Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Aπό τον Μπετόβεν στον… Σόιμπλε

του Τάκη Μίχα

 H σονάτα για πιάνο και βιολί νούμερο 9- η επονομαζόμενη «Κρόιτσερ» του Λούντβιχ φον Μπετόβεν ήταν αφιερωμένη στο μεγαλύτερο βιολιστή της εποχής τον Γάλλο Ροδόλφο Κρόιτσερ. Οταν ο Γάλλος μουσικός είδε το κομμάτι αναφώνησε: «Μα αυτό δεν παίζεται» και πρόσθεσε «Ο Μπετόβεν δεν ξέρει τίποτα από βιολί!»
Υποθέτω ότι κάπως ανάλογες θα ήσαν και οι ενδόμυχες αντιδράσεις όλων των Ελλήνων πρωθυπουργών –από τον Γ. Παπανδρέου μέχρι τον Α. Τσίπρα-κάθε φορά που θα έπρεπε να βάλουν την τζίφρα τους σε ένα ακόμη γερμανικής έμπνευσης «Μνημόνιο». Φυσικά εδώ υπάρχει μια πολύ ουσιαστική διαφορά μεταξύ του κ. Τσίπρα και των υπολοίπων.
Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους των οποίων οι αμφιβολίες παρέμεναν στον χώρο του ενδόμυχου ο σημερινός πρωθυπουργός δεν έχει διστάσει να εξωτερικεύσει τις αμφιβολίες του, έχει καταστήσει σαφές ότι δεν πιστεύει πως τα Μνημόνια θα ωφελήσουν την χώρα. Απλά υπογράφει και εφαρμόζει τα μέτρα, ελπίζοντας ότι οι δανειστές θα αλαφρύνουν το χρέος έτσι ώστε η χώρα να μπορέσει να «ξαναβγεί στις αγορές» δηλαδή να... ξαναδανεισθεί!
Η σονάτα νούμερο 9 του Μπετόβεν είναι άψογη και θεωρείται ένα από τα καλύτερα έργα του. Από την πλευρά τους επίσης τα Μνημόνια είναι άψογες θεωρητικές κατασκευές που οπωσδήποτε θα διδάσκονται στα πανεπιστήμια για πολλές δεκαετίες. Ομως αμφότερα αυτά τα κατά τα άλλα πολύ σημαντικά έργα, πάσχουν από ένα πολύ βασικό ελάττωμα: Oτι δεν λαμβάνουν υπ όψη τους τις απόψεις, ιδιοπάθειες, συνήθειες, βίτσια κ.λπ. αυτών που πρόκειται να τα «παίξουν» -του Κρόιτσερ από την μια πλευρά, των Ελλήνων από την άλλη.
Το βασικό και βαθύτερο πρόβλημα των Μνημονίων δεν είναι ούτε ότι αντιπροσωπεύουν ένα Σιγκφριντιανό όραμα Τευτονικής κατοχής της Ευρώπης, ούτε ένα σχέδιο ανθελληνικών κύκλων που οραματίζονται την εξαφάνιση του «Γένους». Ούτε καν αντιπροσωπεύουν ένα σχέδιο των καπιταλιστών για να πλήξουν την αντίσταση των εργαζομένων όπως βαυκαλίζονται οι γέροντες αναρχικοί των Εξαρχείων.
Το βασικό πρόβλημα των Μνημονίων είναι ότι έχουν διαμορφωθεί από επαγγελματίες οικονομολόγους-δηλαδή από μια επαγγελματική ομάδα που με κάθε σοβαρότητα πιστεύει ότι η τεχνική τους είναι «επιστήμη» ανάλογη με τις φυσικές επιστήμες.
Πιστεύουν λοιπόν ότι όπως οι νόμοι της φυσικής υπάρχουν και λειτουργούν ανεξάρτητα από πολιτισμικές και κοινωνικές μεταβλητές, το ίδιο ισχύει και με τους «νόμους» της οικονομίας. Αυτή η άποψη τους οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στο βαθμό που υπάρχουν καθολικοί νόμοι υπάρχουν και καθολικές λύσεις –που δηλαδή μπορούν να εφαρμοσθούν σε κάθε μήκος και πλάτος του πλανήτη ανεξάρτητα από τους τοπικούς θεσμούς, παραδόσεις ,πρακτικές κ.λπ. Και όσο περισσότερο καταφέρνουν να μαθηματικοποιούν την τεχνική τους ώστε να γίνεται ακαταλαβίστικη στον περισσότερο κόσμο, τόσο εδραιώνεται μεταξύ τους η αντίληψη ότι έχουν φθάσει στο… Νιρβάνα της Επιστήμης.
Φυσικά αυτή η αντίληψη των οικονομικών δεν έχει καμία σχέση με το πώς οραματίσθηκαν τον κλάδο τους οι πατέρες της οικονομικής επιστήμης όπως ο Άνταμ Σμίθ η ο Καρλ Μαρξ η πιο πρόσφατα ο Φρίντριχ Χάγιεκ η ο Ιμάνιουελ Γουόλερσταϊν.
Για αυτούς, όπως θα έλεγε ο γνωστός ιστορικός Καρλ Πολάνυι, η οικονομία δεν αποτελούσε έναν ξεχωριστό χώρο, αλλά ήταν «ενσωματωμένη»(embeded) σε πολιτισμικές και κοινωνικές πρακτικές.
Η άποψη που μεταφέρουν οι οικονομολόγοι των Μνημονίων ότι η λύση για το πρόβλημα του χρέους στην Ελλάδα θα πρέπει να είναι η ίδια με ανάλογο πρόβλημα στο Νεπάλ ή την Ακτή του Ελεφαντοστού διότι οι «νόμοι» της οικονομίας είναι οι ίδιοι παντού θα προκαλούσε ασφαλώς μεγάλη θυμηδία στους Κλασικούς.
Οπως θα προκαλούσε και θυμηδία η άποψη ότι οι «νόμοι» της οικονομικής ανάπτυξης ήσαν και είναι οι ίδιοι στην Κίνα, την Νότιο Κορέα, την Αγγλία, την Ιαπωνία ή την Ελβετία.
Η νοσταλγία του καταφρονεμένου μπακάλη της γειτονιάς για την δραχμή όταν είδε τις τιμές του μπακάλικου του να μετατρέπονται με την ένταξη του ευρώ σε τιμές... ντελικατέσεν, εμπεριέχει περισσότερη «θεσμική γνώση» και σοφία από όλα τα οικονομετρικά μοντέλα που ευαγγελίζονται τα κουστουμαρισμένα παιδάκια που στελεχώνουν τα επιτελεία του κ. Σοιμπλε και της κ. Λαγκάρντ που διαμορφώνουν τα Μνημόνια.
Διότι πρόκειται για μια νοσταλγία που έχει την ρίζα της σε πολιτισμικές και κοινωνικές πρακτικές σε αντίθεση με τα ψευτομαθηματικά οικονομετρικά μοντέλα που στηρίζονται στον αέρα και προκαλούν απλά πείνα και δυστυχία.

www.euro2day.gr 15/6/2017


Υ.Γ από anestios: Τα ανωτέρω ισχύουν φυσικά και μάλιστα στο πολλαπλάσιο και για τους εγχώριους οικονομολόγους και οικονομολογούντες, και ειδικά σε όσους -ιδιαίτερα εξ εσπερίας ορμώμενους- θέλουν ντε και καλά να μας "σώσουν", αδιαφορώντας για την ύπαρξη μιας πραγματικής κοινωνίας, μιας πραγματικής οικονομίας και μερικών εκατομμυρίων πραγματικών ανθρώπων. Ισχύουν επίσης για όσους με πολιτικούς όρους  ή κυρίως για πολιτικούς λόγους εκστασιάζονται μπρος στη σοφία των "συνταγών " αυτών.

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Σαν σήμερα...


...το 1967

1η Ιουνίου 1967
:Με διαταγή του αρχηγού Γ.Ε.Σ. Οδυσσέα Αγγελή, "απαγορεύεται η καθ' οιονδήποτε τρόπον μετάδοσις ή εκτέλεσις μουσικής ή ασμάτων του κομμουνιστού Μίκη Θεοδωράκη (...) τα οποία, συν τοις άλλοις, αποτελούν και μέσον συνδέσμου μεταξύ των κομμουνιστών". Οι παραβάτες απειλούνται με έκτακτα Στρατοδικεία.


1η Ιουνίου 1967 

             

                 

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

«…'Ώστε η δαπάνη να μην υπερβαίνει το 15% του ΑΕΠ»

του Κώστα Καλλίτση

Η Ελλάδα είχε αναλάβει την υποχρέωση να κάνει ό,τι πρέπει στο εσωτερικό για να διευκολύνει την οικοδόμηση ενός διαφορετικού, βιώσιμου μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης. Οι Ευρωπαίοι εταίροι και το ΔΝΤ είχαν την υποχρέωση να κάνουν ό,τι πρέπει με το δημόσιο χρέος μας, για να μπορέσουμε να βγούμε στις διεθνείς αγορές.
Εμείς, παρά τις γνωστές αδυναμίες, κάναμε πολλά και δύσκολα. Εταίροι και ΔΝΤ, σήμερα, δείχνουν απρόθυμοι να ανταποκριθούν στη δική τους υποχρέωση. Ειδικά το ΔΝΤ, με την ακραία στάση του, υπονομεύει την έξοδό μας στις αγορές και το πιο επείγον, την ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης του κ. Ντράγκι. Η δε αποκλειστική μέριμνα του κ. Σόιμπλε για τον «κουρέα του Μονάχου» ενόψει εκλογών, εμποδίζει την ευελιξία που απαιτείται προκειμένου να συναφθεί μια θετική συμφωνία πριν από τον Οκτώβριο.
Το κρίσιμο είναι να μην εμποδιστεί η ένταξή μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Οχι μόνο γιατί αυτή η ένταξη θα είναι μια συμβολική σφραγίδα φερεγγυότητας της χώρας. Αλλά, επίσης, διότι η ένταξη (α) μεσοπρόθεσμα θα μειώσει το κόστος δανεισμού της χώρας, (β) άμεσα θα επιτρέψει τη μείωση του κόστους δανεισμού των επιχειρήσεων και (γ) θα διευκολύνει τις ελληνικές τράπεζες να βγουν στις αγορές το φθινόπωρο με νέες τιτλοποιήσεις, ώστε να έχουν καλά αποτελέσματα στα stress tests των αρχών του 2018. Αν αυθαίρετα αποκλειστούμε από το πρόγραμμα, οι τράπεζες όχι μόνο δεν θα ωθηθούν να δώσουν νέα δάνεια, αλλά θα εμποδιστούν να βγουν στις αγορές για να καλύψουν και τις δικές τους ανάγκες με επάρκεια, έγκαιρα και ανεκτό κόστος.
Με άλλα λόγια, ενδεχόμενος αποκλεισμός μας από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης θα υπονομεύσει την ολοκλήρωση της δικής μας δουλειάς, της ανασυγκρότησης της οικονομίας. Θα μπει θηλιά σε ένα ήδη πολύ δύσκολο πρόγραμμα. Περί αυτού πρόκειται.
Τι θα ήταν σκόπιμο να επιδιώξει η ελληνική κυβέρνηση;
Αυτό που δεν είναι μείζον θέμα ώστε να απορροφά όλη τη σκέψη και τη δράση της, είναι τα πρωτογενή πλεονάσματα. Γιατί:
(α) Μέχρι το 2022 είναι απολύτως εφικτός ο στόχος του 3,5% εφόσον πετύχουμε μια οικονομική μεγέθυνση – ήδη επετεύχθη πολύ μεγαλύτερο φέτος, παρά τη μηδενική ανάπτυξη.
(β) Επί σειρά ετών, το δεύτερο μισό της 10ετίας του 1990, πετυχαίναμε πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Η διαφορά με το σήμερα είναι ότι τότε πετυχαίναμε υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης – αυτό είναι το κρίσιμο.
(γ) Μετά το 2022 τα πλεονάσματα θα προσδιορίζονται με βάση όσα ορίζονται από το ευρωπαϊκό Fiscal and Growth Pact, δηλαδή από το Σύμφωνο που ισχύει για όλη την Ευρώπη και είχε ψηφιστεί από την ελληνική Βουλή το 2014 – με εισηγητή τον κ. Χρ. Σταϊκούρα. Α (κατα)νοήτως η αντιπολίτευση ωρύεται για δέσμευση της χώρας μέχρι το 2060 και λοιπά πένθιμα. Αυτό το Σύμφωνο θα ισχύσει και για την Ελλάδα ως μέλος της Ευρωζώνης. Και βάσιμα εκτιμάται ότι μετά το 2022 τα πρωτογενή πλεονάσματα σταδιακά θα μειώνονται. Αν το Σύμφωνο δεν μας αρέσει, ε, ας βγούμε από την Ευρωζώνη…
Το μείζον θέμα είναι να επιτευχθεί η ένταξή μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης άμεσα.
Η πρόταση των 8 σημείων που διατύπωσε ο κ. Σόιμπλε είναι μια βάση – δεν είναι για πέταμα. Περιέχει ορισμένα θετικά σημεία, όπως την απαλλαγή μας από την επιβάρυνση 2% (περίπου 200 εκατ. ευρώ) στο δάνειο για την επαναγορά ομολόγων που κάναμε τον Δεκέμβριο 2012, τη μετατροπή ενός μέρους κυμαινόμενου σε χαμηλό σταθερό κόστος κ.ά. Εχει δύο αρνητικά: Προβλέπει (α) περίοδο χάριτος για τα ευρωπαϊκά δάνεια «από 0 έως 15 έτη» και (β) επίτευξη βιωσιμότητας του χρέους «με ή χωρίς μέτρα ελάφρυνσης». Αυτά τα σημεία, έτσι διατυπωμένα, δένουν τα χέρια του κ. Ντράγκι.
Αυτό που πρέπει να επιδιώξει η ελληνική κυβέρνηση είναι μια ενδιάμεση τοποθέτηση που θα λύνει τα χέρια του κ. Ντράγκι. Κι αυτή θα ήταν μια πρόβλεψη στη συμφωνία, ότι οι εταίροι μας θα λάβουν «όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου η δαπάνη για την εξυπηρέτηση του χρέους να μην υπερβαίνει το 15% του ΑΕΠ». Αυτό, ενδεχομένως να έδινε το «πράσινο φως» στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να μας εντάξει στο πρόγραμμα. Αυτό λοιπόν θα έπρεπε να επιδιώξει η κυβέρνηση.
Οσον αφορά τα μέτρα που έχουμε συμφωνήσει, είναι βέβαιο ότι θα τα εφαρμόσουμε – είτε συμμετέχει είτε δεν συμμετέχει το ΔΝΤ. Τα περί του αντιθέτου, καλό είναι να τα ξεχάσουν όλοι. Και αντί για εθνική συναίνεση στο να μας χαρίσουν τα χρέη, αντί παλινωδίες «ναι ή όχι στο ΔΝΤ» και «ναι ή όχι στην πρόταση Σόιμπλε», καλό θα ήταν να κάνουμε μια εθνική προσγείωση. Στην πραγματικότητα. Γιατί αν την αγνοείς, ως γνωστόν, δεν μπορείς να την αλλάξεις...
Καθημερινή 28/5/2017

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

H «αέναη» λύση για το χρέος και οι γερμανικές εκλογές

του  Γιώργου Παπανικολάου

Η μάχη οπισθοφυλακών που δίνει ο «πολύς» κ. Σόιμπλε για το θέμα του ελληνικού χρέους, προσπαθώντας να αφήσει όσο το δυνατόν πιο αόριστες τις ρυθμίσεις κι αποφεύγοντας όπως ο διάολος το λιβάνι οποιαδήποτε δέσμευση για μείωση των επιτοκίων, μόνο ανεξήγητη δεν είναι.
Ενόψει εκλογών, το τελευταίο που θα ήθελε η παράταξη της κας Μέρκελ είναι να δει τους ευρωσκεπτικιστές της χώρας να κάνουν σημαία την απώλεια χρημάτων εκ μέρους του πάντα συντηρητικού Γερμανού φορολογούμενου.
Ωστόσο, οι επαΐοντες -και όχι μόνον αυτοί- γνωρίζουν ήδη ότι αργά ή γρήγορα το ελληνικό χρέος θα ρυθμιστεί με έναν τρόπο που θα θυμίζει τα perpetual bonds, τα λεγόμενα ομόλογα «αέναης» λήξης.
Χαρακτηριστικό είναι πρόσφατο άρθρο των Financial Times που δημοσίευσε το Euro2day.gr, με τίτλο «Το ελληνικό χρέος και η Οδύσσεια μέχρι το… 2100», όπου καταγράφεται η αδυσώπητη πραγματικότητα: «Η προσπάθεια να "παντρευτούν" οι απαισιόδοξες υποθέσεις του ΔΝΤ για τα μελλοντικά πλεονάσματα του προϋπολογισμού της Ελλάδας με το περιορισμένο εύρος των επιλογών για την ελάφρυνση του χρέους που θα μπορούσε να δεχθεί η ευρωζώνη, οδηγεί σε αποτελέσματα που προκαλούν κατάπληξη. Ένα σενάριο προβλέπει πως ορισμένα από τα δάνεια διάσωσης δεν θα αποπληρωθούν πριν το 2100».
Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι θα δούμε τέτοιες λύσεις να περιγράφονται ευκρινώς σε όποια δέσμευση των δανειστών για τη ρύθμιση του ελληνικού χρέους αναμένουμε για το επόμενο διάστημα.
Σημαίνει όμως ότι για πολιτικούς λόγους θα συνεχίσει κατά πάσα πιθανότητα να υπάρχει ένα παιχνίδι «extend and pretend», που θα κλωτσάει το τενεκεδάκι παρά πέρα, χωρίς μάλλον να δίνει μια οριστική λύση για αρκετό ακόμη διάστημα.
Ποιους αφορά το παιχνίδι αυτό; Αφορά τις πολιτικές ηγεσίες των Ευρωπαίων δανειστών μας -και κυρίως τη Γερμανία, η οποία κατά τα φαινόμενα δεν θα έχει πολιτική αλλαγή μέσω των εκλογών-, που προσπαθούν να κρύψουν από την κοινή γνώμη των χωρών τους μια άλλη πραγματικότητα. Ότι λαμβάνοντας την απόφαση να μη χρεοκοπήσει η Ελλάδα το 2010, προκειμένου να μη χρεοκοπήσουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες και δημιουργηθεί φαινόμενο «ντόμινο», ουσιαστικά μετέφεραν το «φέσι», που θα έτρωγε ο ιδιωτικός (τραπεζικός) τομέας, στην πλάτη των φορολογουμένων τους.
Όλα αυτά δεν είναι άγνωστα στην ελληνική πλευρά, είτε μιλάμε για την κυβέρνηση, είτε για τους ειδήμονες της αγοράς, γι' αυτό και σε τούτη τη φάση, όλοι θα είναι ικανοποιημένοι, αν η «λύση» που θα σχηματοποιηθεί το επόμενο διάστημα για το χρέος γίνει αποδεκτή από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, κι ας μην είναι μια τελεσίδικη και οριστική λύση.
ΥΓ: Για τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς των «αριθμών» και των άμεσων οικονομικών λύσεων, τα όσα συμβαίνουν, φαντάζουν κωμικοτραγικά. Πλην όμως, όταν τα οικονομικά θέματα μπλέκουν πολύ με την πολιτική, κάτι που συμβαίνει σίγουρα όταν δανειστές και δανειζόμενοι είναι κρατικές οντότητες, οι αριθμοί περνούν στο πίσω κάθισμα και μένει στο τιμόνι το «πολιτικά εφικτό».
www.euro2day.gr 22/5/2017

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Οι τρεις διαστάσεις του λαϊκισμού

του Νίκου Μουζέλη

Με τη θεαματική άνοδο του λαϊκισμού, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και στις ΗΠΑ, στην Τουρκία και αλλού, η ενασχόληση με το θέμα δεν περιορίζεται μόνο στον χώρο της καθημερινότητας και των ΜΜΕ, αλλά παίζει και κεντρικό ρόλο στον χώρο των κοινωνικών επιστημών. Στον καθημερινό λόγο ο λαϊκισμός παραπέμπει στην ιδέα πως ένας χαρισματικός ηγέτης στον πολιτικό χώρο (αλλά όχι μόνο), για ψηφοθηρικούς κυρίως λόγους, δίνει υποσχέσεις που ξέρει εκ των προτέρων πως δεν μπορεί να υλοποιήσει - ή δίνει μια εικόνα της κατάστασης (εντός και εκτός της χώρας) που είναι τελείως εξωπραγματική. Στις κοινωνικές επιστήμες, η θεωρία του λαϊκισμού είναι πιο πολύπλοκη. Θα προσπαθήσω να δώσω μια γενική εικόνα αυτής της πολυπλοκότητας εξετάζοντας τρεις διαστάσεις του λαϊκισμού: την ιδεολογική, την οργανωτική και την κοινωνική βάση του.

Ιδεολογία

Εδώ οι βασικές ιδέες είναι λίγο-πολύ γνωστές: ο λαός έχει πάντα δίκιο, άρα το Σύνταγμα και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία υποβιβάζονται. Επιπλέον υπάρχει ένα κατεστημένο που χειραγωγεί τον λαό. Ο λαός θεοποιείται και το κατεστημένο δαιμονοποιείται. Υπάρχουν επίσης μειονότητες, πολιτισμικές κοινότητες, θρησκευτικές σέκτες, μετανάστες κ.τ.λ. που υποσκάπτουν την εθνική κουλτούρα ή/και τα κοινωνικοοικονομικά δικαιώματα των λαϊκών στρωμάτων. Οσο για τον εξωτερικό χώρο, δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, οι Βρυξέλλες, η Γερμανία κ.τ.λ. χειραγωγούν με διάφορους άμεσους ή έμμεσους τρόπους τον λαό. Τα παραδείγματα τέτοιων ιδεολογιών βρίθουν. Στη Λατινική Αμερική, για παράδειγμα, στον Μεσοπόλεμο και μετά, χαρισματικοί ηγέτες όπως ο Βάργκας (Βραζιλία), ο Ιμπανέζ (Χιλή) και ο Περόν (Αργεντινή) κινητοποίησαν τα λαϊκά στρώματα με αναφορές στο ολιγαρχικό κατεστημένο και στη χειραγώγησή του από τις ΗΠΑ. Αυτού του είδους η παράδοση συνεχίζεται σήμερα με λαϊκιστές ηγέτες όπως ο Τσάβες και ο Μαδούρο. Στη μεσοπολεμική Ευρώπη μια σειρά αυταρχικά καθεστώτα (Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία) ανέπτυξαν μια εθνικολαϊκιστική ιδεολογία. Το πιο ακραίο παράδειγμα ήταν βέβαια αυτό του ναζιστικού κινήματος. Αυτό εστιαζόταν στην εβραϊκή και παγκόσμια συνωμοσία, στους κομμουνιστές, στους αριστερούς διανοούμενους, στους υπανάπτυκτους Σλάβους και στους «υπάνθρωπους» Ρομά.

Η οργάνωση

Ο χαρισματικός ηγέτης τείνει να υποσκάπτει την αυτονομία των ενδιάμεσων στρωμάτων (οργανωσιακών, συνδικαλιστικών, επαγγελματικών) που εμποδίζουν την άμεση επαφή του με τα λαϊκά στρώματα, αφού είναι ο «πατέρας» του λαού ΤΟΥ. Ο Περόν, για παράδειγμα, κατάφερε να καταργήσει την αυτονομία των συνδικάτων που λειτουργούσαν ως αντίβαρο στην παντοδυναμία του. Ενα πιο πρόσφατο παράδειγμα στον χώρο της κομματικής οργάνωσης ήταν το ανδρεϊκό ΠαΣοΚ. Ενώ στα πριν της χούντας πελατειακά κόμματα οι τοπικοί προύχοντες/πάτρωνες είχαν σημαντική αυτονομία έναντι της κεντρικής κομματικής εξουσίας, στην πρώιμη ανδρεϊκή οργάνωση του ΠαΣοΚ τα μεσαία και κατώτερα στελέχη μετατράπηκαν σε υπαλλήλους ενός μαζικού κόμματος όπου κυριαρχούσε η βούληση του αρχηγού. Δεν υπήρχε σοβαρή εσωκομματική αντιπολίτευση, αφού ο κάθε υπουργός ή άλλος ισχυρός παράγοντας μπορούσε να αποπεμφθεί με ένα τηλεφώνημα.

Η λαϊκή βάση

Σε αυτό το τρίτο επίπεδο τα κοινωνικά στρώματα που προσφέρουν ευνοϊκό έδαφος για λαϊκιστικές κινητοποιήσεις είναι συνήθως όλοι αυτοί που βρίσκονται στο περιθώριο, καθώς και αυτοί που δεν έχουν «φωνή», που δεν παίζουν ρόλο στην ενεργό πολιτική αρένα. Για παράδειγμα, τα προπολεμικά λαϊκιστικά αγροτικά κινήματα στις ΗΠΑ στράφηκαν εναντίον των τραπεζών και του οικονομικού κατεστημένου των πόλεων. Με τη ραγδαία βιομηχανική ανάπτυξη τεχνολογικά εξελιγμένες μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις περιθωριοποίησαν έναν μεγάλο αριθμό μικροπαραγωγών. Κάτι παρόμοιο παρατηρούμε στα μεσοπολεμικά Βόρεια Βαλκάνια. Στη Βουλγαρία, π.χ., ο χαρισματικός ηγέτης Σταμπολίσκι κατόρθωσε να κινητοποιήσει ένα μεγάλο μέρος του αγροτικού πληθυσμού εναντίον των εμπόρων και του μοναρχικού κατεστημένου (τέτοιου είδους μαζικές κινητοποιήσεις δεν παρατηρούμε στη μεσοπολεμική Ελλάδα).

Περνώντας τέλος στον τωρινό λαϊκισμό του Τραμπ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ κατόρθωσε να κινητοποιήσει, κυρίως αλλά όχι μόνο, τους λευκούς βιομηχανικούς εργάτες στη λωρίδα των «σκουριασμένων» βιομηχανιών των βορειοδυτικών Πολιτειών. Οσο για την Ευρώπη σήμερα, ο ακροδεξιός εθνολαϊκισμός έχει ως βάση τους χαμένους της παγκοσμιοποίησης, καθώς και όλους αυτούς που είναι εναντίον των φυλετικά διαφορετικών, των προσφύγων (που υποτίθεται πως παίρνουν τις θέσεις εργασίας των ντόπιων), του κοσμοπολιτισμού κ.τ.λ.

Δεν χρειάζεται να τονίσω πως τις τρεις διαστάσεις με τη βοήθεια των οποίων ανέπτυξα τα τρία βασικά χαρακτηριστικά του λαϊκισμού (ιδεολογία, κομματική δομή, κοινωνική βάση) δεν τις βρίσκουμε μαζί σε όλα τα λαϊκιστικά κινήματα. Με άλλα λόγια, η παραπάνω θεωρητική κατασκευή αποτελεί αυτό που ο Max Weber αποκάλεσε «ιδεώδη τύπο». Γιατί στην πραγματικότητα κάθε λαϊκιστικό κόμμα/κίνημα/καθεστώς αποτελεί ένα μείγμα από λαϊκιστικά και μη λαϊκιστικά στοιχεία σε ένα πλαίσιο όπου τα πρώτα υπερτερούν.

Νέα εργαλεία

Η πιο επεξεργασμένη θεωρία περί αριστερού λαϊκισμού (παγκοσμίως γνωστή και δημοφιλής σε κύκλους της αριστερής διανόησης) είναι αυτή του Ernesto Laclau. Ο αργεντινός στοχαστής είχε ασχοληθεί στο πρώιμο έργο του με τη θεωρία του λαϊκισμού. Πιο πρόσφατα επανήλθε αντλώντας εννοιολογικά εργαλεία από τη σημειολογία.
Πολύ συνοπτικά, ο Laclau ξεκινά με την έννοια των (λαϊκών) απαιτήσεων. Αυτές συγκροτούνται σε δύο τύπους «αλυσίδων». Η μία είναι ένα σύνολο απαιτήσεων τις οποίες το κατεστημένο μπορεί να ικανοποιήσει σταδιακά, με ρεφορμιστικό τρόπο (π.χ., πρώτα η απαίτηση για ψήφο και μετά αυτή για κοινωνικές παροχές). Η δεύτερη αλυσίδα εμπεριέχει απαιτήσεις που πρέπει οι ελίτ να τις ικανοποιήσουν όλες μαζί (π.χ., απαιτήσεις που προέρχονται συνδυαστικά από διάφορες ομάδες, ομάδες που διαφοροποιούνται με βάση τη φυλή, το φύλο, την οικονομική ανέχεια, την πολιτική καταπίεση κ.τ.λ.). Σε αυτή την περίπτωση, οι ελίτ αδυνατούν να διαχειριστούν τις αλληλοσυνδεόμενες πιέσεις. Αυτό απειλεί σοβαρά το status quo. Δημιουργεί μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ του κατεστημένου και του λαού - του «λαού» με την έννοια πως περνάμε από μια μάζα σε ένα λαϊκό, συγκροτημένο σύνολο. Σε έναν σχηματισμό ατόμων που αποκτούν μια ταυτότητα που διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από το λαϊκό κίνημα. Οταν και αν αυτό εδραιωθεί, εγκαθιδρύεται μια μεταολιγαρχική ηγεμονία (π.χ., η πρώιμη περονική διακυβέρνηση).

Είναι κυρίως οι οπαδοί του Laclau που προσπάθησαν να διαχωρίσουν τη θεωρία του από τον εθνολαϊκισμό τύπου Λεπέν. Η λεγόμενη «Σχολή του Πανεπιστημίου του Essex» κάνει έναν σαφή διαχωρισμό μεταξύ του «αντιδραστικού» και του «προοδευτικού» λαϊκισμού. Ο πρώτος είναι ρατσιστικός και δίνει προτεραιότητα στην κουλτούρα και στις ταυτότητες, ενώ ο δεύτερος δίνει έμφαση σε προβλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικής καταπίεσης.
Κατά τη γνώμη μου όμως, και οι δύο λαϊκισμοί έχουν αρνητικά στοιχεία. Αυτό είναι προφανές αν ξεχωρίσει κανείς την πρώτη από τη δεύτερη φάση του λαϊκιστικού γίγνεσθαι. Ο αριστερός/προοδευτικός λαϊκισμός τύπου Laclau χαρακτηρίζεται αρχικά από έναν δημοκρατικό προσανατολισμό. Δηλαδή σπάει το μονοπώλιο εξουσίας ενός ολιγαρχικού κατεστημένου και αμβλύνει τις ανισότητες: δίνει «φωνή» στους περιθωριοποιημένους, τους εντάσσει εντός της ενεργού πολιτικής αρένας. Στη δεύτερη φάση όμως, με την οποία ο Laclau δεν ασχολείται σοβαρά, παρατηρούμε τη θεσμοποίηση ενός αυταρχικού καθεστώτος που οδηγεί σε οικονομικό αδιέξοδο. Ετσι στη Λατινική Αμερική χαρισματικοί ηγέτες λαϊκιστικού προσανατολισμού όταν πήραν την εξουσία βοήθησαν τις οικονομικά αδύναμες τάξεις κατά «αντιπαραγωγικό» τρόπο. Για να χρησιμοποιήσω μια γνωστή φράση, «έδωσαν ψάρια στον λαό χωρίς να τους μάθουν να ψαρεύουν». Ετσι ο Τσάβες και κατόπιν ο Μαδούρο, π.χ., σπατάλησαν τον πετρελαϊκό πλούτο της χώρας χωρίς να ακολουθήσουν ένα σχέδιο ένταξης των λαϊκών στρωμάτων στην αναπτυξιακή διαδικασία.

Συμπερασματικά, ο λαϊκισμός δεν είναι ένα συμπαγές, ομοιόμορφο σύνολο που μένει το ίδιο ανεξαρτήτως πλαισίου. Προσπάθησα να δείξω την πολυπλοκότητα του λαϊκιστικού φαινομένου εξετάζοντάς το σε τρία επίπεδα. Σε αυτά της ιδεολογίας, της κομματικής οργάνωσης και της λαϊκής βάσης. Παρ' όλη την πολυπλοκότητα όμως, υπάρχει σε όλους τους λαϊκισμούς ένα κοινό σημείο: το δίπολο λαός-κατεστημένο που αμβλύνει το δίπολο εργασία-κεφάλαιο. Κατά τη γνώμη μου, για την ανάλυση κάθε συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού στο πλαίσιο της τωρινής παγκοσμιοποίησης, απαιτούνται και οι δύο προσεγγίσεις. Και αυτή των ταξικών και αυτή των λαϊκιστικών συγκρούσεων. Απαιτείται επίσης μια προσέγγιση που δεν εξετάζει μόνο την πρώτη φάση της εξέλιξης ενός λαϊκιστικού κινήματος αλλά και την επόμενη. Δηλαδή τη φάση όπου λαϊκιστές ηγέτες παίρνουν την εξουσία και ακολουθούν πολιτικές που οδηγούν σε οικονομικό αδιέξοδο και πολιτικό αυταρχισμό.

ΒΗΜΑ 14/5/2017

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Η συμβίωση με το τέλος της Ιστορίας

του Αντώνη Λιάκου

Πολλοί μιλούν απαξιωτικά και επικριτικά για «Το τέλος της Ιστορίας» του Φουκουγιάμα, λίγοι όμως το έχουν διαβάσει και ακόμη λιγότεροι έχουν καταλάβει την προβληματική του. Το βασικό του επιχείρημα είναι ότι η φιλελεύθερη κοινωνία φτάνει σε ένα σημείο στο οποίο λειτουργεί ως ένας μηχανισμός που δεν χρειάζεται έξωθεν ρυθμίσεις, ή τουλάχιστον μεγάλες ρυθμίσεις που να προκαλούν αντίστοιχου μεγέθους διαμάχες. Αν η οικονομία είναι στον αυτόματο πιλότο, αυτορρυθμίζεται υπό τον όρο ότι δεν νοθεύεται ο αυτοματισμός της από εξωγενείς παράγοντες και δεν γίνονται υποχωρήσεις από τους κανόνες που έχουν τεθεί. Κι αν εξασφαλίζεται αυτή η λειτουργία, τότε η πολιτική είναι λιγότερο συγκρουσιακή και έχει ως κύριο καθήκον να εξασφαλίζει το  απρόσκοπτο του αυτοματισμού. Η πολιτική έχει επομένως όχι τον κύριο, αλλά συμπληρωματικό ρόλο. Υγιές νόμισμα και   τραπεζικό σύστημα θα εξασφαλίζουν την   αειφορία του συστήματος.  

Πηγή έμπνευσης του Φουκουγιάμα είναι ο Αλεξάντρ Κοζέβ, από τους πρώτους που προϊδεάστηκαν το μοντέλο της ευρωπαϊκής ένωσης ως έναν μηχανισμό με αυτά τα χαρακτηριστικά, αμέσως μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, και εγκατέλειψε την ακαδημαϊκή καριέρα στη Γαλλία για να εργαστεί στις Βρυξέλλες ως γραφειοκράτης. Το τέλος της Ιστορίας επομένως δεν είναι μια χρονική στιγμή όπου υποτίθεται ότι τελειώνει η Ιστορία παντού, αλλά μια συνθήκη στην οποία προσχωρεί κανείς και η οποία επιβάλλεται με ακατάβλητη δύναμη. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάθε φορά που η ελληνική κυβέρνηση ήθελε να διαπραγματευθεί τους όρους των μνημονίων σε πολιτικό επίπεδο την παρέπεμπαν στα τεχνικά κλιμάκια. Στη συνθήκη αυτή τα πολιτικά ζητήματα είναι τεχνικά ζητήματα, λύνονται με προκαθορισμένους κανόνες. Από αυτή την πλευρά ασκείται κριτική από το Βερολίνο στον Γιούνκερ και στην Κομισιόν ότι ρόλος τους δεν είναι να κάνουν πολιτική αλλά να εξασφαλίζουν την τήρηση των κανόνων. Η συναίνεση που εξασφαλίζεται στις συναντήσεις κορυφής, η συναίνεση ανάμεσα στις δύο μεγάλες πολιτικές οικογένειες της Ευρώπης, την Κεντροδεξιά και την Κεντροαριστερά, εκφράζει αυτό το τέλος των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων. Η ελληνική κυβέρνηση το έμαθε αυτό το μάθημα σκληρά στο πρώτο εξάμηνο του 2015 και τα capital controls δείχνουν ότι η τιμωρία δεν έχει λήξει. Το νόημα των μεταρρυθμίσεων, με το νόημα που τους αποδίδουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και η γραφειοκρατία που φροντίζει τους αυτοματισμούς, είναι αυτό ακριβώς: μπείτε στη συνθήκη του αυτοματισμού, αποδεχθείτε τη σταθερότητα των κανόνων της οικονομίας, δεν έχετε άλλη επιλογή από εκείνη που εξασφαλίζει την αξία του νομίσματος, τερματίστε τις πολιτικές αναζητήσεις και αντιρρήσεις, εισέλθετε στην εποχή του τέλους της Ιστορίας. Αυτή είναι η σημασία της αποδοχής της «ιδιοκτησίας του προγράμματος». Δεν σας το επιβάλλουμε, το θέλετε μόνοι σας.

Οπως έδειξε το παράδειγμα των γαλλικών εκλογών, και λίγο πριν των ολλανδικών, όπως θα δείξουν πιθανότατα και οι γερμανικές εκλογές, αυτή η λογική παραμένει πλειοψηφική, παρά τις αμφισβητήσεις. Γιατί; Οι άνθρωποι δεν είναι μόνο πολιτικά όντα (Αριστοτέλης: ο άνθρωπος φύσει πολιτικόν ζώον) αλλά και οικονομικά (homo economicus). Και ως οικονομικά όντα δεν μπαίνουν μόνο στις παραγωγικές σχέσεις ως ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής και ιδιοκτήτες της εργατικής τους δύναμης (Μαρξ). Είναι  και καταθέτες, είτε ατομικοί (αποταμιεύσεις) είτε συμμέτοχοι σε συλλογικά εγχειρήματα με χαρακτήρα αποταμιευτικό (κοινωνικές ή ιδιωτικές ασφαλίσεις) κ.λπ. Για όλους αυτούς, οποιουδήποτε μεγέθους καταθέτες, η σταθερότητα του νομίσματος και του τραπεζικού συστήματος που εξασφαλίζει την κυκλοφορία του προηγείται της ποιότητας της δημοκρατίας, και αντίστροφα, η σταθερότητα της δημοκρατίας γίνεται συνάρτηση της σταθερότητας του νομίσματος. Σταθερότητα του νομίσματος σημαίνει σταθερότητα της δημοκρατίας. Η κοινωνιολογική έννοια «κοινωνία του ρίσκου» είναι κλασική ιδεολογική αντιστροφή. Ασφάλεια σε όλες τις διαστάσεις είναι η μεγίστη επιδίωξη. Το ρίσκο έρχεται ως επιδόρπιο σε ένα εξασφαλισμένο γεύμα.

Αυτή η σταθερότητα είναι η δύναμη του Μακρόν, και του κάθε Μακρόν που εμφανίζεται στην Ευρώπη, απέναντι στην Ακροδεξιά. Γιατί και η Λεπέν υπόσχεται κι αυτή μιαν άλλη σταθερότητα, ψυχολογική, στην αγκαλιά του έθνους και όλων όσων μας γαλούχησε από την τρυφερή ηλικία ο πατροπαράδοτος εθνικός πατερναλισμός. Στον βαθμό που η Ακροδεξιά εμφανίζεται να αμφισβητεί το τέλος της Ιστορίας και τη σταθερότητα που εξασφαλίζει, ο τύπος του Μακρόν θα κερδίζει όχι γιατί συμβολίζει την Ευρώπη του διαφωτισμού και της δημοκρατίας, ούτε γιατί εκφράζει την απέχθεια στον ρατσισμό και στον εθνικισμό. Θα κερδίζει εξαιτίας του φόβου της αστάθειας, γιατί ανταποκρίνεται περισσότερο στον οικονομικά συναλλασσόμενο παρά στον πολίτη.   

Αυτό το τέλος της Ιστορίας είναι η μεγάλη χοάνη που απορροφά και την Κεντροδεξιά και την Κεντροαριστερά, αν ακόμη μπορούμε να διακρίνουμε διαφορές. Αλλά το μείζον ζήτημα είναι ότι αυτό το τέλος της Ιστορίας το αμφισβητεί ο εθνικός αυταρχισμός και όχι η ριζοσπαστική δημοκρατία. Ή διαφορετικά, ο πρώτος το αμφισβητεί έμπρακτα, η δεύτερη θεωρητικά. Το πρόβλημα της Αριστεράς είναι ότι βλέπει στους ανθρώπους την πολιτική τους διάσταση, ενώ παραβλέπει την οικονομική. Απευθύνεται στο ακροατήριό της με πολιτικούς όρους, μεγάλο μέρος της ζωής του ίδιου ακροατηρίου της όμως εξελίσσεται στη σφαίρα της οικονομίας, για την οποία η Αριστερά δεν έχει και πολλά, ή διαφορετικά, να πει. Αυτό είναι παράδοξο, γιατί ιστορικά η Αριστερά είχε διαρρήξει την πολιτική ισότητα για να αναδείξει την οικονομική ανισότητα.  

Ολα καλά λοιπόν; Τι μπορεί να διαταράξει το τέλος της Ιστορίας; Η ανερχόμενη ανεργία και η μεταναστευτική κρίση. Για να υπάρξουν όμως αλλαγές, και όχι απλώς κύματα διαμαρτυριών (γιατί φτωχοί και μετανάστες είναι εκτός πολιτικού συστήματος),  χρειάζεται να μετακινηθούν τα όρια ανάμεσα στο πολιτικόν ζώον και στον homo economicus, ή να δημιουργηθεί η συνθήκη μιας νέας σταθερότητας που θα εγγυάται τη λειτουργία των οικονομικών δραστηριοτήτων, ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να λειτουργούν πολιτικά διευρύνοντας συνεχώς τα δικαιώματα και περιορίζοντας τις στερήσεις. Εως τότε θα μάθουμε να συμβιώνουμε με το τέλος της Ιστορίας, θα φοβόμαστε μάλιστα μήπως τελειώσει. Μπρος Μακρόν και πίσω ρέμα!

ΒΗΜΑ  14/5/2017

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Φιλελεύθεροι εναντίον Φιλελέδων


του Χρήστου Ξανθάκη

Έγραφα τις προάλλες για τους Φιλελέδες στη χώρα μας και μου γκρινιάξανε διάφοροι και διάφορες του Φιλελεύθερου χώρου. Γιατί τους την πέφτω, γιατί τους τη λέω, γιατί τέτοια εμπάθεια τέλος πάντων προς τα πρόσωπά τους. Και απαντούσα εγώ ότι δεν είναι το ίδιο πράγμα ρε παιδιά, είναι άλλο. Ότι μπορεί να ομοιάζουν σε πρώτη ανάγνωση οι δύο πλευρές, εν τέλει όμως οι διαφορές τους είναι ουκ ολίγες. Ότι οι Φιλελεύθεροι έχουν πολλά πράγματα για τα οποία μπορούν να υπερηφανεύονται, ενώ οι Φιλελέδες ούτε ένα. Και πάει λέγοντας…
Επειδή όμως μπορεί κανείς να γράψει ολόκληρη εγκυκλοπαίδεια για το θέμα κι επειδή εμένα τα πολλά λόγια δεν μ’ αρέσουν, έκατσα κι έγραψα 10 + 1 πράγματα που ξεχωρίζουν τους Φιλελεύθερους από τους Φιλελέδες. Απολαύστε υπεύθυνα:
1) Οι Φιλελεύθεροι πιστεύουν στην ελεύθερη οικονομία.
Οι Φιλελέδες πιστεύουν στην ελευθερία να κονομάνε από παντού.
2) Οι Φιλελεύθεροι αναζητούν ευκαιρίες για να πάνε μπροστά.
Οι Φιλελέδες βαφτίζουν ευκαιρίες ό,τι βρεθεί μπροστά τους.
3) Οι Φιλελεύθεροι σκίζονται για την ελευθερία του λόγου.
Οι Φιλελέδες κρύβονται πίσω από την ελευθερία του λόγου.
4) Οι Φιλελεύθεροι δεν συμπαθούν τη θεωρία των δύο άκρων.
Οι Φιλελέδες εφηύραν τη θεωρία των δύο άκρων.
5) Οι Φιλελεύθεροι μπορούν (με πόνο έστω) να συνεργαστούν με την αριστερά.
Οι Φιλελέδες ακούνε αριστερά και βγάζουν καντήλες.
6) Οι Φιλελεύθεροι δεν θα είχαν αντίρρηση να μοιραστούν (μικρό έστω) μέρος των κερδών τους.
Οι Φιλελέδες δεν μοιράζονται ούτε τον πυρετό τους.
7) Οι Φιλελεύθεροι αγωνίζονται για τα δικαιώματα των άλλων.
Οι Φιλελέδες πιστεύουν ότι τα δικαιώματα υπάρχουν μόνο γι’ αυτούς.
8) Οι Φιλελεύθεροι διαθέτουν χιούμορ.
Οι Φιλελέδες πουλάνε πνεύμα.
9) Οι Φιλελεύθεροι ξέρουν να χάνουν.
Οι Φιλελέδες ξέρουν να τα τσεπώνουν.
10) Οι Φιλελεύθεροι έχουν το σθένος να αναγνωρίζουν τις μαλακίες τους.
Οι Φιλελέδες έχουν τη λύσσα να αναγνωρίζουν μόνο τις μαλακίες των αλλωνών.
10 + 1) Οι Φιλελεύθεροι είναι ευχαριστημένοι με αυτό που είναι.
Οι Φιλελέδες δεν είναι ευχαριστημένοι ούτε καν με αυτά που βγάζουν.

www.newpost.gr  10/5/2017

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Οι πολιτικές ιδέες και η λάμψη των προσώπων

του Νικόλα Σεβαστάκη

Μέχρι πρόσφατα ακούγαμε ότι το μοναδικό ρεύμα που κερδίζει στην εποχή της σύγχυσης και των εθνικών αναδιπλώσεων είναι η λαϊκιστική Δεξιά. Είναι ο χώρος, πιο συγκεκριμένα, που ορίζεται πλέον ως «ταυτοτικός» (Identitarian), όρος που τείνει να αγκαλιάσει ένα πλήθος κινημάτων και δεξαμενών σκέψης της σύγχρονης, αντιφιλελεύθερης Δεξιάς.

Περιπτώσεις όμως όπως του ακάματου σοσιαλδημοκράτη Σουλτς και του χαρισματικού κεντρώου Μακρόν σε Γερμανία και Γαλλία αντιστοίχως φαίνεται να αλλάζουν τα δεδομένα. Εκτός από τη μορφολογία των ιδεών υπάρχουν λοιπόν και τα πρόσωπα: η δυνατότητα κάποιου/ας να «αναγεννήσει», ως έναν βαθμό, μια κουρασμένη υπόσχεση, να ξαναγοητεύσει έναν ιστορικό πολιτικό χώρο ή να αναδείξει μια καινούργια συνθετική κατεύθυνση.

Συγχρόνως όμως η ακτινοβολία ανθρώπων σαν τον Μακρόν ή τον Σουλτς φανερώνει κάτι που δεν μπορούν να καταλάβουν πολλοί ριζοσπάστες και υποψήφιοι «αντισυστημικοί»: το ότι δεν υφίσταται ένας λαός αλλά πολλαπλές εκδοχές της λαϊκότητας. Ο λαός δεν είναι μόνο οι κοινωνιολογικές του διαιρέσεις που γοητεύουν τους παραδοσιακούς αριστερούς ή μια χαμένη ουσία που ελκύει τη νέα, «ταυτοτική» Δεξιά. Υπάρχει φυσικά η τραυματισμένη μεσαία τάξη και η αιώρησή της ανάμεσα στις πληβειακές της φοβίες και στις «αστικές» της ελπίδες. Αλλά στις σύγχρονες κοινωνίες κανένας δεν μπορεί να διεκδικεί πολιτικά την ολότητα του λαού: την πρακτική ή μεταφυσική αλήθεια των αναγκών του.

Πάμε λοιπόν στα πρόσωπα και στη δική τους ανάδυση. Εχουν, φυσικά, τα όριά τους. Οσο ελκυστική και αν είναι μια πολιτική προσωπικότητα, δύσκολα μπορεί να ανατρέψει την πορεία παρακμής ενός ιστορικού χώρου. Οταν, μάλιστα, αυτή η παρακμή σχετίζεται με σκληρά δημογραφικά δεδομένα, με βαθιές αλλαγές στην κοινωνική σύνθεση και στα πολιτικά ήθη μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Το πρόσωπο όμως μπορεί να καθυστερήσει ή να αναβάλει τις χειρότερες εξελίξεις. Από την άλλη, φυσικά, τα πρόσωπα έχουν την ιστορία τους, διαδρομές, θαμπές ή σκοτεινές όψεις. Εύκολα καίγονται μέσα σε μια δημοσιότητα που αγαπάει τους τελετουργικούς φόνους ή διαλέγει να υποβάλει τον εκάστοτε στόχο της σε αργά μαρτύρια (όπως στην περίπτωση του Φρανσουά Φιγιόν και του σκανδάλου με τη σύζυγό του).

Γι' αυτό λοιπόν και η πολιτική κίνηση της εποχής δεν ενσαρκώνεται σε ευθύγραμμα και προβλέψιμα πλάνα. Είτε αφορά τη μια ή την άλλη προσωπικότητα, είτε τις ιδέες που γίνονται μόδα, η τροχιά των πραγμάτων είναι αστάθμητη. Και οι δύο μεταβλητές (προσωπικότητες και ιδέες) είναι ευάλωτες και ασταθείς. Αν διαπιστώνουμε πως κερδίζει έδαφος μια νέα συντηρητική αγωνία ταυτότητας αυτό οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στον κλονισμό της προοδευτικής ιδέας, είτε στη φιλελεύθερη-κοσμοπολίτικη εκδοχή της, είτε στις σοσιαλδημοκρατικές και κοινωνιοκεντρικές της εκφράσεις.

Η υποκατάσταση της υπόθεσης της προόδου από έναν τεχνοοικονομικό μεταρρυθμισμό είναι μια αμήχανη στιγμή. Ακόμα και αν απαντά σε επείγουσες προσαρμογές στη συγκυρία της ύφεσης και των μειωμένων προσδοκιών, ένας κοινότοπος μεταρρυθμισμός δεν μπορεί να αφυπνίσει υπολογίσιμες κοινωνικά δυνάμεις. Ούτε και να επικοινωνήσει με τον κόσμο της ζωής των καθημερινών ανθρώπων. Χειρίζεται περισσότερο την απαξίωση των προηγούμενων μοντέλων της σπατάλης παρά βοηθά στη γέννηση ενός νέου παραδείγματος «δίκαιης λιτότητας».

Γι' αυτό και γυρίζουμε μελαγχολικά γύρω από τα πρόσωπα και τις δυνατότητές τους να συμβολίσουν την πολιτική. Συχνά σε κενό ιδεών. Οχι μόνο γιατί η εποχή του γενικευμένου σχολιασμού ευνοεί τα «επιφανειακά» σε βάρος κάθε «βάθους» αλλά επειδή οι ιδέες έχουν γίνει πια ύποπτες. Πολλοί πλέον στρέφουν τα νώτα τους στα λόγια των ιδεών ταυτίζοντάς τα με παχιές κουβέντες, ουτοπικές υποσχέσεις ή καθαρή δημαγωγία. Και αυτό είναι ολέθριο. Γιατί δημοκρατία χωρίς ιδέες και γενικά σχέδια γίνεται έρμαιο των «τραμπικών» απλουστεύσεων. Ο πραγματισμός μπορεί να είναι ευεργετικός ως διόρθωση μιας πολιτικής κουλτούρας βυθισμένης σε ιδεολογικές αφαιρέσεις και σύνδρομα ηθικολογίας. Αλλά δεν μπορεί να γίνει το άλφα και το ωμέγα της εξόδου από την κρίση. Οχι, πάντως, από μόνος του.

Ακόμα και ο σοσιαλφιλελεύθερος στα οικονομικά Μακρόν επιδιώκει να μιλήσει μια πιο πνευματική γλώσσα. Δεν θέλει να αποφύγει τις ιδέες, παρά το ότι αφήνει ασάφειες στις συγκεκριμένες του προτάσεις. Και κάνει, ενδεχομένως, καλά: δεν μπορεί οι ιδέες και οι συλλογικές αγωνίες να γίνονται αποκλειστικότητα της νέας Δεξιάς ή μιας εκτός πραγματικότητας Αριστεράς. Το ότι η ιδέα της προόδου έχει εξαντλήσει πολλές από τις παραδοσιακές της σημασίες δεν σημαίνει πως ήλθε το τέλος της. Μια νέα αρχή θα είναι πάντοτε εφικτή. Αυτό άλλωστε είναι η διαφορά της πολιτικής από τις κουβέντες για τα πρόσωπα και τα χαρίσματά τους: η νέα αρχή χρειάζεται ιδέες και όχι απλώς τους μεταρρυθμιστικούς αυτοματισμούς της συγκυρίας. Και εδώ μπορεί να βρει κανείς το πέρασμα σε μια πολιτική υπόσχεση που δεν θα είναι η παλινόρθωση της λαϊκιστικής ψευδαίσθησης αλλά η παραγωγική συνάντηση της προόδου και της λαϊκότητας.

ΒΗΜΑ 12/3/2017


Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Αρχίζει και επισήμως το «ξήλωμα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

της Αγγελικής Παπαμιλτιάδου



Τον Οκτώβριο αποκαλύψαμε έγγραφα όπου φαινόταν ότι ο σκληρός πυρήνας της ΕΕ, που συζητούσε το μέλλον της με συγκεκριμένα στοιχεία του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών αλλά και της Μπούντεσμπανκ, συνειδητοποίησε ότι η Ένωση έτσι όπως τη γνωρίζουμε τώρα βαδίζει προς το τέλος της.
Αυτό, σύμφωνα με τα έγγραφα, ήταν το «extreme» σενάριο, το οποίο όμως σιγά σιγά έγινε το «βασικό», με μια σειρά από συνειδητοποιήσεις (realizations) για το μέλλον της ΕΕ, που έδειχναν ότι καλύτερα να αναδιαρθρωθεί σταδιακά και συντεταγμένα από μερίδα «υγειών» μελών, παρά να οδηγηθεί σε μια χαοτική διάλυση.
Τι άλλαξε και το σενάριο αυτό έγινε βασικό, όπως δήλωσε και επισήμως τόσο η Αγκελα Μέρκελ χθες, όσο και ο απερχόμενος Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ, που -προφανώς για να κερδίσει τη γερμανική στήριξη στις επιδιώξεις του για μια κορυφαία θέση στην ΕΕ- «ξέχασε» τις σοσιαλιστικές γαλλικές ρίζες του;
Σύμφωνα με τον αξιωματούχο, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε συζητούσε το σενάριο αυτό -το οποίο καταρτίζει ο ίδιος ως προς τις οικονομικές συνέπειες- με την επικεφαλής του ΔΝΤ τον Οκτώβριο στην Ουάσινγκτον. Παρόμοια συζήτηση έγινε μεταξύ της Κρ. Λαγκάρντ και της Α. Μέρκελ πριν από δύο εβδομάδες στο Βερολίνο.
Με άλλα λόγια, τόσο το ΔΝΤ, όσο και το Βερολίνο συγκλίνουν στις εμπιστευτικές εκθέσεις ότι η Ευρώπη πρέπει να «σπάσει» σε πολλές ταχύτητες.
Για τους γνωρίζοντες το ρεπορτάζ, όταν το γράψαμε τον Οκτώβριο, τόσο στο Euro2day.gr, όσο και στο πρακτορείο ειδήσεων ΜΝΙ, είχαμε δεχθεί ασφυκτικές πιέσεις να μην ασχοληθούμε περαιτέρω, «για το καλό της ευρωζώνης» και για να μην αναστατώνονται οι αγορές.
Όμως, μία σειρά από «συμπτώσεις» και σχόλια ξαναφέρνουν το θέμα στο προσκήνιο και αποδεικνύουν ότι το σχέδιο προχωρεί κανονικά και συντεταγμένα.
Κατά την εν λόγω πηγή, η προώθηση του σχεδίου σε «βασικό» έγινε όταν πληροφορήθηκαν -και προφανώς αποδέχθηκαν- το σχέδιο δύο άνθρωποι-κλειδιά: Ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, που συναντήθηκε με την Αγκελα Μέρκελ πριν από δύο εβδομάδες στο Βερολίνο, και ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, που επίσης συνάντησε την κ. Μέρκελ στο Βερολίνο πριν συγγράψει τη Λευκή Βίβλο.
Το πρώτο σήμα επικοινωνίας του σχεδίου έγινε από τον ίδιο τον κ. Γιούνκερ την προηγούμενη εβδομάδα κατά την διάρκεια της παρουσίασης της Λευκής Βίβλου, όταν «αποφάσισε» να μιλήσει με σενάρια για το μέλλον της ΕΕ παρά να κάνει -όπως άλλωστε είπε και ο ίδιος- μια «συνεκτική ομιλία» (coherent speech).
Το σενάριο «τρία» αφορούσε μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων και διαφορετικών συνδέσεων, όπως άλλωστε ανακοινώθηκε από τις Βερσαλλίες τη Δευτέρα το βράδυ.
Είναι εξαιρετικά απογοητευτικό να βλέπεις τον άνθρωπο που συμμετείχε στην κατάρτιση της συνθήκης του Μάαστριχτ (το υπερηφανεύεται και ο ίδιος άλλωστε συνεχώς) να αποδέχεται παθητικά ένα τέτοιο μοντέλο για την Ευρώπη.
Ο κ. Γιούνκερ ανακοίνωσε προ μηνός ότι δεν θα ξαναδιεκδικήσει τη θέση του προέδρου της Κομισιόν το 2019 και ουσιαστικά αποδυνάμωσε όχι μονό τον εαυτό του αλλά και την ομάδα του.
Οι επιτελάρχες του προσπάθησαν να «περάσουν» τη γραμμή ότι το να μην ξαναθέσει υποψηφιότητα τον αποενοχοποιεί και του δίνει το αβαντάζ να παλέψει για τις πολιτικές του χωρίς δεσμεύσεις.
Η πικρή αλήθεια, όμως, είναι άλλη.
Με την ανακοίνωση, οι επίτροποί του άρχισαν την κούρσα της διαδοχής τρία ολόκληρα χρόνια πριν λήξει η παρούσα θητεία. Οι πολιτικές Γιούνκερ είναι άγνωστο αν θα υλοποιηθούν στην ολότητά τους, ακανθώδη θέματα θα μπουν στο συρτάρι και ο ίδιος αποδυνάμωσε τον εαυτό του και την επιρροή του, σε σημείο που δεν αποκλείεται να μην ολοκληρώσει καν τη θητεία του.
Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι επέλεξε να αποσυρθεί για να μη συμμετέχει στην κατάρρευση του οικοδομήματος στο οποίο ο ίδιος πίστεψε. Όμως όσοι γνωρίζουν καλά τον κ. Γιούνκερ εκτιμούν ότι αυτός όπως οι περισσότεροι πολιτικοί άλλωστε, προσέχουν πρώτα την υστεροφημία τους και μετά τα υπόλοιπα. Καλύτερα λοιπόν κάποιος να κριτικάρει απέξω παρά να παλεύει εκ των έσω…
Απόδειξη είναι ότι αποδέχθηκε τις επιταγές της κ. Μέρκελ και βάσισε τη Λευκή Βίβλο πάνω σε σενάρια και επιδιώξεις των χωρών-μελών. Ένας πρόεδρος της Κομισιόν και κυρίως ο κ. Γιούνκερ θα έπρεπε να συγκρουστεί ανοικτά, ώστε να ανατρέψει ή τουλάχιστον να φέρει στο προσκήνιο τέτοια σχέδια.
Όσο για τον κ. Ντράγκι, κάποιος μπορεί να εικάσει ότι η ελευθερία κινήσεων της κ. Μέρκελ δείχνει μια σιωπηλή αποδοχή, ίσως και έναρξη προετοιμασίας και από πλευράς ΕΚΤ.
Γιατί το σενάριο των πολλών ταχυτήτων απαιτεί και αναδιάρθρωση της ευρωζώνης, με ένα σκληρό πυρήνα χωρών (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία και Φινλανδία προς το παρόν) και η ΕΚΤ θα πρέπει να παίξει ρόλο στο διπλό νόμισμα που θα γίνει «pegged» πάνω σε ένα ευρώ που υπολογίζεται ότι θα έχει ισοτιμία 1-1 με το δολάριο.
Κάποιος θα αναρωτηθεί: η Ιταλία, η Ισπανία, δεν είναι προβληματικές χώρες; Είναι. Ωστόσο το σενάριο των πολλών ταχυτήτων δεν βασίζεται πάνω σε αξιόπιστα στοιχεία αλλά πολιτικές ισορροπίες.
Τόσο η Γαλλία όσο και η Ιταλία και η Ισπανία έχουν δείξει στο παρελθόν ότι προκειμένου να συμμετέχουν στον πρώτο πυρήνα, μπορούν να «κρεμάσουν» τις συμπαθούσες χώρες. Είναι επίσης μεγάλες οικονομίες. Η Γαλλία πάντοτε είχε προνομιακή μεταχείριση από την ΕΕ και την Κομισιόν παρά το δημοσιονομικό πρόβλημά της.

Οι «συμπτώσεις» που μας έφεραν στις Βερσαλλίες:

1. Πρώτα έγιναν οι επαφές σε Ουάσινγκτον τον Οκτώβριο.
2. Μετά ξεκίνησαν οι εκθέσεις της Stratfor και οίκων αξιολόγησης περί κινδύνου διάσπασης.
3. Μετά είχαμε τον υποψήφιο πρέσβη των ΗΠΑ στην ΕΕ να λέει ότι η Ευρώπη διαλύεται και ότι θα «σόρταρε» το ευρώ ως νόμισμα.
4. Ακολούθησαν «διαρροές» σε μερίδα του ευρωπαϊκού Τύπου (και ημών συμπεριλαμβανομένων) ότι το σενάριο συζητείται πίσω από τις κλειστές πόρτες ως κάτι ακραίο.
5. Ακολούθησε η ομιλία Γιούνκερ στην Ευρωβουλή για τη Λευκή Βίβλο
6. Ακολούθησαν οι δηλώσεις Μέρκελ - Ολάντ τη Δευτέρα.
Οι δηλώσεις δεν είναι τυχαίο που έγιναν τρεις ημέρες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στις Βρυξέλλες, με θέμα το μεταναστευτικό και το Brexit. Η στρατηγική της κ. Μέρκελ, άλλωστε, να διοχετεύει αυτό που θέλει για να δει αντιδράσεις είναι γνωστή εδώ και χρόνια.

Ποιοι οι λόγοι του σεναρίου πολλών ταχυτήτων

Κατά τον αξιωματούχο που έχει γνώση των συζητήσεων, όλα ξεκίνησαν το 2015, όταν η Κομισιόν κατάρτισε τις 3.000 σελίδες που ανέλυαν την κοστολόγηση του Grexit. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ήταν περίπου τρία τρισεκατομμύρια, ποσό απαγορευτικό δηλαδή για τα δεδομένα της ευρωζώνης. Παρ' όλα αυτά η κυβέρνηση Τσίπρα πιέστηκε ώστε να φτάσει με την πλάτη στον τοίχο, παρά το γεγονός ότι πολλοί ήξεραν πως μια έξοδος δεν θα γινόταν ποτέ…
Εν συνεχεία ακολούθησε:
* Το βρετανικό δημοψήφισμα και το επερχόμενο Brexit.
* Η σιωπηλή παραδοχή ότι δεν υπάρχει και δεν πρόκειται να υπάρξει ομοφωνία στο προσφυγικό. Δεν είναι καθόλου τυχαία η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου χθες για το δικαίωμα να μη χορηγούν οι χώρες βίζα σε αιτούντες ασύλου.
* Η παραδοχή ότι οι σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας δεν φτιάχνουν, ο Ερντογάν είναι απρόβλεπτος και μη αξιόπιστος και αργά ή γρήγορα η συμφωνία για το προσφυγικό θα καταρρεύσει.
* Πολλές χώρες αρνούνται τις ποσοστώσεις στη μετεγκατάσταση προσφύγων (relocation quotas) καθώς η συμφωνία ήταν απλά στα χαρτιά.
* Η αύξηση της τρομοκρατίας και η ραγδαία άνοδος των εθνικιστών στην Ευρώπη.
* Το ακριβό ευρώ.
* Η άνοδος Τραμπ.
* Η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος πολλών χωρών αρχής, γενομένης με το 2017.
* Η έως σήμερα αποχώρηση του ΔΝΤ από την ΕΕ ως πιστωτή.
* Η περίπτωση της Ελλάδας, αλλά και της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, που πιθανώς να χρειαστούν πιστωτική υποστήριξη από την ΕΕ.
* Η προσπάθεια του σκληρού πυρήνα της ΕΕ να ελέγχει τον ΕΣΜ.
* Η επεκτεινόμενη αστάθεια στη Μέση Ανατολή.
* Οι κινήσεις για λύση του Κυπριακού με ένα νέο κράτος «μόρφωμα».

Τα… «κενά»

Σίγουρα υπάρχουν κενά ακόμα στην τελειοποίηση του σεναρίου. Αυτά θα καλυφθούν ανάλογα με την αντίδραση της κάθε χώρας.
Για παράδειγμα, εάν η Ουγγαρία επιθυμεί να κλείσει σύνορα, Σένγκεν, να διώξει πρόσφυγες κ.λπ., το αίτημα θα γίνεται δεκτό ως αντάλλαγμα της μερικής παραμονής σε μία από τις ταχύτητες. Γι' αυτό και η κ. Μέρκελ μίλησε για συνεργασία των χωρών, ανάλογα με το αντικείμενο κοινού ενδιαφέροντος.
Πάντως για κάποιους υπάρχει και η σοβαρή πιθανότητα να χάσει η κ. Μέρκελ τις εκλογές και να ανέβει ο σοσιαλιστής Μάρτιν Σουλτς. Σε μια πρώτη ανάγνωση, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ο κ. Σουλτς μπορεί να ανατρέψει αυτή τη λογική. Όμως, όπως είναι σε θέση να γνωρίζει το Euro2day.gr, οι κ.κ. Σουλτς, Γιούνκερ, Βέμπερ (ΕΛΚ) συναντιούνται εδώ και δύο χρόνια σχεδόν κάθε εβδομάδα και είναι σε απόλυτη ευθυγράμμιση.
Μάλιστα ο κ. Σουλτς «χρωστάει» την απότομη αναβάθμισή του στον κ. Γιούνκερ, που τον επέβαλε σε όλες σχεδόν τις επίσημες συναντήσεις και θέματα της ΕΕ.
Επίσης η παραίτησή του από πρόεδρος της Ευρωβουλής και η επιστροφή του στα γερμανικά δρώμενα είναι προϊόν διαβουλεύσεων και στρατηγικής των τριών ανδρών. Κι ας ισχυρίζονται τα αντίθετα.
Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι μετά την εκλογή Τσίπρα, πρώτος ο κ. Σουλτς ήταν που ήρθε στην Αθήνα ως μεσολαβητής.
Βεβαίως το Euro2day.gr έγραφε συνεχώς από τότε ότι κάθε άλλο παρά φίλος της Αθήνας ήταν ο κ. Σουλτς, καθώς στις εμπιστευτικές του συνομιλίες έλεγε συνεχώς ότι ο κ. Τσίπρας αποτελεί απειλή για τους Ευρωσοσιαλιστές και ότι πρέπει να φύγει.
Η Αθήνα υπολογίζει ότι μια πιθανή εκλογή Σουλτς θα ανατρέψει τα σενάρια σκληρής στάσης του ΔΝΤ. Όντως έτσι έχει αφήσει ο ίδιος να διαφανεί. Όμως, εάν αποδέχεται την Ευρώπη πολλών ταχυτήτων, τότε ο κ. Σουλτς αποδέχεται και το σενάριο για την Ελλάδα, όπως εντέχνως συμπεριέλαβε ο κ. Σόιμπλε στο προσχέδιο ως ένα σενάριο.

Αποδιοπομπαίος τράγος

Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, σε μια συνάντηση του κ. Σόιμπλε με μεγαλοεπενδυτές ανά τον κόσμο πριν από 15 μέρες στο Βερολίνο, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών ρωτήθηκε για την κατάσταση στην Ελλάδα.
Η θεωρία που ανέπτυξε ήταν ότι προβλέπει Grexit το 2020, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Αρνήθηκε να απαντήσει εάν αυτό θα οφείλεται στον ανασχεδιασμό της ΕΕ ή σε καθαρά οικονομικά και δημοσιονομικά κριτήρια.
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι το καλό σενάριο για τον κ. Σόιμπλε είναι να μπει η χώρα μας σε πρόγραμμα 12 ή 15 μηνών του ΔΝΤ (τρίτη δανειοδότηση) και τον υπόλοιπο χρόνο που απομένει από πλευράς ΕΕ (από τον Μάρτιο 2018) θα συμπληρωθεί με πιστοληπτική γραμμή ECCL+ με αυξημένη εποπτεία και δικαίωμα παρέμβασης προληπτικών μέτρων στην «υποψία» εκτροχιασμού των δημοσιονομικών στόχων.
Με άλλα λόγια, το καλό σενάριο, κατά τον κ. Σόιμπλε, μας φθάνει στο 2020.
Επίσης δεν είναι καθόλου τυχαίο που το σενάριο Grexit ως της μόνης χώρα που θα εκδιωχθεί από την ευρωζώνη επανήλθε από τη Moody’s μία ημέρα μετά τις δηλώσεις Μέρκελ.

www.euro2day.gr  8/3/2017

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Οι αριθμοί, η διαπραγμάτευση και το… ατύχημα

του Γιώργου Παπανικολάου

Όσοι υποστηρίζουν εδώ και χρόνια ότι η διαπραγμάτευση με τους δανειστές στηρίζεται σε αριθμούς και οικονομική λογική, μάλλον θα πρέπει επιτέλους να αναθεωρήσουν. Αυτό δεν ισχύει ούτε για την κυβέρνηση, αλλά ούτε και για τους δανειστές.
Εάν ίσχυαν, ήδη θα είχαμε φτάσει σε μια συμφωνία, έστω για τη δεύτερη αξιολόγηση, και δεν θα είχε αφεθεί να ανοίξει και πάλι η φιλολογία περί Grexit.
Δυστυχώς, όμως, όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές δρουν με τρόπο ακραιφνώς πολιτικό, περιλαμβανομένου και του δήθεν «τεχνοκρατικού» ΔΝΤ. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο υποτιμούν, Έλληνες και ξένοι πολιτικοί, τις επιπτώσεις που έχει για την οικονομική κατάσταση της χώρας η νέα καθυστέρηση.
Γνωρίζουν οι δανειστές, υποθέτουμε, ότι το τελευταίο που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία και οι τράπεζες είναι μια νέα περίοδος αβεβαιότητας και αναταραχής. Ατυχώς, όμως, οι αριθμοί της ελληνικής οικονομίας επηρεάζουν απειροελάχιστα τους αριθμούς της Ευρώπης και του κόσμου (μετά τη θωράκιση της Ευρώπης από το ενδεχόμενο ενός ντόμινο χρεών), που σημαίνει ότι η όποια περαιτέρω επίπτωση της ελληνικής «κρίσης» θα έχει κυρίως πολιτικές συνέπειες.
Για το ΔΝΤ, η προσπάθεια αφορά στον περιορισμό της ζημίας που υπέστη από τα προηγούμενα λάθη στο ελληνικό πρόγραμμα, αλλά και τη διάθεση πολλών στους κόλπους του να απαγκιστρωθούν όσο γίνεται από μια μάλλον «τοξική» για το Ταμείο υπόθεση. Για τους Ευρωπαίους, με επίκεντρο τη Γερμανία, βασικό μέλημα πλέον είναι να μην αποκαλυφθεί επίσημα στους ψηφοφόρους, ενόψει εκλογών, η απώλεια που θα έχουν από τα δάνεια στην Ελλάδα, όπως κι αν εξελιχθεί η κατάσταση. Για την ελληνική πλευρά, πάλι, η προσπάθεια είναι να κλείσει τη συμφωνία με τρόπο που να της επιτρέψει να περιορίσει τις πολιτικές απώλειες και με βασικό γνώμονα τη διατήρησή της στην εξουσία.
Όλα αυτά είναι εύλογα, στον κόσμο που ζούμε, αν σκεφτούμε ότι σε μεγάλο βαθμό αντίστοιχα φαινόμενα συμβαίνουν και μεταξύ τραπεζών και χρεωμένων επιχειρήσεων, στον υποτίθεται ακραιφνώς «λογικό» χώρο της ιδιωτικής χρηματο-οικονομίας.
Σε πολυάριθμες περιπτώσεις, ο χρόνος που χάνεται είναι εις βάρος και των τραπεζών και των επιχειρήσεων. Η ψυχρή οικονομική λογική θα έλεγε «κλείστε τις ρυθμίσεις τώρα». Πλην όμως, αυτό σπανίως συμβαίνει και ο χρόνος κυλά μεγαλώνοντας τη ζημία! Κι έτσι οι επιχειρήσεις χάνουν διαρκώς αξία, μειώνοντας και τις προσδοκίες ανάκτησης αυτής της αξίας εκ μέρους των τραπεζών.
Τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν ευρύτερα στην οικονομία, εξαιτίας των πολιτικών ελατηρίων της διαπραγμάτευσης. Ήδη η ψυχολογία κινείται στο ναδίρ καθώς συγκεκριμένα «ορόσημα», όπως η ένταξη στο QE, απομακρύνονται, ενώ μήνα με τον μήνα, μειώνεται και το όποιο «λίπος» έχει μείνει προς ανάλωση (δηλαδή πληρωμή υπέρογκων φόρων και εισφορών) στο εσωτερικό της χώρας.
Ταυτόχρονα οι τράπεζες βλέπουν τη θετική τάση κάποιων προηγούμενων μηνών να αντιστρέφεται το 2017 και τα επιχειρηματικά τους σχέδια (ώστε να μη χρειαστεί νέα ανακεφαλαιοποίηση) να τίθενται σε κίνδυνο.
Ίσως το χειρότερο όλων είναι ότι στην παρούσα φάση, όχι απλώς δεν υπάρχει εθνικό σχέδιο για τη χώρα (αυτό έτσι κι αλλιώς ουδέποτε υπήρξε, δυστυχώς, όλα αυτά τα χρόνια), αλλά ούτε και κάποιο οργανωμένο σχέδιο των δανειστών, έστω για τους τύπους.
Σχεδόν όλα εμφανίζονται να είναι στον αέρα και «υπό συζήτηση», με βάση όχι την οικονομική λογική αλλά τη διαπραγματευτική ισχύ των εμπλεκόμενων μερών, προκειμένου να βρεθεί ένας… ελάχιστος κοινός παρονομαστής!
Οι εξελίξεις αυτές συνδυαζόμενες με την ευρύτερη πολιτική -αλλά και γεωπολιτική- αβεβαιότητα διεθνώς αυξάνουν, όπως είναι λογικό και επόμενο, τον λεγόμενο κίνδυνο «ατυχήματος».
Τον κίνδυνο δηλαδή να ξεφύγουν οι εξελίξεις από μια «προβλέψιμη» και ελέγξιμη τροχιά, εις βάρος τόσο της Ελλάδας, όσο και της Ευρώπης. Πρόκειται για κίνδυνο που δεν αφορά μόνον σε βραχυχρόνιο ορίζοντα, αλλά και σε μεσοχρόνιο, καθώς υπό διαμόρφωση είναι ουσιαστικά το πλαίσιο των προϋποθέσεων/απαιτήσεων για μετά το 2018.
Κάποιες πληροφορίες αναφέρουν ότι τα βασικά θέματα έχουν ήδη ρυθμιστεί με τρόπο κοινά αποδεκτό. Μακάρι, εδώ που έχουμε φτάσει να είναι έτσι και να κλείσει η διαπραγμάτευση σε αυτό τον χρόνο. Διότι η μη λύση είναι μάλλον χειρότερη από μια κακή λύση, στην περίπτωση της χώρας μας. Ωστόσο, το κατά πόσον αυτές οι ρυθμίσεις θα αποδειχτούν προς όφελος της χώρας και δεν θα οδηγήσουν σε ένα νέο αδιέξοδο προσεχώς, ιδίως όταν έχουν συμφωνηθεί με αυτούς τους όρους, μένει να… αποδειχτεί.

www.euro2day.gr  20/2/2017