Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Τα νέα «μέτωπα» και η αντιστροφή της Ιστορίας

Του Νικόλα Σεβαστάκη

Μία από τις αγαπημένες λέξεις της πολιτικής του προηγούμενου αιώνα ήταν η λέξη «μέτωπο». Δάνειο από τη στρατιωτική ορολογία και άλλη μία απόδειξη της αρχαίας συσχέτισης ανάμεσα στην τέχνη της πολιτικής και στην τέχνη του πολέμου.

Στη γενεαλογία της Αριστεράς ήταν, κατά κανόνα, κάτι «λαϊκό» και δημοκρατικό. Στην κληρονομιά μιας ορισμένης Δεξιάς έγερνε πάντα προς το εθνικό. Το μέτωπο ή αλλιώς ο πλατύς σχηματισμός μάχης που εγγυάται - αν βεβαίως επιτύχει τον στόχο του - νίκες κατά του αντιπάλου. Και υπήρξε, έτσι, κυρίως εναντιωματικό και αντιπολιτευτικό. Οχι πάντα βέβαια. Τα τελευταία χρόνια όμως οι αναφορές στο ένα ή άλλο μέτωπο συνδέθηκαν οργανικά με το αντι-Μνημόνιο. Ο,τι άλλο προτάθηκε ως μέτωπο (λ.χ. τα ποικίλα μέτωπα της λογικής) παρέμεινε σε στενό κύκλο και δίχως κοινωνικό σώμα.

Εναν χρόνο μετά την κυβερνητική αλλαγή του περσινού Ιανουαρίου, συμβαίνει κάτι σημαντικό, κάτι που δεν υπήρχε πριν από λίγες εβδομάδες: φαίνεται ότι επιστρέφει η αγανάκτηση. Να σχηματίζεται δηλαδή κάτι «σαν μέτωπο». Μεγάλες ή μικρότερες κοινωνικές ομάδες, επαγγελματικές ενώσεις, κατηγορίες εργαζομένων κατεβαίνουν στους δρόμους. Ποιοι; Οχι ακριβώς οι ίδιοι που αποτελούσαν τον κλασικό κόσμο των πολλών απεργιακών διαδηλώσεων του 2012 ή του 2013. Η εικόνα τώρα δείχνει εμπλουτισμένη και διευρυμένη με νέα κοινά. Είναι ο γαλαξίας της μορφωμένης μεσαίας τάξης αλλά και ο κόσμος της υπαίθρου. Είναι οι τριανταπεντάρηδες επιστήμονες αλλά και ψαράδες ή κτηνοτρόφοι. Ο άξονας της ηπειρωτικής Ελλάδας αλλά και τα νησιά. Οι «γραβάτες» απέναντι σε έναν πρωθυπουργό που αρνείται ακόμη να βάλει γραβάτα και ας βρίσκεται στο Νταβός.

Εχουν ειπωθεί και αναλυθεί τα κυριότερα για το πώς φτάσαμε μέχρις εδώ. Ξεκίνησα όμως μιλώντας για το μέτωπο γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ του περσινού Ιανουαρίου ήθελε να είναι η πολιτική έκφραση του μεγάλου αντιμνημονιακού μετώπου. Τώρα, μόλις δώδεκα μήνες μετά, δεν ξέρουμε πια τι είναι. Ούτε, κυρίως, το τι θέλει να γίνει. Και αυτό είναι πιο ανησυχητικό. Για όσους βεβαίως έφυγαν καταγγέλλοντας την «ταξική συνθηκολόγηση» το πράγμα είναι πάντα απλό: έγινε μνημονιακός και επομένως νεοφιλελεύθερος. Για τους αντιπάλους του στην Κεντροαριστερά και στην Κεντροδεξιά εξακολουθεί να είναι μια λαϊκίστικη και ιδεοληπτική υπόθεση.

Κανένας όμως δεν μπορεί να πει τι είναι ακριβώς αυτή η κυβέρνηση. Ούτε φυσικά πού θα οδηγήσει ο θυμός της διάψευσης. Αν πρόκειται να εκτονωθεί σε κάποιες τελετές ήπιας ή αγριότερης διαμαρτυρίας ή αν θα φέρει γρήγορες ανατροπές μαζί με νέους γύρους κοινωνικής βίας.

Η παρουσία ωστόσο του θυμού, ύστερα από πολλούς μήνες αμφιθυμιών και απογοητευμένης αδράνειας, είναι ένα πισωγύρισμα. Οχι γιατί η πολιτική οφείλει να είναι χώρος στεγανοποιημένος από τα λαϊκά συναισθήματα, αλλά γιατί τα προηγούμενα χρόνια έδειξαν τα πολιτικά όρια της αγανάκτησης.

Ας συνοψίσουμε τα παλιότερα:

Υπήρξε ένας ελιτίστικος ορθολογισμός που πίστεψε ότι αρκεί η πειθαρχημένη συναίνεση στους οδικούς χάρτες των μνημονίων για να έλθει η έξοδος από την κρίση.

Απέναντι σε αυτό υψώθηκε ο ριζοσπαστισμός της κρίσης που συνδύασε τη λυτρωτική καταφυγή στον «δρόμο» με την ηθική καταδίκη της λιτότητας.

Τώρα σαν να βρισκόμαστε χιλιάδες μίλια μακριά από αυτές τις γραμμές. Στο κατώφλι μιας καινούργιας κατάστασης με άδηλη έκβαση. Η ριζική απομυθοποίηση όλων των αριστερών συνθημάτων ή ακόμα και των ιστορικών και ηθικών αναφορών της αριστερής μνήμης θα αποτελέσει ίσως το βασικό χαρακτηριστικό της ερχόμενης περιόδου. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθούμε μπροστά σε νέες εξάρσεις αντικοινοβουλευτικής και αντιπολιτικής άρνησης ή σε εκδηλώσεις ισοπεδωτικού «δεξιόστροφου» λαϊκισμού. Από τον χώρο των μεσαίων στρωμάτων ακούγονται ήδη φωνές αντιφορολογικής «εξέγερσης», ενώ ξαναζεσταίνεται και η τυφλή διαίρεση ιδιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων.

Ολα αυτά όμως δεν είναι αναπόφευκτο να συμβούν ούτε προκαθορισμένα από κάποια κακή μοίρα. Η κοινωνική διαμαρτυρία δεν συνδέεται μηχανιστικά με έναν κύκλο πολιτικών ψευδαισθήσεων. Και τα μαθήματα της προηγούμενης περιόδου είναι ακόμη νωπά, παρά το ότι ξεχνάμε και ως γνωστόν «η Ιστορία διδάσκει πως δεν διδάσκει τίποτα». Το πιο ενδιαφέρον για μένα αφορά κυρίως τις αντίρροπες δυνάμεις στην παρακμή της κυβέρνησης και στο ιδεολογικό πισωγύρισμα. Το αν μπορεί να διαμορφωθεί ένα πολιτικό πλαίσιο διαφορετικό από τον φιλελεύθερο τεχνοκρατισμό τον οποίο δείχνει να υιοθετεί η νέα ηγεσία της συντηρητικής παράταξης.

Αυτό που νομίζω δεν συνειδητοποιούμε ακόμη είναι το ηθικό και πολιτικό τραύμα αυτής της περιόδου. Το υποψιάζεται κανείς παρατηρώντας όσους φωνάζουν δυνατά αλλά κυρίως εκείνους που μιλούν μες απ' τα δόντια τους, σαν να νιώθουν ένοχοι ή κρύβοντας την υπόκωφη στεναχώρια τους. Είναι ίσως οι περισσότεροι μαζί με εκείνους που δεν βγάζουν μιλιά και έχουν κόψει τις γέφυρες.

Οι επόμενες εβδομάδες θα έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη φορά των πραγμάτων. Οχι μόνο για την αξιολόγηση και το Ασφαλιστικό αλλά και για τη συνολική τύχη αυτής της παράδοξης «νέας μεταπολίτευσης» που μοιάζει να επαναλαμβάνει τα παλιά.

Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

ΒΗΜΑ 24/1/2016

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Το περιβάλλον θυμίζει την κρίση του 2007;

του Κώστα Καλλίτση


Πολλοί, μεταξύ αυτών ο Τζ. Σόρος, εκτιμούν ότι το «σημερινό διεθνές περιβάλλον θυμίζει έντονα την κρίση του 2007-08».

Η συζήτηση συνήθως επικεντρώνεται στην Κίνα. Η οικονομία της αναπτυσσόταν με ρυθμό 10% ετησίως από το 1980 έως το 2008, με μοχλό τις επενδύσεις για εξωστρέφεια, που απορροφούσαν το 38% του ΑΕΠ, είτε με αυτοχρηματοδότηση είτε μέσω της κεντρικά σχεδιασμένης τραπεζικής χρηματοδότησης, που έφτασε στο 120% του κινεζικού ΑΕΠ το 2002 και έκτοτε έμεινε στο ίδιο ύψος. Από το 2008 ήταν σαφές ότι αυτό το εξωστρεφές μοντέλο είχε φτάσει στα όριά του. Επρεπε να συγκρατηθεί ο ρυθμός επενδύσεων και να ενταθεί ο ρυθμός της εσωτερικής κατανάλωσης.

Η Κίνα πλήρωσε την κρίση του 2007-08. Αυτή εμπόδισε την κινεζική ηγεσία να κάνει την απαιτούμενη στροφή.

Η συρρίκνωση των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών πίεσε δραστικά τις κινεζικές εξαγωγές και έπληξε την απασχόληση. Ενόψει των ορατών και δη επικίνδυνων κοινωνικών και πολιτικών συνεπειών, η ηγεσία της χώρας αναζήτησε στην περαιτέρω ώθηση των επενδύσεων το πιο προσιτό και άμεσο εργαλείο ώθησης της οικονομικής μεγέθυνσης. Τα επόμενα χρόνια, η οικονομία κινήθηκε στην ακριβώς αντίθετη από την προγραμματιζόμενη κατεύθυνση: Οι επενδύσεις έφτασαν να απορροφούν το πρωτοφανές ποσοστό 49% του ΑΕΠ (2012) αλλά, έκτοτε και πλέον, με μαζική τραπεζική χρηματοδότηση του real estate, των δημόσιων υποδομών και της βαριάς βιομηχανίας (Turner, Between Debt and the Devil, 2015). Η Κίνα απέτρεψε την ύφεση της οικονομίας της, έβαλε δυνατά πλάτη στη χειμαζόμενη διεθνή οικονομία αλλά έγινε περαιτέρω ευάλωτη.

Το θέμα είναι ότι η κινεζική είναι μια πολύ μεγάλη οικονομία.

Εχει πλεονάσματα που αναλογούσαν στο 0,2% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2013 και αυξήθηκαν στο 0,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2015. Οπως και η Γερμανία, η ευημερία της στηρίζεται στη ζήτηση από τις οικονομίες άλλων, ελλειμματικών χωρών. Οπως και της Γερμανίας, το εξωστρεφές μοντέλο μεγέθυνσης προϋποθέτει ελλείμματα και άπλετη τραπεζική χρηματοδότηση σε άλλες χώρες. Διαφορετικά, όπως και το γερμανικό, το μοντέλο δεν είναι βιώσιμο. Οπως και η Γερμανία, η Κίνα οφείλει με μέτρα εσωτερικής πολιτικής να τονώσει την εσωτερική κατανάλωση. Η απουσία συντονισμού (διεθνούς ή ακόμη και μέσα στο πλαίσιο της Ευρωζώνης) αφήνει την αντιμετώπιση των προβλημάτων διεθνούς ανισορροπίας, που επηρεάζουν όλο τον πλανήτη, να εξαρτάται μόνο από εσωτερικές πολιτικές. Παράδειγμα, της Κίνας ή της Γερμανίας.

Αυτές λοιπόν οι μεγάλες διεθνείς ανισορροπίες –επανέρχομαι στην εκτίμηση του Τζ. Σόρος– οι οποίες συνέβαλαν στη δημιουργία της πρώτης κρίσης του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, 2007-08, είναι παρούσες και παροξύνονται. Υπάρχει, επιπλέον, ένας κρίσιμος επικίνδυνος παράγοντας. Λέγεται χρέος, υπερχρέωση.

Η εμπειρία μετά την κρίση του 2007-08 δείχνει ότι, άπαξ και δημιουργηθεί υπερβολικό χρέος, αυτό μένει. Μπορεί να αλλάζει μορφή (να μεταμορφώνεται από ιδιωτικό σε δημόσιο) ή να μετοικεί από χώρα σε χώρα και από περιοχή σε άλλη περιοχή του κόσμου (να πηγαίνει από τις ανεπτυγμένες στις αναδυόμενες οικονομίες), αλλά γεγονός είναι ότι το χρέος, ως σύνολο, αναλογικά με το ΑΕΠ του κόσμου, αυξάνεται σταθερά. Αυτήν την εξέλιξη τεκμηρίωσε και μια μελέτη της McKinsey, το 2015, που έδειχνε ότι από το 2007 το παγκόσμιο χρέος είχε αυξηθεί κατά 57 τρισεκατομμύρια δολάρια ή κατά 17 ποσοστιαίες μονάδες επί του παγκοσμίου ΑΕΠ – όταν στην 7ετία μέχρι την κρίση είχε αυξηθεί κατά 23 ποσοστιαίες μονάδες. Στην κορυφή του συνολικού χρέους βρισκόταν η Ιαπωνία με 400%. Η Κίνα ήταν στην 22η με 217%.

Το παγκόσμιο χρέος είναι πολύ βαρύτερο από εκείνο του 2007. Από αυτήν την άποψη, το σημερινό διεθνές περιβάλλον είναι πιο δυσμενές από εκείνο που προϋπήρχε της κρίσης του 2007-2008. Γι’ αυτό, όταν φταρνίζεται η Κίνα, παθαίνει βαρύ κρυολόγημα όλος ο κόσμος. Ειδικά η Ευρωζώνη και ειδικότερα η Γερμανία –που έχει μια οικονομία που τρέφεται από τη δημοσιονομική και πιστωτική επέκταση που κάνουν άλλες («ανεύθυνες») χώρες. Οταν ο δείκτης της Σαγκάης κλονίστηκε, ο γερμανικός δείκτης DAX έχασε όλα τα κέρδη που είχε αποκτήσει το 2015, γιατί η Γερμανία είναι η πλέον εξαρτημένη από την παγκόσμια οικονομία ευρωπαϊκή χώρα.
Προφανώς, θα επηρεαστεί όλη η Ευρωζώνη από την πορεία της Κίνας, μια και η ευρωπαϊκή ανάκαμψη στηρίζεται μόνο στο φτηνό ευρώ (χάρη και στο QE του κ. Ντράγκι) και στις εξαγωγές. Αυτό που δεν είναι γνωστό, είναι (α) πόσο θα επηρεαστεί και (β) πόσο ικανή είναι να αντιδράσει.
Καθημερινή 10/1/2016

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Ουαί υμίν Φαρισαίοι υποκριτές

του Γιώργου Παπανικολάου

Οι κωλοτούμπες πολιτικών, επιχειρηματιών και δημοσιογράφων που ζητούν την πίττα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Πώς καλλιεργείται η λογική «μεταρρυθμίσεις για... τους άλλους». Οι φιλελεύθερες κορώνες, η αναζήτηση αντιπάλου και ο κίνδυνος κυριαρχίας του λαϊκισμού.
Πολιτικοί που από μνημονιακοί γίνονται αντιμνημονιακοί και τούμπαλιν, πολίτες που γνωρίζουν ότι πρέπει να γίνουν θυσίες και το αποδέχονται, αρκεί να πληρώσουν τη νύφη κάποιοι… άλλοι.
Συνδικαλιστές που ζητούν τον ουρανό με τα άστρα, απλώς για να ικανοποιήσουν το ακροατήριο τους. Δημοσιογράφοι με μακρά θητεία σε κρατικά μέσα, που γίνονται όψιμοι αρνητές του… κρατισμού. Επιχειρηματίες που θέλουν «κρατική ενίσχυση», μα όχι και τους φόρους!
Μέχρι στιγμής φαίνεται ότι η κρίση αντί να φέρει την μεγάλη αφύπνιση στη χώρα μας, απλώς ενισχύει την υποκρισία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο σάλος που ξέσπασε γύρω από τις προσωπικές απόψεις του υπουργού Παιδείας Νίκου Φίλη, για τη γενοκτονία των Ποντίων, ακόμη και από ανθρώπους που αν τους ρωτήσεις ποια είναι η νομική και επιστημονική διαφορά ανάμεσα στη γενοκτονία και την εθνοκάθαρση (αμφότερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, με σημαντική εννοιολογική επικάλυψη), είναι βέβαιο ότι δενξέρουν να απαντήσουν.
Ο επικοινωνιακός παροξυσμός που έχει δημιουργηθεί γύρω από αυτό το θέμα και η εμφανής προσπάθειαπολιτικής πατριδοκαπηλείας είναι εντυπωσιακά για τον οιονδήποτε ψύχραιμο παρατηρητή, ιδίως εφόσον γνωρίζει ότι η πρακτική σημασία του όλου θέματος είναι μάλλον περιορισμένη. Αλλού βρίσκονται τα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας και της χώρας, αλλά και των υπερήλικων Ποντίων προσφύγων που μόλις δύο χρόνια πριν στερήθηκαν τις συντάξεις τους, λόγω μνημονίου.
Δεν είναι όμως το μόνο παράδειγμα. Πολύ σοβαρότερη είναι η συνεχής αλλαγή θέσης (ανάλογα με το συμφέρον) της εκάστοτε κυβέρνησης και αντιπολίτευσης γύρω από τα θέματα του μνημονίου. Μια τακτική που έχει φτάσει στο αποκορύφωμα της με τη στάση της σημερινής «ευρωπαϊκής» αντιπολίτευσης που προσπαθεί με κάθε τρόπο να ξεχάσει ότι το τρίτο μνημόνιο, αυτό που έφερε ο Τσίπρας, το πέρασε η Βουλή με τον ψήφο όλων ανεξαιρέτως των βουλευτών της.
Οι ίδιοι δε, λένε ότι τότε το έκαναν για τη σωτηρία της χώρας, αλλά τώρα εμποδίζουν την εφαρμογή του (καταψηφίζοντας κεντρικά σημεία εφαρμογής του και προσφέροντας πολιτική ομπρέλα στις αντιδράσεις διαφόρων συμφερόντων), λες και δεν γνωρίζουν ότι στην πράξη η σωτηρία της χώρας δεν εξαρτάται μόνο από την ψήφιση του, αλλά και από την εφαρμογή του!
Τα φαινόμενα όμως αυτά δεν περιορίζονται στην πολιτική. Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι λεγόμενοι «διαμορφωτές» της κοινής γνώμης, όπου βεβαίως κυριαρχούν τα Μέσα Ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι.
Κι εδώ η αλλαγή ρόλων είναι εντυπωσιακή. Ακριβώς όπως διάφοροι πέρασαν από το «δεν πληρώνω» στην άλλη όχθη, μέσω της εξουσίας, έτσι και κάποιοι «φιλελεύθεροι» εμφανίζονται σήμερα ως απολογητές των... φοροφυγάδων!
Διαβάζω με κατάπληξη ομολογουμένως, δήθεν «φιλελεύθερα» άρθρα στα οποία γίνονται συνειδητές απόπειρες δικαιολόγησης των ελευθέρων επαγγελματιών και επιχειρηματιών που φοροδιαφεύγουν συστηματικά, με το επιχείρημα ότι το κάνουν για να επιβιώσουν, λες και πριν την κρίση, τότε που δέναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα, τα δήλωναν όλα και ήταν υποδείγματα φορολογούμενου.
Φαίνεται θα έχουν ξεχάσει ότι η Ελλάδα ήταν ίσως η μοναδική χώρα στον κόσμο, όπου οι μισθωτοί εμφανίζονταν κατά μέσο όρο να έχουν μεγαλύτερα εισοδήματα από τα… αφεντικά τους, ενώ οι ελεύθεροι επαγγελματίες εμφανίζονταν ως πένητες!!!
Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Διότι ακόμη και σήμερα πολιτική και δημοσιογραφία αρέσκονται να χαϊδεύουν τα αυτιά του εκάστοτε ακροατηρίου τους, προσπαθούν να δημιουργήσουν τη δική τους «αγορά», μικρή ή μεγάλη κι ένα μέρος αυτού που αποκαλούμε «κοινή γνώμη», ένα μέρος του κόσμου, συνεχίζει να το αποδέχεται.
Να αποδέχεται πρακτικά την κοροϊδία, τον λαϊκισμό και το «είμαι ότι δηλώνω», ακόμη και την λιγότερο ή περισσότερο επιτηδευμένη διαίρεση του σε αντιμαχόμενες ομάδες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι απόπειρες διαίρεσης των πολιτών με διαχωριστική γραμμή τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, όπου οι μεν εμφανίζουν το κράτος ως πηγή όλων των δεινών και οι δε συνδέουν την ιδιωτική πρωτοβουλία με την αισχροκέρδεια, τα καρτέλ και τα μονοπώλια.
Κατά την ταπεινή μου άποψη όλα αυτά δεν είναι τίποτε περισσότερο από προσπάθειες εφεύρεσης ενός «αντιπάλου» που θα χρησιμεύει είτε ως μέσο συσπείρωσης, είτε ως μέσο αύξησης της άτιμης της… αναγνωσιμότητας.
Η αλήθεια βρίσκεται αλλού. Στο γεγονός ότι αυτή η χώρα έχει βαθιά προβλήματα, που προέκυψαν από την πορεία που ακολουθήσαμε –κοινή συναινέσει- επί δεκαετίες. Ότι όχι μόνο ο δημόσιος αλλά και ο ιδιωτικός τομέας χρειάζονται ριζική αναδιάρθρωση, διότι κτίστηκαν σε σαθρές βάσεις με ευθύνη των πολιτικών που κυβέρνησαν επί δεκαετίες και ημών των ιδίων που ήμασταν κατά κανόνα απαθείς παρατηρητές (με σημαία το γνωστό «ώχ αδερφέ»).
Κι ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να βγει από την κρίση, αν δεν βρεθούν σημεία συναίνεσης –και όχι αντιπαλότητας- για την επίλυση των «δομικών» προβλημάτων της. Είτε πρόκειται για την Οικονομία, είτε για την Παιδεία, την Υγεία την Δικαιοσύνη και γενικότερα, τη λειτουργία των θεσμών.
Μπορούν αυτά να συμβούν ενόσω καλλιεργούνται ο φαρισαϊσμός και η αντιπαλότητα, ακόμη κι από εκείνους που επιφανειακά διεκδικούν δάφνες ωριμότητας και υπευθυνότητας;
Φοβάμαι πως όχι.
Κι ακόμη περισσότερο φοβάμαι ότι αυτές οι συμπεριφορές ανοίγουν το δρόμο για πολύ πιο ακραίεςλαϊκιστικές εκφράσεις, που ακόμη και οι σημερινοί υποκριτές θα δυσκολευτούν να παρακολουθήσουν.
www.euro2day.gr  5/11/2015

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Η εσωτερική λογική των Μνημονίων


Του Κώστα Καλλίτση

Η ανάπτυξη είναι δική μας δουλειά. Που θα την κάνουμε μόνο αν έχουμε ένα εθνικό σχέδιο, που θα υπερβαίνει το Μνημόνιο και θα προσδιορίζει τρόπους υλοποίησής του. Γιατί κανένα Μνημόνιο δεν έχει στόχο την ανάταξη και ανάπτυξη της χώρας. Τα Μνημόνια έχουν συγκεκριμένο στόχο: Να περιορίσουν τους κινδύνους που δημιουργεί η Ελλάδα για τον υπόλοιπο κόσμο και δη την Ευρώπη, και να διασφαλίσουν ότι θα αποπληρώσουμε τα χρέη μας. Ετσι, θα μπορέσουμε να βγούμε πάλι στις αγορές. Με αυτήν την έννοια, τα Μνημόνια διασφαλίζουν τους δανειστές, όχι την ανάταξη και την ανάπτυξη της Ελλάδας. Αυτά, επαφίενται σε εμάς.
Πώς περιορίζονται οι κίνδυνοι από την Ελλάδα; Με αρκετούς τρόπους, μεταξύ των οποίων είναι:
(α) Η σμίκρυνση της ελληνικής οικονομίας, ώστε να μειωθεί ο αντίκτυπος στις άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες από απρόβλεπτες αρνητικές εξελίξεις. Τα επιτελεία της τρόικας έχουν επεξεργαστεί αναλυτικά συναρτήσεις μείωσης του κινδύνου σε κάθε επίπεδο συρρίκνωσης της οικονομίας μας. Σε αυτό το πλαίσιο, μάλιστα, το ΔΝΤ έχει υπολογίσει ότι το ελληνικό ΑΕΠ μπορεί να συρρικνωθεί έως τα 180 δισ. δολάρια, δηλαδή λίγο κάτω από 165 δισ. ευρώ. Η ανάπτυξη είναι δικό μας (όχι δικό τους...) πρόβλημα και ζητούμενο.
(β) Η αποστείρωση των διεθνών δικτύων από τους κινδύνους της ελληνικής αγοράς. Ηδη, ορισμένες πολυεθνικές μεταφέρουν τα στρατηγεία τους από την Ελλάδα σε γειτονικές χώρες. Αλλες, που σχεδίαζαν να τα εγκαταστήσουν εδώ, ακυρώνουν τις αποφάσεις τους και τα πηγαίνουν, π.χ., στη Ρουμανία. Αλλες, περιορίζουν τη δραστηριότητα τους στη χώρα μας – ορισμένες ούτε καν εισάγουν τα τελευταία μοντέλα προϊόντων τους. Τέλος, καμιά εισαγωγή δεν γίνεται χωρίς εκ των προτέρων εξόφληση. Η συρρίκνωση φέρνει μεγαλύτερη συρρίκνωση.
(γ) Το stop loss που αποφάσισαν να θέσουν οι δανειστές μας: Δεν δίνουν ούτε ευρώ επιπλέον στην Ελλάδα αν δεν υπάρξει πρόσθετη εγγύηση. Από τα 86 δισ. που θα μας δοθούν στην 3ετία, περίπου τα 50 αποτελούν διευκόλυνση της αποπληρωμής όσων ήδη έχουμε δανειστεί (δεν είναι πρόσθετη χρηματοδότηση) ενώ τα υπόλοιπα θα δοθούν μόνο με νέα κρατική εγγύηση. Εγγύηση είναι το Ταμείο στο οποίο θα υπαχθούν έως 50 δισ. ευρώ περιουσιακά στοιχεία του κράτους. Περί αυτού πρόκειται – όλα τα άλλα είναι για να χρυσώνεται το χάπι ή για ευτελές θέατρο στα τηλεπαράθυρα.
Τελευταίος αλλά ιδιαίτερα σημαντικός κρίκος στην αλυσίδα του περιορισμού κινδύνων από την Ελλάδα, είναι η σταθεροποίηση των ελληνικών τραπεζών. Βεβαίως, αυτή είναι προϋπόθεση για την άρση της αβεβαιότητας που ταλανίζει την ελληνική οικονομία – και τους καταθέτες. Αλλά, αν κάποιος νομίζει ότι αρκεί η νέα (τρίτη) κεφαλαιοποίηση ώστε να επιλυθεί το πρόβλημα της ρευστότητας και να χρηματοδοτηθεί η ανάπτυξη, λάθος νομίζει. Για δύο λόγους:
(α) Δεν νοείται ρευστότητα για υγιείς επιχειρήσεις, αν τα επιτόκια παραμείνουν 4πλάσια των ευρωπαϊκών. Με επιτόκια 8 ή 9%, ούτε τα λεφτά του ΕΣΠΑ δεν απορροφούνται εύκολα. Αν επιδιώκουμε να γίνουν σοβαρές επενδύσεις (κι όχι κάποια ακόμη αεριτζήδικα εγχειρήματα υψηλής και γρήγορης απόδοσης...) θα πρέπει να γίνει μια πραγματική διαπραγμάτευση με στόχο τη μείωση του κόστους του χρήματος, από κάθε πρόσφορη ευρωπαϊκή πηγή.
(β) Και στα επόμενα δύο χρόνια θα σημειωθεί αρνητική πιστωτική επέκταση, ήτοι θα συνεχιστεί (αν δεν επιταθεί) ο περιορισμός στη χορήγηση δανείων. Διότι, μαζί με τα νέα κεφάλαια, οι τράπεζες θα αναλάβουν την υποχρέωση να εξοφλήσουν, εντός μιας διετίας, τα δάνεια που έλαβαν από το Ευρωσύστημα μέσω του Μηχανισμού Εκτακτης Χρηματοδότησης (ELA). Ούτε η επιστροφή καταθέσεων επαρκεί για να αντισταθμίσει αυτήν την εξέλιξη.
Βλέπετε, η εξόφληση αυτών των δανείων και, παράλληλα, η ταχεία εκκαθάριση των «κόκκινων» δανείων, είναι δύο προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση σε ιδιώτες (στο τέλος της διετίας) του ποσοστού που θα κατέχει το κράτος στις τράπεζες. Ποσοστού που, μετά τη νέα κεφαλαιοποίηση, προβλέπεται ότι θα περιοριστεί κάτω από 20%, έως πολύ λιγότερο – με αποτέλεσμα, ο φορολογούμενος να μην πάρει ποτέ πίσω όσα δανείστηκε και προσέφερε στις τράπεζες.
Το Μνημόνιο έχει μια δική του εσωτερική λογική. Δεν είναι μοιραία. Αλλά χωρίς ένα ευρύτερο σχέδιο που θα το διαπερνά μια δική μας, εθνική αναπτυξιακή λογική, με σαφείς στόχους, διαφανές πλαίσιο σταθερών κανόνων για όλους (μακριά από τον παλαιοκομματισμό των «δικών μας» και των «άλλων»!), που θα εμπνέει συναινέσεις και θα διεκδικεί ευρύτερη κοινωνική στήριξη, φοβούμαι ότι αδίκως θα ανιχνεύουμε τον ορίζοντα αναζητώντας κάποιο αληθινά καλό σημάδι. Ανευ σχεδίου, διατρέχουμε τον κίνδυνο να εφαρμόσουμε το Μνημόνιο αλλά (αντίθετα με την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Κύπρο) να χάσουμε την ανάπτυξη. Να μείνουμε με πιο εξασθενημένη οικονομία, μια κοινωνία που δεν θα μπορεί ούτε καν να διαμαρτύρεται στα σοβαρά. Γιατί, μπροστά στο «μοιραίο» της μαζικής ανεργίας, θα έχει υποστείλει σημαία. Με σιωπητήριο.
Καθημερινή 1/11/2015

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

Το Μνημόνιο είναι το τέλος της Πολιτικής;

του Κώστα Καλλίτση

Οταν έκλεισαν οι αγορές, το 2010, στις δεδομένες συνθήκες μιας νεοφιλελεύθερης, ανέτοιμης και διστακτικής Ευρώπης, δύο δρόμοι υπήρχαν. Ενας ήταν η έξοδος από το ευρώ, με αλλεπάλληλες υποτιμήσεις του νέου νομίσματος και ακαριαία επιβολή ακραίας σκληρότητας πολιτικών, ενός ακραία σκληρού «Μνημονίου». Ο άλλος ήταν η παραμονή στην Ευρωζώνη, η εσωτερική υποτίμηση, ο δανεισμός με χαμηλά επιτόκια στη βάση μιας συμφωνίας με την Ευρώπη και η επεξεργασία ενός εθνικού σχεδίου πραγματικών ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων με στόχο ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα βιώσιμης ανάπτυξης και την αναγέννηση της δημοκρατίας, με την απαλλαγή της από το πελατειακό πλέγμα. Αργήσαμε πολύ να τα κατανοήσουμε αυτά. Με κόστος...

Η χώρα ταλαιπωρήθηκε από διαδοχικά Ζάππεια δημαγωγίας, από συνονθυλεύματα (δήθεν αριστερών...) κραυγών και φαντασιώσεων, από διαδοχικά success stories και δημαγωγούς που είχαν για κάθε πρόβλημα μια σαφή, απλή και βαθιά λαθεμένη λύση και μοίραζαν υποσχέσεις ότι αρκεί να αναλάβουν τη διακυβέρνηση για να μας απαλλάξουν από τα δεινά, αφού θα επαναδιαπραγματεύονταν τις επαχθείς συμφωνίες κι όλοι οι υπόλοιποι θα απολαμβάναμε τους καρπούς του δικού τους σκληρού αγώνα. Με μεγάλες αδικίες και διευρυνόμενες ανισότητες, με άτσαλες περικοπές δαπανών, με αποδιάρθρωση (αντί μεταρρύθμιση) του κράτους, τα ελλείμματα μαζεύτηκαν αλλά πελατειακό κράτος, διαφθορά, παρασιτισμός και κομματισμός, στέκουν ολόρθα. Λες και ήταν χθες...

Και τώρα; Μέσα σε αυτά τα βασανιστικά χρόνια ο ελληνικός λαός έχει αποκτήσει μια νέα ωριμότητα, που αποτελεί το πρώτο θεμέλιο για μια νέα προσπάθεια. Δεύτερο, παρά τις καταστροφές, η χώρα μας παραμένει μια από τις πλουσιότερες του κόσμου, η Παγκόσμια Τράπεζα την κατατάσσει στην 23η θέση μεταξύ δύο εκατοντάδων χωρών, με βάση το κατά κεφαλήν εισόδημα σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης.

Σχεδόν τα δύο τρίτα της κοινωνίας έχουν καταφέρει να στέκονται στα πόδια τους και πολλοί απλώνουν το χέρι και βοηθούν να σηκωθούν όσοι από εμάς έχουν ηττηθεί. Ο πλούτος της χώρας και το κίνημα αλληλεγγύης (ό,τι πολυτιμότερο έχει γεννηθεί στα χρόνια της κρίσης!) είναι το δεύτερο θεμέλιο για μια πολιτική υπέρβασης της κρίσης σταθερά – άρα, με δικαιοσύνη. Το τρίτο είναι η νέα συμφωνία που έχει επιτευχθεί με την Ευρώπη. Η συμφωνία προκρίθηκε της καταστροφής με μια συντριπτική πλειοψηφία όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις. Και, γι’ αυτό, υπερψηφίστηκε όχι από ένα (όπως η πρώτη) ούτε από τρία (όπως η δεύτερη) αλλά από πέντε κόμματα, μεταξύ των οποίων τα δύο μεγαλύτερα. Δεν είναι η χειρότερη. Το ασφαλιστικό είναι το πιο επώδυνο, αλλά αυτό έπρεπε να αντιμετωπιστεί έτσι ή αλλιώς γιατί, απλά, δεν είναι βιώσιμο. Είναι δύσκολη, γιατί (α) περιέχει όλες τις μεταρρυθμίσεις που απέφυγαν να κάνουν οι κυβερνήσεις επί 5 χρόνια, (β) έρχεται μετά από ένα σερί αποτυχίας και αναξιοπιστίας προς τους έξω και προς τους μέσα και (γ) επειδή πολλά πρέπει να γίνουν σε βραχύτατο χρόνο: Το 60% των μέτρων εντός του 2015, το υπόλοιπο 40% μέσα στο πρώτο 3μηνο του 2016. Εδώ μπαίνει η Πολιτική. Πολλά μείζονος σημασίας θέματα είναι ανοικτά, το Μνημόνιο δεν προσδιορίζει πώς θα αντιμετωπιστούν. Δεν ορίζει πώς θα γίνει η νέα κεφαλαιοποίηση των τραπεζών: Μέχρι σήμερα ο ελληνικός λαός χρεώθηκε κι έδωσε περίπου 40 δισ. ευρώ, οι ιδιώτες έβαλαν 12 δισ. ευρώ με αυξήσεις κεφαλαίου, τώρα φαίνεται θα δοθούν κι άλλα 20 δισ. περίπου από τους φορολογούμενους, σε τράπεζες που όλες μαζί έχουν αξία μικρότερη από 5,5 δισ. ευρώ, δεν δίνουν δάνεια και θωρούν ακίνητες τα «κόκκινα» δάνεια και θαλασσοδάνεια που είχαν δοθεί. Τι θα γίνει τώρα; Αλλο θέμα είναι η ρύθμιση του δημόσιου χρέους: Αν θα επιτευχθεί, με ποιον τρόπο θα επιτευχθεί. Ή, το θέμα των αγροτών: Θα σχεδιαστούν πολιτικές ενίσχυσης της παραγωγής ώστε οι αγρότες να μπορούν να πληρώνουν ίσο φόρο με εκείνον που πληρώνουν τα κατεξοχήν θύματα της κρίσης, τα αστικά στρώματα, ή θα επιχειρηθεί να τους προσφερθεί μία ακόμη πελατειακή ρύθμιση;

Αλλά, πέραν πολλών θεμάτων του Μνημονίου που επιδέχονται διαφορετικές πολιτικές απαντήσεις (δυστυχώς, απουσίασαν από τον προεκλογικό διάλογο...) υπάρχει το μείζον θέμα της μετά-την-κρίση-Ελλάδας.

Βασική επιδίωξη και του Γ΄ Μνημονίου είναι να διασφαλιστεί ότι η Ελλάδα θα καταστεί ικανή να πληρώσει τα χρέη της. Κι αν εφαρμόσουμε πλήρως -όπως οφείλουμε τιμώντας την υπογραφή μας- το Γ΄ Μνημόνιο, πάλι δεν θα ανοίξει ο δρόμος της βιώσιμης ανάπτυξης της χώρας, με δημοκρατία, δικαιοσύνη και προοπτική. Γιατί κανένα Μνημόνιο και κανένας δανειστής δεν έχει μέλημα πώς θα είναι η Ελλάδα που θέλουμε να ζήσουμε και να κληροδοτήσουμε στις νέες γενιές. Ούτε τους πέφτει λόγος. Αυτό το σχέδιο θα το κάνουμε εμείς ή δεν θα γίνει. Κι αυτό, όπως και τα ανοικτά θέματα του Μνημονίου, θα έχει προοδευτικό ή συντηρητικό πρόσημο. Μια διάκριση που εμφανίζεται όταν σπάει η φούσκα των ονειροφαντασιών. Οπως τώρα.
 Καθημερινή 20/9/2015

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Εκλογές και κυβέρνηση ευρωπαϊκού δρόμου

Με βάση καθαρά κομματικές τακτικές αναδείχθηκε σε ένα από τα μείζονα ζητήματα προεκλογικού αγώνα. Να συνεννοηθούν με σχηματισμό κοινής κυβέρνησης όλα τα κόμματα του Ευρωπαϊκού δρόμου ή όχι; Το θέμα αυτό πήρε διάφορες μορφές ,ελάχιστες φορές σοβαρού διαλόγου και κυρίως εξυπνακίστικου συνδικαλιστικού χαρακτήρα αντιπαράθεσης. Ας το δούμε τόσο από άποψη πολιτικής λειτουργίας, όσο και από άποψη στόχων των όσων το συζητούν.

Ας θυμίσουμε την βασική λειτουργία της δημοκρατίας, συνοπτικά το δίπολο πλειοψηφία-μειοψηφία ή αλλιώς συμπολίτευση-αντιπολίτευση. Σε πλαίσιο δημοκρατικής συνεννόησης πέρα από την ένταση και την σφοδρότητα της αντιπαράθεσης, το σχήμα αυτό τείνει να εξασφαλίσει την εκλογίκευση της σύγκρουσης, την πολιτική διαπάλη εντός δημοκρατικού πλαισίου και τελικά την παραγωγή εναλλακτικών λύσεων, που είναι και η ουσία της πολιτικής. Σχήματα διακυβέρνησης πέρα από αυτό το πλαίσιο (δηλαδή αυτά που με διάφορους τρόπους ονομάζουμε κυβερνήσεις εθνικής ενότητας ή όπως αλλιώς) μόνο κατ ‘εξαίρεση και σε όλως ιδιαίτερες στιγμές  και για περιορισμένα χρονικά διαστήματα δικαιολογούνται και επιλέγονται. Γιατί αν κρατήσουν για πολύ τείνουν να παράγουν «αντιπολιτεύσεις » όχι σε μια ορισμένη πολιτική αλλά στο υπέρτερο σκοπό τον οποίον δήθεν υπηρετούν.

Εν προκειμένω, κυβέρνηση ευρωπαϊκού δρόμου επί μακρόν σημαίνει δημιουργία ισχυρού αντιπολιτευόμενου πόλου αντιευρωπαϊκού δρόμου.Αν μάλιστα ο πόλος αυτός είναι και εκτός δημοκρατικού πλαισίου(Χ.Α.) καταλαβαίνουμε  όλοι τι φίδι όχι απλά τρέφουμε αλλά και κάνουμε κάθε προσπάθεια να το παχύνουμε μέχρι να μας πνίξει όλους μαζί.
Υπάρχει κάποιος λόγος να λειτουργήσει ένα τέτοιο σχήμα για μικρό  χρονικό διάστημα έστω; Και να πάμε πάλι σε εκλογές δηλαδή σε λίγους μήνες; Σαφέστατα όχι από άποψη πολιτικού στόχου.(μόνο ο Μειμαράκης το πέταξε κάποια στιγμή «ας πάμε ρε παιδί μου ως τον Δεκέμβρη» μέσα στον τακτικισμό του, αλλά μάλλον δεν θα το ξαναπεί)

Ας λειτουργήσουμε λοιπόν κανονικά , με το πρώτο κόμμα και τα μικρότερα του ενδιάμεσου χώρου, στον άξονα Δεξιά-Αριστερά αφού αυτό υπαγορεύει η αριθμητική και ας αναζητήσουμε συναινέσεις στο σχήμα συμπολίτευση-αντιπολίτευση και από εκεί και πέρα δημοκρατική συνεννόηση με τα υπόλοιπα κόμματα εντός δημοκρατικού πλαισίου που δεν θα συναινέσουν σε μια γενική στόχευση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά η αναζήτηση των στοχεύσεων αυτών που με πάθος πρωτόγνωρο και συχνά ασύμβατο με την γενικότερη πολιτική τους αντίληψη υποστηρίζουν μια τέτοια κυβέρνηση.
Η πρώτη κατηγορία είναι πολίτες καλής προαίρεσης από όλο το πολιτικό φάσμα, που απογοητευμένοι από πρακτικές, αναποτελεσματικότητες, παλινωδίες και αντιλαμβανόμενοι την πραγματική κρισιμότητα της περιόδου, αναζητούν σε ένα τέτοιο σχήμα την λύση  απέναντι στη φτώχεια του πολιτικού μας συστήματος. Θα τους πρότεινα να το ξανασκεφτούν με βάση τα ανωτέρω και ίσως αλλάξουν άποψη.

Η δεύτερη κατηγορία είναι ο αφόρητος λαϊκισμός από εκείνους που μάλιστα καταγγέλλουν καθημερινά τον όντως πραγματικό λαϊκισμό του Τσίπρα επί χρόνια τώρα. Ο «λαϊκός» Βαγγέλης λαϊκίζοντας ασύστολα , είναι διατεθειμένος να υποσχεθεί τα πάντα .Και αφού δεν υπάρχουν λεφτά να υποσχεθεί,παλεύει με όλα όσα βγάζουν οι δημοσκοπήσεις ότι θέλουν οι πολλοί.Και συναίνεση πουλάμε και εθνική κυβέρνηση δίνουμε και την πρωθυπουργία παραχωρούμε, αρκεί να φανούμε καλοί και να κοντράρουμε τον Τσίπρα που λέει τα αντίθετα.
Ο δε «μεταρρυθμιστής » Σταύρος με τον ιδρυτικά και διακηρυκτικά απολίτικο λόγο ,του τύπου «να μαζευτούμε 20 καλοί να κάνουμε μιαν ομορφιά», δεν μπορεί παρά να νιώθει σαν το ψάρι στο νερό σε αυτή την συζήτηση. Αλλά πλανάται πλάνην οικτρά.Την έχει πατήσει ήδη.Περισσότερα λίαν προσεχώς.

Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία .Αξιόλογοι κατά τα λοιπά άνθρωποι από τον λεγόμενο «μεταρρυθμιστικό» χώρο ( ο θεός να τον κάνει δηλαδή, αλλά τέλος πάντων),αφού αδίκως προσπάθησαν μέσα από τους «58», την Ελιά και άλλα εκ των προτέρων καταδικασμένα σχήματα να ανασυγκροτήσουν την Κεντροαριστερά, νομίζουν ότι βρήκαν πεδίο δόξης λαμπρό να την ανασυγκροτήσουν σε συνεργασία με την κεντροδεξιά και σε κόντρα με τον Τσίπρα. Αναμασώντας την ζύμωση περί εθνικολαικισμού (καλά βρε παιδί μου και άλλοι μελετάμε τον  Ταγκιέφ, αλλά δεν κάνουμε και έτσι), κηρύττουν έναν αγώνα που κανείς δεν καταλαβαίνει σε τι αποσκοπεί και δεν συντάσσεται μαζί τους.Δεν έμαθαν ακόμα.


Απέναντι σε αυτό το μέτωπο «συνεργασίας»  στέκεται ο Τσίπρας χωρίς ακόμα να έχει καταλάβει τι ακριβώς του έχει συμβεί και με αδυναμία να χαράξει μια νέα πορεία  που αναγκαστικά περιλαμβάνει μια νέα πολιτική ανασύνθεση στο χώρο Αριστερά-Κεντροαριστερά, αλλιώς το έχασε το τρένο. Παίζει τακτικίστικα και ότι καταφέρει. Η ενστικτώδης  άρνησή του σε σενάρια συγκυβέρνησης  αφορά το ότι –σωστά το καταλαβαίνει- αυτόν έχουν σαν στόχο και πριν και μετά τις εκλογές. Αλλά η δική του αδυναμία δεν του επιτρέπει να αναδείξει ένα νέο πολιτικό λόγο που να στέκεται πειστικά και ελπιδοφόρα.Επιτρέπει έτσι να παίζει στα σοβαρά όλη αυτή η πολιτική φιλολογία.Επιτρέπει σε διάφορους να παίζουν σε σενάρια δήθεν αρίστων, ικανών, τεχνοκρατών κλπ δηλαδή στην άρνηση της πολιτικής διαδικασίας .Και στον βαθμό αυτό είναι και αυτός υπεύθυνος και ας το αρνείται.



Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Το ευρώ, η δραχμή και τα παραμύθια που μας κοιμίζουν

του Γιώργου Παπανικολάου

Πάνω από πέντε χρόνια τώρα, όλα τα πολιτικά κόμματα κρύβουν την αλήθεια από τον λαό. Τελευταία «εφεύρεση» το δίλλημα ευρώ ή δραχμή, που κι αυτό κοιμίζει τον λαό απέναντι στην μια και αναπόδραστη πραγματικότητα. Εμείς πρέπει να αλλάξουμε, όποιο κι αν είναι το νόμισμα.
Το ευρώ είναι ένα ημιτελές νόμισμα, με πολλά προβλήματα, που προκύπτουν από το γεγονός ότι δεν συνοδεύεται από μια δημοσιονομική και πολιτική ένωση. Ως κοινό νόμισμα δε, ωφελεί κυρίως τις ισχυρές εξαγωγικά χώρες του Βορρά (και κυρίως τη Γερμανία), που αν είχαν το δικό τους, θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν το κόστος της ισχυρότερης ισοτιμίας.
Το γεγονός όμως ότι τα οικονομικά προβλήματα δεν εντοπίζονται πια μόνο στο Νότο αλλά κάνουν σταδιακά την εμφάνιση τους και στον πυρήνα της Ευρώπης, ακόμη δε και στο Βορρά, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Φινλανδία, δείχνουν ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Στην ουσία αφορά όχι μόνον την Ευρώπη, αλλά συνολικά την αποκαλούμενη «Δύση».
Για κάποιες εκατονταετίες η Ευρώπη, στην αρχή μόνη της και στη συνέχεια μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες, έπαιξε κυρίαρχο ρόλο στο παγκόσμιο στερέωμα. Ακόμη και τον 20ο αιώνα, η Δύση ήταν οικονομικά επικυρίαρχος του πλανήτη. Η κατάσταση όμως αυτή έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει με τρόπο που σήμερα μοιάζει αναπόδραστος.
Ένα πρόσφατο γράφημα του Economist Intelligence Unit, αποτυπώνει με ξεκάθαρο τρόπο τα δεδομένα και τις τάσεις. Το οικονομικό κέντρο βάρους μετατοπίζεται διαρκώς προς την Ασία και τον Ειρηνικό, με επίκεντρο βεβαίως την Κίνα και δευτερευόντως την Ινδία, ενώ η σημασία της «Δύσης» γίνεται ολοένα και μικρότερη.
Τη δεκαετία 1980-90 η περιοχή Ασίας Ειρηνικού κατείχε κάτι λιγότερο από το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ, σε αυτή τη δεκαετία που διανύουμε το ποσοστό έχει φτάσει κοντά στο 35% και οι τάσεις δείχνουν ότι την επόμενη θα είναι κοντά στο 45%, την μεθεπόμενη στο 50% και το 2041-50 θα είναι κοντά στο 55%, με τη Δύση (που στη δεκαετία του 1980 κατείχε μερίδιο της τάξεως του 70%!) να έχει πέσει σε ένα ποσοστό της τάξεως του 35%.

 
Παρότι οι καταστάσεις δεν εξελίσσονται ποτέ γραμμικά στο χρόνο, (εξ ου και οι προβλέψεις πέφτουν συνήθως έξω) οι τάσεις είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικές. Εκτός αν αλλάξει κάτι με τρόπο δραματικό, όλα όσα ξέραμε και όσα ζήσαμε στις προηγούμενες δεκαετίες κινδυνεύουν να ανατραπούν.
Με απλά λόγια η «μπουκιά» της Ευρώπης στην «πίτα» του παγκόσμιου ΑΕΠ γίνεται μικρότερη και η αύξηση της πίτας συνολικά, δεν αρκεί για να καλύψει τη διαφορά. Αυτό το γεγονός, που αντικατοπτρίζεται ήδη στους ρυθμούς ανάπτυξης, δημιουργεί ήδη πιέσεις τόσο σε θέματα κοινωνικού κράτους και ασφάλισης ( καθώς οι παροχές δεν μπορεί παρά να προκύπτουν από τον παραγόμενο πλούτο και την ανακατανομή του, αλλά και να εξαρτώνται από την γήρανση του πληθυσμού), όσο και σε θέματα ανταγωνιστικότητας και καινοτομίας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, θα πρέπει λοιπόν να εξεταστεί και το αφήγημα της δραχμής, ένα αφήγημα, που όπως και το «ευρώ πάση θυσία», για να είμαστε ειλικρινείς, δεν έχει ποτέ εξηγηθεί αναλυτικά από κανέναν. Όσοι αναπολούν τις εποχές της δραχμής, λησμονούν ίσως ότι τότε, σχεδόν ως το τέλος της ζωής του ελληνικού νομίσματος, η παγκοσμιοποίηση ήταν απλώς μια λέξη, τα περισσότερα από τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης δεν είχαν ουσιώδη ανταγωνισμό με την Ελλάδα (περιλαμβανομένων και των κρατών της Βαλκανικής), ενώ οι γίγαντες της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής, δεν είχαν ακόμη ξυπνήσει από τον ύπνο τους.
Τα δεδομένα σήμερα είναι εντελώς διαφορετικά. Ο ανταγωνισμός είναι παγκόσμιος και στις περισσότερες περιπτώσεις οι απόπειρες προσέλκυσης εξαγωγών με κύρια βάση την τιμή (και τα χαμηλά μεροκάματα) είναι σχεδόν μοιραίο να αποτύχουν μεσοπρόθεσμα καθώς υπάρχει τεράστια ψαλίδα ανάμεσα σε μας κι στις προαναφερθείσες χώρες, ορισμένες εκ των οποίων (όπως η Κίνα) είναι σχεδόν βέβαιο ότι μέσα στα επόμενα χρόνια θα αρχίσουν πλέον να προσφέρουν προϊόντα πολύ υψηλότερης ποιότητας, σε άκρως ανταγωνιστικές τιμές, όπως συνέβη κάποτε και στην περίπτωση της Ιαπωνίας.
Ποιο είναι το συμπέρασμα με βάση όλα αυτά; Ότι το ερώτημα περί ευρώ ή δραχμής, δεν έχει αυτή τη στιγμή παρά δευτερεύουσα σημασία, για μια μικρή χώρα που είναι ήδη χρεοκοπημένη και στηρίζεται στη βοήθεια των εταίρων της. Η οποία μάλιστα, θα συνεχίσει να στηρίζεται στη βοήθεια τους ακόμη κι αν θελήσει να αποχωρήσει από το ευρώ και να αντιμετωπίσει βραχυ-μεσοπρόθεσμα ακόμη χειρότερες συνέπειες.
Το δίλλημα, είναι εξόχως παραπλανητικό κι εν τέλει κοιμίζει για μια ακόμη φορά την κοινωνία της χώρας, αποκρύπτοντας τις πραγματικές συνθήκες, τις αναπόδραστες αλλαγές που πρέπει να γίνουν αν δεν θέλουμε το βιοτικό μας επίπεδο να κατρακυλήσει στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.
Αυτό που έχει σημασία είναι να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα της χώρας, στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, να καταλάβουμε ότι έχουμε μείνει πίσω από τις εξελίξεις και να προσπαθήσουμε να αντλήσουμε βέλτιστες πρακτικές από το εξωτερικό, ώστε να χτίσουμε το δικό μας «εθνικό σχέδιο» εξόδου από την κρίση. Ένα σχέδιο επανίδρυσης της χώρας.
Δυστυχώς, μέχρι τώρα η εθνική συνεννόηση που προϋποτίθεται, κολλάει όχι μόνο σε πληθώρα κατεστημένων συμφερόντων, όχι μόνο σε αναχρονιστικές αντιλήψεις που αντιστέκονται σε κάθε πιθανή αλλαγή, αλλά και σε ιδεοληψίες που ψάχνουν την αριστερή, ή δεξιά ή φιλελεύθερη «ταυτότητα» κάθε εναλλακτικής, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι επί της ουσίας, μέσα στο καθεστώς αναποτελεσματικότητας, προχειρότητας, αναξιοκρατίας,διαφθοράς και συναλλαγής το οποίο εγκαθιδρύσαμε, κανένας δρόμος δεν μπορεί να οδηγήσει σε καλή λύση.
Από εδώ λοιπόν πρέπει να ξεκινήσουμε. Από μια προσπάθεια επανίδρυσης της χώρας με νέους όρους, με πόνο, με δυσκολίες, με το βλέμμα στην κοινωνία και τις ανισότητες που δημιουργούνται. Διότι χωρίς την κοινωνία να ακολουθεί, τέτοιες αλλαγές δεν γίνεται να υλοποιηθούν.
Αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία που έχει η Ελλάδα. Κι αν δεν αξιοποιηθεί, η ολοσχερής πλέον καταστροφή θα είναι θέμα σύντομου χρόνου.
www.euro2day.gr  28/7/2015

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015

48+48(;) ώρες


Μείνανε 48 ώρες μέχρι αυτό το ανόητο δημοψήφισμα που αν δεν ένιωθα την υποχρέωση να πάρω  θέση, θα ντρεπόμουνα να συμμετέχω. Μια απολίτικη επιλογή , χωρίς ερώτημα, χωρίς ώριμο κατασταλαγμένο διακύβευμα, αλλά δυστυχώς μια επιλογή που μαζί με άλλα μας θέτει μπροστά σε πρωτόγνωρα δεδομένα και ερωτήματα.

Ακόμα και έτσι όμως μπροστά μας είναι και μακάρι τις επόμενες 48 ώρες να είναι το μόνο που θα μας απασχολήσει .Βρε Αλέξη ρώτα κανέναν άνθρωπο τι πραγματικά παίζεται 2 ημέρες τώρα στην πραγματική οικονομία και τι αυτή προεξοφλεί ήδη . Και όχι τους καθηγητάδες που σε περιστοιχίζουν, κανέναν κανονικό άνθρωπο. Από αυτούς που «ακούνε» την πραγματικότητα. Δεν θα πω  εδώ τι προεξοφλεί ήδη η αγορά , όσοι έχουν την παραμικρή επαφή ξέρουν. Εκεί στο Μαξίμου και στα πέριξ, ξέρετε;

Αλλά και αμέσως μετά το δημοψήφισμα, σε εκείνες τις άλλες 48 ώρες που δήλωσες ότι θα κλείσεις την συμφωνία (και όντως τόσες ώρες θα έχουμε καιρό, αν τις έχουμε και αυτές και  μάλιστα σχετικά ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα) έχει κανείς καμμία ιδέα τι θα γίνει;
Το αναμενόμενο αποτέλεσμα  μάλλον θα είναι οριακό, αλλά όποιο και να είναι τι θα γίνει μετά; Τα πράγματα θα είναι πολύ άσχημα, και όσοι τυχόν θα χαίρονται  γιατί νίκησαν να ξέρουν ότι θα είναι Πύρειος η νίκη τους.

Ποιός μπορεί να διαχειριστεί το ΝΑΙ; Το παλιό και αποκρουστικό πολιτικό προσωπικό που ξεπετάγεται επιδέξια μέρες τώρα ανάμεσα σε ανθρώπους που γνήσια αγωνιούν για την ευρωπαική πορεία της χώρας; Η μήπως το μηντιακό και επιχειρηματικό κατεστημένο που δίνει τον υπερ πάντων αγώνα, αφού φυσικά έχει βγάλει τα λεφτά του έξω;

Ποιός μπορεί να διαχειριστεί το ΟΧΙ;  Η παρέα που έκανε μέχρι τώρα την διαπραγμάτευση, μαζί με διάφορα «ζαβά»,  μαζί με κάτι άλλα ιδεοληπτικά και  μαζί με τα πιο βρώμικα  απόνερα του παλιού;

Οι ώρες θα είναι δεν θα είναι 48 ακόμα. Όποιος έχει κάτι να κάνει  να ετοιμαστεί γρήγορα.Αλέξη , άλλες ανοχές για έλλειψη προετοιμασίας δεν υπάρχουν ( και παρακάλεσε καλού -κακού  να βγει λίγο μπροστά  το ΝΑΙ για το καλό σου).Είτε θα κάνεις αυτό που πρέπει ή θα καείς ολοκληρωτικά. Και μην διανοηθείς να κοιτάξεις να πιάσεις καμιά γωνία μέχρι να περάσουν τα δύσκολα , όπως σίγουρα σε συμβουλεύουν κάποιοι. Δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα.

Στο όνομα της Αριστεράς, στο όνομα της Ευρώπης , στο όνομα της Δημοκρατίας και στο όνομα του πατριωτισμού θα παιχτούν τις επόμενες ώρες και λίγες ημέρες πολύ βρώμικα παιχνίδια και μαζί και κρίσιμες αποφάσεις.


Πολύ πύκνωσε  ο χρόνος.Μάτια ανοιχτά!

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

ΝΑΙ ή ΟΧΙ; It's the economy stupid!


Πολύ κουβέντα  και πολιτικός βολονταρισμός τρέχει σε δρόμους και πεζοδρόμια για το ΝΑΙ  και το ΟΧΙ , τις συνέπειες της κάθε επιλογής, μέχρις σημείου διχασμού. Τα επιχειρήματα όλα ανάγονται στην "πολιτική" σφαίρα.Αν δεν είχαμε και τις κλειστές τράπεζες και τις ουρές στα ΑΤΜ, θα νόμιζε κανείς ότι η συζήτηση διεξάγεται σε μάλλον ειδυλλιακές  κανονικές οικονομικές συνθήκες , με όρους πολιτικού επιτραπέζιου παιγνίου .

Με δυο κουβέντες οι υπερασπιστές του ΝΑΙ , θεωρούν ότι η υπερίσχυση του θα δρομολογήσει τις εξελίξεις  για να ανοίξουν οι τράπεζες , να επανέλθει η οικονομική ζωή στα ίσια της, να γίνει άμεση συμφωνία με τους εταίρους-δανειστές και βεβαίως να πέσει η επάρατη κυβέρνηση.
Αντίστοιχα οι υπερασπιστές του ΟΧΙ, θεωρούν ότι η υπερίσχυσή του  θα αναγκάσει τους δανειστές να κάνουν πίσω σε πολλά, νέα συμφωνία θα προκύψει ευνοϊκή για μας, και ομοίως θα ανοίξουν οι τράπεζες κ.λπ.

Και οι δύο πλευρές με διαφορετική εκκίνηση και διαδικασία , καταλήγουν στην ίδια ευτυχή τελική αφήγηση. Λοιπόν , τα νέα είναι άσχημα!

Όποιο και από τα 2 και αν υπερισχύσει (αν φτάσουμε σώοι  μέχρι εκεί βέβαια), από την επόμενη εβδομάδα η πραγματική οικονομική κατάσταση θα τους βγάλει την γλώσσα και θα τους πετάξει κατάμουτρα το It's the economy stupid!

Τράπεζες δύσκολα θα ανοίξουν , η πραγματική οικονομία θα συνεχίσει να είναι σε κώμα, η ασφυξία χρήματος θα γίνει θανατηφόρα και τελικά σύντομα μάλλον θα ανακαλύψουμε ότι δεν έχουμε καν τράπεζες (τότε θα κλάψουμε για τα 10 δις του ΤΧΣ που πανηγυρίσαμε ότι δεν τα θέλουμε και τα δώσαμε πίσω Γιάνη)
Την συνέχεια την φανταζόμαστε όλοι μας, δεν χρειάζεται να γίνουμε πιο περιγραφικοί σαν βραδινά δελτία ειδήσεων που κράζουν πάνω από πτώματα.

Δυστυχώς οι πρωταγωνιστές στην επιχειρηματολογία και του ΝΑΙ και του ΟΧΙ θα συνεχίσουν ακάθεκτοι να ρίχνουν εκατέρωθεν ευθύνες. Και λοιπόν;
Οι πραγματικά αδύνατοι αυτής της κοινωνίας θα ζήσουν ένα νέο όλεθρο και στα παλιά τους τα παπούτσια ποιος φταίει πιο πολύ.Θα φάνε όποιον τύχει μπροστά τους , τόσο απλά. Και οι συνέπειες δεν θα εξαντληθούν σε οικονομικό επίπεδο μόνο.Θα καλύψουν όλες τις πλευρές της ζωής ( δημοκρατία, κοινωνικές υποδομές, διεθνείς σχέσεις κλπ)
Οι δε δυνατοί, τι τους νοιάζει; Αυτοί τα συμφέροντά τους και τα λεφτά τους έξω τα έχουν.
Και θα συνεχίζουν να λυμαίνονται (παλιά και νέα τζάκια) τον εναπομείναντα πλούτο της χώρας, θα συνεχίσουν να κουνάνε το δάχτυλο στις λαικάτζες που δεν ξέρουν τι ψηφίζουν και καλά να πάθουν, ενώ θα επιμένουν ότι "πάσει θυσία " ( των άλλων βεβαίως) "παραμένουμε Ευρώπη"

Υπάρχει κάποιος -κάποια πολιτική δύναμη- να μιλήσει σήμερα όχι αύριο, να πει την αλήθεια και να σημάνει συναγερμό μπας και έστω στο τελευταίο λεπτό σωθεί ότι μπορεί να σωθεί;

Λόγω πολιτικής καταγωγής από την Αριστερά -και επειδή παρ όλες τις καίριες διαφωνίες μου με την κρατούσα αριστερή εκδοχή δεν θα υποκύψω σε γενιτσαρισμούς- θα ήθελα να είναι ο Αλέξης ή κάποιος άλλος από την Αριστερά να το κάνει. Ξέρω ότι ματαιοπονώ.Ότι η Αριστερά θα πέσει για μια φορά ακόμα στην λούμπα και θα φορτωθεί όσες αμαρτίες της αναλογούν και ακόμα περισσότερες που δεν της αναλογούν.Και το χειρότερο από όλα: τα κοινωνικά στρώματα που υποτίθεται ότι εκφράζει και υπερασπίζεται  θα υποστούν τα πάνδεινα. Και τότε θα δούμε τι σημαίνει αξιοπρέπεια και με τι αγοράζεται

Καλό βράδυ να έχουμε και ποιος ξέρει, ίσως να γίνει κανένα θαύμα