Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014
Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014
Η κοπέλα που αγαπούσε τα παπούτσια
Η Χριστίνα γεννήθηκε παχουλή.Και όσο μεγάλωνε συνέχιζε να
επαυξάνει το βάρος της.Λίγο το ρημάδι το DNA, λίγο η υπερπροστατευτική μαμά, λίγο ότι μεγάλωσε σε εποχές
περισσεύματος (τα λεφτά υπήρχαν τότε),
τι να σου κάνει το παιδί.
Μεγάλο πρόβλημα της μαμάς όμως δεν ήταν το παχύσαρκο παιδί,
όσο ότι δεν έβρισκε τα κατάλληλα ρουχαλάκια να της παίρνει ως δώρα και να την
στολίζει.Ούτε οι συγγενείς, φίλοι, νονοί και λοιπός περίγυρος μπορούσαν να της
πάρουν ρούχα, παρά μόνο παιχνιδάκια.Μέγιστο πρόβλημα λοιπόν.Τα όμορφα
ρουχαλάκια δεν της έκαναν, αναγκάζονταν να φοράει ότι να είναι αρκεί να την χωρούσαν.Άρα δεν
κάνανε για δώρο.Σε καιρούς που τα κοριτσάκια μεγάλωναν μέσα στην πρώτη λέξη της
μόδας, η Χριστίνα μας δεν μπορούσε να συμμετέχει σε αυτό το εντυπωσιακό πάρτι και
να το χαρεί και αυτή και οι υπόλοιποι.
Βρέθηκε όμως λύση από
την εφευρετική μαμά. Και αυτή ήταν τα παπούτσια.Εδώ δεν υπήρχε μεγάλο πρόβλημα
με το μέγεθος, άρα να η λύση .Ενημερώθηκε καταλλήλως και ο περίγυρος, ώστε όλα
τα δωράκια να είναι παπούτσια.Εκεί χαρά και γλέντι στα πιο όμορφα, τα πιο
φανταχτερά, τα πιο tredy.
Στην οργανωμένη προσπάθεια δε της «αντιμετώπισης» του πάχους της Χριστίνας ,
δόθηκε ακόμη και ιδεολογική κάλυψη της κατά τα λοιπά αναγκαστικής αυτής επιλογής, με τη χρήση του θέσφατου «Άντρας
που δεν θαυμάζει τα παπούτσια μιας κοπέλας στο πρώτο ραντεβού, δεν κάνει, πάμε
για άλλον».Η μάχη της Χριστίνας με την χαμένη παιδικότητα και μετά την χαμένη
εφηβεία, δόθηκε έτσι επιτυχώς. (Δαίμονα του πληκτρολογίου, τι ψιθυρίζεις «η
εγχείρηση επέτυχε, ο ασθενής απέθανεν»;Σε ρώτησε κανείς;)
Όλη η μελλοντική κοινωνική επένδυση πάνω στην Χριστίνα, αρθρώθηκε εν τέλει (εκτός των
κλασικών προτύπων βεβαίως) γύρω από την απόκτηση και επίδειξη μεγάλης και
εντυπωσιακής γκάμας παπουτσιών κάθε είδους και για κάθε εποχή. ( Τι είπες
δαίμονα; Αυτό σου θυμίζει την Ιμέλντα Μάρκος;Μην με μπερδεύεις τώρα, άσε που
αυτή ήταν και τριτοκοσμικιά)
Ας πούμε ο πρίγκηπας των ονείρων της διαπλάστηκε έτσι ώστε
εκτός των παραδοσιακών προτύπων( οικογένεια, παιδιά, λεφτά κλπ) να
περιλαμβάνει υποχρεωτικά-αν όχι πρωταγωνιστικά- την δυνατότητα για διαρκή
ανανέωση και επέκταση του χώρου που
καταλάμβανε η παπουτσοθήκη , αλλά και η διαρκής ποιοτική αναβάθμιση του περιεχομένου
της. (Όχι δαίμονα, δεν ήταν απαραίτητο ο
πρίγκηπας να ήταν και παπουτσής στο επάγγελμα, άσε
που έχει χαθεί το επάγγελμα αυτό).
Έτσι μπορεί η Χριστίνα να έχανε παιδική ηλικία και εφηβεία (και
δεν έφταιγαν βέβαια για αυτό τα κιλά της, άλλοι χάνουν τα ίδια λόγω ομορφιάς,
εξυπνάδας και άλλων «θετικών» χαρακτηριστικών), αλλά τι πειράζει; Απλώς είχε
μετατοπιστεί ο άξονας συγκρότησης της ζωής της και της προσωπικότητάς της. Είχε
όλα τα «καλά» που «έπρεπε» να έχει,είχε ένα πρόβλημα λόγω πάχους, αλλά το
ισοσκέλιζε με το παραπάνω με την γκάμα παπουτσιών της, στην οποία καμιά άλλη
συνομήλικη της δεν μπορούσε να την συναγωνιστεί Όλα τακτοποιημένα όλα
νοικοκυρεμένα.
Έτσι περνούσε ο καιρός κατά τας γραφάς του μπαμπά, της μαμάς,
του σχολείου , του περίγυρου και της άτιμης της κοινωνίας (Τι θες δαίμονα; Ήταν
λες και υπάκουη; Ναι ήταν ,εσύ τι ζόρι τραβάς;)
Κάπου όμως γύρω στα 24-25 η μέχρι πρότινος ανέραστη Χριστίνα
ερωτεύθηκε. Και μάλιστα με τον άγριο τρόπο του εφηβικό έρωτα σε προχωρημένη
όμως ηλικία ενήλικα. Και εδώ τα βρήκε μπαστούνια.Όχι με το αντικείμενο του
έρωτά της, αλλά με τον καθρέφτη της.Δεν την τρόμαζαν τα κιλά της, αλλά η εμμονή
της με τα παπούτσια. Τι να βρει ένας άντρας σε μια γυναίκα με τέτοια εμμονή;(Ναι
δαίμονά μου, άλλοι προσκολλούνται σε ακόμα βαρύτερα πράγματα, δίκιο έχεις, αλλά
άσε με να συνεχίσω την ιστορία).
Όλα τα πρότυπα με τα οποία είχε ζήσει μέχρι τότε και ανέμενε
να την συντροφεύουν και στην συνέχεια του βίου της κατέρρευσαν. Πλήρης ανατροπή.
Στον εμμονικό τρόπο σκέψης της , κόλλησε η ιδέα ότι για όλα φταίγανε τα παπούτσια.
Το μέχρι τότε αντικείμενο της νεύρωσής της , έγινε αντικείμενο απόλυτης
απώθησης.Μπήκε μπρος λοιπόν το σχέδιο «Κάψτε τα παπούτσια».Κυριολεκτικά.Μηδέν
αποτέλεσμα.
Πέρασε αρκετός και δύσκολος καιρός για να συνέλθει. Θες η
ευφυΐα της, θες η τύχη τα κατάφερε αρκετά καλά.Χρειάστηκε να παλέψει με
στερεότυπα,με το ίδιο της τον γενετικό κώδικα κατά κάποιον τρόπο.(Δεν ξέρω όλες
τις λεπτομέρειές δαίμονά μου, μην γίνεσαι και αδιάκριτος.Πώς; Αυτή είναι η φύση του δαίμονα; Ε, και εγώ τι να κάνω;)
Σήμερα η Χριστίνα είναι μια χαρά κοπέλα γύρω στα 30.Έχασε
αρκετά κιλά (καλά δεν έγινε και συλφίδα, άλλωστε αυτό ήταν το πρόβλημά της;). Εργάζεται
και ζει μια χαρά σε μια πόλη μακριά από το πατρικό της.Τίποτε δεν θυμίζει το
βασανισμένο πλάσμα μέχρι τα 25 της.(Βρε δαίμονα, τελευταία φορά σε αφήνω να παρέμβεις.Ναι, μπορεί να έχει
τραύματα που δεν τα βλέπω εγώ.Και λοιπόν; Δεν την σκότωσαν κιόλας, ζει με αυτά.
Όλοι έχουμε, μην κοιτάς που εσύ δεν σκαμπάζεις από αυτά)
Τίποτε; Και όμως υπάρχει κάτι που θυμίζει την παλιά
Χριστίνα. Η αγάπη της για τα παπούτσια, που τα συλλέγει σε όσο μπορεί μεγαλύτερες
ποσότητες και ποικιλία (όχι με την ίδια μανία πια είναι αλήθεια).Η εμμονή του
παρελθόντος μετασχηματίστηκε μέσα της σε μια ευχαρίστηση.
Υ.Γ. Η παραπάνω ιστορία-κατά βάση πραγματική- έχει πολλές
αναγνώσεις. Άλλες πιο κυριολεκτικές , άλλες πιο μεταφορικές.Άλλες με πιο
προσωπικό βλέμμα, άλλες με ευρύτερο
πεδίο.Τι σημασία έχει; (Δαίμονα, θα σε πάρει ο δαίμονας.Όχι ρε συ, διδακτικές
αναγνώσεις δεν έχει, και αν έχει δε με ενδιαφέρουν). Αν είναι μια όμορφη
ιστορία, όπως εξελίχθηκε τελικά η όμορφη
αγάπη της Χριστίνας για τα παπούτσια,
αυτό μετράει. Και αν κάποιος πιο ικανός από εμένα ενδιαφερθεί να την γράψει ομορφότερα, ακόμα καλύτερα.
Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014
Τρίτη 3 Ιουνίου 2014
Επαναφορά στην Δημοκρατική διαπάλη και αμηχανία
Τελικά οι τελευταίες εκλογές , εκτός από τα αποτελέσματά
τους και τα όποια συμπεράσματα , έδωσαν και κάτι πολύ θετικό.Αν οι εκλογές του
2012 ήταν η κορύφωση του μνημόνιο-αντιμνημόνιο, σταθερότητα-διάλυση, ευρώ-μη
ευρώ , οι εκλογές του 2014 σε όλα τα επίπεδα (δημοτικές και ευρωεκλογές)
συνιστούν σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο μια υπέρβαση.
Την επαναφορά στην κανονική πολιτική διαπάλη, στον άξονα
Δεξιά- Αριστερά, στην κανονική
Δημοκρατία δηλαδή, με ότι και αν σηματοδοτούν οι όροι αυτοί σε κάθε εποχή.
Χωρίς να παραγνωρίζουμε δισταγμούς , πισωγυρίσματα, και
κεκτημένες συνήθειες και ταχύτητες που θα συνεχίσουν για καιρό να είναι παρούσες
, είναι σαφές ότι η στροφή αυτή είναι αναπότρεπτη. Μόνο πολύ σοβαρά γεγονότα
είναι δυνατόν να ανατρέψουν το δεδομένο
αυτό και μάλιστα όχι με επιστροφή στην προηγούμενη θεματολογία, αλλά με άλλες
μορφές αδύνατον να προβλεφθούν.
Η εξέλιξη αυτή ,οδηγεί όλες τις πλευρές να επαναδιατυπώσουν
τα σημαινόμενα του λόγου και της παρουσίας τους. Όσοι αδυνατούν να το κάνουν ,
θα οδηγηθούν σε εξαφάνιση τύπου ΑΝΕΛ που είναι και το πιο χαρακτηριστικό
παράδειγμα κόμματος που βάσισε την ύπαρξή του σε πρόσκαιρες αν και ισχυρές αντιθέσεις
μιας περιόδου .
Σε αυτή τη βάση , ο «κακόμοιρος Ευρωπαϊσμός» και ο «αναχρονιστικός
ριζοσπαστισμός», που αναφέραμε στην προηγούμενη ανάρτησή μας, εκμετρούν το ζην
σαν στρατηγικές και τακτικές επιλογές.Σε πρώτη φάση, τα αντικαθιστά μια
αμηχανία που ήδη είναι εμφανής σε όλες τις πλευρές.
Το «όπλο» του ανασχηματισμού σαν απάντηση σε αυτή την
αμηχανία από την κυβερνητική πλευρά, προφανώς δεν αποτελεί στέρεη βάση δόμησης
μιας νέας γραμμής, αλλά μια προσπάθεια να αγοράσει μια ανάσα χρόνου, ενώ η
συμπύκνωση της αφήγησης στις 750.000
θέσεις εργασίας είναι αρμοδιότητας
σχολιασμού επιθεώρησης. Μόνο πολύ σημαντικές ανατροπές στο χώρο της Δεξιάς ,
μπορεί να οδηγήσουν σε μια επαναδιατύπωση μιας άλλης στρατηγικής στο χώρο αυτό.
Ακόμα παραμένει σε φάση παράλυσης.Δεν αποκλείεται κάτι τέτοιο να συμβεί και πιο
σύντομα από όσο φαντάζεται κανείς. Αλλιώς αυτό θα συμβεί μετά τις επερχόμενες
εκλογές και ίσως σε συνθήκες βαθιάς κρίσης του χώρου αυτού, αντίστοιχες με αυτές
του άλλου πόλου του πάλαι ποτέ ισχυρού δικομματισμού.
Στην άλλη πλευρά, αυτή του ΣΥΡΙΖΑ, η αμηχανία είναι ακόμη
μεγαλύτερη.Πιο αισιόδοξος βέβαια μετά το αποτέλεσμα των εκλογών, αλλά προφανώς σε
κενό επιλογών, εμφανώς αδύναμος να αντιμετωπίσει τις ανάγκες που αντιστοιχούν στο επίπεδο της μεγαλύτερης δύναμης που
επιδιώκει να γίνει ηγεμονική. Αλλά δεδομένου ότι η εξουσία δεν παραδίδεται με delivery κατόπιν ραντεβού και
αφού ετοιμαστεί κανείς κατάλληλα,ούτε κυκλοφορεί αδέσποτη στο δρόμο, ο ΣΥΡΙΖΑ
καλείται άμεσα να απαντήσει πολιτικά-δηλαδή επί του πρακτέου-αν μπορεί να την
διαχειριστεί πριν ακόμη την αναλάβει.
Άρα ο ΣΥΡΙΖΑ ή θα προχωρήσει γρήγορα σε πολιτικές
επεξεργασίες που είναι αναγκαίες, ή θα μείνει επί τα αυτά και θα βρεθεί αντιμέτωπος
με πολύ δύσκολες επιλογές που θα τον περιλαμβάνουν μεν σαν «τμήμα λύσης», αλλά
με τρόπο που θα τον περιθωριοποιούν σταδιακά επί της ουσίας.Οι μέχρις στιγμής
όροι που πάει να απαντήσει το στοίχημα αυτό, δεν είναι και ενθαρρυντικοί, αλλά μην ξεχνάμε ποτέ
πόσο ισχυρή μπορεί να είναι η δυναμική των πραγμάτων.
Όσον αφορά τον νεφελώδη χώρο της λεγόμενης Κεντροαριστεράς, εκτός
των αγχωτικών και Γκενσερικού τύπου
εγχειρημάτων του Βενιζέλου, τίποτε το αξιοπρόσεκτο.Πολύ φασαρία για το τίποτε.
Είτε ο ΣΥΡΙΖΑ θα τον καταλάβει εξ ολοκλήρου αν μπορέσει να σταθεί στο ύψος των
περιστάσεων ( όπως αναλύσαμε παραπάνω), είτε θα χρειαστεί μια πρωτοβουλία πέραν
και πάνω από τα υπάρχοντα μαγειρεία του χώρου για την πραγματικά ηγεμονική του
ανασυγκρότηση.
Υ.Γ. Δεν θέλω να αναφερθώ στο δράμα των ανθρώπων της ΔΗΜΑΡ,
δεν είναι πρέπον να πεις πολλά τέτοιες ώρες.Και μιλώ για τους ανθρώπους του χώρου αυτού και όχι για τα ηγετικά
του στελέχη που με αφήνουν παγερά αδιάφορο.Πιστεύω –και το δηλώνω με σεβασμό
για αυτούς-ότι θα έχουν οι σύντροφοι αυτοί την ευκαιρία να σκεφτούν τι είναι
πολιτική και δη της Αριστεράς και θα είναι πολύτιμοι σε μελλοντικές κινήσεις
ανασυγκρότησης της Προοδευτικής Αριστεράς με όποιον τρόπο και αν αυτή γίνει.
Παρασκευή 16 Μαΐου 2014
Aναχρονιστικός «ριζοσπαστισμός» και κακόμοιρος «Ευρωπαϊσμός»: Δρόμοι αυτοϋπονόμευσης
Eν όψει εκλογών, κορυφώνεται ο
αυτοεγκλωβισμός του πολιτικού συστήματος. Και μάλιστα εξελίσσεται σε αυτοϋπονόμευση
των πολιτικών γραμμών που διεκδικούν μερίδιο. Η επιδιωκόμενη πόλωση σε
διλήμματα «σταθερότητα-ανατροπή», πέραν του γελλοιώδους του πράγματος(
σταθερότητα πάνω σε τι; ανατροπή ποιου πράγματος και προς τα που;), είναι
καθαρό ότι δεν αφορά την καθημερινή ζωή των ανθρώπων , αλλά κάποιους
επαγγελματίες που βγάζουν το ψωμί τους (γραφεία τύπου εκδίδουν ανακοινώσεις και
σχολιαστές τα αναμασάνε).
Η μια πλευρά, ηγήθηκε μιας
κυβέρνησης πριν 2 χρόνια, βασιζόμενη στην αίσθηση του «φόβου για το χειρότερο».
Συντηρήθηκε στη βάση του «σώζουμε την χώρα» και εδώ και αρκετό καιρό
αυτοϋπονομεύει την νομιμοποιητική της βάση, πανηγυρίζοντας τις επιτυχίες
της.Αφού σώθηκε η χώρα, τι την θέλουμε αυτήν την κυβέρνηση; Μέχρι εδώ την
ανεχθήκαμε, σιγά σιγά δε μας νοιάζει και αν φύγει.
Αδυνατώντας πλήρως να θέσει μια καινούργια πειστική ατζέντα
, απάντησε ομοιότροπα στη πρόσκληση δημοψηφισματικής σύγκρουσης της άλλης
πλευράς, παρότι ήταν καθαρό ότι δεν την συνέφερε.Δεν είναι βλάκες να μην το καταλαβαίνουν,
απλά δεν είχε άλλη επιλογή.Αφού δεν μπορεί να κινήσει το χρόνο μπροστά (κατά το
σύνθημά της «σταθερά μπροστά»), απεγνωσμένα προσπαθεί να τον γυρίσει 2 χρόνια
πίσω. Δηλώνει ότι είναι η Ευρωπαϊκή λύση με τον πιο μισοκακόμοιρο τρόπο, ποντάρει
εκ νέου στο φόβο,αλλά πια αυτό είναι
ποδηλασία σε πεντάλ χωρίς ρόδες.
Η άλλη πλευρά, παρά τις κάποιες κινήσεις
ωρίμανσης της , επειδή τα βήματα αυτά είναι σαθρά ( από το «σκίζουμε τα
μνημόνια», στο «αντιμετωπίζουμε την ανθρωπιστική κρίση»)αυτοϋπονομεύει την
πορεία αυτή επιστρέφοντας σε αυτό που στην πραγματικότητα ξέρει να
κάνει.Κοντράρει απευθείας την Μέρκελ(!!!) και δηλώνει ότι η δική της «ανατροπή» θα έχει πανευρωπαϊκή διάσταση (στα
πλαίσια αυτού του παλιμπαιδισμού διαπράττει και μεγαλειώδεις γκάφες, τέτοιες που
αναρωτιέσαι αν το κάνουν επίτηδες).Φυσικά ακόμη και αυτοί που την ακολουθούν
δεν τσιμπάνε σε αυτά και την στηρίζουν για άλλους δικούς τους λόγους.
Ο «ριζοσπαστισμός» της είναι εντελώς αναχρονιστικός. Όταν
δεν μπορείς να κοιτάξεις μπροστά, λοξοκοιτάζεις προς τα πίσω.Τώρα, το ότι ποτέ
στην ιστορία, ένα ρεύμα δεν έγινε μια αξιοπρόσεκτη κυβέρνηση στηριζόμενη στη
λογική της επιστροφής( πολύ περισσότερο δε όταν αυτή η επιστροφή δεν παίζει καν
σαν ενδεχόμενο) δεν δείχνει να απασχολεί. Τουλάχιστον μοιάζουν με τους άλλους
στον τρόπο που κάνουν πεντάλ.
Αν η πρώτη πλευρά κατέρχεται, ενώ
η άλλη δεν μπορεί να ανέλθει τι γίνεται; Τι μπορεί να αναμένει κανείς σε
συνθήκες αθέλητης αυτοϋπονόμευσης των βασικών παικτών;Οι απαντήσεις προς το
παρόν είναι δύο τύπων.Η μία είναι παρούσα με την μορφή των «τεράτων» που γεννάει η συγκυρία, των
ναζιστικών αποβρασμάτων.Η άλλη , η αναζήτηση του νέου εκκρεμεί ακόμα. Απαντήσεις
τύπου Ποτάμι, ενώ αυτό αναδεικνύουν, αδυνατούν να πάνε παραπέρα γιατί μεταξύ
άλλων επιχειρούν να το κάνουν αποκτώντας μια ενδιάμεση θέση ανάμεσα στους «γίγαντες»,
ενώ αυτό που απαιτείται είναι «πέραν» αυτής της σύγκρουσης.
Προς το παρόν, ο μύλος που
έρχεται θα μασήσει πολλά πράγματα και θα
φτύσει ακόμα περισσότερα.Τουλάχιστον θα υπάρξει σπόρος να φυτρώσει και να τον
λιπάνουν τα απορρίμματα; Ή η γη θα μείνει
για αρκετό καιρό χέρσα σε αγρανάπαυση και θα καταπατηθεί στο μεταξύ από
περαστικούς; Μέχρι να το δούμε αυτό, θα χειριστούμε τακτικά την κατάσταση (και
την ψήφο μας) και θα κρατάμε μια στάση ενεργητικής αναμονής.
Κυριακή 11 Μαΐου 2014
Η ρύθμιση του χρέους δεν είναι μονόπρακτο
Με τα σημερινά δεδομένα υπάρχει θέμα βιωσιμότητας του χρέους μας. Δεν αναφέρομαι στο παιχνίδι με τους αριθμούς, αν το χρέος θα είναι 120% ή 122% του ΑΕΠ. Το όριο 120% τέθηκε επειδή εκείνη τη χρονική στιγμή τόσο ήταν το δημόσιο χρέος της Ιταλίας και, αν ετίθετο χαμηλότερο, το ιταλικό χρέος αυτομάτως θα χαρακτηριζόταν μη βιώσιμο – προς τρόμο όλης της Ευρώπης. Το 120% είναι ένας δείκτης, το 90% που είχαν θέσει οικονομολόγοι της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών ή ανέδειξαν οι Rogoff-Reinhart (με τα γνωστά προβλήματα τεκμηρίωσης...) είναι ένα ενδιάμεσο, και το 60% του ΑΕΠ που έθεσε το Μάαστριχτ ένας τρίτος δείκτης, στο άλλο άκρο.
Ενα χρέος είναι μη βιώσιμο όταν δεν παράγεις αρκετό πλούτο ώστε να μπορείς να το αποπληρώνεις. Το ύψος ασφαλώς μετρά, επίσης μετρά η ικανότητα μιας οικονομίας να παράγει νέα αξία – αυτά σχετίζονται, δεν ταυτίζονται. Πόση νέα αξία παράγουμε; Με τι ρυθμούς θα αυξάνεται το ΑΕΠ; Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις ευρωπαϊκών think tanks, με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και με επιτόκια μικρότερα από αυτούς, για να μειωθεί το δημόσιο χρέος μας στο 90% του ΑΕΠ (μεσαίο κριτήριο) θα απαιτηθούν 50 χρόνια αν το πρωτογενές πλεόνασμα είναι 2% ετησίως, 30 αν είναι 3% και 22 αν είναι 4%. Ωστόσο, λιτότητα επί 10ετίες δεν αντέχεται από κανένα πολιτικό σύστημα. Αδιέξοδο; Μια ψύχραιμη ανάγνωση της πραγματικότητας οδηγεί σε άλλο συμπέρασμα. Δύο παρατηρήσεις:
Πρώτη, το χρέος μας προς τους φορολογούμενους άλλων κρατών (Official Sector), που είναι και το μεγάλο τμήμα του χρέους μας, έχει συμφωνηθεί ότι θα αρχίσουμε να το αποπληρώνουμε μετά το 2021. Μέχρι τότε, οι μόνες ουσιαστικά πληρωμές που θα κάνουμε είναι προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Κι αυτές θα τις κάνουμε με τα λεφτά που θα μας δίνει το ΔΝΤ. Το ΔΝΤ θα μας δανείζει έως τα μέσα 2016 για να πληρώνουμε τις ληξιπρόθεσμες δόσεις προς αυτό - τα λεφτά θα αλλάζουν χέρι. Οι «βαριές» πληρωμές αρχίζουν το 2022. Ετσι (το χρέος παραμένει βαρύ, αλλά) μεσολαβούν οκτώ χρόνια στη διάρκεια των οποίων η Ελλάδα δεν θα πνίγεται από τις επιβαρύνσεις για την αποπληρωμή του. Πώς θα τα αξιοποιήσουμε;
Δεύτερη, η ρύθμιση του χρέους δεν είναι ένα μονόπρακτο έργο. Κυριαρχεί η άποψη, ότι τον Νοέμβριο θα συζητηθεί η ρύθμιση του χρέους και το θέμα θα κλείσει οριστικά και αμετάκλητα. Δεν είναι ακριβές, όπως άλλωστε δείχνει η διεθνής αλλά και η (πρόσφατη) εθνική εμπειρία: Το 2010 μπήκαμε σε πρόγραμμα με ένα πακέτο δανειοδότησης, το 2011 αποσπάσαμε επιμήκυνση και μικρότερο επιτόκιο, το 2012 (ανεξάρτητα από αιτίες, κέρδη και ζημιές...) έγινε «κούρεμα», πήραμε μεγάλη επιμήκυνση και νέα δανειοδότηση με μικρό επιτόκιο. Τον προσεχή Νοέμβριο αναμένεται να επιμηκυνθεί η διάρκεια της αποπληρωμής, να μειωθεί το επιτόκιο, ενδεχομένως να μετατραπεί σε σταθερό.
Η όποια ρύθμιση υπάρξει, θα γίνει στη βάση των συσχετισμών και της αντίληψης για το μέγεθος του προβλήματος (στην Ελλάδα και συνολικότερα στην Ευρώπη) που θα επικρατούν εκείνη τη στιγμή. Αλλά, οι αντιλήψεις και οι συσχετισμοί δεν μένουν αμετάβλητοι ενώ η αποπληρωμή του δημοσίου χρέους μας εκτείνεται σε αρκετές 10ετίες. Συνεπώς, η ρύθμιση του προσεχούς Νοεμβρίου δεν θα γραφτεί σε μαρμάρινες πλάκες. Αλλωστε, το πρόβλημα δεν είναι μόνο δικό μας (δεν αφορά μόνο το 2% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ...), το χρέος αντιστοιχεί κατά μέσο όρο στο 90% του ΑΕΠ κάθε χώρας του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, η συζήτηση γι’ αυτό θα είναι στο τραπέζι και το ευρωομόλογο θα επανέλθει. Η Ευρώπη βρίσκεται εκ κατασκευής σε διαρκή διαπραγμάτευση, το στοίχημα είναι να μετέχουμε σε αυτήν όρθιοι, πολυδιάστατα και χωρίς εμμονές (στη 10ετία του 1980, αν ο Α. Παπανδρέου είχε αυτοπαγιδευτεί στα συνθήματά του, δεν θα είχε πετύχει τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα).
Αν απαλλαγούμε (α) από την εθνική μονομανία ότι οι πολίτες των άλλων κρατών πρέπει να υποχρεωθούν να μας χαρίσουν το χρέος και (β) από την αντίληψη ότι τον Νοέμβριο θα υπάρξει τελική και αμετάκλητη ρύθμιση, ως αν ήταν η ώρα της κρίσης «ή ζούμε ή πεθαίνουμε», ίσως μπορέσουμε να επικεντρωθούμε στο άμεσο, το πιο επείγον και ουσιώδες: Πώς θα αυξήσουμε το ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας, πώς θα καταστήσουμε διατηρήσιμο το πρωτογενές πλεόνασμα, πώς θα ενισχύσουμε την εξωστρέφεια ώστε να μην ανατιναχτεί το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στο πρώτο αεράκι της ανάκαμψης ή σε κάποιο φύσημα διεθνούς ανέμου. Αυτά είναι τα κεντρικά ζητήματα, απαντήσεις σε αυτές τις προκλήσεις όφειλε να επεξεργαστεί το πολιτικό προσωπικό της χώρας, σε αυτό το πεδίο να συγκρουστεί, σε αυτό να βρει σημεία συνεννόησης - αντί να αναλώνεται σε επιδείξεις αγωνιστικής ετοιμότητας επί χάρτου, με δυσδιάκριτους τους Κύκλωπες από τους ανεμόμυλους.
Κώστας Καλλίτσης, Καθημερινή 11/5/2014
Σάββατο 10 Μαΐου 2014
Κυριακή 27 Απριλίου 2014
Πες μου Ποιοι θα ψηφίσουν , να σου πω Πως θα ψηφίσουν».
Μια ακόμα ανεπάρκεια από τις πολλές του δημόσιου λόγου,
είναι να κατανοήσει και να συμπεριλάβει στην προβληματική του ότι η ερμηνεία των
εξελίξεων δεν μπορεί να γίνει με αυτούσιους τους όρους των «καλών καιρών», αλλά
ότι οι όροι αυτοί σε φάση κρίσης
αναδιαμορφώνονται , ανατρέπονται και πριν βρεθεί μια νέα ισορροπία κινούνται σε
ασταθή και αμορφοποίητα (άρα ρευστά και
με ακανόνιστες κινήσεις) ρεύματα .
Μοιάζει το τοπίο με ένα μαγνητικό πεδίο , σχετικά
τακτοποιημένο ,με μαγνητικές γραμμές σχετικά ομαλές, με μικρές μετατοπίσεις στα
φορτία που το ορίζουν και με σχετικά προβλέψιμα αποτελέσματα των μετατοπίσεων
αυτών στο σχηματισμό της νέας ισορροπημένης κατανομής και διευθέτησης των
δυναμικών γραμμών. Αν στο πεδίο αυτό εφαρμοστούν ισχυρές δυνάμεις με τρόπο
βίαιο, σχετικά τυχαίο και ακατάστατο , η πρόβλεψη της νέας διάταξης είναι
εξαιρετικά δύσκολη , το φαινόμενο σχετικά χαοτικό και παίρνει χρόνο στο να
ξεκαθαρίσει η νέα ισορροπία.Αν πάμε με τους παλιούς κανόνες να ερμηνεύσουμε και να προβλέψουμε, την έχουμε πατήσει.
Όλες οι εκτιμήσεις για τις Ευρωεκλογές βασίζονται ακριβώς σε
παλιά σχήματα , όπου πολιτικοί και επικοινωνιακοί χειρισμοί (λίγο πιο δεξιά
εγώ, λίγο πιο αριστερά εσύ κ.λ.π) θεωρούνται προανάκρουσμα πολιτικών μετατοπίσεων του
εκλογικού σώματος, εκ του ασφαλούς προβλέψιμων.
Αλλά για πιο εκλογικό σώμα μιλάμε; Για αυτό που ξέραμε έως
το 2011 περίπου, για αυτό των εκλογών του 2012, για κάτι άλλο; Στη φάση βίαιων
και σύνθετων ανακατατάξεων , όπως αυτή που είναι υπό εξέλιξη, πρέπει να
σκάψουμε λίγο βαθύτερα από την επιφάνεια των λεγόμενων πολιτικών αναλυτών των
δελτίων ειδήσεων.
Ας δούμε μερικά δεδομένα
1. Σε επίπεδο καθαυτό κοινωνικής διαστρωμάτωσης , μπορούμε να εντοπίσουμε πολλά νέα
στοιχεία (και μάλιστα σε φάση διαμόρφωσης και όχι τελικής διευθέτησης), ανάμεσα
στα οποία θα επικεντρώναμε σε τρία (αν και όχι μοναδικά)
Το τουλάχιστον 1,5 εκατομμύριο ανέργων, την
κατακρήμνιση του τρόπου ζωής μεγάλων τμημάτων του μεσοστρωμάτων, την
διαφορετική επίδραση της κρίσης σε αστικά κέντρα(πολύ έντονη) και περιφέρεια(
λιγότερο αισθητή)
2. Σαφής
διαφοροποίηση του τρόπου
αντίληψης-βίωσης από τα διάφορα στρώματα του «πολιτικού γεγονότος», το
οποίο εκλαμβάνεται ως μεταβολή (ή εικαζόμενη μεταβολή) του κοινωνικού του status και όχι απλά σαν
μεταβολή πολιτικού προσωπικού, όπως εν γένει εκλαμβάνονταν στην μεταπολιτευτική
περίοδο (εξ αυτού και οι αλήστου μνήμης επικοινωνιακές στρατηγικές του τύπου «φως-σκότος»).Στρατηγικές
τύπου μνημόνιο-αντιμνημόνιο σε αυτό κολλάνε και αδυνατούν να δημιουργήσουν
ρεύμα, βρίσκοντας απέναντί τους στρατηγικές τύπου σταθερότητα –διάλυση, που
σαφώς είναι πιο ταιριαστές (βασίζονται στον φόβο απέναντι στο ακόμα χειρότερο).Ακόμα πιο
σύνθετη γίνεται η κατάσταση αν λάβουμε υπόψη μας το ειδικό χαρακτηριστικό της
Ελληνικής κοινωνίας , που είναι η «πολυσθένεια» κατά Κωνσταντίνο Τσουκαλά στην
κοινωνική-ταξική σήμανση (ο άνεργος μπορεί να είναι ταυτόχρονα και ιδιοκτήτης
με χαράτσι,ο αγρότης «καλλιεργητής φωτοβολταϊκών», το εκπεσόν πρώην golden boy καταθέτης
και ραντιέρης, αλλά και με κοκκινισμένο δάνειο στην τράπεζα και πάει λέγοντας)
Σε αυτή την βάση, είναι κατανοητή η
αποστροφή προς το «πολιτικό γεγονός», ή άρνηση συμμετοχής σε δημοσκοπήσεις, η
απαξίωση των πάντων , η αυτοθυματοποίηση και η απόδοση κάθε ευθύνης τους 300
και το πολιτικό σύστημα.
Συνήθως ο δημόσιος διάλογος , οι αναλύσεις και
οι δημοσκοπήσεις (πειραγμένες ή όχι, δεν έχει σημασία) αναφέρονται μόνο σε ένα
μέρος του κοινωνικού σώματος , αυτό που το λιγότερο έχει επηρεαστεί από τα αποτελέσματα
της κρίσης ή ακόμα αυτό το τμήμα που έχει κάτι ακόμα σημαντικό να χάσει ή αυτό
που ακόμα βιώνει τις εκλογές ως παίγνιο πολιτικού προσωπικού, το πιο «τακτοποιημένο»
ας το πούμε άκομψα.
Και το υπόλοιπο; Αυτά τα κομμάτια που
βιώνουν βουβό θυμό, αίσθημα απόγνωσης, ανυπαρξίας μέλλοντος (ειδικά το νεανικό
κοινό), αδυναμία συντονισμού με τον τρέχοντα πολιτικό λόγο και ακόμα
περισσότερο αδυναμία ταύτισης ή παρακολούθησης προοπτικών;Που θέλει να «εκδικηθεί»
τους φταίχτες (αν και δεν μπορεί να τους ορίσει συγκεκριμένα), που ούτε η
απειλή του χειρότερου τους αγγίζει , ούτε η προοπτική επανάκαμψης σε
παλαιότερες καλές ημέρες τους πείθει;
Άρα μιλάμε για έναν διχασμό του εκλογικού σώματος, ας πούμε σε insiders και outsiders(εντελώς σχηματικός
ο διαχωρισμός για τις ανάγκες της κουβέντας)
Ποια θα είναι η στάση των δεύτερων ;(των
πρώτων περίπου θα είναι αυτή που λίγο ως πολύ απεικονίζεται σε δημοσκοπήσεις,
σαν γενική τάση τουλάχιστον, άσχετα με την τελική διαμόρφωση των αριθμών)
Για το λόγο αυτό , σχηματικά λέμε «πες μου
ποιοι θα ψηφίσουν , να σου πω πως θα ψηφίσουν».
Αν υπάρξει μικρή συμμετοχή θα πάνε κυρίως
οι πρώτοι και οι πολιτικές μετατοπίσεις μπορεί να είναι και σημαντικές, αλλά
εντός του τρέχοντος πολιτικού σκηνικού. Όσο θα αυξάνεται η συμμετοχή, τόσο θα
συμμετέχουν περισσότερο οι δεύτεροι και οι οργισμένες πολιτικές συμπεριφορές θα
τείνουν να ανατρέψουν εκ θεμελίων το υπάρχον, με διάφορες μορφές (όχι
απαραίτητα μόνο με άνοδο της Χ.Α, με σχήματα όπως το Ποτάμι που στη φάση αυτή
λειτουργεί εκτονωτικά, αλλά και με άλλες μη προβλέψιμες συμπεριφορές).Μια
διαλυτική κατάσταση πλήρους αποδιάρθρωσης
δεν αποκλείεται και η επόμενη ημέρα θα είναι έτσι και αλλιώς δύσκολη.
Γιατί ακόμα και αν αυτό δεν συμβεί σε αυτές
τις εκλογές θα εμφανιστεί παρακάτω, δε γίνεται να το εξαφανίσει κανείς.
Και τελικά στην Δημοκρατία πρέπει να
συμμετέχουν όλοι, έτσι δεν είναι;
Πέμπτη 17 Απριλίου 2014
Για τις απώλειες
Για όλες τις απώλειές μας-ζωντανές ή μη-που προσπαθούμε αστόχαστα να αναστήσουμε...
Για το αίσθημα της απώλειας που μένει...
Για τις καθημερινές μικρές και μεγάλες απώλειές μας..
Όπως του Δημήτρη που πέθανε σαν σήμερα
Δευτέρα 14 Απριλίου 2014
Σεβαστάκης:Στην Αριστερά κυριαρχεί ένας ριζοσπαστισμός αμφιθεάτρου
Γιατί παρατείνεται το τέλμα, κύριε Σεβαστάκη;
«Επειδή δεν έχει γίνει συνείδηση ότι είναι ανέφικτη μια ενιαία και κοινά αποδεκτή αφήγηση της κρίσης και της σωτηρίας. Το γεγονός όμως ότι δεν μπορεί να υπάρξει ενιαία αφήγηση δεν σημαίνει ότι πρέπει σώνει και καλά να συνεχιστεί αυτός ο απλοϊκός μανιχαϊσμός. Στην πολιτική πρέπει να υπάρχουν επάλληλες συναινέσεις. Ανεξάρτητα από τις βαθιές διαφορές χρειάζεται να σκεφτόμαστε και την πολιτική μας κοινότητα, εκείνα τα σημεία σύγκλισης που δεν αναιρούν τις διαφορές αλλά τις εγγράφουν στον ορίζοντα αυτού που έρχεται. Αυτό για εμένα αποτελεί το μείζον κενό της περιόδου. Υπήρξε μια περιχαράκωση του "φιλομνημονιακού" λόγου στη λογική της ενοχής και του στιγματισμού κάθε κοινωνικής διαμαρτυρίας και, από την άλλη πλευρά, η έξαρση της αντιστασιακής μυθολογίας, η κατασκευή ενός λαού ως ενιαίας και πάντοτε θετικής έννοιας. Κοντολογίς, επικράτησε το δίπολο σύστημα - αντισύστημα, το σάπιο πολιτικό κατεστημένο και το Κίνημα. Αυτό το δυαδικό σχήμα μπορεί να υπήρξε, σε αρκετές περιπτώσεις, αποδοτικό πολιτικά. Αλλωστε η πολιτική τείνει να απλοποιεί τα πράγματα, δεν σέβεται τις αποχρώσεις. Μπορεί όμως και να σε παγιδεύσει με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η ερμηνεία των αλλαγών που συμβαίνουν γύρω σου. Αυτή η διαρκής συζήτηση στην Αριστερά, ας πούμε, για έναν λαό που κατά κάποιον τρόπο θα φτιάξει ένα νέο ΕΑΜ, τις δομές αλληλεγγύης "τύπου ΕΑΜ", γίνεται πρόβλημα πλέον. Επαναφέρει εκ του πλαγίου τη νοσταλγία για ένα πολεμικό/ θυσιαστικό πνεύμα παραδοσιακού τύπου σε μια κοινωνία που, με όλες τις στρεβλώσεις και τις ιδιομορφίες της, είναι μια αστική κοινωνία. Η ελληνική κοινωνία έχει προχωρήσει στο επίπεδο της εξατομίκευσης, έχουν εγκαθιδρυθεί πολλαπλές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της και δεν μπορεί να ενοποιηθεί στη βάση ενός ιδεώδους μαζικής κινητοποίησης. Επιπλέον, πρέπει να αντιληφθούμε ότι το σημερινό αντισύστημα δεν είναι ένα αλλά πολλά, δεν είναι μονάχα αριστερό, μπορεί να είναι ακροδεξιό και συνωμοσιολογικό, το είδαμε άλλωστε αυτούς τους τελευταίους μήνες».
Δεν διαφοροποιήθηκε επαρκώς, λέτε, η Αριστερά και ο λόγος της σε αυτό το πλαίσιο;
«Νομίζω ότι η κοινωνία μας δεν μπορεί να ριζοσπαστικοποιηθεί με τα υλικά τού χύμα "αντιμερκελικού" αντισυστημισμού. Γιατί; Μα γιατί ακριβώς οι υβριδικές εκδοχές της δεξιάς αγανάκτησης είναι πολύ πιο διεισδυτικές στο κοινωνικό σώμα. Από την άλλη, υπάρχει βεβαίως στην Αριστερά και ένας αφηρημένος ταξικός λόγος ο οποίος μοιάζει με "ριζοσπαστισμό αμφιθεάτρου": εξηγεί με άνεση τα πάντα στα ειδικά του κοινά ενώ συγχρόνως δυσκολεύεται να συνομιλήσει με την πραγματικότητα. Το ερώτημα ετέθη αναπόφευκτα και για τον ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά μετά την εκλογική του εκτίναξη. Τι είσαι; Πολιτική συμπύκνωση ενός μεταβατικού θυμού ή κάτι περισσότερο; Θεωρώ ότι ένα κόμμα που θέλει να βρίσκεται στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να διαθέτει κινηματική ταυτότητα αλλά να συνθέτει το "εκτός" με το "εντός", τις μη συμβατικές πρακτικές συμμετοχής με τη μέριμνα για την πολιτική αντιπροσώπευση. Κατά την άποψή μου δεν μπορεί να νοηθεί Αριστερά η οποία να μην περιλαμβάνει στη στρατηγική της εύλογους συμβιβασμούς. Οταν ένα κόμμα της ανανεωτικής ή ακόμη και της ριζοσπαστικής Αριστεράς θέλει να κυβερνήσει σε μια χώρα του δυτικού κόσμου κινείται εξ ορισμού μέσα σε έναν ορίζοντα σοσιαλδημοκρατικό, ακόμη και αν μισεί τη λέξη. Οι όροι φυσικά έχουν αλλάξει. Υπάρχει μεγάλη συζήτηση για το αν η σοσιαλδημοκρατία πέθανε ή έχει αποτύχει. Θεωρώ πράγματι ότι κάποιες μορφές της δεν μπορούν να επανέλθουν, λόγου χάρη, οι κρατικές/ κοινωνικές συμμαχίες που αναπτύχθηκαν στη χρυσή τριακονταετία του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας. Και να το ήθελε κανείς δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα».
Νομίζω, κύριε Σεβαστάκη, ότι και μόνο η λέξη σοσιαλδημοκρατία προκαλεί αλλεργία στον ΣΥΡΙΖΑ...
«Υπάρχει, αναμφίβολα, μια δαιμονοποίηση κάθε σοσιαλδημοκρατίας. Αλλά νομίζω ότι υπάρχουν γενικότερα προβλήματα ταυτότητας στην ελληνική Αριστερά. Μου έκαναν εντύπωση, για παράδειγμα, οι αντιδράσεις έναντι των πρόσφατων κρίσεων στην Ουκρανία αλλά και στη Βενεζουέλα. Ο τρόπος με τον οποίο σήμερα τοποθετείται κανείς απέναντι σε αυταρχισμούς, σε βοναπαρτισμούς, είτε αυτοί έχουν τον μανδύα της προόδου και του σοσιαλισμού είτε όχι, είναι καίριο θέμα. Δεν συνιστά πολυτέλεια ή "εποικοδόμημα". Σήμερα άλλωστε κάθε αθωότητα έχει χαθεί διότι γνωρίζουμε το κόστος που είχαν πολλές επιλογές οι οποίες στον εικοστό αιώνα θεωρήθηκαν απελευθερωτικές ενώ αποδείχτηκαν βάρβαρες. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, επί παραδείγματι, υπήρξε όντως ένα πρόβλημα κακής διαχείρισης από την πλευρά Ευρωπαίων και Αμερικανών, διότι κανείς δεν έθεσε όρια στην νεοναζιστικού τύπου Ακροδεξιά η οποία και αποτέλεσε τον "μαχητικό" πυρήνα της εξέγερσης κατά του καθεστώτος Γιανουκόβιτς. Από την άλλη μεριά όμως είναι σκανδαλώδης και ανήθικη η ταύτιση - για ένα μεγάλο και σιωπηλό κομμάτι αριστερών και δεξιών Ελλήνων - με το καθεστώς Πούτιν και τις στρατηγικές του επιλογές. Αυτή η άρνηση τήρησης των αποστάσεων εμένα με ενοχλεί πολύ. Τίθενται εδώ νομίζω ζητήματα ευρύτερου πολιτισμικού προσανατολισμού, ζητήματα ταυτότητας και όχι απλώς "πολιτικής". Οταν, ας πούμε, συνδέεις την κριτική σε πλευρές του σύγχρονου καπιταλισμού με έναν βαθύ αντιδυτικισμό, εκεί υπάρχει ζήτημα. Νομίζω ότι ένα βασικό πρόβλημα στον ελληνικό αριστερό χώρο είναι ότι δεν συζητήθηκε ποτέ στα σοβαρά η σχέση της Αριστεράς με πολλές, μη μαρξιστικές, παραδόσεις της ελευθερίας και της ισότητας (πολιτικός φιλελευθερισμός, ρεπουμπλικανισμός). Κριτική σημαίνει ωστόσο να μπορείς να διακρίνεις και να φτιάχνεις διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στα διαφορετικά φαινόμενα. Ο ιμπεριαλισμός, ας πούμε, δεν είναι πλέον μόνο δυτικός. Το φιλελεύθερο δεν είναι εξ ορισμού φιλοκαπιταλιστικό».
Μπορεί να αλλάξει κάτι σε ευρωπαϊκό επίπεδο μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις επερχόμενες ευρωεκλογές;
«Μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να παίξει θετικό ρόλο, υπό την προϋπόθεση ότι θα συμπέσει με το πέρασμα σε μιαν άλλη ευρωπαϊκή πολιτική στιγμή, μια στιγμή μετά τη λιτότητα ή τουλάχιστον μια νέα φάση όπου η οικονομική σταθεροποίηση δεν θα έχει τα χαρακτηριστικά που βλέπουμε αυτά τα τελευταία χρόνια. Η συντηρητική Ευρώπη κάνει λάθος όταν φοβάται άλλες, ετερόδοξες οικονομικές πολιτικές, γιατί μια μετατόπιση θα μπορούσε ενδεχομένως να μετριάσει τα συμπτώματα απαξίωσης της ευρωπαϊκής ιδέας και των πολιτικών θεσμών. Πρέπει όμως και ο ριζοσπαστικός πόλος να συμφιλιωθεί με την ιδέα και την πρακτική των συγκρουσιακών συμβιβασμών και όχι των "μετωπικών" ρήξεων. Είναι μια διπλή κίνηση αυτή, δεν αφορά μόνο τον έναν παίκτη».
Συνέντευξη του Νικόλα Σεβαστάκη στο Βήμα 13/4/2014
Υ.Γ από anestios: Καπάκι στα παραπάνω ο ΣΥΡΙΖΑ βασανίζεται μεταξύ Κρίτωνα και Λάκη...
Άντε τώρα να κάνεις κάτι σοβαρό...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
.jpg)