Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Το (νεο)φιλελεύθερο «μαντρί» και η αντισυστημική ψήφος


του Σταύρου Λυγερού

Τα γεγονότα είναι πολλά και πεισματάρικα για να τα αγνοήσουμε. Η φιλελεύθερη συναίνεση που κυριάρχησε στη Δύση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κλυδωνίζεται. Η Δύση δεν βρίσκεται στο 2007, παρότι οι άρχουσες ελίτ έχουν την τάση να διαβάζουν τα γεγονότα λες και βρισκόμαστε πριν την εκδήλωση της μεγάλης κρίσης. Γι’ αυτό και συνήθως διαψεύδονται, γεγονός που τραυματίζει την αξιοπιστία τους. Δεν τους είναι, άλλωστε, εύκολο να χωνέψουν το γεγονός ότι το μέχρι πριν μερικά χρόνια χειραγωγημένο ακροατήριό τους έχει περιέλθει σε κατάσταση εκλογικής ημιανταρσίας. Η αντισυστημική ψήφος στην Ιταλία το αποδεικνύει.
Η αντισυστημική ψήφος συνήθως είναι βουβή. Ακολουθεί υπόγειες διαδρομές. Ειδικά όταν προέρχεται από μικρομεσαίους νοικοκυραίους με μάλλον συντηρητική ιδεολογία που δεν έχουν συνηθίσει να κάνουν πολιτικό θόρυβο, όπως οι δεδηλωμένοι αριστεροί και οι αμφισβητίες των κοινωνικών κινημάτων. Πριν 12 χρόνια θα ήταν αδιανόητο ο Σάντερς, ένας σοσιαλιστής από το μικρό και ασήμαντο Βερμόντ, να διεκδικούσε με αξιώσεις το χρίσμα των Δημοκρατικών από την Κλίντον. Και βεβαίως θα ήταν αδιανόητο ένας τύπος όπως ο Τραμπ να είχε εκλεγεί πρόεδρος.
Θα είχε μικρότερη σημασία εάν επρόκειτο για αμερικανική ιδιαιτερότητα. Πρόκειται, όμως, για φαινόμενο που απλώνεται σ’ όλη σχεδόν τη Δύση. Το Brexit μπορεί να πάτησε στον παραδοσιακό βρετανικό ευρωσκεπτικισμό, αλλά πήγασε από την ίδια μήτρα που τροφοδοτεί και την Ακροδεξιά και κάποια αριστερά ή ιδιότυπα κόμματα, τα οποία αλλάζουν τον παραδοσιακό πολιτικό χάρτη στη Δύση.

Με αριστερό ή ακροδεξιό πρόσημο

Στην Ελλάδα των Μνημονίων η εκλογική επιρροή του άλλοτε πανίσχυρου ΠΑΣΟΚ συρρικνώθηκε σε μονοψήφιο ποσοστό, ενώ η ΝΔ αγωνίζεται να φθάσει το ποσοστό που έπαιρνε όταν υφίστατο βαριά ήττα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που μια ζωή αγωνιζόταν να υπερβεί το 3% για να εισέλθει στη Βουλή, αναδείχθηκε δύο φορές πρώτο κόμμα και κυβερνά. Η Χρυσή Αυγή, που έπαιρνε 0,3%, σήμερα είναι σταθερά τρίτο κόμμα, παρά το γεγονός ότι η ηγεσία της είναι στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
Στην Αυστρία με την μακρά σοσιαλδημοκρατική παράδοση ο ακροδεξιός υποψήφιος για την Προεδρία της Δημοκρατίας έχασε μόλις και μετά βίας. Πιθανόν, μάλιστα, να κέρδιζε εάν απέναντί του δεν ήταν ένας οικολόγος υποψήφιος με αντισυστημικό προφίλ. Από δε τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές προέκυψε κυβέρνηση συνασπισμού μίας σκληρής Δεξιάς με την Ακροδεξιά. Στη Γαλλία χρειάσθηκε οι άρχουσες ελίτ να ρίξουν τα ρέστα τους στον άφθαρτο Μακρόν για να ανασχέσουν τη Λεπέν. Την ίδια στιγμή είδαμε τον σχεδόν μοναχικό καβαλάρη αριστερό Μελανσόν να αποσπά στον πρώτο γύρο εντυπωσιακό ποσοστό.
Από το πουθενά έχουν γίνει κεντρικοί πολιτικοί παίκτες στην Ισπανία το αριστερό κίνημα Ποδέμος και στη χώρα της Μέρκελ το ξενοφοβικό και ευρωσκεπτικιστικό κόμμα “Εναλλακτική για τη Γερμανία”. Στην Ολλανδία η ακροδεξιά του Βίλντερς δεν κέρδισε την πρωτιά, αλλά ενίσχυσε τη δύναμή της. Σημαντικές εκλογικές επιδόσεις σημειώνουν ξενοφοβικά και ευρωσκεπτικιστικά κόμματα και σε αρκετές ακόμα βορειοευρωπαϊκές χώρες.
Τους τελευταίους μήνες σ’ αυτό το σήριαλ πρωταγωνιστεί η Ιταλία. Τα όσα συμβαίνουν στη γειτονική χώρα δεν ήταν καθόλου κεραυνός εν αιθρία. Η τάση ήταν ορατή δια γυμνού οφθαλμού. Στην άλλοτε πρωταθλήτρια του ευρωπαϊσμού ο ευρωπαϊστής Ρέντζι έχασε με διαφορά το δημοψήφισμα και υποχρεώθηκε σε παραίτηση. Αν και το δημοψήφισμα αφορούσε σε συνταγματικά θέματα, έστειλε ένα ευρύτερο πολιτικό μήνυμα και κυρίως ένα μήνυμα για τη θέση της Ιταλίας στην Ευρωζώνη.
Πριν τις τελευταίες εκλογές, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι τα δύο κόμματα που είχαν δυναμική ήταν το ιδιότυπο Κίνημα των 5 Αστέρων και η Λέγκα. Και τα δύο είχαν κοινό παρονομαστή όχι έναν βρετανικού τύπου ευρωσκεπτικισμό, αλλά την αντίθεση στη μετάλλαξη της ΕΕ, σ’ αυτό που κωδικά αποκαλείται «γερμανική Ευρώπη». Από εκεί προκύπτει και η έντονη επιφύλαξή τους για το ευρώ κι όχι από αυτή καθ’ αυτή την ύπαρξη κοινού νομίσματος.

Οι φιλελεύθεροι αυτοϋπονομεύθηκαν

Το συμπέρασμα είναι ότι η παραδοσιακή πολιτική ηγεμονία του διδύμου της (νεο)φιλελεύθερης συναίνεσης (Κεντροδεξιά-Κεντροαριστερά) αμφισβητείται. Τα μικρομεσαία στρώματα, που αρχίζουν να στρέφουν μαζικά την πλάτη στις παραδοσιακά κυρίαρχες πολιτικές παρατάξεις, δεν έχουν, βεβαίως, προσβληθεί από κάποιου είδους ιδεολογικό ιό που τα ωθεί προς τα άκρα. Η κύρια αιτία που αμφισβητούν την κατεστημένη τάξη πραγμάτων είναι ότι αυτή περισσότερο ή λιγότερο ανατρέπει τις σταθερές του βίου τους σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του Δυτικού Κόσμου.
Ο πολιτικός χάρτης των δυτικών χωρών αλλάζει περισσότερο ή λιγότερο, λόγω των τεκτονικών αλλαγών που προκαλεί στις δυτικές κοινωνίες όχι μόνο η οικονομική κρίση του 2008, αλλά και η παγκοσμιοποίηση. Η παρόξυνση της ανισοκατανομής του πλούτου και η μετανάστευση της παραγωγής σε αναδυόμενες βιομηχανικές χώρες συμπιέζουν οικονομικά και κοινωνικά τη μεσαία τάξη και στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Η αντανάκλαση αυτής της συμπίεσης στο πολιτικό-κομματικό επίπεδο ροκανίζει την πολιτική ηγεμονία της Κεντροαριστεράς και της Κεντροδεξιάς.
Και οι δύο αυτές παρατάξεις εδραίωσαν τη μακρόχρονη πολιτική ηγεμονία τους στο άρρητο κοινωνικό συμβόλαιο, με βάση το οποίο εξασφάλιζαν στα μικρομεσαία στρώματα ευημερία και Κοινωνικό Κράτος, ή ένα συνδυασμό των δύο. Από ένα χρονικό σημείο και πέρα, όμως, οι ηγεσίες τους λειτούργησαν σαν όχημα και για την παγκοσμιοποίηση και κατ’ επέκτασιν συνέκλιναν στην εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης ατζέντας. Με άλλα λόγια, είναι οι ίδιες που υπονόμευσαν την ιδεολογική και πολιτική κυριαρχία της (νεο)φιλελεύθερης συναίνεσης.
Η προσχώρησή τους στο νεοφιλελευθερισμό έλαβε χώρα παραλλήλως με την “υπαλληλοποίησή” τους, με το γεγονός ότι υπηρέτησαν και υπηρετούν την απληστία της ολιγαρχίας του χρήματος. Σύμφωνα με τους New York Times, στην οκταετία του Κλίντον στη δεκαετία του 1990 το 1% των Αμερικανών προσποριζόταν το 45% της αύξησης του ΑΕΠ. Στη οκταετία του Μπους (2000-08) το 45% έγινε 65% και στην οκταετία του Ομπάμα εκτοξεύθηκε στο 93%! Οι επιλογές τους είχαν ως αποτέλεσμα να υποσκάψουν την ευημερία της μεσαίας τάξης που αποτελεί το πολιτικοεκλογικό ακροατήριό τους. Με τον τρόπο αυτό, όμως, ροκάνισαν το κλαδί που στηρίζονται πολιτικά-εκλογικά.
Αυτό δεν φάνηκε αμέσως, επειδή για μία περίοδο η ευημερία συντηρήθηκε με δημόσιο δανεισμό. Με την κρίση, όμως, η πραγματικότητα αναδύθηκε στην επιφάνεια. Είναι τότε που για λόγους δημοσιονομικής ισορροπίας επεβλήθη το δόγμα της λιτότητας και η αποδόμηση των εργασιακών δικαιωμάτων. Με όργανο τις πολιτικές ελίτ η ολιγαρχία του χρήματος το έχει παραξηλώσει. Για την ακρίβεια, με κυνισμό αποδομεί τα κοινωνικά αμορτισέρ που μεταπολεμικά όχι μόνο διατήρησαν την κοινωνική ειρήνη, αλλά και τροφοδότησαν μία πρωτοφανή οικονομική ανάπτυξη.

Η εκλογική εξέγερση των μικρομεσαίων

Μεγάλο τμήμα των παραδοσιακών μεσαίων τάξεων δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο να διατηρήσει το επίπεδο ευημερίας, ενώ τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα δυσκολεύονται να επιβιώσουν αξιοπρεπώς. Η παγκοσμιοποίηση πετάει έξω από το “τρένο” μικρομεσαίους νοικοκυραίους, ειδικά μικρομεσαίους επιχειρηματίες και βεβαίως την παραδοσιακή εργατική τάξη που έχει πληγεί καίρια από την αποβιομηχάνιση.
Αυτό φάνηκε καθαρά και στο βρετανικό δημοψήφισμα και στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές και στην Ιταλία. Η ανώτερη τάξη και τα μεσαία στρώματα που έχουν ενσωματωθεί στο πλαίσιο του οικονομικού (νεο)φιλελευθερισμού και που είναι μέσα στο “τρένο” της παγκοσμιοποίησης ψήφισαν φανατικά υπέρ της παραμονής της Βρετανίας στην ΕΕ και στις ΗΠΑ υπέρ της Χίλαρι Κλίντον. Η εκλογική νίκη των Πέντε Αστεριών και της Λέγκας οφείλεται στο γεγονός ότι ύψωσαν αντισυστημική σημαία, η οποία με τη σειρά της προσέλκυσε μαζικά πιεζόμενα μικρομεσαία στρώματα. Πιεζόμενα και οικονομικά, αλλά και λόγω της παράνομης μετανάστευσης.
Οι λόγοι που η ρητορική του Τραμπ βρήκε τόσο μεγάλο αντίκρισμα στο εκλογικό σώμα είναι ότι έθιξε ζητήματα που αγγίζουν ευαίσθητες χορδές. Όταν αναρωτιόταν γιατί το iphone να φτιάχνεται στην Κίνα και όχι στις ΗΠΑ άνοιγαν τα αυτιά δεκάδων εκατομμυρίων Αμερικανών που άμεσα ή έμμεσα έχουν πληγεί από την αποβιομηχάνιση. Ήταν προεκλογικό “πυρηνικό” όπλο η υπόσχεσή του ότι θα επιβάλλει δασμούς 35% στα εισαγόμενα για να υποχρεώσει σε επαναπατρισμό τις αμερικανικές επιχειρήσεις, που έχουν μεταφέρει τα εργοστάσιά τους σε χώρες χαμηλού εργατικού κόστους και ανύπαρκτων εργασιακών δικαιωμάτων.
Το ίδιο άνοιξε τα αυτιά εκατομμυρίων Ιταλών η ρητορική των δύο νικητών για επενδύσεις με σκοπό τον τερματισμό της αποβιομηχάνισης, για στήριξη των χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων και βεβαίως για αντιπαράθεση με τη γερμανική Ευρώπη. Προς την ίδια κατεύθυνση λειτούργησε και η ρητορική κυρίως της Λέγκας για λήψη δραστικών μέτρων εναντίον του παράνομου μεταναστευτικού ρεύματος.

Χάνεται ο έλεγχος

Η μαζική είσοδος μεταναστών παροξύνει το ένστικτο αυτοσυντήρησης κοινωνιών που ήδη νοιώθουν ότι απειλούνται με φτωχοποίηση. Γι’ αυτά τα τμήματα του πληθυσμού, ο ανταγωνισμός από τη φθηνή εργασία των μεταναστών βιώνεται σαν πρόσθετη απειλή. Όπως σαν απειλή βιώνονται και οι διάφορες κοινωνικές παρενέργειες της παράνομης μετανάστευσης. Εκδηλώνεται ως αντίδραση στο επώδυνο σήμερα ένα αίσθημα νοσταλγίας για τις παλιές καλές ημέρες και μία τάση παλινδρόμησης στο εθνικό κράτος.
Όσο οι άρχουσες ελίτ συνειδητοποιούν ότι χάνουν τον πολιτικό έλεγχο μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας τόσο καταφεύγουν με αντιδημοκρατικές πρακτικές. Σερβίρουν νέου τύπου “αριστοκρατικές” αντιλήψεις, με σκοπό να αμφισβητήσουν την ικανότητα του λαού να αποφασίζει για κρίσιμα ζητήματα. Το είδαμε στην περίπτωση του Brexit, το ξαναείδαμε με την εκλογή Τραμπ. Και το ξαναβλέπουμε τώρα στην Ιταλία. Στην Ιταλία, μάλιστα, οι άρχουσες ελίτ δεν περιορίσθηκαν σε λόγια. Ο πρόεδρος Ματαρέλα ουσιαστικά αμφισβήτησε το δικαίωμα των δύο νικητών της κάλπης να ορίσουν υπουργό Οικονομικών της επιλογής τους, δηλαδή να ασκήσουν την πολιτική, για την οποία τους ψήφισαν οι Ιταλοί.
Στην πραγματικότητα, όσο περισσότερο αμφισβητείται η πολιτική ηγεμονία τους, τόσο οι (νεο)φιλελεύθεροι (και στην εκδοχή της Κεντροδεξιάς και στην εκδοχή της Κεντροαριστεράς) αμφισβητούν εντονότερα τον πυρήνα της αστικής δημοκρατίας, η οποία, στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, τείνει να μετατραπεί σε κέλυφος. Οτιδήποτε αμφισβητεί τη δέσμη των κυρίαρχων δογμάτων χαρακτηρίζεται λαϊκισμός, απαξιώνεται και εξοβελίζεται.
Είναι τέτοια η περιφρόνηση που επιδεικνύουν οι άρχουσες ελίτ και οι πολιτικές εκφράσεις τους προς το «πόπολο» και έχει γίνει τέτοια κατάχρηση στην πλύση εγκεφάλου, κυρίως με την ιδεολογική ρομφαία του «αντιλαϊκισμού», που πλέον φέρνει το αντίθετο αποτέλεσμα. Όταν τα καθεστωτικά Μίντια υποστηρίζουν με πάθος κάτι, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αντανακλαστικά υιοθετεί την αντίθετη θέση.
Τόσο η παγκοσμιοποίηση όσο και το μεταναστευτικό ρεύμα τροφοδοτούν τη διάχυτη οικονομική-κοινωνική ανασφάλεια των παραδοσιακών μικρομεσαίων και στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Στην πραγματικότητα, παραλλήλως με την παραδοσιακή διαχωριστική γραμμή Δεξιά-Αριστερά, αναδύεται από τα σπλάχνα των δυτικών κοινωνιών μία νέα διαχωριστική γραμμή που παραπέμπει σε μία νέα κοινωνικοταξική πραγματικότητα.
www.slpress.gr 31/5/2018

Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

200 χρόνια από την γέννηση του Καρλ Μαρξ



Απόσπασμα για τις μηχανές από τις Βασικές αρχές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας [Grundrisse]

Καρλ Μαρξ

[Πάγιο κεφάλαιο και κυκλοφορούν κεφάλαιο σαν δυο ξεχωριστά είδη κεφαλαίου. - Πάγιο κεφάλαιο και συνέχεια της παραγωγικής διαδικασίας. - Μηχανήματα και ζωντανή εργασία. - Η εφεύρεση σαν επιχείρηση. - Αντίφαση ανάμεσα στη βάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (μέτρο αξίας) και την ίδια την ανάπτυξή της. Μηχανές κ.λπ.]*


Αποτέλεσμα εικόνας για grundrisse ejvfylo



Ενώ μέχρι τώρα το πάγιο** και το κυκλοφορούν*** κεφάλαιο εμφανίζονταν απλά σαν διαφορετικοί παροδικοί προσδιορισμοί του κεφαλαίου, τώρα αποκρυσταλλώθηκαν σε ιδιαίτερους τρόπους ύπαρξής του, και δίπλα στο πάγιο κεφάλαιο εμφανίζεται το κυκλοφορούν κεφάλαιο. Τώρα είναι δύο ξεχωριστά είδη κεφαλαίου. Εξετάζοντας ένα μοναδικό κεφάλαιο σ' ένα καθορισμένο παραγωγικό κλάδο, αυτό εμφανίζεται διαιρεμένο σ' αυτά τα δυο μέρη, ή χωρίζεται σε καθορισμένη αναλογία στα δυο αυτά είδη του κεφαλαίου.
Η διαφορά στo πλαίσιo της παραγωγικής διαδικασίας: αρχικά μέσο εργασίας και εργασιακό υλικό, και τέλος προϊόν της εργασίας, εμφανίζεται τώρα σαν κυκλοφορούν κεφάλαιο (τα δυο τελευταία) και πάγιο κεφάλαιο. Η διαφοροποίηση του κεφαλαίου ως προς την απλά υλική του πλευρά εντάχθηκε τώρα στην ίδια τη μορφή του και εμφανίζεται να το διαφοροποιεί.

Για την άποψη που, όπως ο Λώντερνταιηλ κ.λπ., θέλει να βλέπει το κεφάλαιο σαν τέτοιο, χωριστά από την εργασία, να δημιουργεί αξία, άρα και υπεραξία (κέρδος), το πάγιο κεφάλαιο -αυτό δηλαδή που έχει σαν υλική ύπαρξη ή αξία χρήσης τα μηχανήματα- είναι η μορφή που δίνει στις ρηχές τους πλάνες την περισσότερη αληθοφάνεια. Τους έχει αντιταχθεί, π.χ. στην "Υπεράσπιση της εργασίας", ότι ο κατασκευαστής του δρόμου μπορεί βέβαια να μοιράζεται τον δρόμο μ' αυτόν που τον χρησιμοποιεί, αλλά στη μοιρασιά δεν συμμετέχει ο ίδιος ο "δρόμος".
Προϋποθέτοντας ότι το κυκλοφορούν κεφάλαιο διανύει πραγματικά τις διάφορες φάσεις του, η αύξηση ή μείωση, η συντομία ή παράταση του χρόνου κυκλοφορίας, η ευκολότερη ή κοπιαστικότερη διαδρομή μέσα από τα διάφορα στάδια της κυκλοφορίας σημαίνει μείωση της υπεραξίας που θα μπορούσε να δημιουργηθεί μέσα σ' ένα δοσμένο χρονικό διάστημα χωρίς αυτές τις διακοπές - είτε γιατί μικραίνει ο αριθμός των αναπαραγωγών, είτε γιατί συστέλλεται το ποσό του κεφαλαίου που βρίσκεται αδιάκοπα στην παραγωγική διαδικασία. Και στις δυο περιπτώσεις δεν πρόκειται για μείωση της προϋποτεθειμένης αξίας, αλλά για μειωμένη ταχύτητα στην αύξησή της. Από τη στιγμή όμως που το πάγιο κεφάλαιο έχει αναπτυχθεί σε μια ορισμένη έκταση -κι αυτή η επέκταση είναι, όπως υποδηλώσαμε, ο δείκτης ανάπτυξης της μεγάλης βιομηχανίας γενικά-, από τη στιγμή λοιπόν που αυξάνεται σε σχέση με την ανάπτυξη των παραγωγικών του δυνάμεων -αποτελεί το ίδιο την αντικειμενοποίηση αυτών των παραγωγικών δυνάμεων, αυτές τις ίδιες σαν προϋποτεθειμένο προϊόν-, απ' αυτή τη στιγμή κάθε διακοπή της παραγωγικής διαδικασίας επιδρά άμεσα σαν μείωση του ίδιου του κεφαλαίου, της προϋποτεθειμένης αξίας του. Η αξία του πάγιου κεφαλαίου αναπαράγεται απλά στο βαθμό που φθείρεται στην παραγωγική διαδικασία. Με την αχρηστία χάνει την αξία χρήσης του χωρίς η αξία του να περνά στο προϊόν. Σε όσο μεγαλύτερη κλίμακα αναπτύσσεται λοιπόν το πάγιο κεφάλαιο -με τη σημασία που το εξετάζουμε εδώ-, τόσο περισσότερο η συνέχεια της παραγωγικής διαδικασίας, δηλαδή η αδιάκοπη ροή της αναπαραγωγής, γίνεται εξαιρετικά πιεστικός όρος για τον τρόπο παραγωγής που βασίζεται στο κεφάλαιο.

Η ιδιοποίηση της ζωντανής εργασίας από το κεφάλαιο αποκτά κι απ' αυτή την άποψη στα μηχανήματα άμεση πραγματικότητα: από τη μια μεριά, αυτό που επιτρέπει στη μηχανή να εκτελεί την ίδια εργασία που εκτελούσε προηγούμενα ο εργάτης είναι η ανάλυση και εφαρμογή μηχανικών και χημικών νόμων, που πηγάζει μέσα από την επιστήμη. Η ανάπτυξη ωστόσο των μηχανημάτων σ' αυτή την κατεύθυνση παρουσιάζεται μόνο όταν η μεγάλη βιομηχανία έχει ήδη φτάσει σε ανώτερη βαθμίδα και όλες οι επιστήμες έχουν αιχμαλωτιστεί στην υπηρεσία του κεφαλαίου• κι από την άλλη μεριά, όταν τα ίδια τα διαθέσιμα μηχανήματα ήδη προσφέρουν μεγάλους πόρους. Τότε η εφεύρεση γίνεται επιχείρηση, και η εφαρμογή της επιστήμης στην ίδια την άμεση παραγωγή γίνεται σκοπιά που την καθορίζει και την παρακινεί. Δεν είναι όμως αυτή η πορεία με την οποία γεννήθηκαν -σε γενικές γραμμές- τα μηχανήματα, κι ακόμα λιγότερο αυτή που ακολουθεί η λεπτομερειακή τους πρόοδος. Η πορεία αυτή είναι η ανάλυση - μέσα από τον καταμερισμό της εργασίας, που ήδη μετατρέπει τις ενέργειες των εργατών ολοένα περισσότερο σε μηχανικές, ώστε σ' ένα ορισμένο σημείο τη θέση τους μπορεί να πάρει ο μηχανισμός. (Αφορά την οικονομία ενέργειας.) Εδώ λοιπόν ο συγκεκριμένος τρόπος εργασίας εμφανίζεται άμεσα να μεταφέρεται από τον εργάτη στο κεφάλαιο με τη μορφή της μηχανής, κι αυτή η μετάθεση να απαξιώνει το εργατικό δυναμικό του εργάτη. Γι' αυτό και η πάλη των εργατών ενάντια στα μηχανήματα. Αυτό που ήταν δραστηριότητα του ζωντανού εργάτη γίνεται δραστηριότητα της μηχανής. Έτσι παρουσιάζεται στον εργάτη χειροπιαστά η ιδιοποίηση της εργασίας από το κεφάλαιο, το κεφάλαιο να απορροφά τη ζωντανή εργασία - "σαν ερωτοχτυπημένο".

Η ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία, δηλαδή η τοποθέτηση της κοινωνικής εργασίας στη μορφή της αντίθεσης κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, είναι η τελευταία ανάπτυξη της αξιακής σχέσης και της παραγωγής που βασίζεται στην αξία. Προϋπόθεσή της είναι και παραμένει: η μάζα άμεσου χρόνου εργασίας, η ποσότητα καταβλημένης εργασίας να αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα στην παραγωγή του πλούτου. Όμως στο μέτρο που αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, η δημιουργία του πραγματικού πλούτου ολοένα λιγότερο εξαρτιέται από τον χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας• ολοένα περισσότερο από τη δύναμη των υλικών παραγόντων που κινητοποιούνται στη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου• και η δύναμη αυτή -η ισχυρή τους αποτελεσματικότητα- δεν βρίσκεται σε καμιά σχέση προς τον άμεσο χρόνο εργασίας που κοστίζει η παραγωγή τους, αλλά αντίθετα εξαρτιέται από τη γενική κατάσταση της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας, δηλαδή λόγω της εφαρμογής αυτής της επιστήμης στην παραγωγή. (Η ανάπτυξη αυτής της επιστήμης, ιδιαίτερα της φυσικής επιστήμης, και μαζί της όλων των άλλων, συνδέεται κι αυτή πάλι με την ανάπτυξη της υλικής παραγωγής.) Π.χ. η γεωργία γίνεται απλή εφαρμογή της επιστήμης του υλικού μεταβολισμού: με ποιο τρόπο πρέπει να ρυθμιστεί ωφελιμότερα για ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Αντίθετα, ο πραγματικός πλούτος εκδηλώνεται -κι αυτό είναι το σημάδι της μεγάλης βιομηχανίας- στην τεράστια δυσαναλογία ανάμεσα στον καταβλημένο χρόνο εργασίας και το προϊόν του, όπως και στην ποιοτική δυσαναλογία ανάμεσα στην εργασία, που έχει αναχθεί σε καθαρή αφαίρεση, και τη δύναμη της παραγωγικής διαδικασίας που η εργασία επιβλέπει. Η εργασία δεν εμφανίζεται πια τόσο πολύ σαν ενταγμένη στην παραγωγική διαδικασία, όσο αντίθετα ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ο ίδιος σαν επόπτης και ρυθμιστής της παραγωγικής διαδικασίας. (Αυτό που ισχύει για τα μηχανήματα ισχύει εξίσου για τον συνδυασμό των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και την ανάπτυξη της ανθρώπινης συναλλαγής.) Δεν παρεμβάλλει πια ο εργάτης το τροποποιημένο φυσικό αντικείμενο σαν ενδιάμεσο όρο ανάμεσα στο αντικείμενο και τον εαυτό του• αντίθετα, παρεμβάλλει τη φυσική διαδικασία -που την μετατρέπει σε βιομηχανική- σαν μέσο ανάμεσα στον εαυτό του και την ανόργανη φύση, που την εξουσιάζει. Προβάλλει δίπλα στην παραγωγική διαδικασία αντί να αποτελεί τον κύριο παράγοντά της. Σ' αυτή τη μεταλλαγή, σαν μεγάλος ακρογωνιαίος λίθος της παραγωγής και του πλούτου δεν εμφανίζεται η άμεση εργασία που εκτελεί ο ίδιος ο άνθρωπος, ούτε ο χρόνος αυτής της εργασίας, αλλά η ιδιοποίηση της γενικής παραγωγικής δύναμης του ανθρώπου, η δική του κατανόηση της φύσης και ο εξουσιασμός της διαμέσου της ύπαρξης του ανθρώπου σαν κοινωνικού σώματος - μ' ένα λόγο, η ανάπτυξη του κοινωνικού ατόμου. Η κλοπή ξένου εργάσιμου χρόνου, όπου βασίζεται ο σημερινός πλούτος, παρουσιάζεται σαν μίζερη βάση μπροστά σ' αυτή τη νέα βάση που δημιούργησε και ανέπτυξε η ίδια η μεγάλη βιομηχανία.

Από τη στιγμή που η εργασία στην άμεση μορφή παύει να αποτελεί τη μεγάλη πηγή του πλούτου, παύει -αναγκαστικά- ο χρόνος εργασίας να είναι μέτρο του πλούτου, όπως και η μη-εργασία των λίγων έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη των γενικών δυνάμεων του ανθρώπινου μυαλού. Έτσι καταρρέει η παραγωγή που βασίζεται στην ανταλλακτική αξία, και η άμεση υλική παραγωγική διαδικασία αποβάλλει τη μορφή της ανέχειας και αντιθετικότητας. Η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των ατόμων, και άρα όχι η μείωση του αναγκαίου εργάσιμου χρόνου για να δημιουργηθεί υπερεργασία αλλά γενικά η μείωση της αναγκαίας εργασίας της κοινωνίας στο ελάχιστο, με αντίστοιχη τότε καλλιτεχνική, επιστημονική κ.λπ. καλλιέργεια των ατόμων, με τον χρόνο που ελευθερώθηκε και τα μέσα που δημιουργήθηκαν για όλους.

 Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη μεριά τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας• άρα τοποθετεί την υπερεργασία ολοένα περισσότερο σαν όρο -ζήτημα ζωής και θανάτου- για την αναγκαία. Από τη μια μεριά λοιπόν ξυπνά όλες τις δυνάμεις της επιστήμης και της φύσης, όπως και του κοινωνικού συνδυασμού και της κοινωνικής συναλλαγής, για να κάνει τη δημιουργία του πλούτου ανεξάρτητη (σχετικά) από τον χρόνο εργασίας που καταβλήθηκε γι' αυτόν. Από την άλλη μεριά, αυτές τις γιγάντιες κοινωνικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν μ' αυτό τον τρόπο θέλει να τις μετρήσει με τον χρόνο εργασίας, και να τις περιχαρακώσει μέσα στα όρια που απαιτούνται για τη διατήρηση της ήδη δημιουργημένης αξίας σαν αξίας. Οι παραγωγικές δυνάμεις και οι κοινωνικές σχέσεις -που κι οι δυο είναι διαφορετικές πλευρές της ανάπτυξης του κοινωνικού ατόμου- εμφανίζονται στο κεφάλαιο απλά και μόνο σαν μέσα, και για το κεφάλαιο δεν είναι παρά μέσα για να συνεχίσει να παράγει πάνω στη δική του στενή βάση. Στην πραγματικότητα όμως αποτελούν τους υλικούς όρους για να το ανατινάξουν. "Πραγματικά πλούσιο είναι το έθνος όταν δουλεύει 6 αντί για 12 ώρες. Ο πλούτος (ο πραγματικός πλούτος) δεν είναι εξουσιασμός χρόνου υπερεργασίας αλλά διαθέσιμος χρόνος -πέρα απ' αυτόν που χρειάζεται στην άμεση παραγωγή- για κάθε άτομο και για ολόκληρη την κοινωνία."

Η φύση δεν κατασκευάζει μηχανές, ατμομηχανές, σιδηρόδρομους, ηλεκτρικούς τηλέγραφους, αυτόματες κλωστικές μηχανές κ.λπ. Αυτά είναι προϊόντα της ανθρώπινης βιομηχανίας• φυσική ύλη που μετατράπηκε σε όργανο της ανθρώπινης βούλησης πάνω στη φύση, ή της ανθρώπινης δραστηριοποίησης μέσα στη φύση. Είναι όργανα του ανθρώπινου μυαλού δημιουργημένα με το ανθρώπινο χέρι; αντικειμενοποιημένη επιστήμη. Η ανάπτυξη του πάγιου κεφαλαίου δείχνει σε ποιο βαθμό η γενική κοινωνική γνώση, knowledge, έχει γίνει άμεση παραγωγική δύναμη, και άρα οι όροι της κοινωνικής βιοτικής διαδικασίας έχουν οι ίδιοι υπαχθεί στον έλεγχο του γενικού νου και έχουν μετασχηματιστεί αντίστοιχα. Σε ποιο βαθμό οι κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις έχουν παραχθεί, όχι μόνο με τη μορφή της γνώσης, αλλά σαν άμεσα όργανα της κοινωνικής πρακτικής• της πραγματικής βιοτικής διαδικασίας.


* Οι επικεφαλίδες προστέθηκαν για διευκόλυνση της μελέτης στην έκδοση 1939/41 με βάση τις Παραπομπές [Referate] του Μαρξ, ελαφρά τροποποιημένες. [Σημ. ratnet. Πηγή: Διονύσης Διβάρης, "Πρόλογος του μεταφραστή", στο Καρλ Μαρξ, Βασικές γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας [Grundrisse], τόμ. Α΄, Στοχαστής, Αθήνα 1989, σ. 27.]
** Πάγιο κεφάλαιο: το μέρος του σταθερού κεφαλαίου που χρησιμοποιείται για την αγορά κτιρίων και μηχανημάτων. [Σημ. ratnet. Πηγή: Ερνέστ Μαντέλ, Ο ύστερος καπιταλισμός, μτφρ.-επιμ. Ε.Π., εκδόσεις Εργατική Πάλη, Αθήνα 2004, σ. 645.]
*** Κυκλοφορούν κεφάλαιο: το μέρος του σταθερού κεφαλαίου που χρησιμοποιείται για την αγορά πρώτων υλών, ενέργειας και βοηθητικών υλών; συν το μεταβλητό κεφάλαιο που χρειάζεται για την αγορά της εργατικής δύναμης. [Σημ. ratnet. Πηγή: όπ.π., σ. 644.]


Πηγή: Καρλ Μαρξ, Βασικές γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας [Grundrisse], τόμ. Β΄, προλ.-μτφρ.-σημ. Διονύσης Διβάρης, Στοχαστής, Αθήνα 1990, σσ. 536-539. Τα πλάγια στο πρωτότυπο.


anestios: Μικρό αφιέρωμα στη σκέψη του , από έναν προβληματισμό πολύ χρήσιμο σαν αφετηρία και σήμερα πάνω στον αυτοματισμό, την καινοτομία, την πληροφορία και τελικά την ανθρώπινη εργασία.



Τετάρτη, 2 Μαΐου 2018

Πολιτική ορθότητα και ρατσισμός

Αντώνης Λιάκος

Η επίθεση εναντίον των μεταναστών στη Μυτιλήνη, και η υποστήριξη που βρήκαν οι δράστες από συντηρητικούς αρθρογράφους και σχολιαστές, με το επιχείρημα ότι αντιδρούν στην «υπερβολική πολιτική ορθότητα», θέτει ένα σοβαρό πολιτικό ζήτημα. Γιά να το δούμε.
Πριν από ένα μήνα, πήραν μεγάλη έκταση οι δηλώσεις ενός βουλευτή της Ν.Δ., ο οποίος δήλωσε «απαγορεύω σε οποιονδήποτε Αθίγγανο, γύφτο, και δεν συμμαζεύεται, να με ψηφίσει. […] Λυπάμαι που το λέω, λυπάμαι τα παιδάκια τα οποία γεννιούνται από αυτούς τους ανθρώπους χωρίς να το θέλουν και την κατάσταση στην οποία βρίσκονται». Τα λόγια αυτά κρύβουν μια νοοτροπία που παραπέμπει στη στείρωση και στην ευγονική, δηλαδή τον σκληρό πυρήνα του ρατσισμού.
Αναμενόμενη η ανασκευή τους από ένα μεγάλο κοινοβουλευτικό κόμμα, ωστόσο εκείνο που ενδιαφέρει είναι ποιοι και σε ποιο πλαίσιο λόγου τις υπερασπίστηκαν. Και ας μην πάει ο νους μας σε δεδηλωμένους ρατσιστές.
Λογοτεχνικός κριτικός σχολίασε το γεγονός: «Αυτή η ιστορία με την πολιτική ορθότητα έχει παραγίνει». Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διαβάσαμε ευφυολογήματα του τύπου «γιατί να μην λέμε τους γύφτους-γύφτους» και αν θα πρέπει να μετονομάσουμε τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» του Παλαμά σε «Δωδεκάλογο του Ρομά»!
Ευρεία δημοσιότητα πήρε επίσης άρθρο νεαρού λογοτέχνη «Εναντίον της πολιτικής ορθότητας», όπου η πολιτική ορθότητα χαρακτηρίζεται «μεταμοντέρνος μακαρθισμός», θεωρείται ότι θυμίζει το «1984» του Οργουελ, ότι παραπέμπει στην αστυνόμευση της σκέψης, στον ολοκληρωτικό έλεγχο της γλώσσας, στη δημιουργία ενδοτικών και ασπόνδυλων προσωπικοτήτων, και άβουλων όντων.
Το αποκορύφωμα αυτής της καταγγελίας είναι ότι «σε αυτήν την “τοξικά νεωτερική” αρένα κυριαρχούν οι έννοιες σεξισμός, ρατσισμός και φασισμός». Δηλαδή, η κριτική του σεξισμού, του ρατσισμού και του φασισμού, σύμφωνα με τον φέρελπι συγγραφέα, είναι «πολιτική ορθότητα, ένα επιβαλλόμενο καθεστώς που επιδιώκει να μας αποστειρώσει τη σκέψη, να μας απονεκρώσει συναισθηματικά». Απότοκο όλων αυτών, η αυθόρμητη αντίδραση: «Να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους», «να μη χάσουμε την αυθεντικότητα της ψυχής μας», «να μην αποκοπούμε από την παράδοσή μας» κ.λπ.
Δυστυχώς, δεν πρόκειται για περιθωριακές απόψεις, ολοένα και περισσότερο τις διαβάζουμε σε Μέσα που απευθύνονται στο καλλιεργημένο κοινό και αυτοχαρακτηρίζονται ως φιλελεύθερα και προοδευτικά. Με δυο λόγια, αυτό που θέλω να υποστηρίξω είναι ότι ο χλευασμός και η πολεμική στην πολιτική ορθότητα γίνεται το κέλυφος μέσα στο οποίο φωλιάζουν κάθε είδους διακρίσεις, τοξικές αντιλήψεις και συμπεριφορές. Αυτός ο σαρκασμός του πολιτικά ορθού, διάχυτος σε ολόκληρο το πολιτικό σώμα, φιλοξενεί έναν σικ ρατσισμό.
Να λέμε λοιπόν τα πράγματα με τ’ όνομά τους και χωρίς αυτολογοκρισία. Να αρχίσουμε να μιλάμε για μεγαλοκοπέλες και γεροντοκόρες, για ζωντοχήρες, για σακάτηδες, για καθυστερημένα και ανώμαλα παιδιά (υπήρχε στον Μεσοπόλεμο «Σχολή Ανωμάλων Παίδων»), για αράπηδες και γύφτους, για κύναιδους, για κουλούς, κουτσούς, μουγκούς και αόμματους, για λαθρομετανάστες. Γιατί αν χρησιμοποιούμε λέξεις που δεν πρέπει να στιγματίζουν και να καταδικάζουν, προφανώς υποκύπτουμε στη μεταμοντέρνα λογοκρισία και δεν αφήνουμε να μιλήσει η «αυθεντικότητα της ψυχής μας».
Υπερασπίζουμε λοιπόν την πολιτική ορθότητα; Αν μπορεί να ασκηθεί μια κριτική στην πολιτική ορθότητα, αυτή αφορά το γεγονός ότι με το να αλλάξουμε τον λόγο μας, με το να πάψουμε να μιλάμε προσβλητικά, δεν αίρονται οι διακρίσεις αν τις κρατάμε στην πράξη, αν δεν αλλάζουμε την πραγματικότητα αυτών που αφορούν.
Προφανώς είναι πολιτική ορθότητα να μην αποκαλείς καθυστερημένα και ανώμαλα, μια ειδική κατηγορία παιδιών. Αλλά αν δεν έχουν ειδική βοήθεια στο σχολείο, δεν αλλάζει η πραγματικότητα της τάξης και η επιθετικότητα των άλλων παιδιών ή και των γονιών τους Συμπερασματικά, η κοινωνική ιεραρχία και οι διακρίσεις που συνεχώς αναπαράγει δεν αλλάζουν με τα λόγια. Χρειάζονται πρακτικά μέτρα, ειδικές πολιτικές, θετικές διακρίσεις που βοηθούν τους πιο αδύναμους.
Ωστόσο, αν δεν αλλάξει ο λόγος μας, αν δεν προφυλάξουμε τους πιο αδύναμους και μέσα από τον τρόπο που αναφερόμαστε σε αυτούς, οι διακρίσεις θα βαθαίνουν και θα σκληραίνουν. Γιατί τα λόγια συγκροτούν τους βαθύτερους κώδικες, τα νοήματα μέσα από τα οποία καταλαβαίνουμε τον κόσμο μας – διαμορφώνοντας ανάλογα τις πράξεις μας.
Οι επικρίσεις στην πολιτική ορθότητα δεν οφείλονται στην ασυμφωνία λόγων και έργων. Γιατί οι αντιρρήσεις παίρνουν πολλές μορφές: «Τόσα κάνουμε για τους ξένους, ας κάνουμε και κάτι και για τους δικούς μας». Εντελώς υποκριτική δήλωση. Γιατί κανείς από όλους αυτούς που καταγγέλλουν την πολιτική ορθότητα δεν ενδιαφέρεται για τα δικαιώματα της εγκύου που απολύθηκε λόγω εγκυμοσύνης, όπως τόσες και τόσες ανυπεράσπιστες γυναίκες.
Γιατί κανείς από αυτούς δεν αναφέρθηκε στην απεργία των εργολαβικών εργατών, αυτού του σύγχρονου νόμιμου δουλεμπορίου. Ρωτήσατε ποτέ τον ταχυδρόμο που σας φέρνει την αλληλογραφία σας για τις εργασιακές του συνθήκες; Το πρόβλημα οφείλεται στον πανικό και στον κοινωνικό εγωισμό των μεσαίων στρωμάτων. Εκεί πρέπει να στραφεί η προσοχή μας.
www.efsyn.gr  30/4/2018
Υ.Γ από anestios: παρότι συχνά μου την δίνει και εμένα αυθορμήτως η υπερβολική πολιτική ορθότητα (ως έκφραση ενός υποκριτικού καθωσπρεπισμού) δεν μπορώ παρά να υποστηρίξω την θέση του Α.Λ. και βρίσκω ιδιαίτερα εύστοχη την παρατήρησή του ότι "Το πρόβλημα οφείλεται στον πανικό και στον κοινωνικό εγωισμό των μεσαίων στρωμάτων" . (οι υπογραμίσεςισ το κείμενο είναι δικές μου και δεν αφορούν τον Α.Λ.)
Να προσθέσω  δε το εξής:
Τα μεσαία στρώματα πλέον, είναι μια τελείως διαφορετικη κατηγορία από αυτήν που περιγράφαμε ως μεσαία στρώματα πριν την χρεοκοπία του 2010.Είναι τα τμήματα εκείνα που είτε επεβίωσαν από την καταστροφή, είτε /και βελτιώθηκε η θέση τους στην κοινωνική πυραμίδα.
 Ένα μικρό τμήμα των πάλαι ποτέ μεσαίων στρωμάτων έχει παραμείνει στην  θέση αυτή της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, το οποίο όντως κινείται με βάση τον φόβο της πιθανής καταστροφής και των ιδίων και είναι διατεθειμένο πολιτικά και πολιτισμικά να υποστηρίξει το οτιδήποτε δεν διαταράσσει την παρούσα ισορροπία . Η ανάγκη αυτή οδηγεί σε μια σειρά κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές συμπεριφορές , καλυπτόμενες ιδεολογικά μεταξύ άλλων και από ένα"φιλελευθερισμό" της κακιάς ώρας . Αλλά αυτά ίσως κάποια στιγμή να τα περιγράψουμε πιο αναλυτικά σε ένα ξεχωριστό σημείωμα


Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2018

Ο λαϊκισμός των αντιλαϊκιστών


του Κώστα Μελά
Μια από τις βασικές έννοιες, μέσω της οποίας επιχειρείται να επεξηγηθούν οι σημερινές πολιτικές εξελίξεις, είναι αναμφισβήτητα ο λαϊκισμός. Γνωστή ως έννοια, φορτισμένη κυρίως με αρνητικές συνδηλώσεις, είναι πολυχρησιμοποιημένη κυρίως από τις πολιτικές ελίτ.
Αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση, την χρησιμοποιούν κατά κόρον ενάντια  στις προτάσεις και στις απόψεις των αντιπολιτευόμενων, οι οποίοι αγωνίζονται να αποτελέσουν την ερχόμενη κυβέρνηση. Οι τελευταίοι, όταν κερδίσουν τις εκλογές και γίνουν κυβέρνηση, χρησιμοποιούν την ίδια έννοια του λαϊκισμού εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων, ακριβώς όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις.
Στο πλαίσιο του πολιτικού ανταγωνισμού, μεταξύ αντιπάλων αρχηγεσιών, κάθε συνάρθρωση “λαϊκών” αιτημάτων θα καταγγέλλεται, από τους κατέχοντας συγκυριακά την κυβέρνηση, σαν λαϊκίστικα. Ό,τι είναι για το έναν λαϊκό είναι για τον άλλον λαϊκίστικο και αντίστροφα. Πάντοτε ο λαϊκισμός είναι ο λαϊκισμός του άλλου. Έτσι, ο λαϊκισμός είναι μια έννοια αρνητικά φορτισμένη. Δεν υπάρχει κανένας είτε είναι πολιτικός, είτε είναι διανοούμενος, που να έχει αποδεχτεί τον τίτλο του λαϊκιστή.

Λαϊκισμός και ισότητα

Η έννοια του λαϊκισμού είναι συνυφασμένη, in senso lato, με την έννοια της ισότητας. Δεν μπορεί να υπάρξει η έννοια του λαϊκισμού, χωρίς άμεση αναφορά στην έννοια της ισότητας. Ισότητα που σαφέστατα δεν δύναται ποτέ να πραγματωθεί, αλλά, ως έννοια, έχει τρομερή δύναμη στο ιδεολογικό και συμβολικό επίπεδο.
«Λαϊκισμός είναι ο τρόπος, με τον οποίο γεφυρώνεται (προσωρινά) η αντίφαση ανάμεσα στην αρχή της γενικής ισότητας και στην (προσωρινή) έμπρακτη εξουσία μιας ελίτ μέσα στις συνθήκες της μαζικοδημοκρατικής πολιτικής» (Κονδύλης Παναγιώτης, Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1991, σ. 242 ).
Ενώ οι πολιτικές αρχηγεσίες θα ήθελαν να διατηρήσουν για τον εαυτό τους το μονοπώλιο των αποφάσεων, υποχρεώνονται να αποδεχτούν ορισμένες διαδεδομένες ιδέες, ή προκαταλήψεις που κολακεύουν τις μάζες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα και την αποδοχή στην πράξη των διαφόρων αιτημάτων που συνδέονται με τις παραπάνω απόψεις και αξιώνονται από διάφορες επαγγελματικές ή συντεχνιακές ομάδες.
«Ο εγγενής λαϊκισμός της μαζικής δημοκρατίας κάνει πρωταρχικό καθήκον των μελών των ελίτ να εκδηλώνουν επιδεικτικά σε κάθε δεδομένη ευκαιρία πόσο κοντά βρίσκονται στον απλό άνθρωπο. Μια στάση διαφορετική ερμηνεύεται ως περιφρόνηση των συνανθρώπων και της ισχύουσας αρχής της ισότητας και τιμωρείται ανάλογα» (Στο ίδιο, σ. 243).

Λαϊκισμός και μαζική δημοκρατία

Ως ιδεολογική έννοια, ο λαϊκισμός περιγράφει μια ήδη εμφανισθείσα αλλαγή της κοινωνικής βάσης. Στη συνέχεια, βεβαίως, σπρώχνει στη διαμόρφωση της κοινωνικής βάσης σύμφωνα με την δική του οπτική. Η πολιτική λειτουργία της έννοιας δεν έχει ανάγκη ορισμού σαφών κριτηρίων, με βάση τα οποία θα καθοριστεί το ακριβές περιεχόμενό της. Ως παραγόμενη έννοια, λαμβάνει υπόσταση από τις όποιες συνδηλώσεις προέρχονται από την καθορίζουσα και πρωταρχική έννοια της ισότητας.
Η τελευταία είναι, επίσης, μια έννοια με ασαφές περιεχόμενο, εκτός αν επιλεγούν, δια συμβάσεως, ορισμένα καθορισμένα κριτήρια, τα οποία να μην απαιτούν αναγωγή σε άλλα. Όμως και σε αυτή την περίπτωση, η πολιτική λειτουργία της έννοιας της ισότητας δεν έχει ανάγκη επιστημολογικών θεμελιώσεων. Αρκεί μια ασαφής-νεφελώδης προσέγγιση, υποστηριζόμενη καθημερινά από τα ΜΜΕ κάθε τύπου, για να αποκτήσει η λέξη «ισότητα» ένα σαφέστατο συμβολικό περιεχόμενο, το οποίο καθίσταται κυρίαρχο στον καθορισμό της συμπεριφοράς των ατόμων.
Στο σημείο αυτό κρίνεται αναγκαία μια επισήμανση υπό τύπου συμπεράσματος. Αυτό που συνάγεται από τα προηγουμένως λεχθέντα, καθιστά εμφανές ότι ο λαϊκισμός δεν είναι  ούτε μόνον προϊόν χειραγώγησης των λαϊκών στρωμάτων, ούτε αυτόνομο λαογενές προϊόν.
Όσοι επιχειρούν ερμηνείες στη βάση της μιας ή της άλλης μερικής αλήθειας, οδηγούνται σε αναλυτικά και πολιτικά αδιέξοδα. Συγκεκριμένα, είναι αναλυτικά ατελέσφορη και πολιτικά επικίνδυνη η αντίληψη που θεωρεί ως υπεύθυνους (του λαϊκισμού) άλλοτε τα λαϊκά στρώματα και άλλοτε τις αρχηγεσίες που τα εξαπατούν.
Κανένας δεν μπορεί να εξαπατήσει κανέναν αν η κοινωνική πραγματικότητα δεν εμπεριέχει το προβαλλόμενο αίτημα ως δυνατότητα που μπορεί να πραγματωθεί και η οποία βρίσκεται εν μέρει στα χέρια (ή στο κεφάλι) του αιτούντος. Πρέπει να υπάρχει το ευήκοον ους, όχι μόνο ως απλώς υπάρχον, αλλά και ως ευρισκόμενο σε υπερδιέγερση, έτοιμο να ακούσει κάτι που το ίδιο έχει προκαλέσει και αισθάνεται ότι πρέπει να ειπωθεί.

Λαϊκισμός και δημαγωγία

Αυτό δεν σημαίνει ότι και η δημαγωγία δεν μπορεί να είναι μέρος του λαϊκιστικού λόγου (Αντόνιο Γκράμσι, Passato e Presente – Grandi Ambitioni e Piccole Ambitioni – Quaderni di Cαrcere, Editori Riuniti, Roma). Όμως, δεν είναι δυνατόν να αναχθεί η έννοια της δημαγωγίας ως  βασική αναλυτική κατηγορία του λαϊκισμού. Εάν ίσχυε αυτό, τότε η ιστορικά διαπιστωμένη  διαχρονικότητα της έννοιας της δημαγωγίας στερεί οποιαδήποτε ερμηνευτική δυνατότητα στην έννοια του λαϊκισμού, ως ειδική κατηγορία της ιστορικής περιόδου της μαζικής δημοκρατίας.
Παράλληλα, κανείς δεν είναι σε θέση να καταστεί αυθεντικός διερμηνευτής των όποιων λαϊκών αιτημάτων και στόχων, ώστε να αποδείξει τη λαογένειά τους. Η όποια προσπάθεια καταβληθεί χρειάζεται την κατ’ αρχάς πρόταξη κριτηρίων, με βάση τα οποία θα πραγματοποιηθεί η επιλογή. Η καταφανής αδυναμία ύπαρξης παρόμοιων αντικειμενικών κριτηρίων καθιστά την όποια προσπάθεια μάταιη, ή τις περισσότερες φορές οδηγεί στην  αποδοχή, ως ορθού, κάθε λαϊκού αιτήματος.
Παρόλα αυτά και σε αυτές τις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες, σε κάποια χρονική στιγμή εμφανίζεται ως λαϊκισμός η αντίληψη που αναφέρεται ή επικαλείται τον λαό ως αντίπαλο δέος τόσο στην κατεστημένη δομή εξουσίας όσο και των κυρίαρχων ιδεών και αξιών. Επομένως, είναι σχεδόν αδύνατον να μιλήσουμε για δημοκρατική πολιτική χωρίς λαϊκισμό. (Canοvan M., Εμπιστοσύνη στον Λαό! Ο Λαϊκισμός και οι δύο όψεις της Δημοκρατίας, εκδόσεις Σύγχρονα Θέματα, Αθήνα, 2010, τεύχ. 110, σ. 58-69).

Λαϊκισμός και ολιγαρχία

Στις σύγχρονες δυτικές μαζικοδημοκρατίες η ισχνή και ρέπουσα προς την ολιγαρχία και αυταρχικότητα «δημοκρατία» αμφισβητείται. Με το υπάρχον καθεστώς των παγκοσμιοποιημένων αγορών, το πρόβλημα είναι ότι η πιθανότερη απάντηση είναι επίσης αυταρχική, αντιδημοκρατική και λαϊκιστική στην ακραία της μορφή. Απάντηση που σίγουρα δεν συνάδει με την έννοια της δημοκρατίας που εδράζεται στη λαϊκή κυριαρχία, την ισονομία και στην ισοπολιτεία.
Οι αρχηγεσίες που σήμερα θέτουν μόνες τους τον εαυτό τους στην πλευρά των «αντιλαϊκιστών» -τουλάχιστον στη σημερινή φάση της παγκόσμιας κατάστασης και κυρίως στην αναπτυγμένη Δύση- ουσιαστικά αποτελούν τους απολογητές της κατεστημένης εξουσίας και του υποδείγματος-καθεστώτος που κυριαρχεί τα τελευταία 30-40 έτη.
Το συγκεκριμένο υπόδειγμα-καθεστώς έχει προκαλέσει σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτιστικό) της ζωής των πολιτών στη Δύση -και όχι μόνο- αποτελέσματα που βρίσκονται στον αντίποδα της δικής του υπόσχεσης και εξαγγελίας. Οι σταυροφόροι του κυρίαρχου υποδείγματος-καθεστώτος (νεοφιλελευθερισμός) το είχαν επιβάλλει με τη διαβεβαίωση ότι θα αυξήσει τη γενική ευημερία.
Αν κρίνουμε εκ του αποτελέσματος, ουδέν ψευδέστερο. Αλλά δεν είναι αυτό το σημείο που θέλω να αναδείξω. Αυτό είναι εύκολο να αναδειχθεί με βάση τα πραγματολογικά στοιχεία. Το σημείο που θέλω να αναδείξω είναι ότι η όλη πολιτική θεώρηση της παγκοσμιοποίησης εκ μέρους των συγκεκριμένων αρχηγεσιών.

Λαϊκισμός και νεοφιλελευθερισμός

Δεδομένου ότι επικαλούνταν τη βελτίωση της γενικής ευημερίας των πολιτών, ουσιαστικά έκαναν σαφή αναφορά, in senso lato ή in senso stretto, στην έννοια της ισότητας. Προφανώς (ή όχι;) γνώριζαν ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Επομένως υπό την έννοια αυτή, ο λαϊκισμός ενυπήρχε και ενυπάρχει εγγενώς στον πολιτικό λόγο όλων εκείνων που υποστήριξαν και υποστηρίζουν το παρόν καθεστώς-υπόδειγμα (νεοφιλελευθερισμό).
Αλλά ακόμη και αν στην αρχή της εφαρμογής του συγκεκριμένου υποδείγματος δεν γνώριζαν τα αποτελέσματα της προτεινόμενης πολιτικής, τώρα τα γνωρίζουν. Συνεπώς, το να  επικαλούνται την ανάγκη συνέχισης  της ίδιας πολιτικής και να υποστηρίζουν το ίδιο υπόδειγμα-καθεστώς, στο όνομα της ισότητας και της γενικής ευημερίας των πολιτών, αποτελεί ακραίο δείγμα λαϊκισμού. Κι αυτό, δεδομένου ότι πλέον υπάρχουν απτά πραγματολογικά στοιχεία περί του ακριβώς αντιθέτου.
Παρακολουθώ έκπληκτος τη συζήτηση που γίνεται και στην Ελλάδα. Μετά την παντελή αποτυχία της σημερινής κυβέρνησης να πει τουλάχιστον την αλήθεια στον ελληνικό λαό για τις πρόσφατες και μελλοντικές εξελίξεις, οι φωνές που υπηρέτησαν με απόλυτη συνέπεια το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα-καθεστώς επιχειρούν να επανέλθουν σιγά-σιγά στο προσκήνιο. Ο μεγαλύτερος λαϊκισμός είναι τελικά αυτός που εξ αντανακλάσεως τρέφει τον λαϊκισμό στο όνομα του αντιλαϊκισμού!

Λαϊκισμός και κρίση

Ας το καταλάβουμε, ο λαϊκισμός αποτελεί  ενδημικό φαινόμενο της  σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής ζωής και παροξύνεται σε περιόδους κρίσης. Και οι δύο αντιπαρατιθέμενες αντιλήψεις οδηγούν τη Δύση και κυρίως την Ευρώπη σε υπαρξιακή κρίση, όπως μαρτυρούν αναρίθμητα συμπτώματα θανάσιμου κινδύνου.
Η εξέλιξη αυτή δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι αποτελεί σκοτεινό πεπρωμένο, μια ανεξιχνίαστη μοίρα. Απαιτείται πριν από όλα ένας πλήρης αναστοχασμός περί της υπαρκτής πραγματικότητας και των προβλημάτων που αυτή γεννά. Υπάρχουν υπεύθυνοι. Υπάρχουν λανθασμένες αντιλήψεις. Δεν έχω σκοπό να υπεισέλθω σε αυτά τα θέματα (Προσπαθώ να τα αναλύσω στο βιβλίο Κ. Μελάς – Γ. Παπαμιχαήλ, Όψεις της μετανεωτερικότητας στην ελληνική κοινωνία, εκδόσεις Αγγελάκη, Δεκέμβριος 2016).
Θέλω να σημειώσω μόνο ότι η κουλτούρα του Διαφωτισμού είναι κριτική. Σύμφωνα με αυτήν, καμία τάξη δεν νομιμοποιείται μόνο και μόνο επειδή υπάρχει. Καμία καθεστηκυία τάξη δεν είναι νόμιμη, αν είναι άδικη. Η δικαιοσύνη και η ευτυχία είναι σημαντικοί και θεμιτοί στόχοι και αξίες της πολιτικής δράσης, αλλά το γεγονός αυτό δεν υποσκάπτει την ελευθερία, διότι η κοινωνική δικαιοσύνη και η ελευθερία δεν είναι εννοιολογικά αντίθετες.
www.slpress.gr 9/3/2018

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Το (νεο)φιλελεύθερο «μαντρί» και η αντισυστημική ψήφος

του Σταύρου Λυγερού

Τα γεγονότα είναι πολλά και πεισματάρικα για να τα αγνοήσουμε. Η φιλελεύθερη συναίνεση που κυριάρχησε στη Δύση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κλυδωνίζεται. Η Δύση δεν βρίσκεται στο 2007, παρότι οι άρχουσες ελίτ έχουν την τάση να διαβάζουν τα γεγονότα λες και βρισκόμαστε πριν την εκδήλωση της μεγάλης κρίσης. Γι’ αυτό και συνήθως διαψεύδονται, γεγονός που τραυματίζει την αξιοπιστία τους. Δεν τους είναι, άλλωστε, εύκολο να χωνέψουν το γεγονός ότι το μέχρι πριν μερικά χρόνια χειραγωγημένο ακροατήριό τους έχει περιέλθει σε κατάσταση εκλογικής ημιανταρσίας.

Η αντισυστημική ψήφος συνήθως είναι βουβή. Ακολουθεί υπόγειες διαδρομές. Ειδικά όταν προέρχεται από μικρομεσαίους νοικοκυραίους με μάλλον συντηρητική ιδεολογία που δεν έχουν συνηθίσει να κάνουν πολιτικό θόρυβο, όπως οι δεδηλωμένοι αριστεροί και οι αμφισβητίες των κοινωνικών κινημάτων. Πριν 12 χρόνια θα ήταν αδιανόητο ο Σάντερς, ένας σοσιαλιστής από το μικρό και ασήμαντο Βερμόντ, να διεκδικούσε με αξιώσεις το χρίσμα των Δημοκρατικών από την Κλίντον. Και βεβαίως θα ήταν αδιανόητο ένας τύπος όπως ο Τραμπ να είχε εκλεγεί πρόεδρος.
Θα είχε μικρότερη σημασία εάν επρόκειτο για αμερικανική ιδιαιτερότητα. Πρόκειται, όμως, για φαινόμενο που απλώνεται σ’ όλη σχεδόν τη Δύση. Το Brexit μπορεί να πάτησε στον παραδοσιακό βρετανικό ευρωσκεπτικισμό, αλλά πήγασε από την ίδια μήτρα που τροφοδοτεί και την Ακροδεξιά και κάποια αριστερά ή ιδιότυπα κόμματα, τα οποία αλλάζουν τον παραδοσιακό πολιτικό χάρτη στη Δύση.

Με αριστερό ή ακροδεξιό πρόσημο

Στην Ελλάδα των Μνημονίων η εκλογική επιρροή του άλλοτε πανίσχυρου ΠΑΣΟΚ συρρικνώθηκε σε μονοψήφιο ποσοστό, ενώ η ΝΔ αγωνίζεται να φθάσει το ποσοστό που έπαιρνε όταν υφίστατο βαριά ήττα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που μια ζωή αγωνιζόταν να υπερβεί το 3% για να εισέλθει στη Βουλή, αναδείχθηκε δύο φορές πρώτο κόμμα και κυβερνά. Η Χρυσή Αυγή, που έπαιρνε 0,3%, σήμερα είναι σταθερά τρίτο κόμμα, παρά το γεγονός ότι η ηγεσία της είναι στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
Στην άλλοτε πρωταθλήτρια του ευρωπαϊσμού Ιταλία ο ευρωπαϊστής Ρέντζι έχασε με διαφορά το δημοψήφισμα και υποχρεώθηκε σε παραίτηση. Αν και το δημοψήφισμα αφορούσε σε συνταγματικά θέματα, έστειλε ένα ευρύτερο πολιτικό μήνυμα και κυρίως ένα μήνυμα για τη θέση της Ιταλίας στην Ευρωζώνη. Δεν είναι τυχαίο ότι εν όψει των εκλογών πρώτη δημοσκοπικά δύναμη είναι το Κίνημα του Γκρίλο που έχει ευρωσκεπτικιστικό πρόσημο. Σε αντίστοιχο μήκος κύματος κινείται και η Λέγκα του Βορρά.
Στη δε Αυστρία με την μακρά σοσιαλδημοκρατική παράδοση ο ακροδεξιός υποψήφιος για την Προεδρία της Δημοκρατίας έχασε μόλις και μετά από βίας. Πιθανόν, μάλιστα, να κέρδιζε εάν απέναντί του δεν ήταν ένας οικολόγος υποψήφιος με αντισυστημικό προφίλ. Από δε τις βουλευτικές εκλογές προέκυψε κυβέρνηση συνασπισμού μίας σκληρής Δεξιάς με την Ακροδεξιά.
Από το πουθενά έχουν γίνει κεντρικοί πολιτικοί παίκτες στην Ισπανία το αριστερό κίνημα Ποδέμος και στη χώρα της Μέρκελ το ξενοφοβικό και ευρωσκεπτικιστικό κόμμα “Εναλλακτική για τη Γερμανία”. Είναι ενδεικτικό Στην Ολλανδία η ακροδεξιά του Βίλντερς δεν κέρδισε την πρωτιά, αλλά ενίσχυσε τη δύναμή της. Σημαντικές εκλογικές επιδόσεις σημειώνουν ξενοφοβικά και ευρωσκεπτικιστικά κόμματα και σε αρκετές ακόμα βορειοευρωπαϊκές χώρες.
Στη Γαλλία χρειάσθηκε οι άρχουσες ελίτ να ρίξουν τα ρέστα τους στον άφθαρτο Μακρόν για να ανασχέσουν τη Λεπέν. Η πείρα των τελευταίων ετών μας έχει διδάξει ότι η αντισυστημική ψήφος ακολουθεί υπόγειες διαδρομές. Είδαμε, λοιπόν, τον σχεδόν μοναχικό καβαλάρη αριστερό Μελανσόν να αποσπά στον πρώτο γύρο εντυπωσιακό ποσοστό.

Οι φιλελεύθεροι αυτοϋπονομεύθηκαν

Το συμπέρασμα είναι ότι η παραδοσιακή πολιτική ηγεμονία του διδύμου της φιλελεύθερης συναίνεσης (Κεντροδεξιά-Κεντροαριστερά) αμφισβητείται. Τα μικρομεσαία στρώματα, που αρχίζουν να στρέφουν μαζικά την πλάτη στις παραδοσιακά κυρίαρχες πολιτικές παρατάξεις, δεν έχουν, βεβαίως, προσβληθεί από κάποιου είδους ιδεολογικό ιό που τα ωθεί προς τα άκρα. Η κύρια αιτία που αμφισβητούν την κατεστημένη τάξη πραγμάτων είναι ότι αυτή περισσότερο ή λιγότερο ανατρέπει τις σταθερές του βίου τους σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του Δυτικού Κόσμου.
Ο πολιτικός χάρτης των δυτικών χωρών αλλάζει περισσότερο ή λιγότερο λόγω των τεκτονικών αλλαγών που προκαλεί στις δυτικές κοινωνίες όχι μόνο η οικονομική κρίση του 2008, αλλά και η παγκοσμιοποίηση. Η παρόξυνση της ανισοκατανομής του πλούτου και η μετανάστευση της παραγωγής σε αναδυόμενες βιομηχανικές χώρες συμπιέζουν οικονομικά και κοινωνικά τη μεσαία τάξη και στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Η αντανάκλαση αυτής της συμπίεσης στο πολιτικό-κομματικό επίπεδο είναι ροκανίζει την πολιτική ηγεμονία της Κεντροαριστεράς και της Κεντροδεξιάς.
Και οι δύο αυτές παρατάξεις εδραίωσαν τη μακρόχρονη πολιτική ηγεμονία τους στο άρρητο κοινωνικό συμβόλαιο, με βάση το οποίο εξασφάλιζαν στα μικρομεσαία στρώματα ευημερία και Κοινωνικό Κράτος, ή ένα συνδυασμό των δύο. Από ένα χρονικό σημείο και πέρα, όμως, οι ηγεσίες τους συνέκλιναν στον φιελευθερισμό και λειτούργησαν σαν όχημα και για την παγκοσμιοποίηση και κατ’ επέκτασιν για την εφαρμογή της ατζέντας του νεοφιλελευθερισμού. Με άλλα λόγια, είναι οι ίδιες που υπονόμευσαν την ιδεολογική και πολιτική κυριαρχία της φιλελεύθερης συναίνεσης.
Η προσχώρησή τους στο νεοφιλελευθερισμό έλαβε χώρα παραλλήλως με την “υπαλληλοποίησή” τους, με το γεγονός ότι υπηρέτησαν και υπηρετούν την απληστία της ολιγαρχίας του χρήματος. Σύμφωνα με τους New York Times, στην οκταετία του Κλίντον στη δεκαετία του 1990 το 1% των Αμερικανών προσποριζόταν το 45% της αύξησης του ΑΕΠ. Στη οκταετία του Μπους (2000-08) το 45% έγινε 65% και στην οκταετία του Ομπάμα εκτοξεύθηκε στο 93%! Οι επιλογές τους είχαν ως αποτέλεσμα να υποσκάψουν την ευημερία της μεσαίας τάξης που αποτελεί το πολιτικοεκλογικό ακροατήριό τους. Με τον τρόπο αυτό, όμως, ροκάνισαν το κλαδί που στηρίζονται.
Αυτό δεν φάνηκε αμέσως, επειδή για μία περίοδο η ευημερία συντηρήθηκε με δημόσιο δανεισμό. Με την κρίση, όμως, η πραγματικότητα αναδύθηκε στην επιφάνεια. Είναι τότε που για λόγους δημοσιονομικής ισορροπίας επεβλήθη το δόγμα της λιτότητας και η αποδόμηση των εργασιακών δικαιωμάτων. Με όργανο τις πολιτικές ελίτ η ολιγαρχία του χρήματος το έχει παραξηλώσει. Για την ακρίβεια, με κυνισμό αποδομεί τα αμορτισέρ που μεταπολεμικά όχι μόνο διατήρησαν την κοινωνική ειρήνη, αλλά και τροφοδότησαν μία πρωτοφανή οικονομική ανάπτυξη.

Η εκλογική εξέγερση των μικρομεσαίων

Μεγάλο τμήμα των παραδοσιακών μεσαίων τάξεων δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο να διατηρήσει το επίπεδο ευημερίας, ενώ τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα δυσκολεύονται να επιβιώσουν αξιοπρεπώς. Η παγκοσμιοποίηση πετάει έξω από το “τρένο” μικρομεσαίους νοικοκυραίους, ειδικά μικρομεσαίους επιχειρηματίες και βεβαίως την παραδοσιακή εργατική τάξη που έχει πληγεί καίρια από την αποβιομηχάνιση.
Αυτό φάνηκε καθαρά και στο βρετανικό δημοψήφισμα και στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές. Όσοι εργαζόμενοι είναι μέσα στο “τρένο” της παγκοσμιοποίησης ψήφισαν φανατικά υπέρ της παραμονής της Βρετανίας στην ΕΕ. Το ίδιο και στις ΗΠΑ. Μία ματιά στον αμερικανικό εκλογικό χάρτη δείχνει ότι η Χίλαρι ψηφίσθηκε κατά κανόνα από την ανώτερη τάξη και τα μεσαία στρώματα που έχουν ενσωματωθεί στο πλαίσιο του οικονομικού φιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης.
Επίσης, από τις μειονότητες (μαύροι, ισπανόφωνοι, μουσουλμάνοι κ.α.) που φοβήθηκαν από την αντιμεταναστευτική ρητορική του υποψηφίου των Ρεπουμπλικάνων. Και οι δύο αυτές κατηγορίες ζουν περισσότερο στην ανατολική και στη δυτική ακτή, οι οποίες και βάφτηκαν γαλάζιες (Δημοκρατικοί). Αντιθέτως, οι ενδιάμεσες Πολιτείες βάφτηκαν κόκκινες (Ρεπουμπλικάνοι).
Δεν είναι του παρόντος να εξετάσουμε την πολιτική που ο Τραμπ ασκεί ως πρόεδρος. Έχει σημασία να εντοπισθούν οι λόγοι που η ρητορική του βρήκε τόσο μεγάλο αντίκρισμα στο εκλογικό σώμα. Όταν, λοιπόν, αναρωτιόταν γιατί το iphone να φτιάχνεται στην Κίνα και όχι στις ΗΠΑ, άγγιζε ευαίσθητες χορδές δεκάδων εκατομμυρίων Αμερικανών που άμεσα ή έμμεσα έχουν πληγεί από την αποβιομηχάνιση. Ήταν προεκλογικό “πυρηνικό” όπλο η υπόσχεσή του ότι θα επιβάλλει δασμούς 35% στα εισαγόμενα για να υποχρεώσει σε επαναπατρισμό τις αμερικανικές επιχειρήσεις, που έχουν μεταφέρει τα εργοστάσιά τους σε χώρες χαμηλού εργατικού κόστους και ανύπαρκτων εργασιακών δικαιωμάτων.

Χάνεται ο έλεγχος

Προς την ίδια κατεύθυνση λειτούργησε και η ρητορική του για λήψη δραστικών μέτρων εναντίον του μεταναστευτικού ρεύματος. Η μαζική είσοδος μεταναστών παροξύνει το ένστικτο αυτοσυντήρησης κοινωνιών που ήδη νοιώθουν ότι απειλούνται με φτωχοποίηση. Γι’ αυτά τα τμήματα του πληθυσμού, ο ανταγωνισμός από τη φθηνή εργασία των μεταναστών βιώνεται σαν πρόσθετη απειλή. Γι’ αυτό και ως αντίδραση στις ΗΠΑ επικρατεί ένα αίσθημα νοσταλγίας για τις παλιές καλές ημέρες. Αντιστοίχως, στην Ευρώπη ενισχύεται η τάση παλινδρόμησης στο εθνικό κράτος.
Όσο οι άρχουσες ελίτ συνειδητοποιούν ότι χάνουν τον πολιτικό έλεγχο μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας τόσο καταφεύγουν με αντιδημοκρατικές πρακτικές. Σερβίρουν νέου τύπου “αριστοκρατικές” αντιλήψεις, με σκοπό να αμφισβητήσουν την ικανότητα του λαού να αποφασίζει για κρίσιμα ζητήματα. Το είδαμε στην περίπτωση του Brexit, το ξαναείδαμε με την εκλογή Τραμπ.
Στην πραγματικότητα, αμφισβητούν τον πυρήνα της αστικής δημοκρατίας, η οποία, στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, τείνει να μετατραπεί σε κέλυφος. Οτιδήποτε αμφισβητεί τη δέσμη των κυρίαρχων θέσεων χαρακτηρίζεται λαϊκισμός, απαξιώνεται και εξοβελίζεται. Είναι τέτοια η περιφρόνηση που επιδεικνύουν οι άρχουσες ελίτ προς το «πόπολο» και έχει γίνει τέτοια κατάχρηση στην πλύση εγκεφάλου, κυρίως με την ιδεολογική ρομφαία του «αντιλαϊκισμού», που πλέον φέρνει το αντίθετο αποτέλεσμα. Όταν τα κατεστημένα Μίντια υποστηρίζουν με πάθος κάτι, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αντανακλαστικά υιοθετεί την αντίθετη θέση.
Τόσο η παγκοσμιοποίηση όσο και το μεταναστευτικό ρεύμα τροφοδοτούν τη διάχυτη οικονομική-κοινωνική ανασφάλεια των παραδοσιακών μικρομεσαίων στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Στην πραγματικότητα, παραλλήλως με την παραδοσιακή διαχωριστική γραμμή Δεξιά-Αριστερά, αναδύεται από τα σπλάχνα των δυτικών κοινωνιών μία νέα διαχωριστική γραμμή που παραπέμπει σε μία νέα κοινωνικοταξική πραγματικότητα.
www.slpress.gr  18/2/2018