Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013
Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013
Η κρίση είχε τη δική της ιστορία
Του Γιάννη Βούλγαρη
Πέντε χρόνια μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας και τρία μετά την εκρηκτική
εκδήλωσή της στην Ελλάδα, η κρίση έχει πια τη δική της ιστορία, τους δικούς της
σταθμούς, τις δικές της αλλαγές φάσης. Η εξέλιξή της καθορίστηκε από τον τρόπο
που συναρθρώθηκαν στη ζωή και στις αντιλήψεις των πολιτών η παγκόσμια
και η ευρωπαϊκή κρίση με την εθνική. Μπορούμε να διακρίνουμε
τρεις ώς τώρα φάσεις, αναλόγως με ποια διάσταση προείχε κάθε φορά στον δημόσιο
λόγο και στον τρόπο που οι πολίτες προσλαμβάνανε την κρίση. Και η σειρά ήταν η
παγκόσμια, η εθνική και τέλος η ευρωπαϊκή. Η βαρύτητα που κάθε διάσταση
προσέλαβε δεν ήταν ένα αντικειμενικό μέγεθος, αλλά αποτέλεσμα της συγκυρίας, των
λύσεων που δίνονταν ή επιχειρούνταν, του κομματικού ανταγωνισμού και της
επικοινωνιακής προπαγάνδας.
Η πρώτη φάση ήταν εκείνη της υποτιθέμενης ελληνικής «ανοσίας» που
λανσαρίστηκε τη διετία 2008-09 από τους κυβερνητικούς ιθύνοντες της ΝΔ. Κατ'
αυτήν, η κρίση ήταν παγκόσμια αλλά οι επιπτώσεις της στην Ελλάδα θα ήταν
περιορισμένες γιατί η οικονομία της δεν ήταν «ανοιχτή» και οι τράπεζες δεν είχαν
εμπλακεί στα τοξικά παράγωγα. Ο δημόσιος λόγος εστιαζόταν κυρίως στην
παγκόσμια διάσταση της κρίσης και οι μαρξιστικές ή κεϊνσιανές ερμηνείες
αναζωογονήθηκαν για να σηματοδοτήσουν την «αλλαγή εποχής» και το τέλος του
«νεοφιλελευθερισμού». Στο εθνικό επίπεδο η πεποίθηση ή το πρόσχημα της «ανοσίας»
επέφερε την κυβερνητική απραξία και παράλληλα ενθάρρυνε τη δημαγωγία των
αντιπολιτεύσεων.
Η δεύτερη φάση που διατρέχει χοντρικά το 2010 ήταν η βίαιη αφύπνιση και η
συνειδητοποίηση της άτυπης χρεοκοπίας της χώρας - αν και δεν έγιναν αμέσως
αντιληπτές η ένταση και η διάρκεια του προβλήματος. Η εθνική διάσταση
της κρίσης ήρθε στο προσκήνιο. Ο δημόσιος λόγος διαπίστωνε αναδρομικά τις
δομικές ανισορροπίες του «μεταπολιτευτικού μοντέλου», οι οποίες ανατράπηκαν όταν
άλλαξε το διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Η ευρωπαϊκή διάσταση της κρίσης ήταν
ακόμα υποβαθμισμένη στον δημόσιο λόγο. Εξάλλου, οι ορθές διαπιστώσεις για τις
εθνικές ανισορροπίες συμπαρασύρθηκαν συχνά από μια μηδενιστική και ισοπεδωτική
καταγγελία της «Μεταπολίτευσης» ως «κλεπτοκρατίας», γεγονός που θα τροφοδοτήσει
συν τω χρόνω την «αντιπολιτική» και θα σχετικοποιήσει τη δημοκρατία ως
κατάκτηση. Το Μνημόνιο έχει ασφαλώς ξεσηκώσει μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης,
αλλά δεν έχει ακόμα ανατάξει το κομματικό σκηνικό, εξού και το κυβερνών κόμμα
ΠΑΣΟΚ διατηρεί ακόμα δυνάμεις.
Η τρίτη φάση διαρκεί χοντρικά το 2011 και φτάνει ώς τις πρώτες εκλογές, τον
Μάιο του 2012. Σημαδεύεται πρακτικά από την αναστροφή της προηγούμενης. Το
«φάρμακο» υποσκελίζει την ασθένεια ή, αλλιώς, η κριτική στο Μνημόνιο
περιθωριοποιεί τις αναφορές στα αίτια της χρεοκοπίας. Πράγματι, οι αλλεπάλληλες
διαπραγματεύσεις με τους δανειστές και οι επιπτώσεις των περικοπών του Μνημονίου
μονοπωλούν τον εθνικό δημόσιο λόγο. Η μαζική πρόσληψη της κρίσης μεταβάλλεται
καθώς έρχεται σε πρώτο πλάνο η ευρωπαϊκή της διάσταση τόσο για το
μερτικό της ευθύνης που είχε η λειψή «αρχιτεκτονική του ευρώ» όσο και για τις
«συνταγές» που επέβαλαν οι ευρωπαίοι εταίροι. Ο λόγος περί «κατοχής» διαχέεται,
τα αντιγερμανικά στερεότυπα ανασύρονται από το σεντούκι. Η τομή Μνημόνιο -
Αντιμνημόνιο καθιερώνεται και αποδιαρθρώνει τον δικομματισμό, ετοιμάζοντας τον
εκλογικό σεισμό του 2012. Ο χώρος και το λόμπι της δραχμής ενισχύονται, όπως και
ο ευρωσκεπτικισμός, χωρίς όμως να πάρουν το πάνω χέρι. Πράγματι, οι δεύτερες
εκλογές τον Ιούνιο του 2012 θα πιστοποιήσουν την υπεροχή και την αντοχή της
φιλοευρωπαϊκής Ελλάδας.
Η συνάρθρωση της παγκόσμιας, της ευρωπαϊκής και της εθνικής διάστασης της
κρίσης περιπλέχτηκε στην περίπτωση της Ελλάδας, λόγω της ιδιαίτερης μορφής ή,
καλύτερα, του διαφορετικού «προσήμου» που προσέλαβε η εθνική σε σχέση με την
παγκόσμια κρίση. Πράγματι, η παγκόσμια καταγράφηκε ως κρίση του
παγκοσμιοποιημένου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και είχε επίκεντρο τις ΗΠΑ
όπου μπλοκαρίστηκε αν δεν εξαντλήθηκε, ο νεοφιλελεύθερος κύκλος συσσώρευσης
1980-2008. Η κρίση διαχύθηκε ως κρίση των τραπεζών και φούσκα της οικοδομής σε
όλη την Ευρώπη, περιλαμβανομένου του Νότου (διαφοροποιημένα στην Πορτογαλία).
Αντίθετα στην Ελλάδα το «πρόσημο» της εθνικής κρίσης ήταν διαφορετικό, σχεδόν
αντίθετο. Κρίση του κράτους. Κρίση του κρατικιστικού - συντεχνιακού μοντέλου που
δομικά είχε φτάσει στα όριά του, αλλά κατέρρευσε μόλις στέρεψε η διεθνής
χρηματοδότησή του. Σε αυτή την αντινομία προστέθηκαν η ιδιομορφία και η
περιπλοκή της ευρωζώνης. Ενα κοινό νόμισμα ορφανό, χωρίς κράτος και κανονική
Κεντρική Τράπεζα πίσω του, ώστε να αντιμετωπίσει ενιαία και έγκαιρα την κρίση.
Κι από την άλλη, μια κοινή θεσμική μορφή που δεν επιτρέπει την κλασική χρεοκοπία
σε χώρα-μέλος, ακόμα και αν ο πλούσιος Βορράς θα το επιθυμούσε πολύ - μαζί με
κάποιους ιθαγενείς που αναπολούσαν το παράδειγμα της Αργεντινής. Η επιστημονική
και πολιτική ανάλυση προσφέρει ασφαλώς ερμηνείες που συνδυάζουν τον ενιαίο
χαρακτήρα της παγκόσμιας κρίσης με τη «διαφοροποιημένη ανάλυση» για κάθε χώρα
και περιοχή. Αλλά η πρόσληψη αυτής της συνάρθρωσης από την κοινωνία είναι πολύ
πιο αντιφατική, ασυνεχής, μεταβαλλόμενη και συγκρουσιακή, πόσω μάλλον που δεν
πρόκειται για διανοητική άσκηση, αλλά για σκληρή πραγματικότητα.
Σε κάθε περίπτωση, πολλά δείχνουν ότι τώρα έχει ανοίξει η τέταρτη φάση της
κρίσης η οποία μπορεί να σημάνει την οριστική έξοδο από τη συγκαλυμμένη
χρεοκοπία και την απαρχή μιας ανάκαμψης. Η ΕΕ δήλωσε καθαρά την πρόθεσή της να
μείνει η Ελλάδα στο ευρώ. Η ελληνική κοινή γνώμη επιβεβαιώνει καθαρά τη
φιλοευρωπαϊκή επιλογή της. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να αποδεσμευτεί από τις
προηγούμενες ακρότητες της αριστερής εθνικοφροσύνης και του αντιμνημονιακού
λαϊκισμού, να βρει διεθνή νομιμοποίηση και με κινήσεις στο εξωτερικό να
«περικυκλώσει» κατά τη μαοϊκή τακτική την κομματική της βάση στο εσωτερικό. Οι
εξαλλοσύνες περί «εθνικής προδοσίας» και «ξένης κατοχής» περιορίζονται όλο και
περισσότερο εκεί που ταιριάζουν. Στη φασιστική Χρυσή Αυγή και στον παρανοϊκό
ακροδεξιό λαϊκισμό των ΑΝΕΛ. Δυστυχώς όμως και σε κρίσιμους κρατικούς
μηχανισμούς, όπως δείχνει η περίπτωση των δικαστών που επιχειρούν επανειλημμένα
να ποινικοποιήσουν την πολιτική ζωή.
Υπάρχουν πλέον οι προϋποθέσεις ώστε η ελληνική κοινωνία να συγκλίνει σε μια
πιο συνεκτική αντίληψη για την κρίση και να διαμορφώσει ένα εθνικό σχέδιο για το
μέλλον συναρθρώνοντάς το δυναμικά με την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια
διάσταση.
Αλλά η ισορροπία είναι ασταθής όπως δείχνει η επικαιρότητα.
NEA 26/1/2013
Τι χρειάζονται οι ποιητές σε χαλεπούς καιρούς;
Στο μεταξύ πολλές φορές μου φαίνεται πως είναι πιο καλά να κοιμηθείς
παρά να βρίσκεσαι έτσι χωρίς σύντροφο και να επιμένεις τόσο.
Και τι να κάνεις μέσα στην αναμονή, και τι να πείς;
Δεν ξέρω. Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σε χαλεπούς καιρούς;
(Φ.Χέντερλιν)
Επιθυμίες
Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά --
έτσ' οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν' αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.
(Κωνσταντίνος Π. Καβάφης )
Η σονάτα του σεληνόφωτος
"Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι,
- δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ
μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια
τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα
λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ
τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι
ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν
μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς
ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί
σου.
Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα, κι ὅπως θὰ μᾶς
φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί,
πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ θόρυβο
δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο
τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου, τὴ σάρκα σου, κι
ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα, μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ
ὕψους, δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν
τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿
ἡ καρδιά μου. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου".
(Γιάννης Ρίτσος)
Υποκατάστατο
Σκορπίζουν τῶν δακρύων οἱ μεγάλες συγκεντρώσεις.
Μνήμη καὶ παρὸν ψάχνουν νὰ κρυφτοῦν ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.
Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ πότε ἀπὸ κεῖνο τὸ εὐκρινὲς
χαράκωμα ἡ λύπη πότε ἀπὸ ἀμυδρότερο.
Στρατηγικὴ νὰ δείξει τάχα ὅτι ἔρχονται ἐνισχύσεις.
Ἂς παραδοθεῖ. Ἔχει σχεδὸν ἐπικρατήσει ἡ φωτογραφία σου.
Ἐξαπλώθηκε ὅπου βρῆκε ἄμαχη ἐπιφάνεια ἀποδεκατισμένη αἴσθηση
πρόθυμη γιὰ γαλήνη.
Ἀνεμίζει στῶν βλεμμάτων τὰ ὑψώματα ὄχι σὰν ἔθιμο ἀδρανὲς
μελαγχολικὸ μὰ ὡς γενναῖος συκοφάντης τῆς ἀπώλειάς σου.
Μέρα τὴ μέρα πείθει πῶς τίποτα δὲν ἄλλαξε ὅτι ἤσουν πάντα ἔτσι,
ἀπὸ χαρτὶ ἐκ γενετῆς φωτογραφία σὲ συνάντησα ἀνέκαθεν πὼς ἔτσι σ᾿ ἀγαποῦσα
γυρολόγα ἀπὸ εἰκόνα σὲ ἀπεικόνιση κι ἀπὸ ἀπεικόνιση σὲ εἰκόνα σου ἀρκέστηκα.
Μνήμη καὶ παρὸν πρέπει νὰ κρυφτοῦν ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.
Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ ἀμυδρὴ. Μαρτυρία ὑπέρ σου ἡ λύπη
ἂς παραδοθεῖ.
Ὁ μόνος ἀξιόπιστος μάρτυρας ὅτι ζήσαμε εἶναι ἡ ἀπουσία
μας.
(Κική Δημουλά)
Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013
Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013
Χρόνε, άτιμε
Του Δημήτη Καμπουράκη
1/1/2013
Βρε καλώς τον καινούριο χρόνο. Πέρασε μέσα, καλέ μου κύριε.
Βολέψου.
Ξέρεις πού. Πάνω στον σβέρκο μου. Βολέψου και συνέχισε τη δουλειά σου. Κύρτωσε λίγο περισσότερο τη ράχη μου, τσιμένταρε μια στάλα παραπάνω τους οσφυϊκούς μου σπονδύλους. Κάνε λίγο πιο μυγιάγγιχτο το στομάχι μου, δώσε μου μια ξαφνική σουβλιά στο γόνατο. Μετάτρεψε σε μικρή περιπέτεια τη μεταμεσονύχτια χώνεψη μου και το πρωινό δέσιμο των κορδονιών μου. Πρόσθεσε μερικά παραπάνω λιπίδια στις αρτηρίες μου, μείωσε κι άλλο τον χώρο που έχουν τα πνευμόνια μου για καθαρό αέρα. Θέρισε όσες τρίχες άντεξαν ως τώρα πάνω στο κεφάλι μου, φρόντισε το πέος μου να δείχνει συνεχώς έξι ώρα, κάνε γιορτινό δωράκι στο δέρμα μου μια ντουζίνα στίγματα και πανάδες. Ρίξε μια ενισχυμένη δόση πρεσβυωπίας στα μάτια μου, κάψε μερικά ακόμα εκατομμύρια απ’ τα εγκεφαλικά μου κύτταρα.
Συνέχισε ακάθεκτος το έργο σου. Επιβεβαίωσε μου πως όσα ονειρεύτηκα στα νιάτα μου, δεν ήταν γραφτό να γίνουν. Πείσε με πως ό,τι όσα έκανα στη ζωή μου, σχεδόν όλα λάθος ήταν. Θύμισε μου ότι δεν υπάρχει γραμμική άνοδος της ευημερίας και ότι οι κοινωνίες με την παρέλευση των δεκαετιών δεν εκπολιτίζονται υποχρεωτικά. Ενίοτε εξαγριώνονται, εξαχρειώνονται και εκπορνεύονται. Εξήγησε μου πως έτσι που τα ‘φτιαξα, καταδίκασα τους επόμενους να περάσουν χειρότερα από μένα και να αποδειχτούν πιο αγράμματοι και πιο ανενδοίαστοι από μένα. Στήσε γύρω μου ένα πλέγμα αποτυχίας και απογοήτευσης, συνέχισε τη σπορά της μελλοντικής γεροντικής μου κατάθλιψης. Κάνε δουλειά σου εσύ.
Εγώ πάλι θα κάνω τη δική μου. Θα σκαρφαλώνω πάνω σε πλαγιές κι ας αγκομαχώ σαν προπολεμικό τρένο. Θα φοράω πολυεστιακούς φακούς σε φλώρικους χρωματιστούς σκελετούς, θ’ αφήσω χαίτη όσα μαλλιά μου απόμειναν και θα τα κάνω γελοίο κοτσιδάκι πίσω. Όσο θα με σπρώχνεις στο κρεβάτι μου για να ξεκουραστώ, τόσο θα ξενυχτώ μέχρι τελικής κατάρρευσης. Όσο θα αποκαθηλώνεις τις χαρές μου, τόσο θα εφευρίσκω επιδερμικούς τρόπους να ικανοποιούμαι. Θα λιώσω στα ιαματικά λουτρά, στα τρίπλεξ καρωτίδων και στις κωλονοσκοπήσεις. Εσύ θα φυτεύεις στον πισινό μου μικρά καρκινάκια, εγώ θα σ’ ακολουθώ από πίσω και θα τα ξεριζώνω. Θα κηρύξω πόλεμο στην ακινησία των αρθρώσεων μου και στην κατάληψη του μυαλού μου από εμμονές θλίψης και αποτυχίας. Θα γράφω, θα φωνάζω, θα διαβάζω, θα γκρινιάζω, θα οργίζομαι, θα απαιτώ, θα κλαίω, θα ονειρεύομαι.
Δε θα παραδοθώ εύκολα ρε. Θα κάνω τον κόσμο άνω-κάτω ψάχνοντας αγοραστή της ψυχής μου με αντίτιμο την ήττα σου. Μη γελάς… κι αν τον βρω; Θα φυτεύω δέντρα ψηλά, ελιές, ιτιές και ευκαλύπτους και θα τα ανασταίνω τάζοντας τους ότι θα στρώσω ολόκληρο πασχαλινό τραπέζι στον ίσκιο τους. Κάθε πρωί θα κόβω τα κρέατα μου για να βεβαιώνομαι ότι πονάω, άρα είμαι ζωντανός. Και κάθε βράδυ θα παίρνω χάπια με τους χούφτες και θα σπέρνω παιδιά, για να ‘χεις εσύ να τρως. Παιδιά που θα τα ορκίσω να κάνουνε το ίδιο. Πρώτα θα σβήσεις εσύ και μετά η φύτρα μου. Πρώτα θα με σιχαθείς και μετά θα φύγω. Δε θα σου δώσω τη χαρά να ξαπλώσω και να κοιτάζω παραδομένος το ταβάνι, ίσια μπροστά θα κοιτάζω και θα στραβομουτσουνιάζω. Κάθε φορά που θα με τραβάς προς την έξοδο, εγώ θα γαντζώνομαι με τα κοκκαλιάρικα χέρια μου απ’ το περβάζι αυτού του κόσμου και θα ξαναπηδώ μέσα. Και μετά θα σου προτείνω με θράσος το δάχτυλο μου όρθιο και θα σε βρίζω πετώντας σάλια απ’ τα τεχνητά κάτασπρα δόντια μου.
Θα πεις «άει σιχτίρ» με μένα. Θα σε κάνω να ξεφυσάς κάθε φορά που με βλέπεις και να φωνάζεις «ακόμα εδώ είναι αυτός;» Οικονομικές κρίσεις θα μου στέλνεις εσύ, χεσμένες θα σου τις επιστρέφω εγώ. Πολέμους κι εμφυλίους θα στήνεις γύρω μου, θ’ αρπάζω το ντουφέκι και θα πολεμώ εγώ αντί να λουφάζω. Κοινωνικές οπισθοδρομήσεις θα φτιάχνεις εσύ, καινούρια ταμπούρια θα στήνω εγώ. Και μη μου λες πως η κοινωνία πήρε οριστικά την κάτω βόλτα, γιατί τσάμπα καταναλώνεις τα λόγια σου με μένα. Νοσοκόμες με άσπρες ρόμπες θα βάζεις στον δρόμο μου, με μαύρες ζαρτιέρες θα τις ντύνω. Και μη μου ξαναλές πως έτσι θα καταντήσω ένας παράταιρος γελοίος, γιατί δε με νοιάζει καθόλου. Δε θα σου κάνω τη χάρη να γίνω ένας σοφός γέρων, ένας σκατόγερος θα γίνω που θα σου τη σπάει. Μάλλον δεν θα καταφέρω να σε νικήσω τελικά, το ξέρω. Αλλά δεν είναι αυτός ο στόχος μου. Μου αρκεί να γίνω πετραδάκι μέσα στο παπούτσι σου, να σου χαλάσω χαζά ένα απειροελάχιστο της αιωνιότητας σου. Έτσι, για την πλάκα μου ρε. Άτιμε χρόνε…
www.protagon.grΞέρεις πού. Πάνω στον σβέρκο μου. Βολέψου και συνέχισε τη δουλειά σου. Κύρτωσε λίγο περισσότερο τη ράχη μου, τσιμένταρε μια στάλα παραπάνω τους οσφυϊκούς μου σπονδύλους. Κάνε λίγο πιο μυγιάγγιχτο το στομάχι μου, δώσε μου μια ξαφνική σουβλιά στο γόνατο. Μετάτρεψε σε μικρή περιπέτεια τη μεταμεσονύχτια χώνεψη μου και το πρωινό δέσιμο των κορδονιών μου. Πρόσθεσε μερικά παραπάνω λιπίδια στις αρτηρίες μου, μείωσε κι άλλο τον χώρο που έχουν τα πνευμόνια μου για καθαρό αέρα. Θέρισε όσες τρίχες άντεξαν ως τώρα πάνω στο κεφάλι μου, φρόντισε το πέος μου να δείχνει συνεχώς έξι ώρα, κάνε γιορτινό δωράκι στο δέρμα μου μια ντουζίνα στίγματα και πανάδες. Ρίξε μια ενισχυμένη δόση πρεσβυωπίας στα μάτια μου, κάψε μερικά ακόμα εκατομμύρια απ’ τα εγκεφαλικά μου κύτταρα.
Συνέχισε ακάθεκτος το έργο σου. Επιβεβαίωσε μου πως όσα ονειρεύτηκα στα νιάτα μου, δεν ήταν γραφτό να γίνουν. Πείσε με πως ό,τι όσα έκανα στη ζωή μου, σχεδόν όλα λάθος ήταν. Θύμισε μου ότι δεν υπάρχει γραμμική άνοδος της ευημερίας και ότι οι κοινωνίες με την παρέλευση των δεκαετιών δεν εκπολιτίζονται υποχρεωτικά. Ενίοτε εξαγριώνονται, εξαχρειώνονται και εκπορνεύονται. Εξήγησε μου πως έτσι που τα ‘φτιαξα, καταδίκασα τους επόμενους να περάσουν χειρότερα από μένα και να αποδειχτούν πιο αγράμματοι και πιο ανενδοίαστοι από μένα. Στήσε γύρω μου ένα πλέγμα αποτυχίας και απογοήτευσης, συνέχισε τη σπορά της μελλοντικής γεροντικής μου κατάθλιψης. Κάνε δουλειά σου εσύ.
Εγώ πάλι θα κάνω τη δική μου. Θα σκαρφαλώνω πάνω σε πλαγιές κι ας αγκομαχώ σαν προπολεμικό τρένο. Θα φοράω πολυεστιακούς φακούς σε φλώρικους χρωματιστούς σκελετούς, θ’ αφήσω χαίτη όσα μαλλιά μου απόμειναν και θα τα κάνω γελοίο κοτσιδάκι πίσω. Όσο θα με σπρώχνεις στο κρεβάτι μου για να ξεκουραστώ, τόσο θα ξενυχτώ μέχρι τελικής κατάρρευσης. Όσο θα αποκαθηλώνεις τις χαρές μου, τόσο θα εφευρίσκω επιδερμικούς τρόπους να ικανοποιούμαι. Θα λιώσω στα ιαματικά λουτρά, στα τρίπλεξ καρωτίδων και στις κωλονοσκοπήσεις. Εσύ θα φυτεύεις στον πισινό μου μικρά καρκινάκια, εγώ θα σ’ ακολουθώ από πίσω και θα τα ξεριζώνω. Θα κηρύξω πόλεμο στην ακινησία των αρθρώσεων μου και στην κατάληψη του μυαλού μου από εμμονές θλίψης και αποτυχίας. Θα γράφω, θα φωνάζω, θα διαβάζω, θα γκρινιάζω, θα οργίζομαι, θα απαιτώ, θα κλαίω, θα ονειρεύομαι.
Δε θα παραδοθώ εύκολα ρε. Θα κάνω τον κόσμο άνω-κάτω ψάχνοντας αγοραστή της ψυχής μου με αντίτιμο την ήττα σου. Μη γελάς… κι αν τον βρω; Θα φυτεύω δέντρα ψηλά, ελιές, ιτιές και ευκαλύπτους και θα τα ανασταίνω τάζοντας τους ότι θα στρώσω ολόκληρο πασχαλινό τραπέζι στον ίσκιο τους. Κάθε πρωί θα κόβω τα κρέατα μου για να βεβαιώνομαι ότι πονάω, άρα είμαι ζωντανός. Και κάθε βράδυ θα παίρνω χάπια με τους χούφτες και θα σπέρνω παιδιά, για να ‘χεις εσύ να τρως. Παιδιά που θα τα ορκίσω να κάνουνε το ίδιο. Πρώτα θα σβήσεις εσύ και μετά η φύτρα μου. Πρώτα θα με σιχαθείς και μετά θα φύγω. Δε θα σου δώσω τη χαρά να ξαπλώσω και να κοιτάζω παραδομένος το ταβάνι, ίσια μπροστά θα κοιτάζω και θα στραβομουτσουνιάζω. Κάθε φορά που θα με τραβάς προς την έξοδο, εγώ θα γαντζώνομαι με τα κοκκαλιάρικα χέρια μου απ’ το περβάζι αυτού του κόσμου και θα ξαναπηδώ μέσα. Και μετά θα σου προτείνω με θράσος το δάχτυλο μου όρθιο και θα σε βρίζω πετώντας σάλια απ’ τα τεχνητά κάτασπρα δόντια μου.
Θα πεις «άει σιχτίρ» με μένα. Θα σε κάνω να ξεφυσάς κάθε φορά που με βλέπεις και να φωνάζεις «ακόμα εδώ είναι αυτός;» Οικονομικές κρίσεις θα μου στέλνεις εσύ, χεσμένες θα σου τις επιστρέφω εγώ. Πολέμους κι εμφυλίους θα στήνεις γύρω μου, θ’ αρπάζω το ντουφέκι και θα πολεμώ εγώ αντί να λουφάζω. Κοινωνικές οπισθοδρομήσεις θα φτιάχνεις εσύ, καινούρια ταμπούρια θα στήνω εγώ. Και μη μου λες πως η κοινωνία πήρε οριστικά την κάτω βόλτα, γιατί τσάμπα καταναλώνεις τα λόγια σου με μένα. Νοσοκόμες με άσπρες ρόμπες θα βάζεις στον δρόμο μου, με μαύρες ζαρτιέρες θα τις ντύνω. Και μη μου ξαναλές πως έτσι θα καταντήσω ένας παράταιρος γελοίος, γιατί δε με νοιάζει καθόλου. Δε θα σου κάνω τη χάρη να γίνω ένας σοφός γέρων, ένας σκατόγερος θα γίνω που θα σου τη σπάει. Μάλλον δεν θα καταφέρω να σε νικήσω τελικά, το ξέρω. Αλλά δεν είναι αυτός ο στόχος μου. Μου αρκεί να γίνω πετραδάκι μέσα στο παπούτσι σου, να σου χαλάσω χαζά ένα απειροελάχιστο της αιωνιότητας σου. Έτσι, για την πλάκα μου ρε. Άτιμε χρόνε…
1/1/2013
Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012
Η νέα αριστοκρατία
Η απομυθοποίηση της πολιτικής και η μαγεία των τεχνοκρατών
Του Κωστή Παπαϊωάννου
«Δεν χρειάζεται κάθοδος στον στίβο της πολιτικής, δεν εννοώ με τον τρόπο
αυτό τη στράτευσή μου. Στο μέλλον, όμως, μπορεί να αναλάβω ευθύνες» δήλωσε ο
Πρωθυπουργός Μάριο Μόντι. Δήλωσε δηλαδή διαθέσιμος για μια πρωθυπουργία χωρίς τη
βάσανο των εκλογών. Συμβατή η δήλωσή του με τις δημοσκοπικές καταγραφές στην
Ελλάδα. Οι Ελληνες, ερωτώμενοι για τα πρόσωπα που θα ήθελαν στην κυβέρνηση,
απαντούν πως το 32% θέλει νέα πολιτικά πρόσωπα, το 23% τεχνοκράτες και το 24%
ακαδημαϊκούς καθηγητές. Θα ανέθεταν θέσεις-κλειδιά της κρατικής μηχανής σε
καταξιωμένους επαγγελματίες (23,8%), τεχνοκράτες (20,1%), ακαδημαϊκούς δασκάλους
και πνευματικούς ανθρώπους (20,5%) και σε νέους πολιτικούς (13,9%). (Πηγή:
έρευνα της Marc για την εφημερίδα «Εθνος»). Ευλόγως ο κ. Στουρνάρας φαίνεται
προτιμότερος για τη θέση του υπουργού από επαγγελματίες πολιτικούς, εξαρτημένους
από τις πατρωνίες που οι ίδιοι καλλιέργησαν. Λογικό ο κ. Πικραμμένος ή ο κ.
Παπαδήμος να φαίνονται προτιμότεροι από πρωθυπουργούς που βούλιαξαν σε θάλασσες
πολιτικής δειλίας, απύθμενης αδράνειας και προκλητικής ανικανότητας. Ομως
παραβλέπουμε, απαυδισμένοι και φοβισμένοι, πως οι δημοφιλείς τεχνοκράτες είναι
δημοφιλείς, μεταξύ άλλων, επειδή ποτέ δεν αντιμετώπισαν όσα τσάκισαν τους
προκατόχους τους. Δεν μπήκαν στη διαδικασία να πείσουν προεκλογικά. Δεν
αντιπαρέβαλε κανείς τις παλιές εξαγγελίες τους με τη μετεκλογική πρακτική τους.
Δεν χρειάστηκε να συνθέσουν αντικρουόμενα συμφέροντα, να συγκροτήσουν κοινωνικές
συμμαχίες, να δουν τις μυλόπετρες της κοινωνικής σύγκρουσης να αλέθουν το
πολιτικό τους κεφάλαιο. Αδικη λοιπόν η σύγκριση τεχνοκρατών και πολιτικών. Διπλά
άδικη όταν παραβλέπεται πως και η τεχνοκρατική αριστεία έχει τα όριά της. Για
παράδειγμα, πολλές προηγούμενες προβλέψεις για την πορεία της οικονομίας κάποιων
τεχνοκρατών, σημερινών υπουργών, προκαλούν πικρό γέλιο με την αστοχία τους.
Ο κυρίαρχος λόγος απορρίπτει όποιον επικαλείται το πολιτικό κόστος. Ως
φόβος του πολιτικού κόστους βαφτίζονται συλλήβδην τα πάντα. Ευτελής φυσικά ο
φόβος του πολιτικού κόστους όταν αφορά στην ομηρεία από συντεχνιακά συμφέροντα.
Αδικαιολόγητα ονομάζεται όμως πολιτικό κόστος ο παραμικρός δισταγμός μπροστά
στην ολοσχερή κοινωνική αποδιάρθρωση. Εντέλει, ποιος μπορεί να αγνοεί το
πολιτικό κόστος; Μα μόνο όποιος δεν λογοδοτεί στο πολιτικό σώμα ως πολίτης και
πολιτικός. Μόνο όποιος δεν λογοδοτεί ούτε στο κοινωνικό σώμα, ως κομμάτι και ο
ίδιος μιας καθημαγμένης κοινωνίας. Αρα, μόνο όποιος δεν χρειάζεται δημοκρατική
νομιμοποίηση. Αποτελεσματικός τεχνοκράτης υπουργός στα μάτια της κοινής γνώμης
είναι ο μιντιακά παντοδύναμος. Εκείνος που παρακάμπτει τα κόμματα, τους άλλους
υπουργούς, ακόμα και τον εντολοδόχο πρωθυπουργό. Από πού όμως αντλεί την εξουσία
του; Από την εμπιστοσύνη του λαού; Μα δεν εκτέθηκε στη δοκιμασία της λαϊκής
ψήφου. Μήπως από την επιστημοσύνη του; Μα αυτή αποτελεί εχέγγυο λαϊκής
εμπιστοσύνης μόνο αν ο φορέας της την έθετε πάντα στην υπηρεσία του δημόσιου
συμφέροντος. Μόνο αν υπήρξε σταθερά και αδιάλειπτα πνευματικός άνθρωπος και
ταυτόχρονα ενεργός πολίτης. Μόνο αν δεν απέφυγε ποτέ τη λογοδοσία και τα φώτα
του δημόσιου στίβου.
Ακούω τον αντίλογο: Μας λες λοιπόν, την ώρα που βουλιάζουμε, πως δεν
χρειάζονται τεχνοκράτες; Φυσικά και χρειάζονται. Φυσικά και η αντιπρόταση αυτού
του άρθρου δεν είναι ο αιώνιος Μαυρογιαλούρος. Ομως είναι ένα πράγμα η
ελεγχόμενη συντεταγμένη ανάθεση της εποπτείας σημαντικών τομέων της εκτελεστικής
εξουσίας και της διοίκησης σε ειδικούς και άλλο πράγμα η υποχώρηση της πολιτικά
υπεύθυνης, εκλεγμένης και λογοδοτούσας εξουσίας. Ειδάλλως, αποδεχόμαστε τη
δυσοίωνη προοπτική ενός μέλλοντος με Σύνταγμα, Βουλή και κυβέρνηση όπου όμως
μετά τις εκλογές πρόσωπα και πολιτικές μπορούν να αλλάζουν, αρκεί να
τοποθετούνται στις κατάλληλες θέσεις κατάλληλοι τεχνοκράτες με κατάλληλες
διεθνείς διασυνδέσεις.
Επιστρέφουμε στην Ιταλία: περιττό να ειπωθεί πως ο Μόντι είναι σοβαρότερος
και καταλληλότερος από τον θλιβερά μπουφόνικο Μπερλουσκόνι. Φτάνει αυτό;
Διαβάζουμε πως στην ατζέντα του Μόντι περιλαμβάνεται η «μείωση του συνολικού
κόστους της πολιτικής και η δυνατότητα να λαμβάνονται αποφάσεις που να μπορούν
να εξυπηρετούν μακρόπνοα τη χώρα». Η μαγεία αυτών των λέξεων απαιτεί διπλή
εγρήγορση. Γιατί η μείωση του κόστους της πολιτικής είναι επικίνδυνα κοντά στη
μείωση του πεδίου επιρροής της. Και η υπέρβαση του πολιτικού κόστους είναι πολύ
κοντά στην υπέρβαση της ίδιας της πολιτικής νομιμοποίησης.
Ο Κωστής Παπαϊωάννου είναι πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα
του Ανθρώπου
NEA 27/12/2
Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012
Σέρνεται η «ομάδα», αλλά δεν έχει… πάγκο
του Γιώργου Παπανικολάου
Πόσες φορές σας έχει τύχει να βλέπετε κάποιον
«επώνυμο» παράγοντα στην τηλεόραση και να αναρωτιέστε πως έφτασε τόσο ψηλά, μη
έχοντας ούτε τα πιο βασικά προσόντα;
Αν η απάντηση είναι «συχνά», τότε μόλις αγγίξατε ένα από τα -κατά τη γνώμη μου- σοβαρότερα προβλήματα της χώρας. Οι ισχυρότατες σχέσεις εξάρτησης, διαπλοκής και «γνωριμιών» που βασιλεύουν στην Ελλάδα επί δεκαετίες, δημιούργησαν ένα πλήθος «παραγόντων» που σε άλλη χώρα θα ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, χαμηλόβαθμοι υπάλληλοι.
Το χειρότερο όμως είναι ότι δημιούργησαν στρατιές μιμητών. Που υιοθέτησαν το συγκεκριμένο μοντέλο, εκτιμώντας -δικαιολογημένα ίσως, δεδομένων των συνθηκών- ότι πρέπει κι αυτοί να αποκτήσουν ένα συγκεκριμένο μίγμα αμφιλεγόμενων «προσόντων».
Από την ανωτέρω περιγραφή πολλοί θα βγάλουν το συμπέρασμα ότι αναφέρομαι σε πολιτικούς ή πολιτευτές, συνδικαλιστές, δημοσιογράφους και άλλους «βέρους» εκπροσώπους του δημόσιου βίου.
Δεν είναι όμως έτσι.
Η τάση ήταν -και δυστυχώς παραμένει- γενικότερη, με σημαντική εμβέλεια στην ιδιωτική οικονομία και γενικότερα στην ελληνική κοινωνία, με τη φοροδιαφυγή και την παράνομη δόμηση να δίνουν απλώς ένα «στίγμα».
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι το ίδιο συνέβη και σε ελληνόπουλα που έχοντας πετυχημένες καριέρες στο εξωτερικό, επέστρεψαν στην πατρίδα μόνο και μόνο για να αφομοιωθούν, από το «κλίμα» της, ασπαζόμενοι ίσως την γνωστή αγγλοσαξονική ρήση “When in Rome, do like the Romans do”
Αν το καλοσκεφτείτε, αρχής γενομένης από τον εξαιρετικά κρίσιμο χώρο της Παιδείας, η χώρα μας άρχισε να απορρίπτει πρότυπα και αξίες που ως τότε θεωρούντο διαχρονικές, προς όφελος ενός μοντέλου που θεωρούσε αυτοσκοπό την επιτυχία με κάθε μέσο, ή δυνατόν με το μικρότερο κόπο και με βασικό όφελος την εξαργύρωση της εις χρήμα.
Δεν είναι τυχαίο ότι φτάσαμε στο σημείο να καπηλεύονται τον «πατριωτισμό» ακραία κόμματα, ή ότι σπανίως βλέπουμε στα κυρίαρχα Μέσα την αναπαραγωγή μοντέλων που συνδέουν την επιτυχία με τη σκληρή δουλειά, τη μόρφωση, την προσπάθεια, κι όλα τα προηγούμενα, με την έννοια της «αυτοπραγμάτωσης».
Το μοντέλο του «καταφερτζή» του «ευέλικτου» του «δικτυωμένου», της εύκολης επιτυχίας επικράτησε με τη βοήθεια και των ΜΜΕ, ώσπου η λέξη «λαμόγιο» έφτασε να καθιερωθεί ακόμη κι ως… αστεϊσμός μεταξύ φίλων.
«Γιατί όχι» έλεγε η κρατούσα «ηθική» της καλής εποχής, «αφού όλοι τα ίδια κάνουν». Με αποτέλεσμα ακόμη και ο σπουδαγμένος στο εξωτερικό γιός αγρότη της επαρχίας να θεωρεί απολύτως φυσιολογική την πλασματική ασφάλιση του στον ΟΓΑ και την απόλαυση των μαύρων χρημάτων από τα ιδιαίτερα με τα οποία ασχολείτο επαγγελματικά.
Δυστυχώς τα αποτελέσματα τα ζούμε σήμερα. Δεν είναι μόνο ότι πολλοί από τους «κορυφαίους» μας ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία. Είναι ότι το ίδιο συμβαίνει και με εκείνους που βρίσκονται σε ανώτερα ή μεσαία τμήματα της ελληνικής «πυραμίδας»,.ιδίως στο χώρο του δημόσιου βίου.
Διότι οι άξιοι, οι διαφορετικοί, εκείνοι που αρνήθηκαν να συμβιβαστούν με την τότε ελληνική πραγματικότητα, στην πλειονότητα τους, παραμερίστηκαν ή εξοστρακίστηκαν. Σε αρκετές περιπτώσεις σηκώθηκαν οι ίδιοι κι έφυγαν.
Γι αυτό εδώ και τρία χρόνια η «ομάδα»… σέρνεται αλλά σπανίως αλλάζει.
Διότι ο «πάγκος» είναι άδειος. Και για να γεμίσει, θα περάσει καιρός!
Αν η απάντηση είναι «συχνά», τότε μόλις αγγίξατε ένα από τα -κατά τη γνώμη μου- σοβαρότερα προβλήματα της χώρας. Οι ισχυρότατες σχέσεις εξάρτησης, διαπλοκής και «γνωριμιών» που βασιλεύουν στην Ελλάδα επί δεκαετίες, δημιούργησαν ένα πλήθος «παραγόντων» που σε άλλη χώρα θα ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, χαμηλόβαθμοι υπάλληλοι.
Το χειρότερο όμως είναι ότι δημιούργησαν στρατιές μιμητών. Που υιοθέτησαν το συγκεκριμένο μοντέλο, εκτιμώντας -δικαιολογημένα ίσως, δεδομένων των συνθηκών- ότι πρέπει κι αυτοί να αποκτήσουν ένα συγκεκριμένο μίγμα αμφιλεγόμενων «προσόντων».
Από την ανωτέρω περιγραφή πολλοί θα βγάλουν το συμπέρασμα ότι αναφέρομαι σε πολιτικούς ή πολιτευτές, συνδικαλιστές, δημοσιογράφους και άλλους «βέρους» εκπροσώπους του δημόσιου βίου.
Δεν είναι όμως έτσι.
Η τάση ήταν -και δυστυχώς παραμένει- γενικότερη, με σημαντική εμβέλεια στην ιδιωτική οικονομία και γενικότερα στην ελληνική κοινωνία, με τη φοροδιαφυγή και την παράνομη δόμηση να δίνουν απλώς ένα «στίγμα».
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι το ίδιο συνέβη και σε ελληνόπουλα που έχοντας πετυχημένες καριέρες στο εξωτερικό, επέστρεψαν στην πατρίδα μόνο και μόνο για να αφομοιωθούν, από το «κλίμα» της, ασπαζόμενοι ίσως την γνωστή αγγλοσαξονική ρήση “When in Rome, do like the Romans do”
Αν το καλοσκεφτείτε, αρχής γενομένης από τον εξαιρετικά κρίσιμο χώρο της Παιδείας, η χώρα μας άρχισε να απορρίπτει πρότυπα και αξίες που ως τότε θεωρούντο διαχρονικές, προς όφελος ενός μοντέλου που θεωρούσε αυτοσκοπό την επιτυχία με κάθε μέσο, ή δυνατόν με το μικρότερο κόπο και με βασικό όφελος την εξαργύρωση της εις χρήμα.
Δεν είναι τυχαίο ότι φτάσαμε στο σημείο να καπηλεύονται τον «πατριωτισμό» ακραία κόμματα, ή ότι σπανίως βλέπουμε στα κυρίαρχα Μέσα την αναπαραγωγή μοντέλων που συνδέουν την επιτυχία με τη σκληρή δουλειά, τη μόρφωση, την προσπάθεια, κι όλα τα προηγούμενα, με την έννοια της «αυτοπραγμάτωσης».
Το μοντέλο του «καταφερτζή» του «ευέλικτου» του «δικτυωμένου», της εύκολης επιτυχίας επικράτησε με τη βοήθεια και των ΜΜΕ, ώσπου η λέξη «λαμόγιο» έφτασε να καθιερωθεί ακόμη κι ως… αστεϊσμός μεταξύ φίλων.
«Γιατί όχι» έλεγε η κρατούσα «ηθική» της καλής εποχής, «αφού όλοι τα ίδια κάνουν». Με αποτέλεσμα ακόμη και ο σπουδαγμένος στο εξωτερικό γιός αγρότη της επαρχίας να θεωρεί απολύτως φυσιολογική την πλασματική ασφάλιση του στον ΟΓΑ και την απόλαυση των μαύρων χρημάτων από τα ιδιαίτερα με τα οποία ασχολείτο επαγγελματικά.
Δυστυχώς τα αποτελέσματα τα ζούμε σήμερα. Δεν είναι μόνο ότι πολλοί από τους «κορυφαίους» μας ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία. Είναι ότι το ίδιο συμβαίνει και με εκείνους που βρίσκονται σε ανώτερα ή μεσαία τμήματα της ελληνικής «πυραμίδας»,.ιδίως στο χώρο του δημόσιου βίου.
Διότι οι άξιοι, οι διαφορετικοί, εκείνοι που αρνήθηκαν να συμβιβαστούν με την τότε ελληνική πραγματικότητα, στην πλειονότητα τους, παραμερίστηκαν ή εξοστρακίστηκαν. Σε αρκετές περιπτώσεις σηκώθηκαν οι ίδιοι κι έφυγαν.
Γι αυτό εδώ και τρία χρόνια η «ομάδα»… σέρνεται αλλά σπανίως αλλάζει.
Διότι ο «πάγκος» είναι άδειος. Και για να γεμίσει, θα περάσει καιρός!
Από το www.euro2day.gr
Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012
10 Δεκεμβρίου 2012 Άλκης Αλκαίος: Απών!
Λούνα Παρκ
Η πόλη άναψε τα φώτα της και φεύγει
μ΄ ένα τρενάκι λούνα παρκ στο πουθενά,
σαν το κορμί σου που απ΄ τα χέρια μου ξεφεύγει
κι αναζητάει σε ξένα χέρια την χαρά.
Τα μάτια σου έκλεισες και μ΄ άφησες απ΄ έξω
άλλη μια νύχτα θα τη βγάλω στη βροχή,
όλα για πάρτη σου κι απόψε θα τα παίξω
και δε με νοιάζει τι θα φέρει το πρωί.
Μεταμορφώνεσαι σαν μέδουσα στους δρόμους
κι εγώ τα χίλια πρόσωπα σου ακολουθώ,
στου έρωτά σου υποτάσσομαι τους νόμους
και λίγα ψίχουλα μονάχα σου ζητώ.
Τα μάτια σου έκλεισες και μ΄ άφησες απ΄ έξω
άλλη μια νύχτα θα τη βγάλω στη βροχή,
όλα για πάρτη σου κι απόψε θα τα παίξω
και δε με νοιάζει τι θα φέρει το πρωί.
Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012
Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012
1973: η μήτρα της νεωτερικότητάς μας
του Σερζ Ζιλί
Στο παιχνίδι των δεκαετιών, τα «σέβεντις» θεωρούνται συχνά μια κάπως πιο σοβαροφανής -και συχνά κακή- απομίμηση των «σίξτις», που φημίζονται για την ξεγνοιασιά τους. Ορισμένοι τα παρακολούθησαν από κέντρα αποτοξίνωσης. Στην πραγματικότητα, η δεκαετία του '70 αξιοποίησε τα υλικά εκείνης του '60: προέκυψε ένα μοναδικό χαρμάνι, που το αναδύει καλύτερα το έτος 1973, το οποίο είναι για την δεκαετία του '70 ό,τι ήταν το 1968 για την προηγούμενη, με μια διαφορά: το 1968 ήταν άλμα, το 1973 μαραθώνιος.
Το 1968 αποτελειώνει τα υπολείμματα της αστικής ηθικής του 19ου αιώνα, που κατέπνιγαν τις κοινωνίες της πλήρους απασχόλησης. Όπως το δείχνει η ταινία του Ολιβιέ Ασαγιάς (Olivier Assayas), στην Γαλλία μετά τον Μάη ακολουθήθηκαν δύο δρόμοι: εκείνος του αριστερισμού, και εκείνος της κοινωνικής-πολιτιστικής εξέλιξης. Ο πρώτος βρίσκει τοίχο το 1972, με τον θάνατο του Πιερ Οβερνέ (Pierre Overney).
Εκθηλυσμός του κόσμου
Τελικά και ο μαζικός αριστερισμός θα εκβάλει στο κοινωνικό-πολιτιστικό πεδίο. Το 1968 δεν έμελλε να οδηγήσει στην προλεταριακή επανάσταση. Ο Μάης δεν ήταν τα προεόρτια του «μεγάλου βραδιού» της επανάστασης αλλά η χαραυγή των -απαγορευμένων ακόμα ως χτες- ερώτων. Ο Μάης που θριάμβευσε ήταν τελικά πολιτιστικός, κοινωνικός, μουσικός, απελευθερωτικός, ομοφυλόφιλος και ατομικιστικός. Σε αυτό το ρεύμα εντάσσεται και η εμφάνιση της εφημερίδας «λιμπερασιόν».
Η νεωτερικότητα του 1968 συνδέεται με την επιτάχυνση του εκθηλυσμού του κόσμου. Το αντισυλληπτικό χάπι, που νομιμοποιείται με τον «νόμο Νορίτ», φέρνει τα πρώτα του αποτελέσματα το 1968. Μαζί με το κίνημα υπέρ των αμβλώσεων, που καταλήγει στο «νόμο Βέιλ» του 1974-1975, απελευθερώνουν την γυναικεία σεξουαλικότητα. «Το σώμα μου μού ανήκει!» διατρανώνουν οι φεμινίστριες διεκδικώντας το δικαίωμα στην ευχαρίστηση και την ηδονή.
Η άλλη καινοτομία της δεκαετίας του 1960 αφορά την τεχνολογία. Όπως έγραψε ο οικονομολόγος Ντανιέλ Κοέν (Daniel Cohen) «οι φοιτητές που ενηλικιώθηκαν στα αμερικανικά πανεπιστήμια μέσα στο κλίμα της αμφισβήτησης της δεκαετίας του 1960, θα βρουν στην πληροφορική το τεχνολογικό μέσο που τους επιτρέπει να διαλύσουν την τυποποίηση του κόσμου που είχαν επιβάλει οι γονείς τους». Πράγματι, είναι μερικές παρέες χίπηδων που χάρη στην εφεύρεση των προσωπικών υπολογιστών, με ότι συνεπάγεται αυτό σε εφαρμογές και δικτύωση, θα φέρουν την επανάσταση στην πληροφορική και θα ακυρώσουν τα σχέδια των μεγάλων εταιρειών να κατασκευαστούν γιγάντιοι υπολογιστές που θα παρέμεναν εγκλωβισμένοι σε ειδικούς χώρους -ιδιοκτησίας τους. Σήμερα, ατμομηχανές της παγκόσμιας οικονομίας είναι ακριβώς οι εταιρείες αυτών των χίπηδων.
Το σκληρό ροκ
Το 1973, οι 'Αγγλοι «λεντ ζέπελιν», που έχουν διαδεχθεί τους «μπιτλς», εκπέμπουν πρώτοι τους ήχους που αργότερα θα ονομαστούν «χαρντ ροκ». Μέσα στον ορυμαγδό ιδρύονται και οι AC/DC. Οι «κουιν», που ιδρύθηκαν το 1970, κυκλοφορούν το πρώτο τους σινγκλ όπως το κάνουν και οι ΑΒΒΑ· οι «πινκ φλόιντ» ηχογραφούν το «the dark side of the moon».
Την ίδια χρονιά τερματίζεται ένας πόλεμος με πάνω από τέσσερα εκατομμύρια νεκρούς Βιετναμέζους, που πλήττει θανάσιμα και την Αμερική, αναγκάζοντάς την να υποστεί μια ηθική και στρατιωτική ήττα. Οι σχετικές ειρηνευτικές συνθήκες θα υπογραφούν στις 27 Ιανουαρίου 1973.
Το 1972 ξεσπάει το σκάνδαλο Ουοτεργκέιτ. Η έρευνα της «Ουάσινγκτον ποστ» οδηγεί ταχέως στον διορισμό ενός ειδικού ανακριτή και στο άνοιγμα μιας κοινοβουλευτικής έρευνας. Το 1973, ασκούνται διώξεις κατά στενών συνεργατών του Νίξον (Nixon). Η δικαιοσύνη αποκαλύπτει την ύπαρξη ενός συστήματος υποκλοπών που έχει μολύνει το FBI, την CIA και πολλές υπηρεσίες ασφαλείας του Λευκού Οίκου. Το 1974, ο Ρίτσαρντ Νίξον παραιτείται.
Το νέο Χόλυγουντ αποτυπώνει αυτήν την νέα εποχή της δυσπιστίας: κυκλοφορούν «ο νονός» (1972), «οι τρεις ημέρες του κόνδορα» (1975), το «όλοι οι άνθρωποι του προέδρου» (1976), το «άλιεν» (1979), χώρια η μακρά σειρά των ταινιών για το Βιετνάμ, όπου Αμερικανοί καταγγέλλουν Αμερικανούς.
Πρώτο πετρελαϊκό σοκ
Ένας πόλεμος τελειώνει, ένας άλλος αρχίζει: πρόκειται για τον τέταρτο αραβοϊσραηλινό πόλεμο, τον λεγόμενο «του γιομ κιπούρ». Αυτή την φορά την στρατιωτική πρωτοβουλία την αναλαμβάνουν οι Αιγύπτιοι και οι Σύριοι, που εξορμούν ταυτόχρονα κατά του ισραηλινού κράτους, που όμως γρήγορα αποκρούει με επιτυχία την επίθεση. Ο αραβικός εθνικισμός δεν θα ανακάμψει ποτέ από την νέα αυτή αποτυχία, στην οποία θα απολέσει κάθε πολιτική του αξιοπιστία.
Για αντίποινα, τα αραβικά πετρελαιοπαραγωγά κράτη κηρύσσουν εμπάργκο στις εξαγωγές του «μαύρου χρυσού». Έτσι βιώνουμε το πρώτο πετρελαϊκό σοκ. Το δεύτερο θα σημαδευτεί από την νίκη των αγιατολάχ στο Ιράν. Η τιμή του πετρελαίου εκτοξεύεται από τα 3 στα 12 δολάρια. Αλλά η συγκυριακή κρίση επισπεύδει μιαν άλλη κρίση, διαρθρωτική. Καταχρεωμένες από τον πόλεμο του Βιετνάμ και αντιμέτωπες με την μείωση της ανταγωνιστικότητάς τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρούν σε μαζική υποτίμηση του δολαρίου. Ήδη από τον Δεκέμβριο του 1971 έχουν θέσει εν αμφιβόλω την ανταλλαξιμότητα του εθνικού τους νομίσματος με αποτέλεσμα το δολάριο να χάνει διαρκώς σε αξία. Το 1973 είναι η χρονιά των πρώτων διεθνών συναντήσεων με σκοπό να ελεγχθεί η ξέφρενη διακύμανση των νομισματικών ισοτιμιών. Η ενεργειακή κρίση, ο νομισματικός κλυδωνισμός, η πληθωριστική παρέκκλιση, θα ραγίσουν τελικά τον αναπτυξιακό μηχανισμό στις αναπτυγμένες δυτικές χώρες, που έκτοτε δεν επανέκαμψε ποτέ.
Η ανεργία διογκώνεται: πλήττει τους νέους πρώτα, τις γυναίκες, τους μετανάστες, τους ανειδίκευτους εργάτες. Μεταξύ 1970 και 1993, ο ανεργία υπερτετραπλασιάζεται. Ο κοινωνικός αποκλεισμός επεκτείνεται. Έχουμε πολλές προσπάθειες πυροδότησης της ανάκαμψης με κεϊνσιανές συνταγές: στις ΗΠΑ, επί προεδρίας Φορντ (Ford) και Κάρτερ (Carter), στην Γαλλία επί Ζισκάρ (Giscard), γύρω στο 1974-75. Όλες αποτυχαίνουν· τα δημόσια χρέη διογκώνονται, ενώ ο πληθωρισμός συνεχίζει να ίπταται στα ύψη.
Πολύ γρήγορα γίνονται της μόδας οι φιλελεύθερες και μονεταριστικές θεωρίες και κυοφορείται μια συντηρητική επανάσταση. Η πρώτη που την υλοποιεί είναι η Μάργκαρετ Θάτσερ (Margaret Thatcher) το 1979, για να την ακολουθήσει μια χρονιά αργότερα ο Ρόναλντ Ρέιγκαν (Ronald Reagan). Αλλά κανείς τους δεν κατορθώνει να δαμάσει την ανεργία και τα ελλείμματα.
Υπό την πίεση των πετροδολαρίων που παράγει η άνοδος της τιμής του πετρελαίου γεννιέται μια αυτόνομη αγορά κεφαλαίων. Πολύ γρήγορα, η παραγωγή αποσυνδέεται από την χρηματοοικονομία. Η κινητικότητα των κεφαλαίων, της παραγωγής και της απασχόλησης εμπεδώνουν την διαρκώς αυξανόμενη ρευστότητα. Στην Νέα Υόρκη το 1973 αναγείρεται το σύμβολο αυτής της επέλασης της χρηματοοικονομίας, οι δίδυμοι πύργοι του «παγκόσμιου κέντρου εμπορίου».
Καπιταλιστικός πλουτισμός
Η παγκοσμιοποίηση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Στο πλαίσιο αυτό ο Ντενγκ Σιάο Πινγκ (Deng Xiao-ping), αποκαθίσταται στα διευθυντικά όργανα του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος το 1973, πριν καταλάβει την εξουσία της μεγάλης χώρας το 1979 ώστε να την τροχοδρομήσει στην ξέφρενη κούρσα του καπιταλιστικού πλουτισμού. Μπίνγκο! Η Κίνα είναι σήμερα η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Τον Σεπτέμβριο του 1973, ο στρατηγός Πινοσέτ (Pinochet) με την υποστήριξη της CIA ανατρέπει τον εκλεγμένο πρόεδρο της Χιλής Σαλβαδόρ Αλιέντε (Salvador Allende) που αυτοκτονεί: προκειμένου να επιβάλει την κυριαρχία της, η χούντα δολοφονεί 3,000 άρομα κι εξαφανίζει χιλιάδες άλλους. Μόλις εμπεδωθεί στην εξουσία, μετατρέπει την Χιλή σε εργαστήριο εφαρμογής των θεωριών της απορρύθμισης της οικονομίας και της κοινωνίας: κι ενώ η λατινική Αμερική στενάζει κάτω από την μπότα των πραξικοπηματιών στρατιωτικών, στην δυτική Ευρώπη οι εξαντλημένες δικτατορίες καταρρέουν: Ελλάδα και Πορτογαλία το 1974, Ισπανία το 1975.
'Αλλο ένα μελανό σημείο: η τρομοκρατία πρωταγωνιστεί. Πέραν της παλαιστινιακής, λιβανέζικης, λατινοαμερικανικής τρομοκρατίας, πέραν της ισραηλινής αντιτρομοκρατίας και της τρομοκρατίας των αποσχιστικών κινημάτων των Βάσκων, των Κορσικανών και των Βορειοϊρλανδών, μια σειρά από ακροαριστερές ομάδες κηρύσσουν τον πόλεμο στο κράτος, ιδίως στις πρώην φασιστικές χώρες -την Ιταλία, την Γερμανία και την Ιαπωνία- μιας που στα μάτια τους το φασιστικό παρελθόν των χωρών τους δικαιώνει τον αιματηρό χαρακτήρα των επιχειρήσεών τους που θα συνεχιστούν ως το τέλος της δεκαετίας του 1970. Η γαλλική άκρα αριστερά δεν θα διανύσει εντέλει το όριο των συμβολικών βίαιων ενεργειών, αν εξαιρέσει κανείς την μικρή ομάδα «αξιόν ντιρέκτ» που στα τέλη της δεκαετίας του 1970 διαπράττει πολυάριθμες δολοφονίες.
Τον Δεκέμβριο του 1973 εκδίδεται στο Παρίσι ο πρώτος τόμος του «αρχιπελάγους Γκουλάγκ» του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν (Aleksandr Solzhenitsyn), που το 1970 έχει τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Αυτό το έργο, μαζί με πολλά ακόμα βιβλία που θα ακολουθήσουν, καταστρέφει τις άοκνες προσπάθειες της Σοβιετικής Ένωσης να παραστήσει την δημοκρατική και την ειρηνόφιλη.
Κατάρρευση
Παγιδευμένη ανάμεσα στις κακές σοδειές και την έλλειψη κεφαλαίων, η κομμουνιστική αυτοκρατορία επιλέγει τελικά την «φυγή προς τα εμπρός» και στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ρίχνεται στην περιπέτεια της εισβολής στο Αφγανιστάν και της τοποθέτησης πυραύλων μέσου βεληνεκούς στους δορυφόρους της στην Ευρώπη. Ισλαμιστές μαχητές· ένας Πολωνός πάπας· κούρσα των εξοπλισμών: ο σοβιετικός κομμουνισμός δεν αντέχει να τα βάλει ταυτόχρονα με όλους αυτούς. Η κατάρρευσή του βρίσκεται επί θύραις.
Ενώ όμως τέλειωνε το 1973, κανένας ηγέτης κράτους ή κυβέρνησης, κανένας ιστορικός, κανένας οικονομολόγος, κανένας δημοσιογράφος ασφαλώς δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την σημασία όλων των διάσπαρτων γεγονότων εκείνου του έτους για τον κόσμο, πέραν φυσικά του ότι αυτός γινόταν ασταθέστερος και ρευστός. Και από μια άποψη αν, όπως έλεγε ο ανθρωπολόγος Ζορζ Μπαλαντιέ (Georges Balandier), «νεωτερικότητα σημαίνει κίνηση συν αβεβαιότητα», ε από το 1973 δεν έχουμε παράπονο!
Στο παιχνίδι των δεκαετιών, τα «σέβεντις» θεωρούνται συχνά μια κάπως πιο σοβαροφανής -και συχνά κακή- απομίμηση των «σίξτις», που φημίζονται για την ξεγνοιασιά τους. Ορισμένοι τα παρακολούθησαν από κέντρα αποτοξίνωσης. Στην πραγματικότητα, η δεκαετία του '70 αξιοποίησε τα υλικά εκείνης του '60: προέκυψε ένα μοναδικό χαρμάνι, που το αναδύει καλύτερα το έτος 1973, το οποίο είναι για την δεκαετία του '70 ό,τι ήταν το 1968 για την προηγούμενη, με μια διαφορά: το 1968 ήταν άλμα, το 1973 μαραθώνιος.
Το 1968 αποτελειώνει τα υπολείμματα της αστικής ηθικής του 19ου αιώνα, που κατέπνιγαν τις κοινωνίες της πλήρους απασχόλησης. Όπως το δείχνει η ταινία του Ολιβιέ Ασαγιάς (Olivier Assayas), στην Γαλλία μετά τον Μάη ακολουθήθηκαν δύο δρόμοι: εκείνος του αριστερισμού, και εκείνος της κοινωνικής-πολιτιστικής εξέλιξης. Ο πρώτος βρίσκει τοίχο το 1972, με τον θάνατο του Πιερ Οβερνέ (Pierre Overney).
Εκθηλυσμός του κόσμου
Τελικά και ο μαζικός αριστερισμός θα εκβάλει στο κοινωνικό-πολιτιστικό πεδίο. Το 1968 δεν έμελλε να οδηγήσει στην προλεταριακή επανάσταση. Ο Μάης δεν ήταν τα προεόρτια του «μεγάλου βραδιού» της επανάστασης αλλά η χαραυγή των -απαγορευμένων ακόμα ως χτες- ερώτων. Ο Μάης που θριάμβευσε ήταν τελικά πολιτιστικός, κοινωνικός, μουσικός, απελευθερωτικός, ομοφυλόφιλος και ατομικιστικός. Σε αυτό το ρεύμα εντάσσεται και η εμφάνιση της εφημερίδας «λιμπερασιόν».
Η νεωτερικότητα του 1968 συνδέεται με την επιτάχυνση του εκθηλυσμού του κόσμου. Το αντισυλληπτικό χάπι, που νομιμοποιείται με τον «νόμο Νορίτ», φέρνει τα πρώτα του αποτελέσματα το 1968. Μαζί με το κίνημα υπέρ των αμβλώσεων, που καταλήγει στο «νόμο Βέιλ» του 1974-1975, απελευθερώνουν την γυναικεία σεξουαλικότητα. «Το σώμα μου μού ανήκει!» διατρανώνουν οι φεμινίστριες διεκδικώντας το δικαίωμα στην ευχαρίστηση και την ηδονή.
Η άλλη καινοτομία της δεκαετίας του 1960 αφορά την τεχνολογία. Όπως έγραψε ο οικονομολόγος Ντανιέλ Κοέν (Daniel Cohen) «οι φοιτητές που ενηλικιώθηκαν στα αμερικανικά πανεπιστήμια μέσα στο κλίμα της αμφισβήτησης της δεκαετίας του 1960, θα βρουν στην πληροφορική το τεχνολογικό μέσο που τους επιτρέπει να διαλύσουν την τυποποίηση του κόσμου που είχαν επιβάλει οι γονείς τους». Πράγματι, είναι μερικές παρέες χίπηδων που χάρη στην εφεύρεση των προσωπικών υπολογιστών, με ότι συνεπάγεται αυτό σε εφαρμογές και δικτύωση, θα φέρουν την επανάσταση στην πληροφορική και θα ακυρώσουν τα σχέδια των μεγάλων εταιρειών να κατασκευαστούν γιγάντιοι υπολογιστές που θα παρέμεναν εγκλωβισμένοι σε ειδικούς χώρους -ιδιοκτησίας τους. Σήμερα, ατμομηχανές της παγκόσμιας οικονομίας είναι ακριβώς οι εταιρείες αυτών των χίπηδων.
Το σκληρό ροκ
Το 1973, οι 'Αγγλοι «λεντ ζέπελιν», που έχουν διαδεχθεί τους «μπιτλς», εκπέμπουν πρώτοι τους ήχους που αργότερα θα ονομαστούν «χαρντ ροκ». Μέσα στον ορυμαγδό ιδρύονται και οι AC/DC. Οι «κουιν», που ιδρύθηκαν το 1970, κυκλοφορούν το πρώτο τους σινγκλ όπως το κάνουν και οι ΑΒΒΑ· οι «πινκ φλόιντ» ηχογραφούν το «the dark side of the moon».
Την ίδια χρονιά τερματίζεται ένας πόλεμος με πάνω από τέσσερα εκατομμύρια νεκρούς Βιετναμέζους, που πλήττει θανάσιμα και την Αμερική, αναγκάζοντάς την να υποστεί μια ηθική και στρατιωτική ήττα. Οι σχετικές ειρηνευτικές συνθήκες θα υπογραφούν στις 27 Ιανουαρίου 1973.
Το 1972 ξεσπάει το σκάνδαλο Ουοτεργκέιτ. Η έρευνα της «Ουάσινγκτον ποστ» οδηγεί ταχέως στον διορισμό ενός ειδικού ανακριτή και στο άνοιγμα μιας κοινοβουλευτικής έρευνας. Το 1973, ασκούνται διώξεις κατά στενών συνεργατών του Νίξον (Nixon). Η δικαιοσύνη αποκαλύπτει την ύπαρξη ενός συστήματος υποκλοπών που έχει μολύνει το FBI, την CIA και πολλές υπηρεσίες ασφαλείας του Λευκού Οίκου. Το 1974, ο Ρίτσαρντ Νίξον παραιτείται.
Το νέο Χόλυγουντ αποτυπώνει αυτήν την νέα εποχή της δυσπιστίας: κυκλοφορούν «ο νονός» (1972), «οι τρεις ημέρες του κόνδορα» (1975), το «όλοι οι άνθρωποι του προέδρου» (1976), το «άλιεν» (1979), χώρια η μακρά σειρά των ταινιών για το Βιετνάμ, όπου Αμερικανοί καταγγέλλουν Αμερικανούς.
Πρώτο πετρελαϊκό σοκ
Ένας πόλεμος τελειώνει, ένας άλλος αρχίζει: πρόκειται για τον τέταρτο αραβοϊσραηλινό πόλεμο, τον λεγόμενο «του γιομ κιπούρ». Αυτή την φορά την στρατιωτική πρωτοβουλία την αναλαμβάνουν οι Αιγύπτιοι και οι Σύριοι, που εξορμούν ταυτόχρονα κατά του ισραηλινού κράτους, που όμως γρήγορα αποκρούει με επιτυχία την επίθεση. Ο αραβικός εθνικισμός δεν θα ανακάμψει ποτέ από την νέα αυτή αποτυχία, στην οποία θα απολέσει κάθε πολιτική του αξιοπιστία.
Για αντίποινα, τα αραβικά πετρελαιοπαραγωγά κράτη κηρύσσουν εμπάργκο στις εξαγωγές του «μαύρου χρυσού». Έτσι βιώνουμε το πρώτο πετρελαϊκό σοκ. Το δεύτερο θα σημαδευτεί από την νίκη των αγιατολάχ στο Ιράν. Η τιμή του πετρελαίου εκτοξεύεται από τα 3 στα 12 δολάρια. Αλλά η συγκυριακή κρίση επισπεύδει μιαν άλλη κρίση, διαρθρωτική. Καταχρεωμένες από τον πόλεμο του Βιετνάμ και αντιμέτωπες με την μείωση της ανταγωνιστικότητάς τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρούν σε μαζική υποτίμηση του δολαρίου. Ήδη από τον Δεκέμβριο του 1971 έχουν θέσει εν αμφιβόλω την ανταλλαξιμότητα του εθνικού τους νομίσματος με αποτέλεσμα το δολάριο να χάνει διαρκώς σε αξία. Το 1973 είναι η χρονιά των πρώτων διεθνών συναντήσεων με σκοπό να ελεγχθεί η ξέφρενη διακύμανση των νομισματικών ισοτιμιών. Η ενεργειακή κρίση, ο νομισματικός κλυδωνισμός, η πληθωριστική παρέκκλιση, θα ραγίσουν τελικά τον αναπτυξιακό μηχανισμό στις αναπτυγμένες δυτικές χώρες, που έκτοτε δεν επανέκαμψε ποτέ.
Η ανεργία διογκώνεται: πλήττει τους νέους πρώτα, τις γυναίκες, τους μετανάστες, τους ανειδίκευτους εργάτες. Μεταξύ 1970 και 1993, ο ανεργία υπερτετραπλασιάζεται. Ο κοινωνικός αποκλεισμός επεκτείνεται. Έχουμε πολλές προσπάθειες πυροδότησης της ανάκαμψης με κεϊνσιανές συνταγές: στις ΗΠΑ, επί προεδρίας Φορντ (Ford) και Κάρτερ (Carter), στην Γαλλία επί Ζισκάρ (Giscard), γύρω στο 1974-75. Όλες αποτυχαίνουν· τα δημόσια χρέη διογκώνονται, ενώ ο πληθωρισμός συνεχίζει να ίπταται στα ύψη.
Πολύ γρήγορα γίνονται της μόδας οι φιλελεύθερες και μονεταριστικές θεωρίες και κυοφορείται μια συντηρητική επανάσταση. Η πρώτη που την υλοποιεί είναι η Μάργκαρετ Θάτσερ (Margaret Thatcher) το 1979, για να την ακολουθήσει μια χρονιά αργότερα ο Ρόναλντ Ρέιγκαν (Ronald Reagan). Αλλά κανείς τους δεν κατορθώνει να δαμάσει την ανεργία και τα ελλείμματα.
Υπό την πίεση των πετροδολαρίων που παράγει η άνοδος της τιμής του πετρελαίου γεννιέται μια αυτόνομη αγορά κεφαλαίων. Πολύ γρήγορα, η παραγωγή αποσυνδέεται από την χρηματοοικονομία. Η κινητικότητα των κεφαλαίων, της παραγωγής και της απασχόλησης εμπεδώνουν την διαρκώς αυξανόμενη ρευστότητα. Στην Νέα Υόρκη το 1973 αναγείρεται το σύμβολο αυτής της επέλασης της χρηματοοικονομίας, οι δίδυμοι πύργοι του «παγκόσμιου κέντρου εμπορίου».
Καπιταλιστικός πλουτισμός
Η παγκοσμιοποίηση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Στο πλαίσιο αυτό ο Ντενγκ Σιάο Πινγκ (Deng Xiao-ping), αποκαθίσταται στα διευθυντικά όργανα του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος το 1973, πριν καταλάβει την εξουσία της μεγάλης χώρας το 1979 ώστε να την τροχοδρομήσει στην ξέφρενη κούρσα του καπιταλιστικού πλουτισμού. Μπίνγκο! Η Κίνα είναι σήμερα η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Τον Σεπτέμβριο του 1973, ο στρατηγός Πινοσέτ (Pinochet) με την υποστήριξη της CIA ανατρέπει τον εκλεγμένο πρόεδρο της Χιλής Σαλβαδόρ Αλιέντε (Salvador Allende) που αυτοκτονεί: προκειμένου να επιβάλει την κυριαρχία της, η χούντα δολοφονεί 3,000 άρομα κι εξαφανίζει χιλιάδες άλλους. Μόλις εμπεδωθεί στην εξουσία, μετατρέπει την Χιλή σε εργαστήριο εφαρμογής των θεωριών της απορρύθμισης της οικονομίας και της κοινωνίας: κι ενώ η λατινική Αμερική στενάζει κάτω από την μπότα των πραξικοπηματιών στρατιωτικών, στην δυτική Ευρώπη οι εξαντλημένες δικτατορίες καταρρέουν: Ελλάδα και Πορτογαλία το 1974, Ισπανία το 1975.
'Αλλο ένα μελανό σημείο: η τρομοκρατία πρωταγωνιστεί. Πέραν της παλαιστινιακής, λιβανέζικης, λατινοαμερικανικής τρομοκρατίας, πέραν της ισραηλινής αντιτρομοκρατίας και της τρομοκρατίας των αποσχιστικών κινημάτων των Βάσκων, των Κορσικανών και των Βορειοϊρλανδών, μια σειρά από ακροαριστερές ομάδες κηρύσσουν τον πόλεμο στο κράτος, ιδίως στις πρώην φασιστικές χώρες -την Ιταλία, την Γερμανία και την Ιαπωνία- μιας που στα μάτια τους το φασιστικό παρελθόν των χωρών τους δικαιώνει τον αιματηρό χαρακτήρα των επιχειρήσεών τους που θα συνεχιστούν ως το τέλος της δεκαετίας του 1970. Η γαλλική άκρα αριστερά δεν θα διανύσει εντέλει το όριο των συμβολικών βίαιων ενεργειών, αν εξαιρέσει κανείς την μικρή ομάδα «αξιόν ντιρέκτ» που στα τέλη της δεκαετίας του 1970 διαπράττει πολυάριθμες δολοφονίες.
Τον Δεκέμβριο του 1973 εκδίδεται στο Παρίσι ο πρώτος τόμος του «αρχιπελάγους Γκουλάγκ» του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν (Aleksandr Solzhenitsyn), που το 1970 έχει τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Αυτό το έργο, μαζί με πολλά ακόμα βιβλία που θα ακολουθήσουν, καταστρέφει τις άοκνες προσπάθειες της Σοβιετικής Ένωσης να παραστήσει την δημοκρατική και την ειρηνόφιλη.
Κατάρρευση
Παγιδευμένη ανάμεσα στις κακές σοδειές και την έλλειψη κεφαλαίων, η κομμουνιστική αυτοκρατορία επιλέγει τελικά την «φυγή προς τα εμπρός» και στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ρίχνεται στην περιπέτεια της εισβολής στο Αφγανιστάν και της τοποθέτησης πυραύλων μέσου βεληνεκούς στους δορυφόρους της στην Ευρώπη. Ισλαμιστές μαχητές· ένας Πολωνός πάπας· κούρσα των εξοπλισμών: ο σοβιετικός κομμουνισμός δεν αντέχει να τα βάλει ταυτόχρονα με όλους αυτούς. Η κατάρρευσή του βρίσκεται επί θύραις.
Ενώ όμως τέλειωνε το 1973, κανένας ηγέτης κράτους ή κυβέρνησης, κανένας ιστορικός, κανένας οικονομολόγος, κανένας δημοσιογράφος ασφαλώς δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την σημασία όλων των διάσπαρτων γεγονότων εκείνου του έτους για τον κόσμο, πέραν φυσικά του ότι αυτός γινόταν ασταθέστερος και ρευστός. Και από μια άποψη αν, όπως έλεγε ο ανθρωπολόγος Ζορζ Μπαλαντιέ (Georges Balandier), «νεωτερικότητα σημαίνει κίνηση συν αβεβαιότητα», ε από το 1973 δεν έχουμε παράπονο!
Από το www.ppol.gr (Προοδευτική Πολιτική)
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)