Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2019

Το κράτος σε ρόλο ιστοριογράφου...

του Παντελή Μπουκάλα

Για την ιστορία, όπως τη ζούμε σήμερα, εν θερμώ, στην εφημεριδογραφική και διαδικτυακή διάστασή της, ίσως έχει κάποια σημασία η είδηση ότι «οι σαμαρικοί της Ν.Δ. ενοχλήθηκαν με τον ορισμό της κ. Γιάννας Αγγελοπούλου ως επικεφαλής της Επιτροπής “Ελλάδα 2021”».
 Για την ιστορία, ωστόσο, που θα γραφτεί σε δύο ή τρεις δεκαετίες, με αξιολογική αυστηρότητα, η «ενόχληση» αυτή θα είναι παντελώς αδιάφορη. Ούτε καν μια υποσημείωση.

Μικρό –εγκυκλοπαιδικό– ενδιαφέρον θα έχει αναδρομικά και η καθαυτό επιλογή της ολυμπιάρχου του 2004, παρεκτός και επιβεβαιωθούν –όπως είναι το πιθανότερο– οι φόβοι ότι η κ. Αγγελοπούλου επελέγη από τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη με όρους θεάματος, όχι πνεύματος. 

Αλίμονο όμως αν συρρικνωθεί σε μερικά θεαματικά events η επέτειος-ορόσημο, τα διακόσια χρόνια από μια Επανάσταση που συντάραξε τον κόσμο όλον. Τα πυροτεχνηματικά σόου μπορούν να υπηρετήσουν μόνο τη διαιώνιση της εξιδανικευτικής ρητορικής και των αυτοκολακευτικών μυθευμάτων που αντέχουν επί δύο αιώνες, σε πείσμα της αδέκαστης πλην μη υιοθετούμενης από τους ποικίλους πολιτειακούς μηχανισμούς ιστοριογραφίας. 

Σε μια τέτοια περίπτωση, η κληρονομιά της επετείου δεν θα έχει μεγαλύτερη αξία από τη διαβόητη «ολυμπιακή κληρονομιά»: ημιαχρηστευμένες γιγαντιαίες εγκαταστάσεις και πολλοί, πάρα πολλοί καθρέφτες σπασμένοι από τη ματαιοδοξία που κατοπτρίστηκε πάνω τους. Χυμός, κανένας.

Για να γεννηθούν χυμοί ανθεκτικοί στον χρόνο, για να ’χουν λόγο οι Ελληνες σε δύο ή τρεις δεκαετίες να ασχοληθούν με το 2021, η επέτειος πρέπει να οργανωθεί από ένα πνεύμα δίκαια κριτικό και έντιμα αυτοκριτικό. Αυτό είναι το μόνο ικανό να διακονήσει την ουσιώδη αυτογνωσία μας, κλαδεύοντας τους μύθους που υποτίθεται πως είχε ανάγκη η εθνική μας αυτοπεποίθηση στην πρώτη ηλικία της.
 Ιχνη τέτοιου πνεύματος δεν διακρίνονται στο άρθρο 113 του σχεδίου νόμου για το επιτελικό κράτος, που ορίζει, με τσαπατσούλικα ελληνικά, τα της Επιτροπής: «Σκοπός της Επιτροπής είναι [...] (γ) η ανάπτυξη του εθνικού αφηγήματος της Ελλάδας με σκοπό τη δημιουργία ενιαίας εικόνας και ταυτότητας της χώρας και των φορέων του κράτους».
 Δηλαδή, να φτιάξουμε ένα «εθνικό αφήγημα», που θα φτιάξει την «ενιαία εικόνα της χώρας» (πρώτα η εικόνα) και την «ενιαία ταυτότητά» της. Το κράτος-συγγραφέας, κανονιστικός και δεσποτικός, ιδιοκτήτης της μιας και μόνης αληθείας. Το κράτος-ιστοριογράφος της σχολής του Προκρούστη. 

Αν αυτό είναι το πρώτο στάδιο της εξαγγελθείσας «επανάστασης στον πολιτισμό», ποια τα επόμενα;...

www.kathimerini.gr

Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2019

Ανέφικτη και απρόσφορη η "κατάργηση" του ασύλου


του Γιώργου Σωτηρέλη

«Σύμφωνα με παλιά ευρωπαϊκή παράδοση, η τήρηση της τάξης και της ασφάλειας στο σύνολο των χώρων των προορισμένων για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας των Α.Ε.Ι. ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα και ευθύνη των αρχών που διοικούν το ίδρυμα. Το πανεπιστημιακό άσυλο, προστατεύοντας όλα τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, διδάσκοντες και διδασκομένους, και γενικά όσους βρίσκονται εκεί με την δημοκρατικά εκφρασμένη συναίνεση των αρμόδιων ακαδημαϊκών οργάνων, συνέχεται άρρηκτα τόσο με την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας όσο και με την "πλήρη αυτοδιοίκηση" των ΑΕΙ και συνεπώς εμπεριέχεται ουσιαστικά στην κατοχύρωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας που ενεργείται με το άρθρο 16 του Συντάγματος». Αριστόβουλος Μάνεσης, "Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη", τ. Ι, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 1980, σ. 702-703.
Να καταργηθεί ή να μην καταργηθεί το άσυλο; Το ζήτημα αυτό, που ανήχθη από την σημερινή κυβέρνηση σε μείζονα προτεραιότητα, είναι πράγματι σοβαρό και έχει ποικίλες προεκτάσεις. Ωστόσο, οι σχετικές εξαγγελίες βρίθουν από ψευδεπίγραφα και λεονταρισμούς και σε κάθε περίπτωση ερείδονται σε εντελώς λανθασμένη βάση. Ας δούμε το γιατί:
Τόσο –και ιδίως– η κυβέρνηση όσο και η αξιωματική αντιπολίτευση αντιμετωπίζουν το άσυλο αποκλειστικά και μόνο υπό το πρίσμα της πολιτικής σκοπιμότητας. Η μεν κυβέρνηση έχει επιδοθεί σε μια συστηματική και εμμονική δαιμονοποίηση και συκοφάντηση του ασύλου, φορτώνοντας σε αυτό όλα τα προβλήματα που κατατρύχουν το Πανεπιστήμιο, η δε αξιωματική αντιπολίτευση οχυρώνεται με πάθος πίσω από τις –ατυχείς– σχετικές νομοθετικές ρυθμίζεις της, εθελοτυφλώντας και πετώντας την μπάλα στην εξέδρα.
Ωστόσο, καμία από τις δύο πλευρές δεν προσεγγίζει το άσυλο στην σωστή του διάσταση, τόσο επί της ουσίας όσο και επί της διαδικασίας. Το ζήτημα της κατάργησης του ασύλου είναι προεχόντως συνταγματικό και όχι πολιτικό. Κατά συνέπειαν, πριν συζητήσουμε για το αν πρέπει να καταργηθεί το άσυλο πρέπει να εξετάσουμε πρώτον τι είναι πράγματι αυτό το άσυλο και δεύτερον αν μπορεί όντως να καταργηθεί. Ειδικότερα:

Α. Το άσυλο ως συνταγματική εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας

Όπως προκύπτει σαφώς από την θεμελίωση του κορυφαίου Έλληνα συνταγματολόγου αείμνηστου Αριστόβουλου Μάνεση, που τέθηκε ως προμετωπίδα στο ανά χείρας κείμενο, το πανεπιστημιακό άσυλο δεν είναι μια απλή νομοθετική ρύθμιση αλλά ένας συνταγματικός θεσμός, συνυφασμένος με το «πλήρως αυτοδιοίκητο» του Πανεπιστημίου, που ισχύει, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, σε όλες τις δημοκρατικές χώρες και συνδέεται στενά με την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Πανεπιστημίου.
Συγκεκριμένα, πρόκειται για συνταγματική εγγύηση, που απορρέει από το άρθρο 16 του Συντάγματος και προστατεύει έναν συγκεκριμένο ακαδημαϊκό χώρο, όχι σαν «ταμπού» αλλά ως βιόσφαιρα ορισμένων δικαιωμάτων που συνδέονται άρρηκτα με αυτόν. Ως εκ τούτου αποβλέπει αποκλειστικά και μόνον στην διασφάλιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, δηλαδή της ελευθερίας διδασκαλίας, και των συναφών ελευθεριών της έρευνας και της επιστήμης, όπως εξειδικεύονται στον χώρο του Πανεπιστημίου. Δεν είναι δηλαδή ένα εν γένει «άσυλο ιδεών», όπως εσφαλμένα το αποκαλούν οι περισσότεροι, διότι η ελευθερία της διάδοσης των ιδεών προστατεύεται πλήρως από το Σύνταγμα για όλους και δεν έχει ανάγκη ιδιαίτερης αντιμετώπισης εντός του Πανεπιστημίου.
Για να το πούμε απλά, το πανεπιστημιακό άσυλο σημαίνει, ως προς την ακαδημαϊκή ελευθερία, ό,τι περίπου και το άσυλο κατοικίας ως προς το δικαίωμα του ιδιωτικού βίου. Δηλαδή ότι κανείς, εκτός από τα υποκείμενα της ακαδημαϊκής ελευθερίας (διδάσκοντες και φοιτητές), δεν δικαιούται να εισέρχεται και πολύ περισσότερο να παραμένει εντός των (περίκλειστων) χώρων του Πανεπιστημίου, χωρίς πρόσκληση από τους συλλογικούς φορείς των διδασκόντων και των φοιτητών αλλά και χωρίς άδεια από τις αυτοδιοικητικές του αρχές.

Β. Το άσυλο σαν πρόσχημα για την επικράτηση δυναμικών μειοψηφιών

Το άσυλο ισχύει «έναντι οποιουδήποτε» (με βάση και την συνταγματικά πλέον κατοχυρωμένη αρχή της τριτενέργειας). Άρα και απέναντι στις ποικίλες ιδιωτικές εξουσίες που εισβάλλουν συχνά στον χώρο των Πανεπιστημίων, χωρίς την άδεια των αυτοδιοικητικών αρχών τους –αλλά και χωρίς πρόσκληση των φορέων της ακαδημαϊκής κοινότητας– και παραβιάζουν βάναυσα τα προεκτεθέντα δικαιώματα, με βανδαλισμούς, άσκηση ιδεολογικής τρομοκρατίας, αποκλεισμούς γραφείων διδασκόντων και άλλα θλιβερά παρόμοια.
Στην περίπτωση αυτή λοιπόν δεν φταίει το άσυλο, αφού έχει ήδη παραβιασθεί, αλλά η ατολμία και η έλλειψη δημοκρατικής ευθύνης των πανεπιστημιακών αρχών, οι οποίες οφείλουν να ζητούν από τις δυνάμεις της τάξης όχι την άρση του ασύλου αλλά την άρση της παραβίασης του ασύλου από τις ως άνω δυναμικές μειοψηφίες (τους λεγόμενους «μπαχαλάκηδες») αλλά και από διαφόρους μικροεγκληματίες, που εκμεταλλεύονται την κατάσταση με ποικίλες παραβατικές συμπεριφορές. Όσο δε για τις περιπτώσεις σοβαρής εγκληματικότητας, μια τέτοια άδεια δεν χρειάζεται καν, διότι κατά την ισχύουσα νομοθεσία η αστυνομία μπορεί να παρέμβει όταν «διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής».

Γ. Το άσυλο δεν μπορεί να καταργηθεί

Με δεδομένη, λοιπόν, την συνταγματική του κατοχύρωση, το άσυλο δεν μπορεί να καταργηθεί. Θα συνεχίσει να ισχύει ακόμη και αν δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όπως συνέβη άλλωστε με τον προηγούμενο «νόμο Διαμαντοπούλου» (έναν νόμο συντηρητικό, προβληματικό και πολλαπλά υπερτιμημένο, για τον οποίο το επιχείρημα ότι ψηφίσθηκε με ευρεία πλειοψηφία παραβλέπει το ότι και η κάκιστη ισχύουσα συνταγματική ρύθμιση για την ευθύνη υπουργών έλαβε επίσης ευρεία –και ακόμα μεγαλύτερη– πλειοψηφία…).
Ας αναλογισθούμε λοιπόν τι άλλαξε με εκείνον τον νόμο, επί της ουσίας, σε σχέση με την προγενέστερη κατάσταση. Η απάντηση είναι προφανής: απολύτως τίποτε. Ούτε οι πρυτάνεις άρχισαν να παίρνουν σχετικές πρωτοβουλίες για να προκαλέσουν επέμβαση της αστυνομίας, είτε λόγω ευθυνοφοβίας είτε φοβούμενοι τυχόν θλιβερές συνέπειες εντός του Πανεπιστημίου, αλλά ούτε και οι εισαγγελικές αρχές έδειξαν καμία διάθεση να διατάξουν μια τέτοια επέμβαση, με αποτέλεσμα να μην προκύψει βελτίωση της κατάστασης ούτε καν για αυτόφωρα κακουργήματα.
Στη συνέχεια βέβαια ήρθε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, η νομοθετική πολιτική της οποίας για το Πανεπιστήμιο υπήρξε γενικά άκρως προβληματική και εν πολλοίς πελατειακή. Στο συγκεκριμένο δε ζήτημα, οι εκλεκτικές συγγένειες με τους πάσης φύσεως «μπαχαλάκηδες» τον οδήγησε στο να χαϊδεύει διαρκώς τα αυτιά του κατ’ευφημισμόν «ώριμου» φοιτητικού κινήματος» και να ανέχεται τις αντιδημοκρατικές πρακτικές των διάφορων «γκροπούσκουλων», που εκφράζουν μεν μικρό μέρος των φοιτητών πλην όμως επιμένουν να επιβάλλον τις απόψεις τους με κάθε μέσο.
Στο πλαίσιο αυτής της νοοτροπίας, η αντιμετώπιση του ασύλου ήταν η χειρότερη δυνατή: επανέφερε, ως προς την αρμοδιότητα πρόσκλησης της αστυνομίας, το βραδυκίνητο και προβληματικό σχήμα του πρυτανικού συμβουλίου, αντί του πρύτανη τον οποίο ορθά είχε ορίσει αποκλειστικά υπεύθυνο, για να διασφαλίσει αμεσότητα και ευελιξία, ο «νόμος Γιαννάκου» (ένας πράγματι ένα ισορροπημένος και προσεκτικός νόμος, που θα μπορούσε, γενικώς, με ορισμένες τροποποιήσεις, να αποτελέσει μια καλή βάση συζήτησης).
Από την μια λοιπόν η κακή νομοθετική ρύθμιση του ασύλου και από την άλλη η συγκεκριμένη «ανεκτικότητα» του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι σε φαινόμενα ανομίας και εξουσιαστικής βίας στο Πανεπιστήμιο (συχνά μάλιστα στο όνομα αντιεξουσιαστικών αρχών…) οδήγησαν σε εμφανή χειροτέρευση της κατάστασης, την οποία τώρα επικαλείται η κυβέρνηση για να επιβάλει, στην πραγματικότητα, μια ευθεία καταστρατήγηση του Συντάγματος. Διότι περί αυτού πρόκειται όταν επιχειρεί απροκάλυπτα να ταυτίσει το «πλήρως αυτοδιοικούμενο» κατά το Σύνταγμα Πανεπιστήμιο –με τις πολλές και προφανείς θεσμικές ιδιαιτερότητες και εγγυήσεις του– με οποιαδήποτε άλλη δημόσια υπηρεσία…

Δ. Η νομοθετική ρύθμιση δεν πρέπει να εξαλειφθεί αλλά να αλλάξει

Ακόμη όμως και αν ξεχάσουμε προς στιγμήν το Σύνταγμα, όπως κάνει δυστυχώς ο πρωθυπουργός αλλά και η νέα υπουργός παιδείας –παρότι νομικός…– το μεγάλο ερώτημα είναι το ακόλουθο: μπορεί η εξαγγελλόμενη κατάργηση του ασύλου να απαλλάξει τα ΑΕΙ από τα προαναφερθέντα προβλήματά τους;
Η θέση μου και αυτό το επίπεδο είναι απολύτως αρνητική. Πρώτον, διότι η σχετική –σχηματική, απλουστευτική και εν τέλει παραπλανητική– επιχειρηματολογία θυμίζει το γνωστό: «πονάει πόδι, κόβει κεφάλι». Δεύτερον, διότι ανάλογα φαινόμενα με αυτά που συμβαίνουν στο Πανεπιστήμιο παρατηρούνται, εδώ και δεκαετίες, και σε χώρους που δεν προστατεύονται από το άσυλο.
Αρκεί να θυμηθούμε τα επανειλημμένα κρούσματα βανδαλισμών και σε σχολεία της μέσης εκπαίδευσης καθώς και σε πλείστα όσα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια –με αποκορύφωμα αυτό που συνέβη κατά τα «δεκεμβριανά» του 2008, με πλήρη απουσία της αστυνομίας– αλλά και τις ουκ ολίγες περιπτώσεις βίαιης αποβολής συναδέλφων από εξωπανεπιστημιακές αίθουσες, και πάλι με πλήρη απουσία της αστυνομίας.
Τρίτον δε, και σπουδαιότερον, διότι η κατάργηση του ασύλου είναι μια εύκολη υπεκφυγή για να αποφευχθεί το μείζον. Το πώς δηλαδή θα επιτευχθεί μια ισορροπία στον ευαίσθητο χώρο του Πανεπιστημίου, με επίκεντρο την δημοκρατική ευθύνη των πρυτάνεων, κατά τα ανωτέρω, αλλά και με συγκεκριμένες νομοθετικές ρυθμίσεις που θα αντιμετωπίζουν το άσυλο στην πραγματική του διάσταση: ως συνταγματική εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, που πρέπει να εξειδικευθεί προσεκτικά, και όχι σαν άλλοθι για την άσκηση εξουσιαστικής βίας, είτε από τους πολεμίους του είτε από τους δήθεν υπερμάχους αλλά στην πραγματικότητα υπονομευτές του…
Η καλύτερη δε λύση, προς αυτήν την κατεύθυνση, αντί των διάφορων ανέφικτων, απρόσφορων και εν τέλει ανεύθυνων εξαγγελιών, θα ήταν να ιδρυθεί ένα ειδικό και κατάλληλα εκπαιδευμένο σώμα φύλαξης των Πανεπιστημίων, που θα τεθεί στη διάθεση των Πρυτάνεων για να διασφαλίσει την εφαρμογή του (πραγματικού) πανεπιστημιακού ασύλου erga omnes.
Να διασφαλίσει, δηλαδή, ότι στον χώρο των Πανεπιστημίων θα κινούνται μόνον αυτοί που ανήκουν στην ακαδημαϊκή κοινότητα –ή προσκαλούνται από αυτήν– χωρίς να καταλείπεται κανένα περιθώριο, σε οποιονδήποτε, είτε να αναπτύσσει παραβατικές συμπεριφορές, εκμεταλλευόμενος ένα δήθεν «άβατο», είτε να επιβάλλει έναν ιδιότυπο «αριστερό μακαρθισμό», αποκλείοντας δογματικά και αυθαίρετα μη αρεστές επιστημονικές θέσεις, θεωρητικές απόψεις και ευρύτερες ιδεολογικοπολιτικές προσεγγίσεις…
www.slpress.gr  16/7/2019

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Σύντομο σχόλιο για εκλογές, ερμηνεία αποτελεσμάτων και στρατηγικές συμμαχιών

Αποτέλεσμα εικόνας για δεξια αριστερα



Ιστορικά, στην Ελλάδα ο πέραν της Δεξιάς ,Αριστερός-Κεντροαριστερός χώρος ήταν πλειοψηφικός εκλογικά μόνο όταν πληρούσε τις παρακάτω δύο προυποθέσεις συμμαχιών:

1. Κοινωνική συμμαχία των κατώτερων πληβειακών κοινωνικών στρωμάτων , με τα δυναμικά ανερχόμενα τμήματα των μεσοστρωμάτων ( και όχι τη μεσαία τάξη γενικώς), οριακά δε με ακόμα και με τα λίγα  πιο προοδευτικά τμήματα των ανωτέρων στρωμάτων.

2. Πολιτική συμμαχία του ευρύτερου Αριστερού-Κεντροαριστερού χώρου , ανεξάρτητα με τις μορφές που αυτή έπαιρνε κάθε ιστορική συγκυρία (ενιαίο συμμαχικό σχήμα ή διαφορετικές κομματικές εκφράσειςή ανοχή και συμπάθεια προς τον κεντρικό κορμό της συμμαχίας αυτής από τα επιμέρους μικρότερα τμήματά της κλπ), ή πρόκειται να πάρει στο μέλλον.

Υ.Γ (1) Το ζήτημα των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών είναι το κεντρικό πρόβλημα κάθε πολιτικής στρατηγικής. Χωρίς αυτό δεν πας πουθενά.

(2)Το Κέντρο δεν είναι πολιτικός χώρος, είναι σημείο  διαχωρισμού των δυο πολιτικών χώρων που ορίζονται στην γραμμή της πολιτικής διαπάλης (Δεξιά- Αριστερά) στην Δημοκρατία.


Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

Το εθνικόν, το αληθές και ο ντεμέκ πατριωτισμός

του Γιώργου Καρελιά

Αν έχουν κάποια σημασία οι εμβληματικές ιστορικές φράσεις, αυτή αναδεικνύεται πρωτίστως όταν επιχειρείται θηριώδης διαστρέβλωση βασικών εννοιών τους, είτε από άγνοια και ασχετοσύνη είτε-το χειρότερο- από κακόβουλη σκοπιμότητα.

Στον Διονύσιο Σολωμό αποδίδεται η προτροπή «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι Αληθές». Δεν ξέρουμε, φυσικά, πώς ο ίδιος θα την «μετέφραζε» στη σημερινή συγκυρία. Όμως, είναι βέβαιο ότι όσα «εθνικά» συμβαίνουν εδώ και ένα χρόνο γύρω από το Μακεδονικό δεν έχουν καμιά σχέση με την αλήθεια. Ο δε διαχεόμενος «πατριωτισμός», σε αντιπαραβολή με την διαπραχθείσα «προδοσία», είναι ψεύτικος, ως καθοδηγούμενος από την πολιτικο-κομματική σκοπιμότητα.

Αλήθεια πρώτη: Ελληνική ήταν η Αρχαία Μακεδονία, κάτι που ουδείς πλέον αμφισβητεί. Η Συμφωνία των Πρεσπών το κατέστησε αδιαμφισβήτητο και το αποδέχεται η άλλη πλευρά με συνεχείς και καθαρές δηλώσεις των ηγετών της.

Αλήθεια δεύτερη: στην πορεία των αιώνων η γεωγραφική περιοχή με το όνομα Μακεδονία υπέστη πολλές μεταβολές. Το 1913 η Συνθήκη του Βουκουρεστίου καθόρισε ότι μοιράζεται μεταξύ τριών χωρών: Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία(χοντρικά 50%, 30%, 20%). Επομένως, το σύγχρονο ελληνικό σύνθημα «η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική» είναι ψευδές.

Αλήθεια τρίτη: μετά την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ανέκυψε το νεο-Μακεδονικό ζήτημα. Αντί η ελληνική πολιτική ηγεσία να επιδιώξει τότε μια εθνικά συμφέρουσα λύση για το πρόβλημα, υιοθέτησε μια τυχοδιωκτική τακτική, με το βλέμμα στραμμένο στις εσωτερικές εκλογικές σκοπιμότητες. Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο: ο εθνικιστικός παροξυσμός δεν επέτρεψε να βρεθεί καμιά λύση και το θέμα του ονόματος χάθηκε. Ολες οι χώρες και τα μέσα ενημέρωσης του κόσμου γνώριζαν μία χώρα με το όνομα Μακεδονία, αυτήν που είχε πρωτεύουσα τα Σκόπια. Η ελληνική πολιτική τάξη, μετά την αρχική τύφλωση, κατάλαβε την ήττα και προσπάθησε να την περιορίσει με το ακρωνύμιο FYROM(ελληνιστί ΠΓΔΜ).

Αλήθεια τέταρτη: μόλις άλλαξε η ηγεσία στη γειτονική χώρα και ο μετριοπαθής Ζάεφ εξοβέλισε τον εθνικιστή Γκρουέφσκι, η ευκαιρία για μια λύση δόθηκε και σωστά η κυβέρνηση Τσίπρα την άδραξε. Η Συμφωνία των Πρεσπών κατάφερε αυτό που επιδίωκαν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις μετά το 1992: η γειτονική χώρα άλλαξε το όνομά της, το σκέτο Μακεδονία έφυγε και το Βόρεια Μακεδονία πήρε τη θέση του.

Αλήθεια πέμπτη: τα κόμματα της αντιπολίτευσης που έχουν κυβερνήσει γνωρίζουν πολύ καλά ότι η βασικός-και μοναδικός μέχρι πρόσφατα- στόχος της Ελλάδας, που ήταν σύνθετη ονομασία erga omnes, επετεύχθη στο ακέραιο. Αλλά η κομματικο-εκλογική σκοπιμότητα δεν τους επέτρεψε να το παραδεχθούν. Και άρχισαν να «ξεχνούν», αφού δεν τους συνέφερε πια, ότι «το όνομά μας είναι η ψυχή μας»( η γειτονική χώρα έπαψε να λέγεται-σκέτο- Μακεδονία, ενώ η Ελλάδα δεν άλλαξε κανένα όνομα, πουθενά) και να ανακαλύπτουν τη γλώσσα και την εθνότητα. Προφάσεις εν αμαρτίαις. Ο κ. Μητσοτάκηςκαι η κυρία Γεννηματά συμπεριφέρονται τυχοδιωκτικά.

Σήμερα υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ πάνε να μιλήσουν σε πόλεις της Βόρειας Ελλάδας. Εξω από τις αίθουσες των ομιλιών μαζεύονται μερικοί τύποι, των οποίων οι μισές από τις κραυγές είναι του επιπέδου «καθάρματα», «μο...ανα», «προδότες». Οι πιο πολιτικοποιημένοι φωνάζουν «αλήτες-προδότες-πολιτικοί». Τι μας θυμίζουν αυτά; Το «γ……. η μάνα του Μπουτάρη», που φώναζαν κάποιοι (συλλ)αλητήριοι εν χορώ πέρυσι στη Θεσσαλονίκη. Και το αντίστοιχο «η δημοκρατία πούλησε την Μακεδονία».

Τα αντιπολιτευόμενα την κυβέρνηση μέσα ενημέρωσης(νομίζουν ότι) ανακαλύπτουν φλέβα χρυσού. Η προβολή των βίντεο που έχουν τραβηχτεί δίνει και παίρνει. Αφού «προδότες» είναι υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ, όλα καλά. Ο σκοπός εξυπηρετείται. Να πέσει πάση θυσία ο ΣΥΡΙΖΑ και όλα τα άλλα δεν ενδιαφέρουν.

Όμως, όσοι κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν πως τέτοια συνθήματα δεν στρέφονται (μόνο) κατά του ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί να το καταλάβουν με οδυνηρό τρόπο σύντομα. Αν οι «προδότες» του ΣΥΡΙΖΑ «πούλησαν» την Μακεδονία, αύριο θα έρθει η σειρά κάποιων άλλων «προδοτών», που δεν θα αποκαταστήσουν την «προδοσία». Αλλωστε, το σύνθημα λέει ότι «η δημοκρατία πούλησε την Μακεδονία». Δεν έχει, δηλαδή, στόχο (μόνο) τον ΣΥΡΙΖΑ. Την δημοκρατία έχει στόχο. Το άλλο σύνθημα «αλήτες-προδότες-πολιτικοί» δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για την χρυσαυγίτικη προέλευσή του. Και αναφέρεται σε όλους τους πολιτικούς της δημοκρατίας. Οσοι νομίζουν ότι έχει στόχο μόνο τους ΣΥΡΙΖΑίους πολιτικούς πλανώνται πλάνην οικτράν.

Όπως ένιοι (ευήθεις) ΣΥΡΙΖΑίοι του 2011 δεν καταλάβαιναν τι έκαναν όταν αποκαλούσαν «γερμανοτσολιάδες» τους υπουργούς του ΠΑΣΟΚ, το ίδιο δεν καταλαβαίνουν όσοι σιγοντάρουν σήμερα χρυσαυγίτικα συνθήματα εναντίον των «προδοτών» υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ. Οσοι επένδυσαν στον άρρωστο «μακεδονισμό» δαιμονοποιώντας την Συμφωνία των Πρεσπών, να ξέρουν ότι ο Βουκεφάλας σύντομα θα στραφεί εναντίον τους. Και είναι κρίμα που πρώην πρωθυπουργοί(ο Σημίτης, ο Καραμανλής, ο Παπανδρέου), οι οποίοι συμφωνούν με τη λύση και την επιδίωξαν στο πρόσφατο παρελθόν, δεν τόλμησαν να πουν καθαρά και χωρίς «ναι μεν αλλά» την αλήθεια: ότι η λύση είναι συμφέρουσα για τη χώρα και όχι για τον Τσίπρα(αυτός σήμερα είναι αύριο δεν είναι).

Εν κατακλείδι: για να αποδίδεται εντίμως το αληθινό νόημα της προτροπής του Διονυσίου Σολωμού(«εθνικόν το αληθές»), πρέπει η αλήθεια να μη μπαίνει στην προκρούστεια κλίνη των πρόσκαιρων σκοπιμοτήτων. Το «Μακεδονία ξακουστή» δεν είναι άσμα που χαρακτηρίζει τους «πατριώτες» σε αντιδιαστολή με τους «προδότες». Ο «πατρωτισμός» όσων φωνάζουν «αλήτες προδότες πολιτικοί» είναι άρρωστος και επικίνδυνος. Οσοι δεν τον συμμερίζονται, αλλά τον σιγοντάρουν για λόγους πρόσκαιρης σκοπιμότητας, δηλαδή μόνο και μόνο «για να φύγει ο Τσίπρας», διαπράττουν ολέθριο λάθος. Θα το καταλάβουν σύντομα.


Ο καθοδηγούμενος από άγνοια και ασχετοσύνη και-το χειρότερο- από πρόσκαιρη σκοπιμότητα «πατριωτισμός» είναι αυτό που είχε πει ο Αγγλος συγγραφέας Σάμιουελ Τζόνσον: το τελευταίο καταφύγιο των απατεώνων.

www.news247.gr   27/3/2019

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

Οι μεταμελημένοι αριστεροί

του Νίκου Μπίστη

Στις ΗΠΑ έχουμε τους αναγεννημένους Χριστιανούς, εδώ τους μεταμελημένους Αριστερούς. Είναι μια κατηγορία που άνθισε τα χρόνια της κρίσης. Κατοικοεδρεύει στην υστερική πτέρυγα του αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου, στο διαδίκτυο, στις εφημερίδες και την τηλεόραση. Με το κύρος του παλιού Αριστερού «που τους ξέρει, γιατί τους έζησε από πρώτο χέρι» έχουν μετατρέψει την πολιτική κριτική σε λίβελο, σε μια καθημερινή ψύχωση, εκτελούν με  προθυμία γενίτσαρου συμβόλαια θανάτου χαρακτήρων, ηδονίζονται καλλιεργώντας εμφυλιοπολεμικό κλίμα. Αντιστρέφοντας καταστάσεις, έχουν προ πολλού ξεπεράσει το «ή εμείς οι αυτοί» και το «ή τους τελειώνουμε η μας τελειώνουν» του πρώιμου ΣΥΡΙΖΑ. Και προφανώς δηλώνουν υπερήφανα «με τον Μητσοτάκη» είτε αμέσως είτε εμμέσως αν μας συμβεί το «κακό» και δεν πάρει ο εκλεκτός τους την αυτοδυναμία.
Τότε γίνονται ΚΙΝΑΛ με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το τελευταίο θα μετακομίσει στην κεντροδεξιά ως συμπλήρωμα διατροφής της ΝΔ. Αν μάλιστα βρεθεί κάποιος από τον χώρο του ΚΙΝΑΛ να ψελλίσει κάτι κατά της ΝΔ, πρώτοι τον επαναφέρουν στην τάξη (Τώρα έχει πάρει σειρά ο Γιώργος Παπανδρέου). Σφοδροί αντιεθνικιστές στα νιάτα τους, διαπρύσιοι τότε υποστηρικτές της σύνθετης ονομασίας για την Βόρεια Μακεδονία, τώρα η απουσίαζαν από την σύγκρουση η τα μπουρδούκλωναν η πέρασαν αποφασιστικά απέναντι και έγιναν Μακεδονομάχοι. Έμπλεοι κατανόησης για τον Μητσοτάκη « που δεν έπεσε στην παγίδα του ΣΥΡΙΖΑ , να διασπάσει το κόμμα του» κλείνουν τα αυτιά τους στον διχαστικό, εθνικιστικό λόγο  και την ίδια ώρα υποκριτικά καταγγελουν τον ΣΥΡΙΖΑ επειδή δεν επιδίωξε  συνεννόηση επί του θέματος. Έτσι, λένε, χάθηκε υπαιτιότητι του η ευκαιρία να λυθεί το θέμα με ευρύτερη συναίνεση.
Ταυτοχρόνως είναι και  οι πρώτοι που αποκηρύσσουν πάραυτα όποιον αφήνει χαραμάδα συνεννόησης με τον ΣΥΡΙΖΑ, μέχρις ότου ο τελευταίος ηττηθεί στρατηγικά, ταπεινωθεί, πέσει κοντά στο 4% ,  η ακόμα καλύτερα εξαφανιστεί από τον μάταιο τούτο κόσμο. Δεν διαμαρτύρονται όταν η Πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ αναφέρεται σε «απάτριδες νεοκομμουνιστές». Αυτοί δεν είναι πια κομμουνιστές και δεν τους νοιάζει ενώ έχουν επιτέλους συμφιλιωθεί με την πατρίδα. Στην χειρότερη βέβαια εκδοχή της αλλά τι σημασία έχει. Αυτοί έχουν γίνει πια αποδεκτοί. Κάποιοι – όχι όλοι , οι πιο προωθημένοι- έχουν περάσει απέναντι, έχουν γίνει ζηλωτές του αντικομμουνισμού και πολέμιοι κάθε τι αριστερού. Και -καθόλου περίεργο – στα νιάτα τους πολλοί ήσαν δογματικοί στο έπακρο και μας κούναγαν το δάκτυλο όταν στα κόμματα της αριστεράς τολμούσαμε να κάνουμε  κριτική στην καθοδήγηση. Τώρα είναι νεοφιλελεύθεροι στην οικονομία, όλη ημέρα μας λένε ότι το ιερό δισκοπότηρο είναι η μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις ενώ το κοινωνικό κράτος βαραίνει και καθυστερεί την ανάπτυξη.
Πολιτικά συναγελάζονται με την πιο ακραία τάση της ΝΔ, ειρωνεύονται τον Δένδια που επιμένει κεντροδεξιά και τόλμησε να συμφωνήσει με τον Κοντονή κατά της Χρυσής Αυγής. Τους έχει φοβηθεί το μάτι πολλών σοβαρών δεξιών και φιλελεύθερων που αναζητούν ένα μίνιμουμ συναίνεσης. Το βαθύτερο πρόβλημα των περισσοτέρων είναι ότι θεωρούν πως πήραν την ζωή τους λάθος, ότι έμπλεξαν με την Αριστερά και έχασαν τα χρόνια τους. Και τώρα για να αναπληρώσουν το χαμένο χρόνο διαγράφουν την ιστορία τους και κακοποιούν την Ιστορία. Η γαλλική επανάσταση είναι μόνο η γκιλοτίνα, η Οκτωβριανή μόνο τα γκουλακ, το Στάλινγκραντ λίγο τους μπερδεύει, η αποικιοκρατία, το Βιετνάμ και ο Αλλιέντε το ίδιο. Μικροί ήσαν διεθνιστές, τώρα επαρχιώτες στην Ομόνοια αναπνέουν μέχρι να δουν τον Τσίπρα – άντε και τον Μαδούρο – ανάποδα. Μαζί με τους φανατικούς ακραίους δεξιούς διακινούν την θεωρία της «νίκης» των ηττημένων του εμφυλίου που δήθεν κυριάρχησαν και κατέστρεψαν τον τόπο. Αποενοχοποιούν έτσι το μετεμφυλιακό κράτος κάποιοι φτάνουν να γράφουν ελεγείες για την Μακρόνησο και τα Τάγματα Ασφαλείας.
Ακούω ήδη την ένσταση κάποιων καλοπροαίρετων τρίτων: «Μα δεν μπορούν να ασκήσουν κριτική στην Αριστερά. Και επειδή ήσαν Αριστεροί στα νιάτα τους, πρέπει να είναι και σήμερα;». Να ασκήσουν τόνους κριτικής και προφανώς έχουν δημοκρατικό δικαίωμα  επιλογής πολιτικού χώρου στο δημοκρατικό τόξο. Όμως δεν πρόκειται περί αυτού. Συμπαρατάσσονται με αυτούς που επιδιώκουν τον εκμηδενισμό της Αριστεράς «ώστε να μην έχει την δυνατότητα να επανέλθει στην κυβέρνηση, επειδή οι ιδέες της είναι ελαττωματικές». Απλά, θέλουν να εξαφανιστεί η Αριστερά. Νομίζω ότι την ψυχική τους κατάσταση την έχει έξοχα αποτυπώσει ο Κώστας Μητρόπουλος σε μια γελοιογραφία του 1965. Ο Ηλίας Τσιριμώκος προς γενική έκπληξη ετοιμάζεται να ορκιστεί πρωθυπουργός των αποστατών. Είναι ντυμένος με λιβρέα, παπιγιόν, λουστρίνια και ρίχνει μια τελευταία μάτια στον ολόσωμο καθρέφτη. Και βλέπει το είδωλο του ντυμένο Ελασίτη, όπως όταν είχε ανέβηκε στους Κορυσχάδες. Και ξεσπάει: Δεν θέλω να βλέπω αντάρτες.
www.thecaller.gr  18/3/2019

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2019

Δημιουργούμε οι ίδιοι την ιστορία μας;


14/3/1883 Θάνατος  του Καρλ Μαρξ στο Λονδίνο

Αποτέλεσμα εικόνας για θανατος μαρξ


"Οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την Ιστορία, τη δημιουργούν όμως, όχι όπως τους αρέσει, όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν. Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σαν βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών"


Καρλ Μαρξ  
Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (1852)


Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2019

Σκοτεινή, ρευστή Ευρώπη

του Νίκου Ξυδάκη

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη: η ρευστοποίησή της. Οχι μόνο προς ένα revival του σκοτεινού της Μεσοπόλεμου, σε ό,τι αφορά την πολιτική φόρμα της μισαλλοδοξίας και τού αυταρχισμού. Αλλά ρευστοποίηση προς μια αποκλίνουσα πορεία περίκλειστων εθνών-κρατών, με φτωχοποιημένους λαούς, τους ηττημένους της παγκοσμιοποίησης, υπεργολάβους γερμανικών και global βιομηχανιών, εισαγωγείς φτηνών προϊόντων μαζικής κατανάλωσης made in Asia, πιόνια σε γεωπολιτικά παίγνια, έθνη λευκών macho χριστιανών έτοιμα πάλι να αναμετρηθούν με τον γείτονα, τον εβραίο, τον πρόσφυγα, το μετανάστη.
Έθνη διψασμένα για ταυτοτικές ανασκαφές, ολοπρόθυμα να αυτοπροσδιοριστούν έναντι εχθρών, εσωτερικών και εξωτερικών, συνηθέστατα εχθρών επινοημένων από κυνικούς δημαγωγούς και αυταρχικούς ηγέτες, που θαυμάζουν την democrature του Πούτιν και του Ερντογάν. Εθνη αλαφιασμένα από τον ορντολιμπεραλισμό, τη δομική υποαπασχόληση, τη διαρκή υπόσχεση της επισφάλειας, τη διαρκή ερείπωση της μεσαίας τάξης και της χρυσής τριακονταετίας ― στη Δύση. Έθνη αμάθητα στον κοινοβουλευτισμό, τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, την κοινωνία των πολιτών, την λεπτή τέχνη των προωθητικών συμβιβασμών, την πρωτογενή αξία των κατακτήσεων του κράτους δικαίου, έθνη που αναθυμούνται τα πογκρόμ των Αλλων, των αλλοφύλων και ετερόδοξων ― στην Ανατολή. Έθνη που δεν θέλουν να θυμούνται τι συνέβη στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, χαρακώματα, σφαγεία, αέρια μουστάρδας, νύχτες κρυστάλλων, άουτο ντα φε, λάγκερ, γενοκτονίες, μούσελμαν ― σε Ανατολή και Δύση.
Έθνη που αναζητούν ταυτότητα πάλι στην άμωμη φυλή, την ανάδελφο, στη γραμή του αίματος, στην τέφρα, στη μοναξιά του αποκλεισμού.
Δεν είναι υπερβολή. Δεν είναι φαντασιοκοπία των ροζ αριστερών, των σοφτ φιλελελεύθερων, των χίπστερ δικαιωματιστών. Και είναι πολύ περισσότερο, πολύ πιο βαθύ και άγριο από μια ορισμένη ορθόφρονα ρητορική, σαν αυτές που μηρυκάζουν γραφειοκράτες Βρυξελλών και σύνεδροι σε πληρωμένες ημερίδες.
Η υλική σπάνη, το γυμνό φαντασιακό, η υπαρξιακή αμηχανία κατακλύζεται από κύματα αυτοπολλαπλασιαζόμενης προπαγάνδας: της νεολίμπεραλ ΤΙΝΑ, του χλιαρού κορέκτ και του καυτού μίσους ταυτοχρόνως. Η ταυτοτική τρικυμία αναζητεί γκουρού και σωτήρες.
Μεσσίες από την παλαιά Ευρώπη: ο χίπστερ νεοφασισμός της Casapound (ο οίκος του Εζρα Πάουντ…), ο διαφοριστικός ρατσισμός του GRECE και της γαλλικής Νέας Δεξιάς, τα ευρασιατικά δόγματα και η Τέταρτη Πολιτική Θεωρία του Ρώσου Αλεξάντρ Ντούγκιν. Οι Γάλλοι και Ιταλοί επικαλούνται τον Γκράμσι και τους Καταστασιακούς, για να στολίσουν τον φασισμό και τον ρατσισμό, ισχυρίζονται ότι είναι εθνικιστές με κοινωνικό πρόσωπο. Πόσο οικεία ακούγονται, πόσο μοιάζουν με τις υλακές και τους δεκάρικους εγχώριων μεταφασιστών…
Όλοι δημοφιλείς διδάχοι στην ευρωπαϊκή Ακροδεξιά, προσκεκλημένοι πανεπιστημίων, επισκέπτες των Βαλκανίων και της Μεσευρώπης. Τράπεζες Ρώσων ολιγαρχών διευκολύνουν με ελκυστικά δάνεια ευρωκεπτικιστές και σεπαρατιστές. Ο Αλαίν ντε Μπενουά γοητεύει πολιτικούς της εγχώριας σκληρής δεξιάς· ο Ντούγκιν γοητεύει εγχώριους σταλινογενείς και συνωμοσιολόγους.
Μεσσίες από τον Νέο Κόσμο: ο Στιβ Μπάνον, ο σύμβουλος πίσω από την εκλογική επιτυχία του Προέδρου Τραμπ, διαδίδει τις ακροδεξιές ιδέες του στη αδύναμη ομοσπονδία της Ευρώπης. Η ευρωπαϊκή του οργάνωση, Τhe Mouvement , θα εγκατασταθεί συμβολικά στην καρδιά του θηρίου, στις Βρυξέλλες που καθημερινά ελεεινολογούν ο Ορμπαν, ο Κατσίνσκι, οι κυβερνήσεις των Βίζεγκραντ, ο Σαλβίνι… Στόχοι του Μπάνον, η αριστερά και ο φιλελευθερισμός, αρχίζοντας από τον Σόρος ― τον Σόρος που δαιμονοποιεί συστηματικά ο Όρμπαν… Ολα δένουν, προς μια Μαύρη Διεθνή, με επίκεντρο την Ευρώπη.
Παρά τον εξπρεσιονιστικό τόνο της περιγραφής, τέτοιο περίπου είναι το πολιτικό-διανοητικό κλίμα στην Ευρώπη μερικές εβδομάδες προ των ευρωεκλογών. Το ισχυρότερο πολιτικό ρεύμα, και εμφανώς πλέον αλλά κυρίως υπογείως, είναι το ρεύμα του κερματισμού, η ρευστοποίηση της ατελούς ομοσπονδίας της Ευρώπης, ο σκληρός εθνικισμός, ο ρατσισμός, ο αυταρχισμός. Κλονισμένη η πίστη προς τη δημοκρατία, ενισχυόμενη διαρκώς η λατρεία για τον υπερφυσικό ηγέτη, για την καθαρότητα της φυλής.
"Ένα βλέμμα" στο ΈΘΝΟΣ 3/3/2019