Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Η νέα αριστοκρατία

Η απομυθοποίηση της πολιτικής και η μαγεία των τεχνοκρατών

Του Κωστή Παπαϊωάννου

«Δεν χρειάζεται κάθοδος στον στίβο της πολιτικής, δεν εννοώ με τον τρόπο αυτό τη στράτευσή μου. Στο μέλλον, όμως, μπορεί να αναλάβω ευθύνες» δήλωσε ο Πρωθυπουργός Μάριο Μόντι. Δήλωσε δηλαδή διαθέσιμος για μια πρωθυπουργία χωρίς τη βάσανο των εκλογών. Συμβατή η δήλωσή του με τις δημοσκοπικές καταγραφές στην Ελλάδα. Οι Ελληνες, ερωτώμενοι για τα πρόσωπα που θα ήθελαν στην κυβέρνηση, απαντούν πως το 32% θέλει νέα πολιτικά πρόσωπα, το 23% τεχνοκράτες και το 24% ακαδημαϊκούς καθηγητές. Θα ανέθεταν θέσεις-κλειδιά της κρατικής μηχανής σε καταξιωμένους επαγγελματίες (23,8%), τεχνοκράτες (20,1%), ακαδημαϊκούς δασκάλους και πνευματικούς ανθρώπους (20,5%) και σε νέους πολιτικούς (13,9%). (Πηγή: έρευνα της Marc για την εφημερίδα «Εθνος»). Ευλόγως ο κ. Στουρνάρας φαίνεται προτιμότερος για τη θέση του υπουργού από επαγγελματίες πολιτικούς, εξαρτημένους από τις πατρωνίες που οι ίδιοι καλλιέργησαν. Λογικό ο κ. Πικραμμένος ή ο κ. Παπαδήμος να φαίνονται προτιμότεροι από πρωθυπουργούς που βούλιαξαν σε θάλασσες πολιτικής δειλίας, απύθμενης αδράνειας και προκλητικής ανικανότητας. Ομως παραβλέπουμε, απαυδισμένοι και φοβισμένοι, πως οι δημοφιλείς τεχνοκράτες είναι δημοφιλείς, μεταξύ άλλων, επειδή ποτέ δεν αντιμετώπισαν όσα τσάκισαν τους προκατόχους τους. Δεν μπήκαν στη διαδικασία να πείσουν προεκλογικά. Δεν αντιπαρέβαλε κανείς τις παλιές εξαγγελίες τους με τη μετεκλογική πρακτική τους. Δεν χρειάστηκε να συνθέσουν αντικρουόμενα συμφέροντα, να συγκροτήσουν κοινωνικές συμμαχίες, να δουν τις μυλόπετρες της κοινωνικής σύγκρουσης να αλέθουν το πολιτικό τους κεφάλαιο. Αδικη λοιπόν η σύγκριση τεχνοκρατών και πολιτικών. Διπλά άδικη όταν παραβλέπεται πως και η τεχνοκρατική αριστεία έχει τα όριά της. Για παράδειγμα, πολλές προηγούμενες προβλέψεις για την πορεία της οικονομίας κάποιων τεχνοκρατών, σημερινών υπουργών, προκαλούν πικρό γέλιο με την αστοχία τους.

Ο κυρίαρχος λόγος απορρίπτει όποιον επικαλείται το πολιτικό κόστος. Ως φόβος του πολιτικού κόστους βαφτίζονται συλλήβδην τα πάντα. Ευτελής φυσικά ο φόβος του πολιτικού κόστους όταν αφορά στην ομηρεία από συντεχνιακά συμφέροντα. Αδικαιολόγητα ονομάζεται όμως πολιτικό κόστος ο παραμικρός δισταγμός μπροστά στην ολοσχερή κοινωνική αποδιάρθρωση. Εντέλει, ποιος μπορεί να αγνοεί το πολιτικό κόστος; Μα μόνο όποιος δεν λογοδοτεί στο πολιτικό σώμα ως πολίτης και πολιτικός. Μόνο όποιος δεν λογοδοτεί ούτε στο κοινωνικό σώμα, ως κομμάτι και ο ίδιος μιας καθημαγμένης κοινωνίας. Αρα, μόνο όποιος δεν χρειάζεται δημοκρατική νομιμοποίηση. Αποτελεσματικός τεχνοκράτης υπουργός στα μάτια της κοινής γνώμης είναι ο μιντιακά παντοδύναμος. Εκείνος που παρακάμπτει τα κόμματα, τους άλλους υπουργούς, ακόμα και τον εντολοδόχο πρωθυπουργό. Από πού όμως αντλεί την εξουσία του; Από την εμπιστοσύνη του λαού; Μα δεν εκτέθηκε στη δοκιμασία της λαϊκής ψήφου. Μήπως από την επιστημοσύνη του; Μα αυτή αποτελεί εχέγγυο λαϊκής εμπιστοσύνης μόνο αν ο φορέας της την έθετε πάντα στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος. Μόνο αν υπήρξε σταθερά και αδιάλειπτα πνευματικός άνθρωπος και ταυτόχρονα ενεργός πολίτης. Μόνο αν δεν απέφυγε ποτέ τη λογοδοσία και τα φώτα του δημόσιου στίβου.
Ακούω τον αντίλογο: Μας λες λοιπόν, την ώρα που βουλιάζουμε, πως δεν χρειάζονται τεχνοκράτες; Φυσικά και χρειάζονται. Φυσικά και η αντιπρόταση αυτού του άρθρου δεν είναι ο αιώνιος Μαυρογιαλούρος. Ομως είναι ένα πράγμα η ελεγχόμενη συντεταγμένη ανάθεση της εποπτείας σημαντικών τομέων της εκτελεστικής εξουσίας και της διοίκησης σε ειδικούς και άλλο πράγμα η υποχώρηση της πολιτικά υπεύθυνης, εκλεγμένης και λογοδοτούσας εξουσίας. Ειδάλλως, αποδεχόμαστε τη δυσοίωνη προοπτική ενός μέλλοντος με Σύνταγμα, Βουλή και κυβέρνηση όπου όμως μετά τις εκλογές πρόσωπα και πολιτικές μπορούν να αλλάζουν, αρκεί να τοποθετούνται στις κατάλληλες θέσεις κατάλληλοι τεχνοκράτες με κατάλληλες διεθνείς διασυνδέσεις.

Επιστρέφουμε στην Ιταλία: περιττό να ειπωθεί πως ο Μόντι είναι σοβαρότερος και καταλληλότερος από τον θλιβερά μπουφόνικο Μπερλουσκόνι. Φτάνει αυτό; Διαβάζουμε πως στην ατζέντα του Μόντι περιλαμβάνεται η «μείωση του συνολικού κόστους της πολιτικής και η δυνατότητα να λαμβάνονται αποφάσεις που να μπορούν να εξυπηρετούν μακρόπνοα τη χώρα». Η μαγεία αυτών των λέξεων απαιτεί διπλή εγρήγορση. Γιατί η μείωση του κόστους της πολιτικής είναι επικίνδυνα κοντά στη μείωση του πεδίου επιρροής της. Και η υπέρβαση του πολιτικού κόστους είναι πολύ κοντά στην υπέρβαση της ίδιας της πολιτικής νομιμοποίησης.
Ο Κωστής Παπαϊωάννου είναι πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

 NEA 27/12/2

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Σέρνεται η «ομάδα», αλλά δεν έχει… πάγκο

 
του Γιώργου Παπανικολάου
 
Πόσες φορές σας έχει τύχει να βλέπετε κάποιον «επώνυμο» παράγοντα στην τηλεόραση και να αναρωτιέστε πως έφτασε τόσο ψηλά, μη έχοντας ούτε τα πιο βασικά προσόντα;

Αν η απάντηση είναι «συχνά», τότε μόλις αγγίξατε ένα από τα -κατά τη γνώμη μου- σοβαρότερα προβλήματα της χώρας. Οι ισχυρότατες σχέσεις εξάρτησης, διαπλοκής και «γνωριμιών» που βασιλεύουν στην Ελλάδα επί δεκαετίες, δημιούργησαν ένα πλήθος «παραγόντων» που σε άλλη χώρα θα ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, χαμηλόβαθμοι υπάλληλοι.

Το χειρότερο όμως είναι ότι δημιούργησαν στρατιές μιμητών. Που υιοθέτησαν το συγκεκριμένο μοντέλο, εκτιμώντας -δικαιολογημένα ίσως, δεδομένων των συνθηκών- ότι πρέπει κι αυτοί να αποκτήσουν ένα συγκεκριμένο μίγμα αμφιλεγόμενων «προσόντων».

Από την ανωτέρω περιγραφή πολλοί θα βγάλουν το συμπέρασμα ότι αναφέρομαι σε πολιτικούς ή πολιτευτές, συνδικαλιστές, δημοσιογράφους και άλλους «βέρους» εκπροσώπους του δημόσιου βίου.

Δεν είναι όμως έτσι.
Η τάση ήταν -και δυστυχώς παραμένει- γενικότερη, με σημαντική εμβέλεια στην ιδιωτική οικονομία και γενικότερα στην ελληνική κοινωνία, με τη φοροδιαφυγή και την παράνομη δόμηση να δίνουν απλώς ένα «στίγμα».

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι το ίδιο συνέβη και σε ελληνόπουλα που έχοντας πετυχημένες καριέρες στο εξωτερικό, επέστρεψαν στην πατρίδα μόνο και μόνο για να αφομοιωθούν, από το «κλίμα» της, ασπαζόμενοι ίσως την γνωστή αγγλοσαξονική ρήση “When in Rome, do like the Romans do”

Αν το καλοσκεφτείτε, αρχής γενομένης από τον εξαιρετικά κρίσιμο χώρο της Παιδείας, η χώρα μας άρχισε να απορρίπτει πρότυπα και αξίες που ως τότε θεωρούντο διαχρονικές, προς όφελος ενός μοντέλου που θεωρούσε αυτοσκοπό την επιτυχία με κάθε μέσο, ή δυνατόν με το μικρότερο κόπο και με βασικό όφελος την εξαργύρωση της εις χρήμα.

Δεν είναι τυχαίο ότι φτάσαμε στο σημείο να καπηλεύονται τον «πατριωτισμό» ακραία κόμματα, ή ότι σπανίως βλέπουμε στα κυρίαρχα Μέσα την αναπαραγωγή μοντέλων που συνδέουν την επιτυχία με τη σκληρή δουλειά, τη μόρφωση, την προσπάθεια, κι όλα τα προηγούμενα, με την έννοια της «αυτοπραγμάτωσης».
Το μοντέλο του «καταφερτζή» του «ευέλικτου» του «δικτυωμένου», της εύκολης επιτυχίας επικράτησε με τη βοήθεια και των ΜΜΕ, ώσπου η λέξη «λαμόγιο» έφτασε να καθιερωθεί ακόμη κι ως… αστεϊσμός μεταξύ φίλων.

«Γιατί όχι» έλεγε η κρατούσα «ηθική» της καλής εποχής, «αφού όλοι τα ίδια κάνουν». Με αποτέλεσμα ακόμη και ο σπουδαγμένος στο εξωτερικό γιός αγρότη της επαρχίας να θεωρεί απολύτως φυσιολογική την πλασματική ασφάλιση του στον ΟΓΑ και την απόλαυση των μαύρων χρημάτων από τα ιδιαίτερα με τα οποία ασχολείτο επαγγελματικά.

Δυστυχώς τα αποτελέσματα τα ζούμε σήμερα. Δεν είναι μόνο ότι πολλοί από τους «κορυφαίους» μας ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία. Είναι ότι το ίδιο συμβαίνει και με εκείνους που βρίσκονται σε ανώτερα ή μεσαία τμήματα της ελληνικής «πυραμίδας»,.ιδίως στο χώρο του δημόσιου βίου.

Διότι οι άξιοι, οι διαφορετικοί, εκείνοι που αρνήθηκαν να συμβιβαστούν με την τότε ελληνική πραγματικότητα, στην πλειονότητα τους, παραμερίστηκαν ή εξοστρακίστηκαν. Σε αρκετές περιπτώσεις σηκώθηκαν οι ίδιοι κι έφυγαν.

Γι αυτό εδώ και τρία χρόνια η «ομάδα»… σέρνεται αλλά σπανίως αλλάζει.

Διότι ο «πάγκος» είναι άδειος. Και για να γεμίσει, θα περάσει καιρός!



Από το www.euro2day.gr

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

10 Δεκεμβρίου 2012 Άλκης Αλκαίος: Απών!

                                     
                                                   Λούνα Παρκ

                                   Η πόλη άναψε τα φώτα της και φεύγει
                                 μ΄ ένα τρενάκι λούνα παρκ στο πουθενά,
                                 σαν το κορμί σου που απ΄ τα χέρια μου ξεφεύγει
                                  κι αναζητάει σε ξένα χέρια την χαρά.

                                  Τα μάτια σου έκλεισες και μ΄ άφησες απ΄ έξω
                                  άλλη μια νύχτα θα τη βγάλω στη βροχή,
                                  όλα για πάρτη σου κι απόψε θα τα παίξω
                                   και δε με νοιάζει τι θα φέρει το πρωί.

                                   Μεταμορφώνεσαι σαν μέδουσα στους δρόμους
                                    κι εγώ τα χίλια πρόσωπα σου ακολουθώ,
                                    στου έρωτά σου υποτάσσομαι τους νόμους
                                    και λίγα ψίχουλα μονάχα σου ζητώ.

                                   Τα μάτια σου έκλεισες και μ΄ άφησες απ΄ έξω
                                    άλλη μια νύχτα θα τη βγάλω στη βροχή,
                                    όλα για πάρτη σου κι απόψε θα τα παίξω
                                     και δε με νοιάζει τι θα φέρει το πρωί.



                                   

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

1973: η μήτρα της νεωτερικότητάς μας

του Σερζ Ζιλί   

Στο παιχνίδι των δεκαετιών, τα «σέβεντις» θεωρούνται συχνά μια κάπως πιο σοβαροφανής -και συχνά κακή- απομίμηση των «σίξτις», που φημίζονται για την ξεγνοιασιά τους. Ορισμένοι τα παρακολούθησαν από κέντρα αποτοξίνωσης. Στην πραγματικότητα, η δεκαετία του '70 αξιοποίησε τα υλικά εκείνης του '60: προέκυψε ένα μοναδικό χαρμάνι, που το αναδύει καλύτερα το έτος 1973, το οποίο είναι για την δεκαετία του '70 ό,τι ήταν το 1968 για την προηγούμενη, με μια διαφορά: το 1968 ήταν άλμα, το 1973 μαραθώνιος.
 Το 1968 αποτελειώνει τα υπολείμματα της αστικής ηθικής του 19ου αιώνα, που κατέπνιγαν τις κοινωνίες της πλήρους απασχόλησης. Όπως το δείχνει η ταινία του Ολιβιέ Ασαγιάς (Olivier Assayas), στην Γαλλία μετά τον Μάη ακολουθήθηκαν δύο δρόμοι: εκείνος του αριστερισμού, και εκείνος της κοινωνικής-πολιτιστικής εξέλιξης. Ο πρώτος βρίσκει τοίχο το 1972, με τον θάνατο του Πιερ Οβερνέ (Pierre Overney).

Εκθηλυσμός του κόσμου
Τελικά και ο μαζικός αριστερισμός θα εκβάλει στο κοινωνικό-πολιτιστικό πεδίο. Το 1968 δεν έμελλε να οδηγήσει στην προλεταριακή επανάσταση. Ο Μάης δεν ήταν τα προεόρτια του «μεγάλου βραδιού» της επανάστασης αλλά η χαραυγή των -απαγορευμένων ακόμα ως χτες- ερώτων. Ο Μάης που θριάμβευσε ήταν τελικά πολιτιστικός, κοινωνικός, μουσικός, απελευθερωτικός, ομοφυλόφιλος και ατομικιστικός. Σε αυτό το ρεύμα εντάσσεται και η εμφάνιση της εφημερίδας «λιμπερασιόν».
Η νεωτερικότητα του 1968 συνδέεται με την επιτάχυνση του εκθηλυσμού του κόσμου. Το αντισυλληπτικό χάπι, που νομιμοποιείται με τον «νόμο Νορίτ», φέρνει τα πρώτα του αποτελέσματα το 1968. Μαζί με το κίνημα υπέρ των αμβλώσεων, που καταλήγει στο «νόμο Βέιλ» του 1974-1975, απελευθερώνουν την γυναικεία σεξουαλικότητα. «Το σώμα μου μού ανήκει!» διατρανώνουν οι φεμινίστριες διεκδικώντας το δικαίωμα στην ευχαρίστηση και την ηδονή.

Η άλλη καινοτομία της δεκαετίας του 1960 αφορά την τεχνολογία. Όπως έγραψε ο οικονομολόγος Ντανιέλ Κοέν (Daniel Cohen) «οι φοιτητές που ενηλικιώθηκαν στα αμερικανικά πανεπιστήμια μέσα στο κλίμα της αμφισβήτησης της δεκαετίας του 1960, θα βρουν στην πληροφορική το τεχνολογικό μέσο που τους επιτρέπει να διαλύσουν την τυποποίηση του κόσμου που είχαν επιβάλει οι γονείς τους». Πράγματι, είναι μερικές παρέες χίπηδων που χάρη στην εφεύρεση των προσωπικών υπολογιστών, με ότι συνεπάγεται αυτό σε εφαρμογές και δικτύωση, θα φέρουν την επανάσταση στην πληροφορική και θα ακυρώσουν τα σχέδια των μεγάλων εταιρειών να κατασκευαστούν γιγάντιοι υπολογιστές που θα παρέμεναν εγκλωβισμένοι σε ειδικούς χώρους -ιδιοκτησίας τους. Σήμερα, ατμομηχανές της παγκόσμιας οικονομίας είναι ακριβώς οι εταιρείες αυτών των χίπηδων.
 
Το σκληρό ροκ
Το 1973, οι 'Αγγλοι «λεντ ζέπελιν», που έχουν διαδεχθεί τους «μπιτλς», εκπέμπουν πρώτοι τους ήχους που αργότερα θα ονομαστούν «χαρντ ροκ». Μέσα στον ορυμαγδό ιδρύονται και οι AC/DC. Οι «κουιν», που ιδρύθηκαν το 1970, κυκλοφορούν το πρώτο τους σινγκλ όπως το κάνουν και οι ΑΒΒΑ· οι «πινκ φλόιντ» ηχογραφούν το «the dark side of the moon».
Την ίδια χρονιά τερματίζεται ένας πόλεμος με πάνω από τέσσερα εκατομμύρια νεκρούς Βιετναμέζους, που πλήττει θανάσιμα και την Αμερική, αναγκάζοντάς την να υποστεί μια ηθική και στρατιωτική ήττα. Οι σχετικές ειρηνευτικές συνθήκες θα υπογραφούν στις 27 Ιανουαρίου 1973.
Το 1972 ξεσπάει το σκάνδαλο Ουοτεργκέιτ. Η έρευνα της «Ουάσινγκτον ποστ» οδηγεί ταχέως στον διορισμό ενός ειδικού ανακριτή και στο άνοιγμα μιας κοινοβουλευτικής έρευνας. Το 1973, ασκούνται διώξεις κατά στενών συνεργατών του Νίξον (Nixon). Η δικαιοσύνη αποκαλύπτει την ύπαρξη ενός συστήματος υποκλοπών που έχει μολύνει το FBI, την CIA και πολλές υπηρεσίες ασφαλείας του Λευκού Οίκου. Το 1974, ο Ρίτσαρντ Νίξον παραιτείται.
Το νέο Χόλυγουντ αποτυπώνει αυτήν την νέα εποχή της δυσπιστίας: κυκλοφορούν «ο νονός» (1972), «οι τρεις ημέρες του κόνδορα» (1975), το «όλοι οι άνθρωποι του προέδρου» (1976), το «άλιεν» (1979), χώρια η μακρά σειρά των ταινιών για το Βιετνάμ, όπου Αμερικανοί καταγγέλλουν Αμερικανούς.

Πρώτο πετρελαϊκό σοκ
Ένας πόλεμος τελειώνει, ένας άλλος αρχίζει: πρόκειται για τον τέταρτο αραβοϊσραηλινό πόλεμο, τον λεγόμενο «του γιομ κιπούρ». Αυτή την φορά την στρατιωτική πρωτοβουλία την αναλαμβάνουν οι Αιγύπτιοι και οι Σύριοι, που εξορμούν ταυτόχρονα κατά του ισραηλινού κράτους, που όμως γρήγορα αποκρούει με επιτυχία την επίθεση. Ο αραβικός εθνικισμός δεν θα ανακάμψει ποτέ από την νέα αυτή αποτυχία, στην οποία θα απολέσει κάθε πολιτική του αξιοπιστία.

Για αντίποινα, τα αραβικά πετρελαιοπαραγωγά κράτη κηρύσσουν εμπάργκο στις εξαγωγές του «μαύρου χρυσού». Έτσι βιώνουμε το πρώτο πετρελαϊκό σοκ. Το δεύτερο θα σημαδευτεί από την νίκη των αγιατολάχ στο Ιράν. Η τιμή του πετρελαίου εκτοξεύεται από τα 3 στα 12 δολάρια. Αλλά η συγκυριακή κρίση επισπεύδει μιαν άλλη κρίση, διαρθρωτική. Καταχρεωμένες από τον πόλεμο του Βιετνάμ και αντιμέτωπες με την μείωση της ανταγωνιστικότητάς τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρούν σε μαζική υποτίμηση του δολαρίου. Ήδη από τον Δεκέμβριο του 1971 έχουν θέσει εν αμφιβόλω την ανταλλαξιμότητα του εθνικού τους νομίσματος με αποτέλεσμα το δολάριο να χάνει διαρκώς σε αξία. Το 1973 είναι η χρονιά των πρώτων διεθνών συναντήσεων με σκοπό να ελεγχθεί η ξέφρενη διακύμανση των νομισματικών ισοτιμιών. Η ενεργειακή κρίση, ο νομισματικός κλυδωνισμός, η πληθωριστική παρέκκλιση, θα ραγίσουν τελικά τον αναπτυξιακό μηχανισμό στις αναπτυγμένες δυτικές χώρες, που έκτοτε δεν επανέκαμψε ποτέ.

Η ανεργία διογκώνεται: πλήττει τους νέους πρώτα, τις γυναίκες, τους μετανάστες, τους ανειδίκευτους εργάτες. Μεταξύ 1970 και 1993, ο ανεργία υπερτετραπλασιάζεται. Ο κοινωνικός αποκλεισμός επεκτείνεται. Έχουμε πολλές προσπάθειες πυροδότησης της ανάκαμψης με κεϊνσιανές συνταγές: στις ΗΠΑ, επί προεδρίας Φορντ (Ford) και Κάρτερ (Carter), στην Γαλλία επί Ζισκάρ (Giscard), γύρω στο 1974-75. Όλες αποτυχαίνουν· τα δημόσια χρέη διογκώνονται, ενώ ο πληθωρισμός συνεχίζει να ίπταται στα ύψη.

Πολύ γρήγορα γίνονται της μόδας οι φιλελεύθερες και μονεταριστικές θεωρίες και κυοφορείται μια συντηρητική επανάσταση. Η πρώτη που την υλοποιεί είναι η Μάργκαρετ Θάτσερ (Margaret Thatcher) το 1979, για να την ακολουθήσει μια χρονιά αργότερα ο Ρόναλντ Ρέιγκαν (Ronald Reagan). Αλλά κανείς τους δεν κατορθώνει να δαμάσει την ανεργία και τα ελλείμματα.

Υπό την πίεση των πετροδολαρίων που παράγει η άνοδος της τιμής του πετρελαίου γεννιέται μια αυτόνομη αγορά κεφαλαίων. Πολύ γρήγορα, η παραγωγή αποσυνδέεται από την χρηματοοικονομία. Η κινητικότητα των κεφαλαίων, της παραγωγής και της απασχόλησης εμπεδώνουν την διαρκώς αυξανόμενη ρευστότητα. Στην Νέα Υόρκη το 1973 αναγείρεται το σύμβολο αυτής της επέλασης της χρηματοοικονομίας, οι δίδυμοι πύργοι του «παγκόσμιου κέντρου εμπορίου».

Καπιταλιστικός πλουτισμός
 Η παγκοσμιοποίηση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Στο πλαίσιο αυτό ο Ντενγκ Σιάο Πινγκ (Deng Xiao-ping), αποκαθίσταται στα διευθυντικά όργανα του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος το 1973, πριν καταλάβει την εξουσία της μεγάλης χώρας το 1979 ώστε να την τροχοδρομήσει στην ξέφρενη κούρσα του καπιταλιστικού πλουτισμού. Μπίνγκο! Η Κίνα είναι σήμερα η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Τον Σεπτέμβριο του 1973, ο στρατηγός Πινοσέτ (Pinochet) με την υποστήριξη της CIA ανατρέπει τον εκλεγμένο πρόεδρο της Χιλής Σαλβαδόρ Αλιέντε (Salvador Allende) που αυτοκτονεί: προκειμένου να επιβάλει την κυριαρχία της, η χούντα δολοφονεί 3,000 άρομα κι εξαφανίζει χιλιάδες άλλους. Μόλις εμπεδωθεί στην εξουσία, μετατρέπει την Χιλή σε εργαστήριο εφαρμογής των θεωριών της απορρύθμισης της οικονομίας και της κοινωνίας: κι ενώ η λατινική Αμερική στενάζει κάτω από την μπότα των πραξικοπηματιών στρατιωτικών, στην δυτική Ευρώπη οι εξαντλημένες δικτατορίες καταρρέουν: Ελλάδα και Πορτογαλία το 1974, Ισπανία το 1975.

'Αλλο ένα μελανό σημείο: η τρομοκρατία πρωταγωνιστεί. Πέραν της παλαιστινιακής, λιβανέζικης, λατινοαμερικανικής τρομοκρατίας, πέραν της ισραηλινής αντιτρομοκρατίας και της τρομοκρατίας των αποσχιστικών κινημάτων των Βάσκων, των Κορσικανών και των Βορειοϊρλανδών, μια σειρά από ακροαριστερές ομάδες κηρύσσουν τον πόλεμο στο κράτος, ιδίως στις πρώην φασιστικές χώρες -την Ιταλία, την Γερμανία και την Ιαπωνία- μιας που στα μάτια τους το φασιστικό παρελθόν των χωρών τους δικαιώνει τον αιματηρό χαρακτήρα των επιχειρήσεών τους που θα συνεχιστούν ως το τέλος της δεκαετίας του 1970. Η γαλλική άκρα αριστερά δεν θα διανύσει εντέλει το όριο των συμβολικών βίαιων ενεργειών, αν εξαιρέσει κανείς την μικρή ομάδα «αξιόν ντιρέκτ» που στα τέλη της δεκαετίας του 1970 διαπράττει πολυάριθμες δολοφονίες.

Τον Δεκέμβριο του 1973 εκδίδεται στο Παρίσι ο πρώτος τόμος του «αρχιπελάγους Γκουλάγκ» του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν (Aleksandr Solzhenitsyn), που το 1970 έχει τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Αυτό το έργο, μαζί με πολλά ακόμα βιβλία που θα ακολουθήσουν, καταστρέφει τις άοκνες προσπάθειες της Σοβιετικής Ένωσης να παραστήσει την δημοκρατική και την ειρηνόφιλη.

Κατάρρευση
Παγιδευμένη ανάμεσα στις κακές σοδειές και την έλλειψη κεφαλαίων, η κομμουνιστική αυτοκρατορία επιλέγει τελικά την «φυγή προς τα εμπρός» και στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ρίχνεται στην περιπέτεια της εισβολής στο Αφγανιστάν και της τοποθέτησης πυραύλων μέσου βεληνεκούς στους δορυφόρους της στην Ευρώπη. Ισλαμιστές μαχητές· ένας Πολωνός πάπας· κούρσα των εξοπλισμών: ο σοβιετικός κομμουνισμός δεν αντέχει να τα βάλει ταυτόχρονα με όλους αυτούς. Η κατάρρευσή του βρίσκεται επί θύραις.

Ενώ όμως τέλειωνε το 1973, κανένας ηγέτης κράτους ή κυβέρνησης, κανένας ιστορικός, κανένας οικονομολόγος, κανένας δημοσιογράφος ασφαλώς δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την σημασία όλων των διάσπαρτων γεγονότων εκείνου του έτους για τον κόσμο, πέραν φυσικά του ότι αυτός γινόταν ασταθέστερος και ρευστός. Και από μια άποψη αν, όπως έλεγε ο ανθρωπολόγος Ζορζ Μπαλαντιέ (Georges Balandier), «νεωτερικότητα σημαίνει κίνηση συν αβεβαιότητα», ε από το 1973 δεν έχουμε παράπονο! 

 Από το www.ppol.gr (Προοδευτική Πολιτική)


Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Ερωτήματα και απαντήσεις



Πολλά ματσάκια μαζεμένα μας προέκυψαν και άντε να βγεί άκρη:
 -Πολλά από αυτά είναι διεθνή, λίγο τα παρακολουθούμε και ακόμα πιο λίγα καταλαβαίνουμε για το πραγματικό τους διακύβευμα (ας προσπαθήσουμε , αξίζει παραπάνω από ένα ματσάκι μεταξύ πολιτικών-λέμε τώρα-στελεχών στην μικρή οθόνη)
 -Από εγχώρια δε , όλα τα ματσάκια στον αέρα...
* Σώζεται ή δεν σώζεται η παρτίδα Ελλάδα μέσα στην Ευρωζώνη;
* Ποια από τα «τζάκια» και τους παρατρεχάμενους τους θα βρει εν ζωή ή επόμενη φάση της κρίσης;   Ποιοι θα είναι οι νέοι συσχετισμοί; Σε τι είδους οικονομικό περιβάλλον;
* Ποιες μερίδες από τις υπάρχουσες πολιτικές ομάδες θα υπάρχουν στην επόμενη φάση; (για πολιτικά κόμματα όπως τα ξέρουμε, ούτε συζήτηση.Κανένα δεν θα υπάρχει, πλην ΚΚΕ για άλλους λόγους)
* Ποιοι θα είναι οι πολιτικοί συσχετισμοί; Μετά την προς τα δεξιά στροφή στις τελευταίες εκλογές, θα ανατραπεί το ιστορικό δεδομένο για πλειοψηφικό ρεύμα της «κεντροαριστεράς»(ότι και αν σημαίνει αυτό και όπως εκφράζονταν)  που λίγο ως πολύ επικράτησε στον περασμένο αιώνα και την πρώτη δεκαετία του τωρινού;
*  Η πρωτοβουλία κινήσεων των περί των Σαμαρά, θα εξελιχτεί σε στρατηγική πρωτοβουλία μακράς πνοής ή θα σωριαστεί;
*  Και η Προοδευτική Αριστερά θα αναδείξει έστω κάποια πρωτοβουλία ή θα εξαντληθεί το παιχνίδι αυτό στα πλαίσια των κινήσεων κάποιων δήθεν «μεταρυθμιστών» ή των άλλων δήθεν
 «επαναστατών» ; (κοινό τους σημείο το ανύπαρκτο κοινωνικό έδαφος πάνω στο οποίο πατάνε)
*  Και το σημαντικότερο από όλα: Πόση αντοχή εν μέσω τραγωδίας θα επιδείξουν τα διάφορα κοινωνικά στρώματα; Θα αναδειχθούν κοινωνικά ρεύματα και δυνάμεις ικανές να πάνε μπρος ή θα βγάλουν όλοι  τα πιο ταπεινά ένστικτά τους στη φόρα, στην κορύφωση του δράματος;

Πολλές ερωτήσεις, ελάχιστες απαντήσεις...Τα ματσάκια πάντως είναι σε εξέλιξη, έχουν το δικό τους χρόνο και δυναμική

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Υφεση και Δημοκρατία

Της Ζέζας Ζήκου
Απεργίες, διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις. Ο στόχος της λαϊκής οργής είναι «η ευρωπαϊκή παράνοια της λιτότητας», έγραψε πρόσφατα ο Πολ Κρούγκμαν στους New York Times. Ομως, όλες αυτές οι εκδηλώσεις εκφράζουν την ευρύτερη απόρριψη μιας πολιτικής ελίτ που καταργεί βασικά δημοκρατικά δικαιώματα, όπως η προστασία της εργασίας και η στήριξη της κοινωνίας.
Η Ευρωζώνη έχει παγιδευθεί σε ένα ζοφερό φαύλο κύκλο λιτότητας και ύφεσης. Η δυναμική της ύφεσης είναι ανησυχητική. Σύμφωνοι, δεν είναι ένα ολοκληρωμένο ριπλέι της Μεγάλης Υφεσης του ’30, αλλά αυτό δεν είναι παρηγοριά. Η ανεργία τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη, παραμένει καταστροφικά υψηλή. Ηγέτες και θεσμοί απαξιώνονται όλο και περισσότερο. Και οι δημοκρατικές αξίες βρίσκονται υπό πολιορκία.
Οπως κάθε κατεστημένη εξουσία διαχρονικά, έτσι και οι πολιτικοί ηγέτες αναγκάζονται να δίνουν μάχες, συμμαχώντας με πρόσκαιρους και αμφιλεγόμενους συμμάχους. Οι πολιτικοί δεν τολμούν να τονώσουν τη ζήτηση, την κατανάλωση ή την απασχόληση. Δεν τολμούν ούτε να προσφέρουν ρευστότητα στην πραγματική οικονομία. Θεωρούν πως έχουν το «χρυσό κλειδί» της ευρωπαϊκής ανάκαμψης, κάτι όμως που δεν ισχύει. Πρόσφατα, ο επικεφαλής της ΕΚΤ, η γερμανική ηγεσία και η Ιταλία, τόνισαν ότι θα κάνουν τα πάντα για να σωθεί το νόμισμα. Το μόνο που άλλαξε είναι η γενικευμένη λιτότητα που καλύπτει την Ευρώπη και που έχει σκοπό να σώσει τα δάνεια των τραπεζών και να τις προστατέψει σε περίπτωση κάποιας χρεοκοπίας κράτους. Για να σωθεί όμως η Ευρωζώνη, η Ευρώπη θα πρέπει να ζει σε μόνιμη ύφεση, με τις χώρες της Μεσογείου σε οικονομική σκλαβιά, για χάρη ενός υπερτιμημένου νομίσματος.
Οχι, δεν πρόκειται για κινδυνολογίες. Τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό μέτωπο είναι σημαντικό να μην πέσουμε στην παγίδα της σύγκρισης με το κραχ. Η υψηλή ανεργία δεν είναι «καλή», μόνο και μόνο επειδή δεν έχει φτάσει στα επίπεδα του 1933: και οι δυσοίωνες πολιτικές τάσεις δεν πρέπει να απορρίπτονται, μόνο και μόνο επειδή δεν έχει εμφανιστεί ακόμη κάποιος Χίτλερ.
Η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία οφείλουν να συγκλίνουν σε μια πολιτική οικονομία και η καθεμιά να ανταγωνίζεται επί ίσοις όροις τη Γερμανία. Ομως, κάτι τέτοιο είναι ακατόρθωτο.
Η σύγκρουση των διαφορετικών απαιτήσεων που έχει η κοινή γνώμη της Ευρώπης θέτει σε κίνδυνο τη συνέχιση της ευρωπαϊκής πορείας. Ενώ η επιφυλακτικότητα μεταξύ των Ευρωπαίων δεν σταματάει να αυξάνεται, η αληθινή ευρωπαϊκή πρόκληση είναι πρωτίστως πολιτική. Αν δεν γίνουν γρήγορα πρόοδοι που θα δώσουν οξυγόνο στους Ευρωπαίους πολίτες που ασφυκτιούν από την ύφεση, την άνοδο της ανεργίας, την πολιτική και οικονομική περιθωριοποίηση της ηπείρου στη διεθνή σκηνή, η Γαλλία και η Γερμανία θα βρεθούν αντιμέτωπες με ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες ο λαϊκισμός θα θέτει σε κίνδυνο την κοινή ευρωπαϊκή πορεία.
Ναι. Η κρίση του ευρώ σκοτώνει το ευρωπαϊκό όνειρο. Οι απαιτήσεις για όλο και σκληρότερη λιτότητα, χωρίς καμιά αντισταθμιστική αναπτυξιακή προσπάθεια, έχουν κάνει διπλή ζημιά. Εχουν αποτύχει ως οικονομική πολιτική, επιδεινώνοντας την ανεργία χωρίς να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη: μια πανευρωπαϊκή ύφεση μοιάζει πλέον πιθανή, ακόμη κι αν η άμεση απειλή μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης έχει απομακρυνθεί. Και επίσης έχουν δημιουργήσει ένα τρομερό κύμα οργής, καθώς πολλοί Ευρωπαίοι έχουν εξοργιστεί, δικαίως ή αδίκως (ή και τα δύο), με αυτό που θεωρούν «υπερβολική εξάσκηση της γερμανικής ισχύος». Ουδείς γνώστης της ευρωπαϊκής Ιστορίας μπορεί να δει αυτήν την επιστροφή του κλίματος εχθρότητας χωρίς να νιώσει ρίγος

Καθημερινή 13/10/2012

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Η μεγάλη πρόκληση για την προοδευτική παράταξη

Του Γιάννη Βούλγαρη

Ζούμε μία από εκείνες τις όχι και τόσο σπάνιες περιόδους, όπου η πολιτική για την επίτευξη ενός εθνικού στόχου έρχεται σε παρατεταμένη σύγκρουση με το άμεσο συμφέρον ευρύτερων στρωμάτων και κυρίως με ό,τι προσλαμβάνεται από την επικρατούσα πολιτική κουλτούρα ως «φιλολαϊκό». Συνήθως αυτό συμβαίνει σε στιγμές διεθνούς κρίσης που διακυβεύονται οι σχέσεις της χώρας με το διεθνές περιβάλλον. Τότε σημειώνεται ένταση μεταξύ του μακροπρόθεσμου γενικού συμφέροντος και των ιδιαίτερων οικονομικοκοινωνικών συμφερόντων που μπορεί αθροιζόμενα, παρά τη διαφορετικότητά τους, να πλειοψηφούν. Τότε σχηματίζονται «μεταβαλλόμενες πλειοψηφίες» με αντιφατικές δυναμικές. Οπως τώρα. Μεγάλη πλειοψηφία για το ευρώ, μεγάλη αντίθεση στο «Μνημόνιο», εκλογική πλειοψηφία για κυβέρνηση των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων. Σαν η πλειοψηφία της κοινωνίας να αναγνωρίζει γενικά την ανάγκη επίτευξης του εθνικού στόχου, αλλά οι επιμέρους πολιτικές ή κοινωνικές δυνάμεις να θέλουν να επιτευχθεί χωρίς οι ίδιες να συμμεριστούν τις ευθύνες που τους αναλογούν.

Το βάθος της κρίσης δίνει δραματικές διαστάσεις στο φαινόμενο. Σε αυτό το χάσμα, σε αυτές τις συνθήκες «μεταβαλλόμενων πλειοψηφιών», κάνει πάρτι κάθε είδους λαϊκισμός. Ο παροξυσμός των ακραίων φτάνει στα άκρα, όπως τώρα, που διάφοροι αλλοπαρμένοι φαντασιώνουν μια «ρεβάνς του 1944» και οι της απέναντι πλευράς αναπολούν το «1967». Ο λαϊκισμός έχει δικό του το γήπεδο, καθώς τροφοδοτείται από ένα κλίμα διαμαρτυρίας στο οποίο αθροίζονται οι δίκαιες απαιτήσεις αναλογικής κατανομής των θυσιών με κάθε είδους ιδιοτελείς άμυνες των σχετικά ευνοημένων στρωμάτων και των συντεχνιών. Η μακρόχρονη κυριαρχία του λαϊκισμού στην πολιτική μας κουλτούρα έχει προετοιμάσει το έδαφος. Είκοσι χρόνια πριν, μία από τις πιο δυνατές πένες της μεταπολίτευσης, εκείνη του Αγγελου Ελεφάντη, το είχε συνοψίσει με ακρίβεια: «Οταν όλα γίνονται στο όνομα του λαού, ο καθένας, ομάδα ή άτομα, που ταυτίζεται με τον λαό ή θεωρεί ότι τον εκφράζει, αποκτά το δικαίωμα και τη συνείδηση ότι του επιτρέπονται τα πάντα, γιατί τα πάντα έχουν καθαγιαστεί από την εικαζόμενη λαϊκή επικύρωση».

Η ιδεολογική αντιπαράθεση στους λαϊκισμούς, η δημοκρατική αμφισβήτηση της «εικαζόμενης επικύρωσης», είναι βέβαια αναγκαίες. Αλλά μια προοδευτική και ειδικά αριστερή δύναμη χρειάζεται τον δικό της λαό για να ασκήσει κριτική στον λαϊκισμό. Αλλιώς εκφέρει απλώς έναν «φωτισμένο» λόγο των ελίτ. Και ο λαός της προοδευτικής παράταξης και της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς πρέπει κατά βάση να είναι «πολιτικός λαός», να προϋποθέτει δηλαδή τις αντιφάσεις της κοινωνίας και να τις συνθέτει με την πολιτική πρωτοβουλία σε ηγεμονικές στρατηγικές μακρού ορίζοντα. Μόνο έτσι μπορεί να κάνει ανεκτό το κατά καιρούς εμφανιζόμενο χάσμα μεταξύ του εκάστοτε μακροπρόθεσμου εθνικού στόχου και των επιμέρους οικονομικοκοινωνικών συμφερόντων. Ιδίως σε περιόδους δραματικής κρίσης.
Σήμερα ζούμε τη διάλυση του μεταπολιτευτικού κοινωνικοπολιτικού συνασπισμού. Η διεθνής κρίση και η κρίση του ευρώ ανέτρεψαν απότομα τις προϋποθέσεις συγκρότησης και λειτουργίας του. Οπως συμβαίνει και στις άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης, ήρθαν στην επιφάνεια και έλαβαν εκρηκτικές διαστάσεις τα εγγενή εθνικά προβλήματα. Ενας καπιταλιστικός τομέας χαμηλής ανταγωνιστικότητας, υπερβολικά εξαρτημένος από το κράτος (καρικατούρα του τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά), επιρρεπής στις αρπαχτές, στον σχηματισμό καρτέλ και στον πληθωρισμό. Μια κοινωνική διαστρωμάτωση που ευνοεί την προσοδοθηρία και την αντιπαραγωγική νοοτροπία. Ενα πολιτικοδιοικητικό σύστημα αφάνταστης ανεπάρκειας. Ενα σύστημα πρόνοιας που παγιώνει ανισότητες αντί να τις θεραπεύει. Μια πολιτική τάξη που ομογενοποιήθηκε στη βάση των κρατικιστικών και πελατειακών πρακτικών. Η επιβίωση αυτού του μεταπολιτευτικού κοινωνικοπολιτικού συνασπισμού είναι αδύνατη. Το ερώτημα είναι αν η εξελισσόμενη διάλυσή του θα οδηγήσει στην κοινωνική αποσάθρωση και σε κοινωνία συμμοριών ή αν θα μετασχηματιστεί στην προοπτική της ανανέωσης της δημοκρατίας και της ανασυγκρότησης της κοινωνίας.
Η μεταρρυθμιστική Αριστερά, η νέα ευρεία προοδευτική παράταξη που πρέπει να ανασυσταθεί, στοχεύει προφανώς στο δεύτερο σενάριο. Μέσα από τα συντρίμμια και τα θραύσματα του παλαιού πρέπει να αναδείξει και να στηρίξει τη ραχοκοκαλιά ενός νέου κοινωνικοπολιτικού συνασπισμού, στον οποίο θα στηριχτεί η Ελλάδα της παραγωγικής εργασίας αντί της παρασιτικής προσόδου και της άμετρης κατανάλωσης, της αποτελεσματικής διοίκησης και της πολιτικής διαφάνειας, του κράτους των πολιτών και όχι των πελατών. Σε αυτό το πλαίσιο η προοδευτική παράταξη πρέπει να συγκροτήσει τον «πολιτικό λαό» μέσα από την κρίση και μετά την κρίση. Να προωθήσει, δηλαδή, μια νέα συνάρθρωση των ιδιαίτερων συμφερόντων των μεγάλων τουλάχιστον κοινωνικών ομάδων ώστε να εξυπηρετήσει την εθνική ανασυγκρότηση.

Ποιες θεμελιακές δομικές αλλαγές πρέπει να τεθούν; Στην ουσία, το πρόβλημα συνοψίζεται σε αυτό που έχει αποκληθεί εξορθολογισμός της «ταξικής σύνθεσης» της κοινωνίας από την άποψη της παραγωγικότητας και της δικαιοσύνης. Ή αλλιώς, η αντιμετώπιση των αντιπαραγωγικών και παρασιτικών χαρακτηριστικών του προηγούμενου τύπου ανάπτυξης, που γίνονται πλέον δυσβάστακτα. Μερικά παραδείγματα είναι κοινοί τόποι. Η αντικοινωνική φοροδιαφυγή των ελευθέρων επαγγελματιών και της αυτοαπασχόλησης που επιβαρύνει ασφυκτικά τη μισθωτή εργασία. Ο υπερβολικός, με βάση τις διεθνείς συγκρίσεις, αριθμός των ελευθέρων επαγγελματιών (γιατροί, δικηγόροι, φαρμακοποιοί, δημοσιογράφοι κ.λπ.) οι οποίοι αναπαρήγαν ώς τώρα την προνομιούχο θέση τους μέσα από κρατικά εγγυημένες προσόδους. Η παθολογική σχέση Αθήνας-περιφέρειας. Δεν υπάρχει νομίζω άλλη ευρωπαϊκή χώρα που να έχει το 50% του πληθυσμού της συγκεντρωμένο σε μια πόλη. Αυτή είναι τριτοκοσμική συνθήκη που αυτομάτως συνεπάγεται οικονομία χαμηλών υπηρεσιών και παρασιτισμού, εκτεταμένων πελατειακών δικτύων, διοικητικής διαφθοράς και δυνάμει εγκληματικότητας. Η συστηματική ενθάρρυνση της αυθόρμητης «επιστροφής» στην περιφέρεια, στη μοντέρνα αγροτική παραγωγή και στη σύγχρονη μικρομεσαία βιομηχανική επιχείρηση, είναι από μόνη της εθνική στρατηγική μακράς πνοής. Τέλος, ένα μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα που συνεχίζει να παράγει στρατιές για τον δημόσιο τομέα και τα ήδη διογκωμένα ελεύθερα επαγγέλματα, αντί να στραφεί αποφασιστικά σε μια ποιοτικά αναβαθμισμένη τεχνική εκπαίδευση.

Η απάντηση της προοδευτικής παράταξης και της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς σε τέτοιου είδους αδιέξοδες πλέον καταστάσεις προδιαγράφει έναν εναλλακτικό κοινωνικοπολιτικό συνασπισμό. Συγκροτούν τον «πολιτικό λαό» με μια διαδικασία που προσπαθεί συνεχώς να προσανατολίσει στον εθνικό στόχο τα επιμέρους συμφέροντα, χωρίς να ενδίδει στον συντεχνιακό-κοινωνικό κατακερματισμό. Δίνουν λαϊκό έρεισμα και νέο ήθος στην αναζητούμενη στρατηγική της εθνικής ανασυγκρότησης
 
NEA 6/10/2012

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Το «Σύστημα» σπάει και… σφάζεται!


Πολύ θα μιλήσουν για κακό ή και «ύποπτο» timing. Και δεν θα έχουν άδικo. Το γεγονός ότι το κυρίαρχο ως τώρα «σύστημα» της χώρας δείχνει να… ξεκατινιάζεται ανηλεώς ούτε ανεξήγητο είναι, ούτε βέβαια και τυχαίο.
Όμως, η πιο σημαντική -επί της ουσίας- «σύμπτωση» είναι ότι αυτή η σφαγή «αδελφών» ή έστω «συγγενών», εντός του συστήματος, σημειώνεται σε μια περίοδο όπου, ενώ το ίδιο βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, εξακολουθεί να πλήττει τους αδύναμους, τους εύκολους στόχους, παρασυρόμενο από την ολέθρια δυναμική της κατεστημένης «αντίληψής» του.
Όταν την ίδια ώρα που πλήττονται βάναυσα μισθωτοί, συνταξιούχοι, πολύτεκνοι και χαμηλόμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι (όπως οι ένστολοι) κυκλοφορούν λίστες «ύποπτων» εν ενεργεία πολιτικών, σημειώνεται ανοικτή σύρραξη περί προνομίων μεταξύ βουλευτών και δικαστικών κι αποκαλύπτεται περίτρανα η ισχύς και η διαπλοκή του χρήματος σε καραμπινάτες περιπτώσεις όπως αυτή του περίφημου πλέον κ. Καρούζου, κι αρκετών άλλων, είναι ξεκάθαρο ότι η κατάσταση τείνει να ξεφύγει.
Δεν είναι βεβαίως τυχαίο ότι η υπεράνω του νόμου αγαστή συνεργασία διαφόρων διαπλεκόμενων πλευρών έχει διαταραχτεί και εξελίσσεται βαθμηδόν σε ανοικτή διαμάχη.
Ενώ οι απλοί άνθρωποι πασχίζουν για την επιβίωση μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της κρίσης, διάφοροι ισχυροί παράγοντες της προηγούμενης εποχής, της εποχής της επίπλαστης ευφορίας, στον πολιτικό χώρο, στον οικονομικό χώρο, ακόμη και στον παραπαίοντα τομέα των media, διαγκωνίζονται για τη δική τους «επιβίωση».
Σχεδόν όλοι αντιλαμβάνονται ότι από τη μεγάλη κρίση που ζούμε θα προκύψει, με πολύ πόνο, μια νέα κατάσταση των πραγμάτων. Γνωρίζουν, επίσης, ότι η νέα κατάσταση -όπως και αν διαμορφωθεί- δεν θα έχει χώρο για όλους.
Αν στο παρελθόν ο «καυγάς» ήταν για το μοίρασμα της πίτας, γύρω απ' το τραπέζι, τώρα είναι για το ποιοι θα μείνουν στο -πολύ μικρότερο- τραπέζι. Γι' αυτό και είναι πολύ σκληρότερος. Γι' αυτό και τείνει πλέον να ξεφύγει από τα όρια που υπήρχαν στο παρελθόν. Τότε υπήρχε προσοχή να μην… καεί ή πίτα. Τώρα «ας πάει και το παλιάμπελο».
Καλώς ή κακώς, όμως, υπάρχουν μεγάλες παρενέργειες. Το σύστημα της διαπλοκής, της συναλλαγής, του εύκολου πλουτισμού και του «μαζί τα τρώγαμε» εισχώρησε βαθιά στους μηχανισμούς που «λειτουργούν» την κοινωνία μας.
Σκεφθείτε το σαν ένα σύνολο από «ξενιστές» που ζούσαν ενσωματωμένοι στον οργανισμό της κοινωνίας μας και απομυζούσαν το νευρικό της σύστημα. Την πολιτική, το κράτος, την οικονομική δραστηριότητα.
Τώρα αυτό το σύνολο διασπάται, ένα μέρος του χαροπαλεύει, ενώ ένα άλλο δείχνει έτοιμο να μεταλλαχθεί, προσπαθώντας να δημιουργήσει -και να επιβάλει- τις δικές του «συνθήκες» για την επόμενη μέρα.
Ο φέροντας οργανισμός, όμως, το υγιές κομμάτι της κοινωνίας, της πολιτικής, της οικονομίας, εξακολουθεί να βρίσκεται στο περιθώριο αυτής της διαδικασίας. Δεν έχει ακόμη αναπτύξει αντισώματα, ώστε να απαλλαγεί από το καρκίνωμα.
Τουναντίον, αντιλαμβάνεται αυτήν τη διάσπαση ως μια σειρά από «σοκ» που εξασθενούν ακόμη περισσότερο τα κύτταρά του. Κι οδηγούν στη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, στην πλήρη «απονομιμοποίηση» των θεσμών, στην ολοσχερή απαξίωση της πολιτικής.
Με άλλα λόγια, αν στην πολιτική, στην οικονομία, στην κοινωνία την ίδια, δεν πάρουν -σύντομα- την πρωτοβουλία υγιείς δυνάμεις, αυτή η διαπάλη μεταξύ των συστατικών του άρρωστου συστήματος, που έφερε την Ελλάδα στο χείλος της καταστροφής, είναι πιθανόν ότι δεν θα οδηγήσει σε κάτι καλύτερο, αλλά σε μια ακόμη χειρότερη κατάσταση.

Γιώργος Παπανικολάου  www.euro2day.gr , 1/10/2012

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Δημοκρατία ή βαρβαρότητα

Του Γιώργου Σιακαντάρη, Αthens Voice
 Tα τρία τελευταία χρόνια όσο περισσότερο ανθεί η πραγματική βία στην ελληνική κοινωνία, τόσο και πολλαπλασιάζονται τα κείμενα και οι απόψεις, που αντί να επιχειρούν να εξετάσουν πολιτικά το φαινόμενο της βίας, το ανάγουν σε ζήτημα ηθικής και ηθικολογικής διάστασης, του τύπου δεν «επιτρέπεται να δέρνουμε τους άλλους». Οι ανιστόρητες ταυτίσεις των διαφόρων μορφών βίας, ταυτίσεις που υποτίθεται ότι καταδικάζουν τη βία απ’ όπου και αν αυτή προέρχεται, το μόνο που κατορθώνουν είναι να αναπαράγουν τις κυρίαρχες αντιλήψεις μιας εποχής που σηματοδοτούσε το λυκόφως της προνεωτερικής κοινωνίας και το λυκαυγές της νεωτερικής. Ο Χόμπς έκανε τότε το πρώτο βήμα δείχνοντας πως η πολιτική πράξη είναι ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ ατόμων και εξουσίας. Αυτό το βήμα όμως περιορίζονταν από την αντίληψή του, πως τα άτομα για να αποφύγουν τη ενυπάρχουσα μέσα στη κοινωνία βία οφείλουν υπό όλες τις συνθήκες να υποτάσσονται στις επιταγές και διαταγές του μονάρχη.
Ήταν όμως το 1688 όταν ο πρώτος πραγματικά φιλελεύθερος φιλόσοφος Τζων Λοκ με το έργο του Δεύτερη Πραγματεία περί Κυβερνήσεως (στα ελληνικά από εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση και εισαγωγή του Πασχάλη Κιτρομηλίδη) νομιμοποιούσε την πολιτική- όχι τη διαπροσωπική ή την αντικοινωνική όπως είναι αυτή που ζούμε στη σημερινή Ελλάδα- ανυπακοή. Εκείνη δηλαδή την ανυπακοή που προάσπιζε τα ατομικά δικαιώματα και το συνταγματικό δημοκρατικό πολίτευμα.
Ο Λοκ, ακριβώς τις μέρες που πραγματοποιούνταν η ένδοξη ή η αναίμακτη Αγγλική Επανάσταση του 1688 και περίπου 100 χρόνια πριν τις αιματηρές Επαναστάσεις στην Αμερική πρώτα και στη Γαλλία στη συνέχεια, αλλάζει το παράδειγμα και θέτει στην ημερήσια διάταξη την προτεραιότητα της έννοιας του πολίτη, του συνταγματικού και δημοκρατικού κράτους. Μπροστά στο μείζον που για την εποχή ήταν ο αγώνας για την επικράτηση της αστικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αυτός αναγνωρίζει το δικαίωμα άσκησης βίας, σ’ όσους πλήττονται από τον κρατικό αυταρχισμό.
Μέχρι να μετατραπεί το κράτος στον -κατά Βέμπερ- νόμιμο φορέα άσκησης βίας οι πολίτες είχαν το νόμιμο και ηθικό δικαίωμα, όπως αυτό απορρέει από το κοινωνικό τους συμβόλαιο, να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο, συμπεριλαμβανόμενης και της πολιτικής ανυπακοής ή της βίας, ώστε να φθάσουν μέχρι τη δημοκρατία.
Η περίφημη πολιτική ανυπακοή δεν είναι ανακάλυψη ούτε του Λένιν, ούτε του Καρλ Σμιτ. Είναι ανακάλυψη των αστικών νεωτερικών κοινωνιών και απαίτηση του δημοκρατικού συνταγματισμού. Οι δυο μεγάλες επαναστάσεις που προανέφερα έθεσαν τα θεμέλια αυτού που είναι η σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Αυτό που έκαναν και οι δυο Επαναστάσεις ήταν να διευρύνουν το πεδίο της πολιτικής συμμετοχής μέσα από την ανάδειξη του αιτήματος της λαϊκής κυριαρχίας. Αίτημα που μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο στο πλαίσιο του ενιαίου μεγάλου έθνους-κράτους και μόνο μέσα από τη σταδιακή και συνεχή διεύρυνση της εκλογικής βάσης, ώστε να προσεγγίζεται με σύγχρονους όρους το αίτημα της λαϊκής συμμετοχής.
Επομένως είναι διαφορετικό πράγμα η βία που καλούνται να χρησιμοποιήσουν οι πολίτες για να ανατρέψουν τυραννικά και αυταρχικά καθεστώτα ή για να επιβάλλουν την αστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία και πολύ διαφορετική η βία την οποία κάποιοι επικαλούνται, όταν κανείς δεν τους εμποδίζει να εκφράσουν τις ιδέες τους, όταν κανείς δεν τους εμποδίζει να γίνουν πλειοψηφία.
Αυτό όμως είναι και το κρίσιμο ζήτημα. Η δημοκρατία έχει τρόπους και μέσα να προστατευτεί απ’ όσους την χρησιμοποιούν με σκοπό να την καταργήσουν; Αντιμετωπίζουμε εδώ με σύγχρονους όρους το θέμα που έθεσε ο Λοκ. Πως πρέπει να αντιδρούν όσοι εκτιμούν τη δημοκρατία ως εκείνο το πολίτευμα που επιτρέπει σ’ όλους να κυβερνήσουν, έναντι εκείνων που θεωρούν πως μπορούν να την καταργούν, όταν οι ίδιοι έρχονται στην εξουσία;
Αυτό το ζήτημα είναι κάτι το τελείως διαφορετικό από την καθημερινή διαπροσωπική βία, η οποία αναπτύσσεται με ραγδαίους ρυθμούς στην ελληνική κοινωνία. Καθημερινή βία που όχι απλά φουντώνει, αλλά και νομιμοποιείται από τα δύο άκρα, τα οποία βεβαίως και δεν είναι ίδια. Στο βαθμό όμως που μισούν τη δημοκρατία, που τους επιτρέπει να αναπτύσσονται, είναι άκρα.
Για αυτούς ακριβώς τους λόγους, η πολιτική δημοκρατία πρέπει να έχει πάντα εκείνες τις ασφαλιστικές δικλείδες που θα την προστατεύουν απ’ όσους την απειλούν. Απ’ ότι δείχνουν τα πράγματα η ελληνική δημοκρατία δεν τις έχει. Το όχι στη βία, γενικά, ηθικοποιεί μια πολιτική έννοια και εντέλει βοηθά και δεν αποδυναμώνει τα άκρα.
Έτσι όμως το πραγματικό ερώτημα είναι όχι το βία ή μη βία, αλλά το δημοκρατία ή βαρβαρότητα. Χωρίς βία καμία νεωτερική κοινωνία δεν θα ήταν εφικτή και ακόμη θα ζούσαμε σε εποχές βαρβαρότητας. Αν όμως οι νόμιμοι φορείς δεν κάνουν αυτό το οποίο νομιμοποιούνται να κάνουν για να υπερασπίσουν τη δημοκρατία, αν δεν πείθουν πως είναι ικανοί να υπερασπίζουν το δημόσιο συμφέρον, τότε θα επικρατήσει είτε η νεοναζιστική είτε η βαρβαρότητα της 17ης Νοέμβρη. Σ’ αυτή όμως την περίπτωση καλείται το κράτος ως νόμιμος φορέας άσκησης βίας και οι ίδιοι οι δημοκρατικοί πολίτες ως άμεσα θιγόμενοι, να υπερασπίσουν αυτό που τους κάνει δημοκρατικό κράτος και δημοκρατικούς πολίτες: να υπερασπίσουν τη δημοκρατία έναντι της βαρβαρότητας των άκρων, με κάθε μέσο του κράτους ως του νόμιμου θεσμού οργανωμένης βίας. Και όπως έδειξε σ’ άρθρο του στην Καθημερινή ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος τέτοια μέσα υπάρχουν.

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Είναι η Χρυσή Αυγή "ανομία" ;



 Με οδύνη, αν και όχι με έκπληξη, παρακολουθώ την όποια δημόσια συζήτηση για τα έργα και ημέρες της Χρυσής Αυγής, τα πιθανά αίτια ανάπτυξής της και τις πολιτικές ανάσχεσής της.
Και λέω με οδύνη διότι ο διάλογος αυτός διόλου δεν προσπαθεί να αντιμετωπίσει την ουσία του θέματος, αλλά να το εντάξει σε τρέχουσες ψευτοανάγκες άλλων επιδιώξεων.
Τελευταία μάλιστα ο διάλογος αυτός έχει εμπλέξει ανθρώπους της Αριστεράς (και όχι μόνο)σε μια συζήτηση περί «ανομίας» ως την λυδία λίθο ερμηνείας αλλά  και αντιμετώπισης του τραγικού αυτού φαινομένου. 

Χωρίς να παραγνωρίζω την παράμετρο αυτή , τις ποικίλες μορφές φανερές και κρυπτόμενες  της «ανομίας» στην κοινωνία και τις πολλαπλές ευθύνες που απορρέουν ιστορικά για το φαινόμενο της «ανομίας», πιστεύω ότι πόρρω απέχει από το να ερμηνεύει το φαινόμενο του εκναζισμού της κοινωνικής και πολιτικής συμπεριφοράς.Το υποτιμά βαθιά ,αν δεν του δίνει και νομιμοποιητική βάση χωρίς να καταλογίζω τέτοια  πρόθεση στους συμμετέχοντες στο διάλογο αυτό.

Το φαινόμενο αυτό είναι πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα  με βασικά στοιχεία που διακηρύσσει ανοιχτά και  το περιγράφουν , την κάθε είδους «καθαρότητα» (και όχι μόνο την φυλετική), την μανιχαιστική  και δογματική προσήλωση στην ιδέα της καθαρότητας αυτής και την εξάλειψη κάθε άλλης διαφορετικής αντίληψης(με την εξάλειψη των φορέων των άλλων απόψεων),την ανάδειξη του μίσους ως κεντρικής  πλευράς  των κοινωνικών αντιπαραθέσεων, την άρνηση της θεσμικής λειτουργίας και την υποκατάσταση της από την ωμή βία και τον εξαναγκασμό.

Δεν πρόκειται  για απλά φαινόμενο ρατσισμού ή άγριου σωβινισμού ή έστω κίνημα αυτοδικίας μπρος στην έλλειψη του οργανωμένου κράτους, όπως συχνά υποτιμάται. Το γεγονός ότι πατά σε υπαρκτά επιμέρους προβλήματα σε μια ιστορική συγκυρία (οικονομική κρίση, μεταναστευτικό, εθνικά ζητήματα,κρίση πολιτικού συστήματος κλπ) για να αναπτυχθεί, δεν αναιρεί αλλά επιβεβαιώνει τον παραπάνω χαρακτήρα του. Αλίμονο αν περιμένουμε να λυθούν όλα τα προβλήματα –έστω πολύ οξυμένα- της κοινωνίας μας, για να αποφύγουμε τον κίνδυνο άνθησης τέτοιων πολιτικών  εκφάνσεων του ολοκληρωτισμού.

Πρόκειται για μια πολιτική φιλοσοφία και πρακτική (ας μην προεκταθώ εδώ και σε άλλες ανθρωπολογικές ή ψυχολογικές ερμηνείες του φαινομένου, αν και έχουν πολύ ενδιαφέρον), ευθέως εχθρική και ανταγωνιστική προς την δημοκρατία ,την έννοια της θεσμισμένης κοινωνίας συνδιαλλαγής  και του κράτους δικαίου , των ανθρωπίνων ελευθεριών και δικαιωμάτων, πάνω στα οποία έχουν χτιστεί οι κοινωνίες μας τα τελευταία 200 χρόνια.

Συζητήσεις  περιφερειακές ως προς αυτόν τον χαρακτήρα του κινήματος αυτού, όπως τα περί «ανομίας» ή «ανεπάρκειας του κράτους» ή «μακρύ χέρι συμφερόντων», παρότι δεν στερούνται πραγματικών δεδομένων ή πιθανών  βάσιμων εκτιμήσεων, υποτιμούν το φαινόμενο, την υποβόσκουσα κοινωνική δυναμική που το φέρνει στον αφρό και δεν συμβάλλουν στην αντιμετώπισή του.
Απέναντι στον σκληρό πυρήνα του κινήματος αυτού, οφείλουμε να σταθούμε συγκεκριμένοι, να αναδείξουμε τον πραγματικό του χαρακτήρα και να ελέγξουμε κατά πόσον η κοινωνία μπορεί να τα βγάλει πέρα μαζί του και πως.

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Μηνύματα από την Πάρο

Του Θανάση Χειμωνά

 Η δολοφονική επίθεση που δέχθηκε η άτυχη δεκαπεντάχρονη στην Πάρο ήταν ένα από τα γεγονότα που στιγμάτισαν το - ούτως ή άλλως δύσκολο - καλοκαίρι του 2012. Οσα ακολούθησαν έδειξαν για νιοστή φορά πως στην όμορφη χώρα μας έχει προ πολλού καταλυθεί κάθε έννοια σοβαρότητας και λογικής…

Κατά τα ειωθότα, την εγκληματική ενέργεια του Αχμέτ Βακάς ακολούθησε ένα κρεσέντο ρατσιστικών σχολίων κατά των συμπατριωτών του και γενικότερα των ξένων που «έχουν εισβάλει στη χώρα μας» κλπ., κλπ. Οπως ήταν λογικό, την ιστορία εκμεταλλεύθηκε επικοινωνιακά και η Χρυσή Αυγή, πραγματοποιώντας μάλιστα και θεαματικό γιουρούσι στο πλοίο όπου μεταφερόταν ο Πακιστανός - κάτι σαν το ξεκίνημα του αριστουργηματικού «Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν» (αλλά από την ανάποδη).
Ολα αυτά είναι, δυστυχώς, συνηθισμένα. Τα ζούμε από τότε που ο πρώτος παράνομος μετανάστης πάτησε το πόδι του στο ελληνικό έδαφος, ενώ και παλιότερα τα ακούγαμε για τους Τσιγγάνους, τους «Ρωσοπόντιους», πιο παλιά ακόμα για τους Μικρασιάτες κ.ο.κ.
Αυτό όμως που προσωπικά μου προκαλεί αλγεινή εντύπωση είναι πως τελευταία παρατηρούμε και αναλόγου επιπέδου αντιδράσεις από την «άλλη πλευρά». Η «άλλη πλευρά» δεν είναι όσοι Ελληνες δεν είναι ρατσιστές, ούτε φυσικά η Ακρα Αριστερά. Είναι η «άλλη πλευρά» γενικώς.
Αμέσως μετά τη σύλληψη του Βακάς, το Ιντερνετ κατακλύστηκε από ονόματα διαβόητων ελλήνων βιαστών, παιδεραστών και λοιπών «μπουμπουκιών». Μια ελληνική dream team ασχήμιας με επιφανή μέλη όπως ο Παπαχρόνης, ο Μπέσκος, ο Δουρής (κάποιοι επιστράτευσαν και τον Κώστα Πάσαρη) άρχισε να παίζει μπάλα στο ελληνικό Διαδίκτυο με έναν και προφανή στόχο: να γίνει κατανοητό πως «εμείς» έχουμε περισσότερους και καλύτερους βιαστές από τους Πακιστανούς. Μερικοί, μάλιστα, έφτασαν στο σημείο να παρομοιάσουν τον Βακάς με τον Μουντή και τον Παγκρατίδη. Ξεκάθαρα πράγματα: το ελληνικό κράτος, το πιο απάνθρωπο που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, σκηνοθέτησε όλη αυτή την ιστορία για να ρίξει το βάρος σε έναν αθώο άνθρωπο και να δικαιολογήσει τις «σκούπες» που ακολούθησαν. Το κορυφαίο δε ήταν ο ισχυρισμός πως ο Βακάς δεν θα έφτανε ποτέ στο έγκλημα γιατί οι μουσουλμάνοι έχουν αυτό τον καιρό Ραμαζάνι και προφανώς θα ήταν θεοσεβούμενος!

Εξάλλου (μετά από τα κλασικά «αφού πρώτα πρέπει να πω πως καταδικάζω αυτό που έπαθε η δύσμοιρη κοπέλα»), στηλιτεύτηκε με πάθος το ότι ο Πακιστανός αναφερόταν ως «δράστης» και όχι ως «φερόμενος ως δράστης» (λες και αυτό συμβαίνει πρώτη φορά στα μέρη μας), καθώς και το ότι κακώς απεκαλείτο «βιαστής» αφού τελικά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το «έργο» του.
Τέλος πάντων, το διά ταύτα ήταν πως ο Πακιστανός έπεσε θύμα ρατσισμού, στο πλαίσιο της λογικής πως μόνο το κράτος εγκληματεί σε αυτή τη χώρα. Ολοι οι υπόλοιποι ή είναι αθώοι ή έχουν δικαιολογητικά, όπως (σε ανάλογες περιπτώσεις με αυτήν στην οποία αναφέρομαι) το all time classic: «Ας μη συμμετείχε η Ελλάδα στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους του ΝΑΤΟ».
Αποψή μου είναι πως δεν υπάρχουν ρατσιστές και «αντιρατσιστές». Υπάρχουν μόνο ρατσιστές και κανονικοί άνθρωποι. Ο κανονικός άνθρωπος δεν θα αποκρύψει την εθνικότητα ενός εγκληματία. Γνωρίζει όμως πως αυτή δεν έπαιξε κανέναν ρόλο στην όποια αποτρόπαια πράξη του.

Στη ρατσιστική λογική «όλοι οι ξένοι είναι δολοφόνοι» δεν χωρούν αφελείς απαντήσεις τύπου: «Οχι, οι Ελληνες είναι χειρότεροι». Στο εξωφρενικό «Ενας Ελληνας δεν θα το έκανε ποτέ αυτό» δεν χωράει η - εξίσου εξωφρενική - λογική «ένας φτωχός, πλην τίμιος, ξένος εργάτης δεν θα το έκανε ποτέ αυτό». Τέλος, ο κανονικός άνθρωπος επιθυμεί την παραδειγματική τιμωρία των εκάστοτε αλλοδαπών εγκληματιών (και όχι τον καθαγιασμό τους), καθώς ξέρει πως αυτοί δεν χαρακτηρίζουν την πλειονότητα των συμπατριωτών τους που βρίσκονται (νόμιμα ή παράνομα) στην Ελλάδα. Το να μην είσαι ρατσιστής έχει να κάνει με το πόσο καθαρό μυαλό διαθέτεις και το πόσο ανοιχτός είσαι στην κάθε μορφής διαφορετικότητα. Οταν υιοθετείς μια τέτοια θέση μόνο και μόνο επειδή το προστάζει η ιδεολογία σου ή για να «πας κόντρα», είσαι το ίδιο γραφικός με την Κου Κλουξ Κλαν.
Είναι αποκρουστικό. Υπάρχουν συμπατριώτες μας που έπειτα από κάθε στυγερό έγκλημα περιμένουν με αγωνία να μάθουν την ταυτότητα του θύτη. Ηταν ξένος; Ηταν Ελληνας; Ηταν «μπάτσος»; Ηταν Αλβανός, Αφγανός, Τσιγγάνος; Και αναλόγως, ξεκινούν, ενθουσιασμένοι, τη σπέκουλα… 
ΝΕΑ   22/8/2012