταν το παχύσαρκο παιδί, όσο ότι δεν έβρισκε τα κατάλληλα ρουχαλάκια να της παίρνει ως δώρα και να την στολίζει.Ούτε οι συγγενείς, φίλοι, νονοί και λοιπός περίγυρος μπορούσαν να της πάρουν ρούχα, παρά μόνο παιχνιδάκια.Μέγιστο πρόβλημα λοιπόν.Τα όμορφα ρουχαλάκια δεν της έκαναν, αναγκάζονταν να φοράει  ότι να είναι αρκεί να την χωρούσαν.Άρα δεν κάνανε για δώρο.Σε καιρούς που τα κοριτσάκια μεγάλωναν μέσα στην πρώτη λέξη της μόδας, η Χριστίνα μας δεν μπορούσε να συμμετέχει σε αυτό το εντυπωσιακό πάρτι και να το χαρεί και αυτή και οι υπόλοιποι.

Βρέθηκε  όμως λύση από την εφευρετική μαμά. Και αυτή ήταν τα παπούτσια.Εδώ δεν υπήρχε μεγάλο πρόβλημα με το μέγεθος, άρα να η λύση .Ενημερώθηκε καταλλήλως και ο περίγυρος, ώστε όλα τα δωράκια να είναι παπούτσια.Εκεί χαρά και γλέντι στα πιο όμορφα, τα πιο φανταχτερά, τα πιο tredy. Στην οργανωμένη προσπάθεια δε της «αντιμετώπισης» του πάχους της Χριστίνας , δόθηκε ακόμη και ιδεολογική κάλυψη της κατά τα λοιπά  αναγκαστικής  αυτής επιλογής, με τη χρήση του θέσφατου «Άντρας που δεν θαυμάζει τα παπούτσια μιας κοπέλας στο πρώτο ραντεβού, δεν κάνει, πάμε για άλλον».Η μάχη της Χριστίνας με την χαμένη παιδικότητα και μετά την χαμένη εφηβεία, δόθηκε έτσι επιτυχώς. (Δαίμονα του πληκτρολογίου, τι ψιθυρίζεις «η εγχείρηση επέτυχε, ο ασθενής απέθανεν»;Σε ρώτησε κανείς;)

Όλη η μελλοντική κοινωνική επένδυση πάνω στην  Χριστίνα, αρθρώθηκε εν τέλει (εκτός των κλασικών προτύπων βεβαίως) γύρω από την απόκτηση και επίδειξη μεγάλης και εντυπωσιακής γκάμας παπουτσιών κάθε είδους και για κάθε εποχή. ( Τι είπες δαίμονα; Αυτό σου θυμίζει την Ιμέλντα Μάρκος;Μην με μπερδεύεις τώρα, άσε που αυτή ήταν και τριτοκοσμικιά)

Ας πούμε ο πρίγκηπας των ονείρων της διαπλάστηκε έτσι ώστε εκτός των παραδοσιακών προτύπων( οικογένεια, παιδιά, λεφτά κλπ) να περιλαμβάνει υποχρεωτικά-αν όχι πρωταγωνιστικά- την δυνατότητα για διαρκή ανανέωση και  επέκταση του χώρου που καταλάμβανε η παπουτσοθήκη , αλλά και  η  διαρκής ποιοτική αναβάθμιση του περιεχομένου της. (Όχι  δαίμονα, δεν ήταν απαραίτητο ο πρίγκηπας να ήταν και  παπουτσής στο επάγγελμα, άσε που έχει χαθεί το επάγγελμα αυτό).

Έτσι μπορεί η Χριστίνα να έχανε παιδική ηλικία και εφηβεία (και δεν έφταιγαν βέβαια για αυτό τα κιλά της, άλλοι χάνουν τα ίδια λόγω ομορφιάς, εξυπνάδας και άλλων «θετικών» χαρακτηριστικών), αλλά τι πειράζει; Απλώς είχε μετατοπιστεί ο άξονας συγκρότησης της ζωής της και της προσωπικότητάς της. Είχε όλα τα «καλά» που «έπρεπε» να έχει,είχε ένα πρόβλημα λόγω πάχους, αλλά το ισοσκέλιζε με το παραπάνω με την γκάμα παπουτσιών της, στην οποία καμιά άλλη συνομήλικη της δεν μπορούσε να την συναγωνιστεί Όλα τακτοποιημένα όλα νοικοκυρεμένα.
 Έτσι περνούσε ο καιρός κατά τας γραφάς του μπαμπά, της μαμάς, του σχολείου , του περίγυρου και της άτιμης της κοινωνίας (Τι θες δαίμονα; Ήταν λες και  υπάκουη; Ναι ήταν ,εσύ τι ζόρι τραβάς;)

Κάπου όμως γύρω στα 24-25 η μέχρι πρότινος ανέραστη Χριστίνα ερωτεύθηκε. Και μάλιστα με τον άγριο τρόπο του εφηβικό έρωτα σε προχωρημένη όμως ηλικία ενήλικα. Και εδώ τα βρήκε μπαστούνια.Όχι με το αντικείμενο του έρωτά της, αλλά με τον καθρέφτη της.Δεν την τρόμαζαν τα κιλά της, αλλά η εμμονή της με τα παπούτσια. Τι να βρει ένας άντρας σε μια γυναίκα με τέτοια εμμονή;(Ναι δαίμονά μου, άλλοι προσκολλούνται σε ακόμα βαρύτερα πράγματα, δίκιο έχεις, αλλά άσε με να συνεχίσω την ιστορία).

Όλα τα πρότυπα με τα οποία είχε ζήσει μέχρι τότε και ανέμενε να την συντροφεύουν και στην συνέχεια του βίου της κατέρρευσαν. Πλήρης ανατροπή. Στον εμμονικό τρόπο σκέψης της , κόλλησε η ιδέα ότι για όλα φταίγανε τα παπούτσια. Το μέχρι τότε αντικείμενο της νεύρωσής της , έγινε αντικείμενο απόλυτης απώθησης.Μπήκε μπρος λοιπόν το σχέδιο «Κάψτε τα παπούτσια».Κυριολεκτικά.Μηδέν αποτέλεσμα.

Πέρασε αρκετός και δύσκολος καιρός για να συνέλθει. Θες η ευφυΐα της, θες η τύχη τα κατάφερε αρκετά καλά.Χρειάστηκε να παλέψει με στερεότυπα,με το ίδιο της τον γενετικό κώδικα κατά κάποιον τρόπο.(Δεν ξέρω όλες τις λεπτομέρειές δαίμονά μου, μην γίνεσαι και αδιάκριτος.Πώς; Αυτή είναι η  φύση του δαίμονα; Ε, και εγώ τι να κάνω;)

Σήμερα η Χριστίνα είναι μια χαρά κοπέλα γύρω στα 30.Έχασε αρκετά κιλά (καλά δεν έγινε και συλφίδα, άλλωστε αυτό ήταν το πρόβλημά της;). Εργάζεται και ζει μια χαρά σε μια πόλη μακριά από το πατρικό της.Τίποτε δεν θυμίζει το βασανισμένο πλάσμα μέχρι τα 25 της.(Βρε δαίμονα, τελευταία  φορά σε αφήνω να παρέμβεις.Ναι, μπορεί να έχει τραύματα που δεν τα βλέπω εγώ.Και λοιπόν; Δεν την σκότωσαν κιόλας, ζει με αυτά. Όλοι έχουμε, μην κοιτάς που εσύ δεν σκαμπάζεις από αυτά)

Τίποτε; Και όμως υπάρχει κάτι που θυμίζει την παλιά Χριστίνα. Η αγάπη της για τα παπούτσια, που τα συλλέγει σε όσο μπορεί μεγαλύτερες ποσότητες και ποικιλία (όχι με την ίδια μανία πια είναι αλήθεια).Η εμμονή του παρελθόντος μετασχηματίστηκε μέσα της σε μια ευχαρίστηση.


Υ.Γ. Η παραπάνω ιστορία-κατά βάση πραγματική- έχει πολλές αναγνώσεις. Άλλες πιο κυριολεκτικές , άλλες πιο μεταφορικές.Άλλες με πιο προσωπικό βλέμμα, άλλες  με ευρύτερο πεδίο.Τι σημασία έχει; (Δαίμονα, θα σε πάρει ο δαίμονας.Όχι ρε συ, διδακτικές αναγνώσεις δεν έχει, και αν έχει δε με ενδιαφέρουν). Αν είναι μια όμορφη ιστορία, όπως εξελίχθηκε τελικά  η όμορφη αγάπη της Χριστίνας για  τα παπούτσια, αυτό μετράει. Και αν κάποιος πιο ικανός από εμένα ενδιαφερθεί  να την γράψει ομορφότερα, ακόμα καλύτερα.


Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Δρόμοι



                                               
                       

                                     

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Επαναφορά στην Δημοκρατική διαπάλη και αμηχανία


Τελικά οι τελευταίες εκλογές , εκτός από τα αποτελέσματά τους και τα όποια συμπεράσματα , έδωσαν και κάτι πολύ θετικό.Αν οι εκλογές του 2012 ήταν η κορύφωση του μνημόνιο-αντιμνημόνιο, σταθερότητα-διάλυση, ευρώ-μη ευρώ , οι εκλογές του 2014 σε όλα τα επίπεδα (δημοτικές και ευρωεκλογές) συνιστούν σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο μια υπέρβαση.

Την επαναφορά στην κανονική πολιτική διαπάλη, στον άξονα Δεξιά- Αριστερά,  στην κανονική Δημοκρατία δηλαδή, με ότι και αν σηματοδοτούν οι όροι αυτοί σε κάθε εποχή.

Χωρίς να παραγνωρίζουμε δισταγμούς , πισωγυρίσματα, και κεκτημένες συνήθειες και ταχύτητες που θα συνεχίσουν για καιρό να είναι παρούσες , είναι σαφές ότι η στροφή αυτή είναι αναπότρεπτη. Μόνο πολύ σοβαρά γεγονότα είναι  δυνατόν να ανατρέψουν το δεδομένο αυτό και μάλιστα όχι με επιστροφή στην προηγούμενη θεματολογία, αλλά με άλλες μορφές αδύνατον να προβλεφθούν.
Η εξέλιξη αυτή ,οδηγεί όλες τις πλευρές να επαναδιατυπώσουν τα σημαινόμενα του λόγου και της παρουσίας τους. Όσοι αδυνατούν να το κάνουν , θα οδηγηθούν σε εξαφάνιση τύπου ΑΝΕΛ που είναι και το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα κόμματος που βάσισε την ύπαρξή του σε πρόσκαιρες αν και ισχυρές αντιθέσεις μιας περιόδου .

Σε αυτή τη βάση , ο «κακόμοιρος Ευρωπαϊσμός» και ο «αναχρονιστικός ριζοσπαστισμός», που αναφέραμε στην προηγούμενη ανάρτησή μας, εκμετρούν το ζην σαν στρατηγικές και τακτικές επιλογές.Σε πρώτη φάση, τα αντικαθιστά μια αμηχανία που ήδη είναι εμφανής σε όλες τις πλευρές.

Το «όπλο» του ανασχηματισμού σαν απάντηση σε αυτή την αμηχανία από την κυβερνητική πλευρά, προφανώς δεν αποτελεί στέρεη βάση δόμησης μιας νέας γραμμής, αλλά μια προσπάθεια να αγοράσει μια ανάσα χρόνου, ενώ η συμπύκνωση της αφήγησης στις  750.000 θέσεις  εργασίας είναι αρμοδιότητας σχολιασμού επιθεώρησης. Μόνο πολύ σημαντικές ανατροπές στο χώρο της Δεξιάς , μπορεί να οδηγήσουν σε μια επαναδιατύπωση μιας άλλης στρατηγικής στο χώρο αυτό. Ακόμα παραμένει σε φάση παράλυσης.Δεν αποκλείεται κάτι τέτοιο να συμβεί και πιο σύντομα από όσο φαντάζεται κανείς. Αλλιώς αυτό θα συμβεί μετά τις επερχόμενες εκλογές και ίσως σε συνθήκες βαθιάς κρίσης του χώρου αυτού, αντίστοιχες με αυτές του άλλου πόλου του πάλαι ποτέ ισχυρού δικομματισμού.

Στην άλλη πλευρά, αυτή του ΣΥΡΙΖΑ, η αμηχανία είναι ακόμη μεγαλύτερη.Πιο αισιόδοξος βέβαια μετά το αποτέλεσμα των εκλογών, αλλά προφανώς σε κενό επιλογών, εμφανώς αδύναμος να αντιμετωπίσει τις ανάγκες  που αντιστοιχούν  στο επίπεδο της μεγαλύτερης δύναμης που επιδιώκει να γίνει ηγεμονική. Αλλά δεδομένου ότι η εξουσία δεν παραδίδεται με delivery κατόπιν ραντεβού και αφού ετοιμαστεί κανείς κατάλληλα,ούτε κυκλοφορεί αδέσποτη στο δρόμο, ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται άμεσα να απαντήσει πολιτικά-δηλαδή επί του πρακτέου-αν μπορεί να την διαχειριστεί πριν ακόμη την αναλάβει.

 Άρα ο ΣΥΡΙΖΑ  ή θα προχωρήσει γρήγορα σε πολιτικές επεξεργασίες που είναι αναγκαίες, ή θα μείνει επί τα αυτά και θα βρεθεί αντιμέτωπος με πολύ δύσκολες επιλογές που θα τον περιλαμβάνουν μεν σαν «τμήμα λύσης», αλλά με τρόπο που θα τον περιθωριοποιούν σταδιακά επί της ουσίας.Οι μέχρις στιγμής όροι που πάει να απαντήσει το στοίχημα αυτό, δεν είναι  και ενθαρρυντικοί, αλλά μην ξεχνάμε ποτέ πόσο ισχυρή μπορεί να είναι η δυναμική των πραγμάτων.

Όσον αφορά τον νεφελώδη χώρο της λεγόμενης Κεντροαριστεράς, εκτός των  αγχωτικών και Γκενσερικού τύπου εγχειρημάτων του Βενιζέλου, τίποτε το αξιοπρόσεκτο.Πολύ φασαρία για το τίποτε. Είτε ο ΣΥΡΙΖΑ θα τον καταλάβει εξ ολοκλήρου αν μπορέσει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων ( όπως αναλύσαμε παραπάνω), είτε θα χρειαστεί μια πρωτοβουλία πέραν και πάνω από τα υπάρχοντα μαγειρεία του χώρου για την πραγματικά ηγεμονική του ανασυγκρότηση.


Υ.Γ. Δεν θέλω να αναφερθώ στο δράμα των ανθρώπων της ΔΗΜΑΡ, δεν είναι πρέπον να  πεις πολλά τέτοιες ώρες.Και μιλώ για τους ανθρώπους του χώρου αυτού και όχι για τα ηγετικά του στελέχη που με αφήνουν παγερά αδιάφορο.Πιστεύω –και το δηλώνω με σεβασμό για αυτούς-ότι θα έχουν οι σύντροφοι αυτοί την ευκαιρία να σκεφτούν τι είναι πολιτική και δη της Αριστεράς και θα είναι πολύτιμοι σε μελλοντικές κινήσεις ανασυγκρότησης της Προοδευτικής Αριστεράς με όποιον τρόπο και αν αυτή γίνει.


Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

Aναχρονιστικός «ριζοσπαστισμός» και κακόμοιρος «Ευρωπαϊσμός»: Δρόμοι αυτοϋπονόμευσης

Eν όψει εκλογών, κορυφώνεται ο αυτοεγκλωβισμός του πολιτικού συστήματος. Και μάλιστα εξελίσσεται σε αυτοϋπονόμευση των πολιτικών γραμμών που διεκδικούν μερίδιο. Η επιδιωκόμενη πόλωση σε διλήμματα «σταθερότητα-ανατροπή», πέραν του γελλοιώδους του πράγματος( σταθερότητα πάνω σε τι; ανατροπή ποιου πράγματος και προς τα που;), είναι καθαρό ότι δεν αφορά την καθημερινή ζωή των ανθρώπων , αλλά κάποιους επαγγελματίες που βγάζουν το ψωμί τους (γραφεία τύπου εκδίδουν ανακοινώσεις και σχολιαστές τα αναμασάνε).
Η μια πλευρά, ηγήθηκε μιας κυβέρνησης πριν 2 χρόνια, βασιζόμενη στην αίσθηση του «φόβου για το χειρότερο». Συντηρήθηκε στη βάση του «σώζουμε την χώρα» και εδώ και αρκετό καιρό αυτοϋπονομεύει την νομιμοποιητική της βάση, πανηγυρίζοντας τις επιτυχίες της.Αφού σώθηκε η χώρα, τι την θέλουμε αυτήν την κυβέρνηση; Μέχρι εδώ την ανεχθήκαμε, σιγά σιγά δε μας νοιάζει και αν φύγει.
Αδυνατώντας πλήρως να θέσει μια καινούργια πειστική ατζέντα , απάντησε ομοιότροπα στη πρόσκληση δημοψηφισματικής σύγκρουσης της άλλης πλευράς, παρότι ήταν καθαρό ότι δεν την συνέφερε.Δεν είναι βλάκες να μην το καταλαβαίνουν, απλά δεν είχε άλλη επιλογή.Αφού δεν μπορεί να κινήσει το χρόνο μπροστά (κατά το σύνθημά της «σταθερά μπροστά»), απεγνωσμένα προσπαθεί να τον γυρίσει 2 χρόνια πίσω. Δηλώνει ότι είναι η Ευρωπαϊκή λύση με τον πιο μισοκακόμοιρο τρόπο, ποντάρει  εκ νέου στο φόβο,αλλά πια αυτό είναι ποδηλασία σε πεντάλ χωρίς ρόδες.
                 Η άλλη πλευρά, παρά τις κάποιες κινήσεις ωρίμανσης της , επειδή τα βήματα αυτά είναι σαθρά ( από το «σκίζουμε τα μνημόνια», στο «αντιμετωπίζουμε την ανθρωπιστική κρίση»)αυτοϋπονομεύει την πορεία αυτή επιστρέφοντας σε αυτό που στην πραγματικότητα ξέρει να κάνει.Κοντράρει απευθείας την Μέρκελ(!!!) και δηλώνει ότι η δική της  «ανατροπή» θα έχει πανευρωπαϊκή διάσταση (στα πλαίσια αυτού του παλιμπαιδισμού διαπράττει και μεγαλειώδεις γκάφες, τέτοιες που αναρωτιέσαι αν το κάνουν επίτηδες).Φυσικά ακόμη και αυτοί που την ακολουθούν δεν τσιμπάνε σε αυτά και την στηρίζουν για άλλους δικούς τους λόγους.
Ο «ριζοσπαστισμός» της είναι εντελώς αναχρονιστικός. Όταν δεν μπορείς να κοιτάξεις μπροστά, λοξοκοιτάζεις προς τα πίσω.Τώρα, το ότι ποτέ στην ιστορία, ένα ρεύμα δεν έγινε μια αξιοπρόσεκτη κυβέρνηση στηριζόμενη στη λογική της επιστροφής( πολύ περισσότερο δε όταν αυτή η επιστροφή δεν παίζει καν σαν ενδεχόμενο) δεν δείχνει να απασχολεί. Τουλάχιστον μοιάζουν με τους άλλους στον τρόπο που κάνουν πεντάλ.
Αν η πρώτη πλευρά κατέρχεται, ενώ η άλλη δεν μπορεί να ανέλθει τι γίνεται; Τι μπορεί να αναμένει κανείς σε συνθήκες αθέλητης αυτοϋπονόμευσης των βασικών παικτών;Οι απαντήσεις προς το παρόν είναι δύο τύπων.Η μία είναι παρούσα με την μορφή των  «τεράτων» που γεννάει η συγκυρία, των ναζιστικών αποβρασμάτων.Η άλλη , η αναζήτηση του νέου εκκρεμεί ακόμα. Απαντήσεις τύπου Ποτάμι, ενώ αυτό αναδεικνύουν, αδυνατούν να πάνε παραπέρα γιατί μεταξύ άλλων επιχειρούν να το κάνουν αποκτώντας μια ενδιάμεση θέση ανάμεσα στους «γίγαντες», ενώ αυτό που απαιτείται είναι «πέραν» αυτής της σύγκρουσης.

Προς το παρόν, ο μύλος που έρχεται θα μασήσει πολλά πράγματα  και θα φτύσει ακόμα περισσότερα.Τουλάχιστον θα υπάρξει σπόρος να φυτρώσει και να τον λιπάνουν τα απορρίμματα; Ή  η γη θα μείνει για αρκετό καιρό χέρσα σε αγρανάπαυση και θα καταπατηθεί στο μεταξύ από περαστικούς; Μέχρι να το δούμε αυτό, θα χειριστούμε τακτικά την κατάσταση (και την ψήφο μας) και θα κρατάμε μια στάση ενεργητικής αναμονής.


Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Η ρύθμιση του χρέους δεν είναι μονόπρακτο


Με τα σημερινά δεδομένα υπάρχει θέμα βιωσιμότητας του χρέους μας. Δεν αναφέρομαι στο παιχνίδι με τους αριθμούς, αν το χρέος θα είναι 120% ή 122% του ΑΕΠ. Το όριο 120% τέθηκε επειδή εκείνη τη χρονική στιγμή τόσο ήταν το δημόσιο χρέος της Ιταλίας και, αν ετίθετο χαμηλότερο, το ιταλικό χρέος αυτομάτως θα χαρακτηριζόταν μη βιώσιμο – προς τρόμο όλης της Ευρώπης. Το 120% είναι ένας δείκτης, το 90% που είχαν θέσει οικονομολόγοι της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών ή ανέδειξαν οι Rogoff-Reinhart (με τα γνωστά προβλήματα τεκμηρίωσης...) είναι ένα ενδιάμεσο, και το 60% του ΑΕΠ που έθεσε το Μάαστριχτ ένας τρίτος δείκτης, στο άλλο άκρο.

Ενα χρέος είναι μη βιώσιμο όταν δεν παράγεις αρκετό πλούτο ώστε να μπορείς να το αποπληρώνεις. Το ύψος ασφαλώς μετρά, επίσης μετρά η ικανότητα μιας οικονομίας να παράγει νέα αξία – αυτά σχετίζονται, δεν ταυτίζονται. Πόση νέα αξία παράγουμε; Με τι ρυθμούς θα αυξάνεται το ΑΕΠ; Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις ευρωπαϊκών think tanks, με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και με επιτόκια μικρότερα από αυτούς, για να μειωθεί το δημόσιο χρέος μας στο 90% του ΑΕΠ (μεσαίο κριτήριο) θα απαιτηθούν 50 χρόνια αν το πρωτογενές πλεόνασμα είναι 2% ετησίως, 30 αν είναι 3% και 22 αν είναι 4%. Ωστόσο, λιτότητα επί 10ετίες δεν αντέχεται από κανένα πολιτικό σύστημα. Αδιέξοδο; Μια ψύχραιμη ανάγνωση της πραγματικότητας οδηγεί σε άλλο συμπέρασμα. Δύο παρατηρήσεις:

Πρώτη, το χρέος μας προς τους φορολογούμενους άλλων κρατών (Official Sector), που είναι και το μεγάλο τμήμα του χρέους μας, έχει συμφωνηθεί ότι θα αρχίσουμε να το αποπληρώνουμε μετά το 2021. Μέχρι τότε, οι μόνες ουσιαστικά πληρωμές που θα κάνουμε είναι προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Κι αυτές θα τις κάνουμε με τα λεφτά που θα μας δίνει το ΔΝΤ. Το ΔΝΤ θα μας δανείζει έως τα μέσα 2016 για να πληρώνουμε τις ληξιπρόθεσμες δόσεις προς αυτό - τα λεφτά θα αλλάζουν χέρι. Οι «βαριές» πληρωμές αρχίζουν το 2022. Ετσι (το χρέος παραμένει βαρύ, αλλά) μεσολαβούν οκτώ χρόνια στη διάρκεια των οποίων η Ελλάδα δεν θα πνίγεται από τις επιβαρύνσεις για την αποπληρωμή του. Πώς θα τα αξιοποιήσουμε;

Δεύτερη, η ρύθμιση του χρέους δεν είναι ένα μονόπρακτο έργο. Κυριαρχεί η άποψη, ότι τον Νοέμβριο θα συζητηθεί η ρύθμιση του χρέους και το θέμα θα κλείσει οριστικά και αμετάκλητα. Δεν είναι ακριβές, όπως άλλωστε δείχνει η διεθνής αλλά και η (πρόσφατη) εθνική εμπειρία: Το 2010 μπήκαμε σε πρόγραμμα με ένα πακέτο δανειοδότησης, το 2011 αποσπάσαμε επιμήκυνση και μικρότερο επιτόκιο, το 2012 (ανεξάρτητα από αιτίες, κέρδη και ζημιές...) έγινε «κούρεμα», πήραμε μεγάλη επιμήκυνση και νέα δανειοδότηση με μικρό επιτόκιο. Τον προσεχή Νοέμβριο αναμένεται να επιμηκυνθεί η διάρκεια της αποπληρωμής, να μειωθεί το επιτόκιο, ενδεχομένως να μετατραπεί σε σταθερό.

Η όποια ρύθμιση υπάρξει, θα γίνει στη βάση των συσχετισμών και της αντίληψης για το μέγεθος του προβλήματος (στην Ελλάδα και συνολικότερα στην Ευρώπη) που θα επικρατούν εκείνη τη στιγμή. Αλλά, οι αντιλήψεις και οι συσχετισμοί δεν μένουν αμετάβλητοι ενώ η αποπληρωμή του δημοσίου χρέους μας εκτείνεται σε αρκετές 10ετίες. Συνεπώς, η ρύθμιση του προσεχούς Νοεμβρίου δεν θα γραφτεί σε μαρμάρινες πλάκες. Αλλωστε, το πρόβλημα δεν είναι μόνο δικό μας (δεν αφορά μόνο το 2% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ...), το χρέος αντιστοιχεί κατά μέσο όρο στο 90% του ΑΕΠ κάθε χώρας του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, η συζήτηση γι’ αυτό θα είναι στο τραπέζι και το ευρωομόλογο θα επανέλθει. Η Ευρώπη βρίσκεται εκ κατασκευής σε διαρκή διαπραγμάτευση, το στοίχημα είναι να μετέχουμε σε αυτήν όρθιοι, πολυδιάστατα και χωρίς εμμονές (στη 10ετία του 1980, αν ο Α. Παπανδρέου είχε αυτοπαγιδευτεί στα συνθήματά του, δεν θα είχε πετύχει τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα).

Αν απαλλαγούμε (α) από την εθνική μονομανία ότι οι πολίτες των άλλων κρατών πρέπει να υποχρεωθούν να μας χαρίσουν το χρέος και (β) από την αντίληψη ότι τον Νοέμβριο θα υπάρξει τελική και αμετάκλητη ρύθμιση, ως αν ήταν η ώρα της κρίσης «ή ζούμε ή πεθαίνουμε», ίσως μπορέσουμε να επικεντρωθούμε στο άμεσο, το πιο επείγον και ουσιώδες: Πώς θα αυξήσουμε το ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας, πώς θα καταστήσουμε διατηρήσιμο το πρωτογενές πλεόνασμα, πώς θα ενισχύσουμε την εξωστρέφεια ώστε να μην ανατιναχτεί το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στο πρώτο αεράκι της ανάκαμψης ή σε κάποιο φύσημα διεθνούς ανέμου. Αυτά είναι τα κεντρικά ζητήματα, απαντήσεις σε αυτές τις προκλήσεις όφειλε να επεξεργαστεί το πολιτικό προσωπικό της χώρας, σε αυτό το πεδίο να συγκρουστεί, σε αυτό να βρει σημεία συνεννόησης - αντί να αναλώνεται σε επιδείξεις αγωνιστικής ετοιμότητας επί χάρτου, με δυσδιάκριτους τους Κύκλωπες από τους ανεμόμυλους.

Κώστας Καλλίτσης, Καθημερινή 11/5/2014