Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Κλειδί η αύξηση της παραγωγικότητας χωρίς μείωση μισθών

του Κώστα Μελά

Το 2018 έκλεισε με την ελληνική οικονομία να παρουσιάζει σημάδια σταθεροποίησης. Όμως, το νέο έτος, που σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις θα είναι το τρίτο κατά σειρά έτος μεγέθυνσης της οικονομικής δραστηριότητας, ξεκινά με εντεινόμενους κινδύνους σε παγκόσμιο επίπεδο. Με βάση όλες τις εκτιμήσεις το 2019 θα είναι μια δύσκολη χρονιά. Στη διεθνή οικονομία, επικρατούν συνθήκες ήπιας επιβράδυνσης που ανά πάσα στιγμή μπορεί να χειροτερεύσουν. Οι αγορές κεφαλαίων έχουν εισέλθει σε αμυντική φάση και η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή από μια πιθανή εντατικοποίηση των εμπορικών πολέμων παγκοσμίως, σε συνδυασμό με ένα ασύντακτο Brexit.
Οι τάσεις προστατευτισμού που διαμορφώνονται κυρίως μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, η πολιτική αβεβαιότητα στην Ευρώπη, σε συνδυασμό με τις μεταναστευτικές ροές που πυροδοτούν ολοένα και περισσότερες εθνικιστικές τοποθετήσεις αποτελούν τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την παγκόσμια οικονομία το 2019. Στα προαναφερθέντα χρειάζεται να προστεθούν οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, η αυξητική τάση των επιτοκίων και η επιβράδυνση της διεθνούς επενδυτικής δραστηριότητας.
Οι προκλήσεις αυτές αναπόφευκτα θα επηρεάσουν και την Ελλάδα, η οποία θα πρέπει να αναζητήσει κεφάλαια στις αγορές για να καλύψει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες, καθώς για πρώτη φορά έπειτα από εννέα χρόνια θα στηρίζεται στις δικές της δυνάμεις, χωρίς την οικονομική στήριξη που παρείχαν τα μνημόνια με τους Ευρωπαίους εταίρους και το ΔΝΤ.
Στην Ελλάδα, στο πολιτικό επίπεδο, θα υπάρξουν συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις που αυξάνουν την αβεβαιότητα. Ενώ τα οικονομικά θεμελιώδη μεγέθη εξελίσσονται ικανοποιητικά, η ανάπτυξη παραμένει εγκλωβισμένη σε χαμηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης, με ορατό τον κίνδυνο υποτροπής.

Ενίσχυση της παραγωγικότητας

Για να αντιμετωπιστούν οι παραπάνω προκλήσεις και για να καλυφθεί η αποεπένδυση και η απώλεια των εισοδημάτων που προκάλεσε η παρατεταμένη ύφεση, απαιτείται το εξής. Συγκεκριμένα, χρειάζεται η περαιτέρω ενίσχυση της παραγωγικότητας της χώρας, ώστε η ελληνική οικονομία να θωρακιστεί έναντι της διαφαινόμενης κάμψης της παγκόσμιας οικονομίας και να επιτευχθούν ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης στο μέλλον.
Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική, αν ληφθεί υπόψη ότι η μεγέθυνση της οικονομίας εξακολουθεί να στηρίζεται σήμερα πρωτίστως στην εγχώρια ζήτηση, η οποία σε σημαντικό βαθμό τροφοδοτείται από τις εξαγωγές και τον τουρισμό. Οι δυο συγκεκριμένοι τομείς πρώτοι από όλους θα κινδυνεύσουν από έναν διεθνή κύκλο οικονομικής επιβράδυνσης. Απαιτείται επομένως η αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας η οποία πρωτίστως επιτυγχάνεται μέσω της αύξησης των επενδύσεων και δη των ιδιωτικών.
Μέχρι σήμερα και σε όλα τα χρόνια της μνημονιακής πραγματικότητας, οι όποιες προσπάθειες αύξησης της παραγωγικότητας στον ιδιωτικό τομέα πραγματοποιούνται κυρίως μέσω της διεύρυνσης των ευέλικτων μορφών εργασίας. Πραγματοποιούνται, όμως, και μέσω της απειλής απόλυσης και αντικατάστασης των υφιστάμενων εργαζομένων από τη μεγάλη δεξαμενή ανέργων. Όμως, η άνοδος της παραγωγικότητας μέσω της εντατικοποίησης της εργασίας έχει περιορισμένα όρια που καθορίζονται από τις φυσικές αντοχές των εργαζομένων.

Ανάπτυξη της τεχνολογίας

Ιστορικά η διεύρυνση των παραγωγικών δυνατοτήτων προέκυψε περισσότερο από την ανάπτυξη της τεχνολογίας, από την αποτελεσματικότερη διοικητική λειτουργία των επιχειρήσεων καθώς και από τον εμπλουτισμό του εργατικού δυναμικού. Ειδικά για το τελευταίο, η αύξηση του ποσοστού των μακροχρόνια ανέργων έχει συμβάλει στην απώλεια ή στασιμότητα των δεξιοτήτων, με επίσης αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα.
Επιπλέον, μια μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, περισσότερο μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας παρά μέσω της μείωσης των μισθών, είναι πιο αποτελεσματική. Κι αυτό, επειδή δεν πραγματοποιείται τόσο σε βάρος των καταναλωτικών δαπανών με τις επακόλουθες (πολλαπλασιαστικές) επιπτώσεις στη ζήτηση και τελικά στο παραγόμενο προϊόν. Επίσης, συμβάλλει πιο αποφασιστικά στην απομείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, μέσω της οικονομικής μεγέθυνσης.
Ασφαλώς, η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας απαιτεί έναν πιο μακροχρόνιο σχεδιασμό, που στη βάση του υπάρχει η αύξηση των επενδύσεων και η ποιοτική αναβάθμιση του εργατικού δυναμικού. Με απλά λόγια οι Έλληνες επιχειρηματίες έχουν σημαντική ευθύνη για την παρατηρούμενη  στασιμότητα της παραγωγικότητας. Η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας που επιτεύχθηκε την περίοδο των μνημονίων είναι προφανώς αποτέλεσμα της μείωσης των ονομαστικών μισθών και όχι της αύξησης της παραγωγικότητας. Σήμερα, που πλέον η πολιτική των μειώσεων των ονομαστικών μισθών δεν τίθεται στο τραπέζι, εμφανίζεται ο κίνδυνος στασιμότητας της παραγωγικότητας.
www.slpress.gr 11/2/2019

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

«Προδότες» και «ξεπουλημένοι» θα στέψουν τον επερχόμενο ακροδεξιό Δημαγωγό!

του Γιώργου Παπανικολάου


Εδώ και πολύ καιρό είναι προφανές ότι υπάρχει εξαιρετικά έντονη όξυνση στο πολιτικό σκηνικό, που ας με συγχωρήσουν οι οπαδοί της, αλλά περισσότερο οφείλεται σε παρασκηνιακούς παράγοντες της πολιτικής και λιγότερο στις «ιδεολογικές» ή «ποιοτικές» διαφορές των πολιτικών αντιπάλων.
Ωστόσο, αρχής γενομένης με την υπόθεση της συμφωνίας των Πρεσπών, κι ενώ πλησιάζουμε προς τις τριπλές εκλογές, η κατάσταση φαίνεται να ξεφεύγει από κάθε έλεγχο. Τα περί «προδοσίας» και «ξεπουλήματος» δίνουν και παίρνουν, σε βαθμό που θα έκανε κάθε ανυποψίαστο παρατηρητή που δεν γνωρίζει τι ακριβώς λέει η συμφωνία, να πιστέψει ότι μια ελληνική κυβέρνηση παραχώρησε εδάφη σε κάποια άλλη χώρα.
Δεν είναι επίσης λίγοι εκείνοι που -ατιμώρητα καθώς εξακολουθούμε να ζούμε σε μια χώρα που σέβεται το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου -αρθρογραφούν πλέον καθημερινά, σε μέσα καθόλου περιθωριακά κατά τα άλλα, κάνοντας λόγο για «πραξικοπηματίες», που απειλούν να καταλύσουν (αν δεν το έχουν ήδη πράξει) τη Δημοκρατία. Αναφερόμενοι όμως, στην εκλεγμένη κυβέρνηση της χώρας, η οποία καλώς ή κακώς, λαμβάνει κάθε τόσο, τα συγχαρητήρια της κατά τεκμήριο δημοκρατικής Ευρωζώνης.
Πρόκειται για συνέχεια της παλαιόθεν γνωστής νεοελληνικής υπερβολής, που μεγεθύνθηκε τα χρόνια της κρίσης, αρχής γενομένης πολύ πριν το 2015, με τα περί «δοσίλογων» και «γερμανοτσολιάδων». Τώρα, θα πουν κάποιοι σκωπτικά, η σημερινή αντιπολίτευση τους πληρώνει με το ίδιο νόμισμα. Ναι, θα ήταν ίσως γραφικό, αν δεν ήταν τόσο επικίνδυνο.
Γιατί την ώρα που οι «ξύπνιοι» των μεγάλων πολιτικών επιτελείων αγαλλιάζουν για την επιτυχία τέτοιου είδους ταπεινών τεχνασμάτων, την ίδια ώρα που όσοι παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις και γνωρίζουν λίγο πολύ τι συμβαίνει ανθυπομειδιούν ή απλώς χλευάζουν, για τα τερτίπια των πολιτικών, κάποιοι άλλοι, δυστυχώς πολύ περισσότεροι, πείθονται ότι το πολιτικό σκηνικό είναι ξεπουλημένο, ότι οι βουλευτές είναι προδότες, κι ότι η χώρα, αφού πρώτα «σκλαβώθηκε» από τους μεν, τώρα «ξεπουλιέται» από τους δε!
Θα τολμήσω μάλιστα να παρατηρήσω ότι στην παρούσα φάση τα πράγματα είναι ακόμη πιο επικίνδυνα, διότι καλώς ή κακώς, η κοινή γνώμη δεν αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο τα οικονομικά και τα «πατριωτικά» θέματα. Στα πρώτα φαίνεται να υπάρχει μεγαλύτερος βαθμός στωικότητας και ανοχής, ίσως διότι δεν συσχετίζονται άμεσα με το συναίσθημα, την «ταυτότητα», την παράδοση, αλλά και την «υπαρξιακή» απειλή.
Ακόμη χειρότερο δε, είναι όταν τα πλήγματα διαδέχονται το ένα το άλλο. Όταν ένας πολίτης π.χ. της Μακεδονίας, που υπέστη μεγάλη μείωση των εισοδημάτων του, τα προηγούμενα χρόνια, που ένοιωσε ότι η οικονομική (τουλάχιστον) διακυβέρνηση του, γίνεται από το εξωτερικό, «μαθαίνει» τώρα ότι απειλείται και η καταγωγή του, η αίσθηση της συνέχειας, με έναν τρόπο και το ίδιο το έδαφος στο οποίο κατοικεί, αφού η Μακεδονία «ξεπουλήθηκε», από ξενοκίνητους προδότες.
Από τη στήλη αυτή είχαμε έγκαιρα καταγράψει ότι με την αλόγιστη προ-κρίσης πολιτική, τα τότε «συστημικά» κόμματα, έκαναν ότι μπορούσαν για να πυροβολήσουν τα πόδια τους. Και δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι το ένα εκ των δύο, εκείνο που κυβέρνησε τον περισσότερο χρόνο τις τελευταίες δεκαετίες, απέμεινε μια σκιά του εαυτού του, λαμβάνοντας ποσοστά αντίστοιχα και μικρότερα της… Χρυσής Αυγής. Όσα συμβαίνουν όμως γύρω μας το τελευταίο διάστημα, δείχνουν ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, αν και σε άλλο επίπεδο.
Το νέο «σύστημα» που έχει αναδυθεί, απαρτίζεται κατά βάση από ένα παλαιότερο κόμμα, τη Νέα Δημοκρατία, κι ένα νεότερο, το ΣΥΡΙΖΑ, που μπορεί να ξεκίνησε με «αντισυστημική» κι ενίοτε ακραία ρητορική,( θα σκίσουμε τα μνημόνια κλπ), αλλά εξελίχθηκε, (διαθέτοντας μια χαρισματική ηγετική φυσιογνωμία), σε «συστημικό» παράγοντα, εκτονώνοντας έτσι ακίνδυνα ένα μέρος από την οργή της κοινωνίας.
Τα ίδια κόλπα όμως, δεν πετυχαίνουν πολλές φορές στο ίδιο κοινό.
Ολοένα και περισσότερο, τμήμα της κοινής γνώμης πείθεται πως οτιδήποτε προέρχεται από την «κατεστημένη» πολιτική εξουσία είναι για κακό. Ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, φαίνεται να πιστεύει ότι τα δύο μεγάλα κόμματα αλλά και μικρότερα της σημερινής Βουλής, είναι ανάξια ψήφου, στην καλύτερη περίπτωση, ή άξια της «κρεμάλας», στη χειρότερη. Τα γράφουν άλλωστε και στο Facebook.
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω το ακριβές ποσοστό των πολιτών που για διάφορους λόγους, εμφανίζονται σήμερα λιγότερο ή περισσότερο έτοιμοι να «προσκυνήσουν» έναν πραγματικά γνήσιο «δημαγωγό» της άκρας δεξιάς. Το βέβαιο είναι ότι τα ποσοστά που αποτυπώνονται -όχι πλήρως- μέσω Χρυσής Αυγής, μόνο καθησυχαστικά δεν είναι.
Όπως είναι βέβαιο ότι αν και όταν εμφανιστεί, αυτός ο δημαγωγός, (όχι απαραίτητα ως νέο και άγνωστο σήμερα πρόσωπο), το πολιτικό σκηνικό θα ταρακουνηθεί συθέμελα. Κι όχι χωρίς ευθύνη του σημερινού συστήματος, που εξακολουθεί να πυροβολεί τα πόδια του!

ΥΓ: Από την πορεία των εξελίξεων στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι εμφανές ότι τα συστατικά της τρέχουσας συγκυρίας, ευνοούν την εμφάνιση ακροδεξιών σχηματισμών, κυρίως λόγω της ανασφάλειας για την παγκοσμιοποίηση και τη μετανάστευση, αλλά και του χρόνου που πέρασε από την εποχή που η Ευρώπη βίωσε για τελευταία φορά τις συνέπειες τέτοιου είδους «διακυβερνήσεων» .

Θα ήταν παράδοξο να μην συμβεί το ίδιο και στη χώρα μας, ιδίως μετά τα όσα συνέβησαν με αφορμή τη συμφωνία των Πρεσπών. Αυτό που λείπει-ευτυχώς-σήμερα στην ελληνική ακροδεξιά, είναι η ηγετική φυσιογνωμία. Ως γνωστόν όμως τόσο η φύση όσο και η πολιτική, απεχθάνονται το κενό και το καλύπτουν. Μάλλον όχι σε αυτές τις εκλογές, πολύ πιθανό όμως, πριν τις επόμενες.

www.euro2day.gr 4/2/2019

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2019

Όλα άλλαξαν για να μην αλλάξει τίποτα στην οικονομία!

του Κώστα Μελά


Πίσω από όλες τα μεγάλα λόγια, τις φανταχτερές εκφράσεις, τα πομπώδη συνθήματα για την υποτιθέμενη επερχόμενη αλλαγή στην ελληνική οικονομία φαίνεται να υπάρχει σκόπιμη (ή και αθέλητη) απόκρυψη της «νέας» πραγματικότητας. Η προσεκτική ματιά ανακαλύπτει με ευκολία ότι το πολυδιαφημιζόμενο «νέο» οικονομικό υπόδειγμα, το οποίο σιγά-σιγά αποκαλύπτεται, δεν διαφέρει σχεδόν σε τίποτε από αυτό που ίσχυε μέχρι σήμερα.

Προσοχή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν άλλαξαν όλα! Ακριβώς άλλαξαν όλα για να μείνουν όλα τα ίδια, όπως χαρακτηριστικά ήλπιζε ο πρίγκιπας di Lambedusa. Από τη γωνία εμφανίζεται σιγά-σιγά η «νέα» οικονομική πραγματικότητα που αποτελεί αντίγραφο της παλαιάς. Η βασική αλλαγή που πραγματώθηκε με την εφαρμογή του Μνημονίου, οφείλεται στη μετατόπιση του άξονα της οικονομικής πολιτικής προς την πλευρά της δημοσιονομικής προσαρμογής σύμφωνα και με το νέο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Διακυβέρνησης, όπως αυτό ισχύει από την αρχή του 2014.
Αυτή η μετατόπιση αποτελεί το μακροοικονομικό πλαίσιο, εντός του οποίου καλείται να δημιουργηθεί το νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα. Σωστότερα, είναι το πλαίσιο που επιχειρεί να επιβάλλει επιτακτικά τους όρους δημιουργίας του νέου αναπτυξιακού υποδείγματος. Δεν περιλαμβάνει, με τη γενική έννοια, απλά τους διεθνείς περιορισμούς. Αποτελεί, επίσης, το ατσάλινο πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας που δεν επιδέχεται ευελιξίες και ευλυγισίες.
Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί αποτελούν τη βαρύνουσα πλευρά του πλαισίου, αποτρέποντας σχεδόν παντελώς τις κεϋνσιανές σταθμισμένες παρεμβατικές πολιτικές. Αυτό αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία μετά από τη μεγάλη κρίση του 1929. Με απλά λόγια, μέχρι το 2022 αυτό σημαίνει για την ελληνική οικονομία τα εξής:
  • Δημιουργία συνεχών πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% μέχρι το 2022, τα οποία θα εκρέουν από το εισοδηματικό κύκλωμα, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το δημόσιο χρέος.
  • Ισοσκελισμένο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
  • Η μεγέθυνση της οικονομίας επαφίεται στις επενδύσεις και στις εξαγωγές.
  • Η ανεργία θα μειωθεί μόνο με τη δημιουργία νέων θέσεων από τις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα.
Δεν χρειάζεται να θέσουμε υπό τη βάσανο της θεωρητικής κριτικής τις παραπάνω θέσεις, διότι είναι η ίδια η εξέλιξη της πραγματικότητας, η οποία δίνει καταρχάς απαντήσεις. Οι αλλαγές που επήλθαν και συνεχίζουν να επέρχονται (οι περίφημες μεταρρυθμίσεις) έχουν αλλάξει ολοκληρωτικά το θεσμικό πλαίσιο της οικονομικής διαδικασίας.

Το κόστος της δημιουργικής καταστροφής

Οι συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις προκάλεσαν ένα τεράστιο κόστος στην ελληνική οικονομία σε καταστροφή παραγωγικού δυναμικού (κλείσιμο ή υποαπασχόληση παραγωγικού δυναμικού των επιχειρήσεων, υψηλή ανεργία κτλ). Στην Ελλάδα, με βάση το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, επιτεύχθηκε μόνο η ποσοτική μείωση του εισοδήματος (25%) και κατ’ αναλογία η μείωση των εισοδηματικών κριτηρίων (από 30-40%). Επίσης μειώθηκε η αξία των περιουσιακών στοιχείων, με αποτέλεσμα το σπάσιμο της φούσκας που είχε δημιουργηθεί μέσω του δημόσιου δανεισμού και η οποία δεν μπορούσε πλέον να αναχρηματοδοτηθεί.
Παρότι το καταβληθέν κόστος ευκαιρίας είναι υπέρμετρα υψηλό και καταστροφικό, με τεράστια ανεκτικότητα θα μπορούσε κανείς να το θεωρήσει κόστος της δημιουργικής καταστροφής. Όμως, ούτε αυτό μπορεί να υποστηριχθεί εκ του αποτελέσματος. Το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις αγορές προϊόντων, την αγορά εργασίας, τις αγορές επενδύσεων-αποταμιεύσεων και τις αγορές χρήματος έχει μεταβληθεί ολοκληρωτικά.
Στόχος όλων αυτών των αλλαγών είναι η συμβολή τους στην ανάδυση ενός ποιοτικά διαφορετικού οικονομικού υποδείγματος, το οποίο θα βασίζεται στη «νέα επιχειρηματικότητα», στην «εξωστρέφεια», στην «ενσωμάτωση νέων υψηλής στάθμης τεχνολογιών», αλλά και στη μεταλλαγή των υφισταμένων παραγωγικών μονάδων σε διεθνώς ανταγωνιστικές.
Αυτό σημαίνει ότι σήμερα θα έπρεπε να ανιχνεύονται τουλάχιστον σημάδια αυτής της ποιοτικής μεταλλαγής του παραγωγικού υποδείγματος τόσο μικροοικονομικά όσο και μακροοικονομικά. Θα έπρεπε να παρατηρείται ενδυνάμωση των εξωστρεφών κλάδων και αύξηση των εξαγωγών με σαφή αλλαγή στο μείγμα των εξαγομένων προϊόντων (προϊόντα υψηλότερης ενσωματωμένης τεχνολογίας, μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία κτλ).

Άφαντοι οι επενδυτές

Όλες οι κυβερνήσεις μετά το 2010, συνεπικουρούμενες από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, προσπαθούν επίμονα να πείσουν ότι αυτό συμβαίνει. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν υπάρχει κάτι που αξίζει να θεωρηθεί σημαντικό. Μεμονωμένες προσπάθειες γίνονται, όπως πάντοτε στον ελλαδικό χώρο, αλλά ακριβώς επειδή είναι μεμονωμένες, δεν αποκτούν τη δυναμική που θα μπορούσαν σε ένα διαφορετικό περιβάλλον. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να παράγει το ίδιο καλάθι προϊόντων και στους τρεις τομείς της.
Η αλλαγή της παραγωγικής βάσης χρειάζεται επέκταση σε καινοτόμα προϊόντα σύγχρονης τεχνολογίας. Αυτό μπορούν να το επιτευχθεί κυρίως μέσω των πολυεθνικών επιχειρήσεων και των άμεσων ξένων επενδύσεών τους σε μία χώρα. Ας σημειωθεί ότι ο κύριος όγκος των ξένων επενδύσεων πραγματοποιείται μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών. Η σημασία του γεγονότος αυτού είναι μεγάλη, γιατί ο βαθμός διάδοσης των νέων τεχνολογιών αποτελεί μέσο εκσυγχρονισμού της οικονομίας.
Οι χώρες όπου κατευθύνονται οι ξένες επενδύσεις με ενσωματωμένη υψηλή τεχνολογία δεν είναι χαμηλού εργατικού κόστους, αλλά υψηλής παραγωγικότητας και συνήθως υψηλής ποιότητας ανθρωπίνου κεφαλαίου. Δυστυχώς στην Ελλάδα οι άμεσες ξένες επενδύσεις αποτελούν δυσεύρετο είδος τα τελευταία 40 έτη. Πρόκειται για μια μεγάλη ιστορική περίοδο, η οποία αφήνει εμφανώς τα ίχνη της αμφιβολίας και για τις μελλοντικές εξελίξεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Τράπεζα Ελλάδος υπογραμμίζει, με εύσχημο τρόπο, ότι μια βασική αβεβαιότητα σχετικά με τις μελλοντικές εξελίξεις αποτελεί «η υλοποίηση των προθέσεων των πολυεθνικών επιχειρήσεων για παραγωγικές επενδύσεις στην Ελλάδα». Δηλαδή, τίποτε δεν είναι βέβαιο σχετικά με νέες ξένες επενδύσεις στην ελληνική οικονομία. Αντιθέτως, βλέπουμε να επαναλαμβάνεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο το μοτίβο της εισροής επενδύσεων χαρτοφυλακίου (βραχυπρόθεσμων κεφαλαίων, τα οποία δεν ακινητοποιούνται, ούτε εμπεριέχουν καμία τεχνολογία, ώστε να επιδράσουν στη μεταβολή της παραγωγικής βάσης). Εστιάζουν για ακόμη μια φορά στο χρηματοπιστωτικό τομέα.

Χωρίς πυξίδα η παραγωγική βάση

Δύο μόνο λόγια για την τεράστια σημασία των άμεσων ξένων επενδύσεων στο ακολουθούμενο οικονομικό υπόδειγμα: ως συνέπεια των ιδιωτικοποιήσεων, αυτές οι επενδύσεις στην ουσία υποκαθιστούν τις δημόσιες επενδύσεις του κεϋνσιανού υποδείγματος. Ως γνωστόν, οι δημόσιες επενδύσεις ανοίγουν τον δρόμο για την ανάκαμψη της οικονομίας, κυρίως μέσω της δημιουργίας θετικών προσδοκιών.
Συγχρόνως, μειώνουν το κόστος των υποδομών για τις ιδιωτικές επενδύσεις με αποτέλεσμα την ευκολότερη προσέλκυσή τους. Τον ίδιο ρόλο έχουν και οι άμεσες ξένες επενδύσεις στο νεοκλασικό υπόδειγμα. Η ουσιαστική διαφορά είναι ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις, επειδή είναι απόρροια των δυνάμεων της αγοράς, εμπεριέχουν μεγάλη αβεβαιότητα ως προς την πιθανότητα πραγματοποίησής τους.
Στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, το κρίσιμο ερώτημα σχετικά με τις ξένες επενδύσεις είναι εάν δεν έρθουν τι θα πρέπει να πράξει το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Κάποιος πρέπει επιτέλους να απαντήσει. Η παραγωγική βάση της οικονομίας αφέθηκε στο έλεος των συνεπειών αυτών των επιλογών, χωρίς καμία κατεύθυνση, χωρίς καμία καθοδήγηση, χωρίς κανένα προσανατολισμό, χωρίς καμία βοήθεια. Αφέθηκε να βρει μόνη της το δρόμο της διεξόδου.

Οι επιχειρήσεις της μνημονιακής περιόδου

Σύμφωνα με όσα ισχύουν σε όλες τις θεσμικές (αλλά και φυσικές) οντότητες, αν δεν υπάρξει καθοδήγηση, αυτό που θα αναζητήσουν οι περισσότερες από αυτές τις οντότητες είναι το οικείο, το γνωστό. Θα ακολουθήσουν τον δρόμο, στον οποίο επί χρόνια έχουν συνηθίσει να πορεύονται. Όλοι γνωρίζουμε ποιο είναι το οικείο στην ελληνική οικονομία. Άλλωστε, το ζούμε, παρατηρώντας τα δεκάδες καφέ, αρτοποιεία, σουβλατζίδικα, επισκευές οικιακών συσκευών κτλ, που κατακλύζουν τις περιοχές της Αθήνας και όχι μόνο. Αξίζει να ρίξουμε μια ματιά στις επενδύσεις της οικονομίας ανά κλάδο για να το εμπεδώσουμε και στατιστικά.
Ο μόνος κλάδος που παρουσίασε θετικές καθαρές επενδύσεις στη μνημονιακή περίοδο αφορά στις Λοιπές Υπηρεσίες. Στον κλάδο αυτό καταγράφονται επισκευές συσκευών και ειδών προσωπικού και οικιακού εξοπλισμού, καθαριστήρια, κομμωτήρια/κουρεία, κέντρα αισθητικής, γυμναστήρια, γραφεία κηδειών, καθώς και παντός είδους δραστηριότητες οργανώσεων- (επιχειρηματικών, εργοδοτικών, επαγγελματικών, συνδικαλιστικών, θρησκευτικών, πολιτικών, κ.ο.κ).
Σημειώνεται ότι οι επενδύσεις στις Λοιπές Υπηρεσίες ως ποσοστό των επενδύσεων πλην αγοράς ακινήτων έχουν διπλασιασθεί στη διάρκεια της κρίσης και έχουν ανέλθει σε 7,9% το 2015 έναντι 4,3% το 2009. Η αύξηση των επενδύσεων σε επισκευές προσωπικών και οικιακών συσκευών αποτυπώνουν την τάση των νοικοκυριών, λόγω περιορισμένων πόρων, να επιζητούν να επισκευάζουν τις παλιές, παρά να αγοράζουν νέες, συσκευές. Επίσης, η αύξηση των επενδύσεων σε δραστηριότητες παροχής προσωπικών υπηρεσιών εξηγείται με τη στροφή των νοικοκυριών, λόγω υψηλής ανεργίας, στην «επιχειρηματικότητα ανάγκης».
www.slpress.gr
16/1/2019

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

Από την αντισυστημική ψήφο στην κοινωνική σύγκρουση


του Σταύρου Λυγερού
Τα Κίτρινα Γιλέκα δεν έρχονται απλώς να προστεθούν σε μία σειρά γεγονότων, τα οποία επιβεβαιώνουν ότι η λεγόμενη φιλελεύθερη συναίνεση (Κεντροδεξιά και Κεντροαριστερά), που κυριάρχησε στη Δύση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κλυδωνίζεται. Ανεβαίνουν “πίστα” σ’ αυτή τη διαδικασία: η κοινωνική αντίδραση δεν εκφράζεται πλέον μόνο ως αντισυστημική ψήφος, αλλά και ως κοινωνική σύγκρουση.
Η Δύση δεν βρίσκεται στο 2007, παρότι οι άρχουσες ελίτ έχουν την τάση να διαβάζουν τα γεγονότα λες και βρισκόμαστε πριν την εκδήλωση της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Γι’ αυτό και συνήθως διαψεύδονται, γεγονός που τραυματίζει την αξιοπιστία τους. Δεν τους είναι, άλλωστε, εύκολο να χωνέψουν το γεγονός ότι το μέχρι πριν μερικά χρόνια χειραγωγημένο ακροατήριό τους έχει περιέλθει σε κατάσταση ημιανταρσίας. Η ημιανταρσία μικρομεσαίων στρωμάτων εκδηλώθηκε πρώτα στις κάλπες και προσέλαβε τη μορφή αντισυστημικής ψήφου. Με το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων ανέβηκε ένα επίπεδο, προσλαμβάνοντας διαστάσεις κοινωνικής αναταραχής. Τα γεγονότα, πάντως, είναι πολλά και πεισματάρικα για να τα αγνοήσουμε
Oι πρώτες τεκτονικές αλλαγές έλαβαν χώρα στην Ελλάδα των Μνημονίων. Η εκλογική επιρροή του άλλοτε πανίσχυρου ΠΑΣΟΚ συρρικνώθηκε σε μονοψήφιο ποσοστό, ενώ η ΝΔ αγωνίζεται να φθάσει το ποσοστό που έπαιρνε όταν υφίστατο βαριά ήττα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που μια ζωή αγωνιζόταν να υπερβεί το 3% για να εισέλθει στη Βουλή, αναδείχθηκε δύο φορές πρώτο κόμμα και κυβερνά. Η Χρυσή Αυγή, που έπαιρνε 0,3%, σήμερα είναι σταθερά τρίτο κόμμα, παρά το γεγονός ότι η ηγεσία της είναι στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
Το Brexit μπορεί να πάτησε στον παραδοσιακό βρετανικό ευρωσκεπτικισμό, αλλά πήγασε από την ίδια μήτρα που τροφοδοτεί και την Ακροδεξιά και κάποια αριστερά ή ιδιότυπα κόμματα, τα οποία αλλάζουν τον παραδοσιακό πολιτικό χάρτη στη Δύση. Στην Αυστρία με την μακρά σοσιαλδημοκρατική παράδοση, πριν λίγα χρόνια ο ακροδεξιός υποψήφιος για την Προεδρία της Δημοκρατίας έχασε μόλις και μετά βίας. Πιθανόν, μάλιστα, να κέρδιζε εάν απέναντί του δεν ήταν ένας οικολόγος υποψήφιος με αντισυστημικό προφίλ.
Από το πουθενά έχουν γίνει κεντρικοί πολιτικοί παίκτες στην Ισπανία το αριστερό κίνημα Ποδέμος και στη χώρα της Μέρκελ το ξενοφοβικό και αντιευρωπαϊκό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία. Στην Ολλανδία η ακροδεξιά του Βίλντερς δεν κέρδισε την πρωτιά, αλλά ενίσχυσε τη δύναμή της. Στην Ουγγαρία και στην Πολωνία υπάρχουν λαοπρόβλητες κυβερνήσεις, οι οποίες στέκονται απέναντι στο ευρωιερατείο.

Από τον Τραμπ στην Ιταλία

Ο “ιός” της αντισυστημικής ψήφου πρόσβαλε δυνατά και την μητρόπολη του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Πριν 15 χρόνια θα ήταν αδιανόητο να εκλεγεί πρόεδρος ένας τύπος με το πρόγραμμα του Τραμπ. Εξίσου αδιανόητο ήταν ο Σάντερς, ένας σοσιαλιστής από το ασήμαντο Βερμόντ, να διεκδικούσε με αξιώσεις το χρίσμα των Δημοκρατικών από την Κλίντον. Η εκλογή Τραμπ αιφνιδίασε, επειδή η αντισυστημική ψήφος ακολουθεί υπόγειες διαδρομές. Ειδικά όταν προέρχεται από μικρομεσαίους νοικοκυραίους με μάλλον συντηρητική ιδεολογία, οι οποίοι δεν έχουν συνηθίσει να κάνουν πολιτικό θόρυβο, όπως οι δεδηλωμένοι αριστεροί και οι αμφισβητίες των κοινωνικών κινημάτων.
Ας έλθουμε τώρα στην Ιταλία. Τα όσα συμβαίνουν εκεί δεν ήταν καθόλου κεραυνός εν αιθρία. Η τάση ήταν ορατή δια γυμνού οφθαλμού. Στην άλλοτε πρωταθλήτρια του ευρωπαϊσμού ο ευρωπαϊστής κεντροαριστερός Ρέντζι έχασε με διαφορά το δημοψήφισμα και υποχρεώθηκε σε παραίτηση. Τον διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία ο επίσης κεντροαριστερός Τζεντιλόνι, αλλά όταν ήλθε η ώρα της κάλπης, οι Ιταλοί ανέδειξαν νικητές το ιδιότυπο Κίνημα των 5 Αστέρων και τη Λέγκα.
Και τα δύο αυτά κόμματα είχαν κοινό παρονομαστή όχι τον παραδοσιακό βρετανικού τύπου ευρωσκεπτικισμό, αλλά την αντίθεση στη μετάλλαξη της ΕΕ, σ’ αυτό που κωδικά αποκαλείται γερμανική Ευρώπη. Από εκεί προκύπτει και η έντονη επιφύλαξή τους για το ευρώ κι όχι από αυτή καθ’ αυτή την ύπαρξη κοινού νομίσματος. Οι δύο νικητές, παρά τις ιδεολογικές διαφορές τους, σχημάτισαν την κυβέρνηση Κόντε, η οποία δέχεται συνεχώς πιέσεις και εκβιασμούς από το ευρωιερατείο.

Τα πολιτικά νιάτα του Μακρόν!

Ο κατάλογος είναι μακρύς και δεν έχει νόημα να τον εξαντλήσουμε. Θα εστιάσουμε, όμως, στη Γαλλία, η οποία τις τελευταίες εβδομάδες κλυδωνίζεται από ένα ρωμαλέο κοινωνικό κίνημα. Και εκεί είχε εκδηλωθεί δυναμικά η αντισυστημική ψήφος. Διαπιστώνοντας τη δυναμική της Λεπέν, οι γαλλικές άρχουσες ελίτ μεθόδευσαν την εκλογή του άφθαρτου Μακρόν.
Πρώτα επέβαλαν στον πρώην πρόεδρο Ολάντ να τον διορίσει υπουργό, ώστε να πάρει το βάπτισμα του πυρός της πολιτικής από ανώτατη θέση. Στη συνέχεια, όταν η κυβέρνηση Ολάντ πήρε κατεύθυνση προς τα βράχια, ο Μακρόν εγκατέλειψε το σκάφος και ίδρυσε ένα κίνημα για να διεκδικήσει την προεδρία. Εάν το έκανε οποιοσδήποτε άλλος θα είχε αποτύχει παταγωδώς.
Ο Μακρόν, όμως, είχε την αμέριστη παρασκηνιακή υποστήριξη των αρχουσών ελίτ. Όχι μόνο βοήθησαν την υποψηφιότητά του με όλα τα μέσα, αλλά φρόντισαν και να του καθαρίσουν το έδαφος. Μέσω των ΜΜΕ που ευθέως ή εμμέσως ελέγχουν, έβαλαν στο στόχαστρο τον υποψήφιο της γκωλικής Δεξιάς Φιγιόν, ο οποίος ήταν και το φαβορί. Με την υπερπροβολή μικροπαραπτωμάτων, τα οποία αναγορεύθηκαν σε σκάνδαλα, η υποψηφιότητα Φιγιόν πριονίστηκε, με αποτέλεσμα στον δεύτερο γύρο να περάσει ο Μακρόν.
Από εκεί και πέρα η εκλογή του ήταν δεδομένη, λόγω του γεγονότος ότι όλοι οι άλλοι υποχρεωτικά τον ψήφισαν για να αποτρέψουν την εκλογή της Λεπέν. Μπορεί ο Μακρόν να εξελέγη θριαμβευτικά, αλλά τα υψηλά ποσοστά στον πρώτο γύρο τόσο της Λεπέν όσο και του μοναχικού καβαλάρη της Αριστεράς Μελανσόν έδειξαν τις διεργασίες που συντελούνταν στη γαλλική κοινωνία.
Τα πολιτικά νιάτα του Μακρόν, άλλωστε, δεν κράτησαν για πολύ. Ούτε και οι ελπίδες που επενδύθηκαν από πολλούς Γάλλους στην υποψηφιότητά του. Αποδείχθηκε στην πράξη πως ως πρόεδρος δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να συνεχίζει την ίδια (νεο)φιλελεύθερη πολιτική, συχνά με πιο επιθετικό τρόπο από τον Ολάντ. Εξ ου και το προσωνύμιο ο “πρόεδρος των πλουσίων”.

Η αμφισβήτηση της (νεο)φιλελεύθερης ηγεμονίας

Το συμπέρασμα από όλα τα παραπάνω είναι ότι η παραδοσιακή πολιτική ηγεμονία του διδύμου της (νεο)φιλελεύθερης πλέον συναίνεσης (Κεντροδεξιά-Κεντροαριστερά) αμφισβητείται. Τα μικρομεσαία στρώματα, που αρχίζουν να στρέφουν μαζικά την πλάτη στις παραδοσιακά κυρίαρχες πολιτικές παρατάξεις, δεν έχουν, βεβαίως, προσβληθεί από κάποιου είδους ιδεολογικό ιό που τα ωθεί προς τα άκρα. Η κύρια αιτία που αμφισβητούν την κατεστημένη τάξη πραγμάτων είναι ότι αυτή περισσότερο ή λιγότερο ανατρέπει τις σταθερές του βίου τους σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του Δυτικού Κόσμου.
Ο πολιτικός χάρτης των δυτικών χωρών αλλάζει περισσότερο ή λιγότερο, λόγω των τεκτονικών αλλαγών που προκαλεί στις δυτικές κοινωνίες όχι μόνο η οικονομική κρίση του 2008, αλλά και η παγκοσμιοποίηση. Η παρόξυνση της ανισοκατανομής του πλούτου και η μετανάστευση της παραγωγής σε αναδυόμενες βιομηχανικές χώρες συμπιέζουν οικονομικά και κοινωνικά τη μικρομεσαία τάξη και στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη.
Μεγάλα τμήματά της δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να διατηρήσουν το επίπεδο ευημερίας, ενώ τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα δυσκολεύονται να επιβιώσουν αξιοπρεπώς. Η παγκοσμιοποίηση πετάει έξω από το “τρένο” μικρομεσαίους νοικοκυραίους και βεβαίως την παραδοσιακή εργατική τάξη που έχει πληγεί καίρια από την αποβιομηχάνιση.
Η αντανάκλαση αυτής της οικονομικής συμπίεσης στο πολιτικό-κομματικό επίπεδο ροκανίζει την πολιτική ηγεμονία του διδύμου Κεντροδεξιά-Κεντροαριστερά. Παραλλήλως, η μαζική είσοδος παράνομων μεταναστών παροξύνει το ένστικτο αυτοσυντήρησης κοινωνιών που ήδη νοιώθουν ότι απειλούνται με φτωχοποίηση. Γι’ αυτά τα τμήματα του πληθυσμού, ο ανταγωνισμός από τη φθηνή εργασία των μεταναστών βιώνεται σαν πρόσθετη απειλή. Όπως σαν απειλή βιώνονται και οι διάφορες κοινωνικές παρενέργειες της παράνομης μετανάστευσης. Ως αντίδραση στο επώδυνο σήμερα, εκδηλώνεται ένα αίσθημα νοσταλγίας για τις παλιές καλές ημέρες και μία τάση παλινδρόμησης στο εθνικό κράτος.

Α-δέσποτα συγκρουσιακά κινήματα

Όσο οι άρχουσες ελίτ συνειδητοποιούν ότι χάνουν τον πολιτικό έλεγχο μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας τόσο καταφεύγουν με αντιδημοκρατικές πρακτικές. Σερβίρουν νέου τύπου “αριστοκρατικές” αντιλήψεις, με σκοπό να αμφισβητήσουν την ικανότητα του λαού να αποφασίζει για κρίσιμα ζητήματα. Στην πραγματικότητα, όσο περισσότερο αμφισβητείται η πολιτική ηγεμονία τους, τόσο οι (νεο)φιλελεύθεροι (και στις δύο εκδοχές τους) αμφισβητούν εντονότερα τον πυρήνα της αστικής δημοκρατίας, η οποία, στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, τείνει να μετατραπεί σε κέλυφος.
Οτιδήποτε αμφισβητεί τη δέσμη των κυρίαρχων δογμάτων χαρακτηρίζεται λαϊκισμός, απαξιώνεται και εξοβελίζεται. Είναι τέτοια η περιφρόνηση που επιδεικνύουν οι άρχουσες ελίτ και οι πολιτικές εκφράσεις τους προς το “πόπολο” και έχει γίνει τέτοια κατάχρηση στην πλύση εγκεφάλου, κυρίως με την ιδεολογική ρομφαία του αντιλαϊκισμού, που πλέον φέρνει το αντίθετο αποτέλεσμα. Όταν τα καθεστωτικά Μίντια υποστηρίζουν με πάθος κάτι, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αντανακλαστικά υιοθετεί την αντίθετη θέση.
Στην πραγματικότητα, παραλλήλως με την παραδοσιακή διαχωριστική γραμμή Δεξιά-Αριστερά, αναδύεται από τα σπλάχνα των δυτικών κοινωνιών μία νέα διαχωριστική γραμμή που παραπέμπει σε μία νέα κοινωνικοταξική πραγματικότητα. Αυτό κατέστη εμφανές από το κίνημα των Αγανακτισμένων στην Ελλάδα και πολύ περισσότερο τώρα στο κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων στη Γαλλία. Αυτού του είδους τα νέα κινήματα δεν έχουν παραδοσιακό ιδεολογικό πρόσημο, είναι ακηδεμόνευτα, α-δέσποτα.
Στην πραγματικότητα γεννήθηκαν και τροφοδοτούνται από την κοινωνικοταξική πραγματικότητα που έχει επιβάλει η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση στις δυτικές κοινωνίες. Η μόνη διαφορά αυτού που σήμερα λαμβάνει χώρα στη Γαλλία είναι ότι η κοινωνική αντίδραση δεν περιορίζεται πλέον στην αντισυστημική ψήφο. Εκδηλώνεται και ως κοινωνική αναταραχή.
Το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων μπορεί να ξεκίνησε από την αύξηση της φορολογίας στη βενζίνη, αλλά είναι οι προαναφερθείσες βαθύτερες αιτίες που το μετατρέπουν σε συγκρουσιακό κίνημα αμφισβήτησης της εξουσίας και ενστικτωδώς συνολικά του συστήματος, έστω κι αν ούτε το συνειδητοποιεί, ούτε και έχει τις προϋποθέσεις να το αλλάξει.
www.slpress.gr
12/12/2018

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

H αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής επιχειρηματικότητας

του Γιώργου Παπανικολάου

Σε μια περίοδο που η χώρα χρειάζεται επενδύσεις ύψους έως και 100 δισεκατομμυρίων ευρώ, αλλά και σημαντικές συνενώσεις δυνάμεων προκειμένου να αυξηθεί το «μέσο μέγεθος» της ελληνικής επιχείρησης, τα στοιχεία δείχνουν πως, με κάποιες εξαιρέσεις, η εγχώρια αγορά παραμένει σε μεγάλο βαθμό... απαθής.
Οι βασικότερες ενδείξεις περί αυτού προκύπτουν, αφενός, από τα ελάχιστα κεφάλαια που έχουν επαναπατριστεί κατόπιν της μαζικής εξόδου καταθέσεων, ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, κι αφετέρου, από τα ελάχιστα deal συνένωσης που έχουν προκύψει ως σήμερα, με πρωτοβουλία ελληνικών επιχειρηματικών συμφερόντων.
Ουδείς αμφισβητεί αυτά τα γεγονότα, πλην όμως, αρκετοί είναι εκείνοι που θα σπεύσουν να σημειώσουν ως δικαιολογίες, είτε τις δυσκολίες χρηματοδότησης από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είτε τα -γνωστά έτσι κι αλλιώς- εμπόδια της ελληνικής πραγματικότητας, καθώς το κράτος, ακόμη και σήμερα που επιβάλλεται να στηριχθεί η εγχώρια επενδυτική δραστηριότητα, εξακολουθεί να δυσλειτουργεί.
Είναι όμως τόσο ξεκάθαρα τα πράγματα; Ή μήπως σημαντική επίδραση έχει και η ελληνική νοοτροπία, που παραδοσιακά εμπόδιζε τις συνενώσεις (στη λογική του καλύτερα πρώτος στο χωριό παρά δεύτερος στην πόλη), αλλά και η έλλειψη σοβαρής μελέτης των «ευκαιριών» που προσφέρει η σημερινή πραγματικότητα των (κατά γενική ομολογία) απομειωμένων αποτιμήσεων και των ανακατατάξεων σε κλάδους και τομείς;
Συγκεκριμένα παραδείγματα, από διαφορετικούς κλάδους (μεταξύ αυτών και ο τουρισμός) δείχνουν πως όταν υπάρχουν οι λοιπές προϋποθέσεις, τα κεφάλαια βρίσκονται, είτε από την Ελλάδα είτε από το εξωτερικό, ενώ σε άλλες περιπτώσεις, η είσοδος ξένων επενδυτών (που κατά τεκμήριο έχουν το μειονέκτημα της ελλιπούς γνώσης της ελληνικής αγοράς) δείχνει ότι ούτε τα γραφειοκρατικά και λοιπά εμπόδια αποτελούν πειστική δικαιολογία «αποχής», εφόσον υπάρχει επιχειρηματική ευκαιρία.
Είναι ίσως χαρακτηριστικό της ελληνικής νοοτροπίας ότι στον περιβόητο κλάδο της ιχθυοκαλλιέργειας, που γέννησε μεγάλες προσδοκίες, για να οδηγηθεί τελικά σε κατάρρευση (με ουσιώδη υπαιτιότητα των πάλαι ποτέ πρωταγωνιστών του), η συνένωση έγινε τελικά από ξένο παίκτη, κι αυτό μόνον όταν οι τεράστιες υποχρεώσεις προς τις τράπεζες οδήγησαν σε υποχρεωτική πώληση των εταιριών. Κι έτσι ένας εξαιρετικά υποσχόμενος κλάδος πέρασε σχεδόν ολοκληρωτικά στα χέρια ξένων συμφερόντων.
Χωρίς να είναι βέβαια ο μόνος. Η πικρή αλήθεια είναι ότι εάν δεν κινητοποιηθεί σύντομα η εγχώρια επιχειρηματικότητα κινδυνεύει να μείνει εκτός του νυμφώνος στην επόμενη μέρα της ελληνικής οικονομίας, με τους ξένους να αγοράζουν επιχειρήσεις και στρατηγικό «μέγεθος», σε τιμές ευκαιρίας.
Ακόμη όμως και σε άλλους κλάδους, στους οποίους δεν υπάρχει σήμερα ικανό μέγεθος για να προσελκύσει ούτε ως «βάση μελλοντικών κινήσεων», ξένα κεφάλαια, η κατάσταση παραμένει σε τέλμα, ελλείψει εγχώριων πρωτοβουλιών, παρότι η ανάγκη περιορισμού των κόκκινων δανείων δημιουργεί ευκαιρίες.
Αναμφίβολα και στον τομέα αυτόν υπάρχουν εμπόδια, είτε γραφειοκρατικά είτε οφειλόμενα στη διστακτικότητα των τραπεζών, ακόμη και σε περιπτώσεις που θα έπρεπε να στρώνουν χαλί για την εμφάνιση αξιόπιστου συνομιλητή. Το βασικότερο θέμα όμως φαίνεται να είναι η έλλειψη πρόθυμων επιχειρηματιών που έχουν το know how και τη διάθεση για να προωθήσουν συνενώσεις, αυξάνοντας το μέγεθός τους.
Πρόκειται ίσως για τη μεγαλύτερη «χαμένη ευκαιρία» της σημερινής συγκυρίας, καθώς, όπως καταγράφεται και σε σχετικό ρεπορτάζ του Euro2day.gr, εάν κάποιοι επιχειρηματίες τολμούσαν τέτοιου είδους κινήσεις, είναι πολύ πιθανό ότι θα έβρισκαν όχι μόνο χρηματοδότες από το εξωτερικό αλλά ενδεχομένως και «έτοιμους αγοραστές» για τη νέα -και μεγαλύτερη- οντότητα. Κι αυτό θα είχε πολλαπλασιαστική επίπτωση στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, αυξάνοντας συνδυαστικά και την «υπεραξία» για την εγχώρια επιχειρηματικότητα, αλλά και το εύρος εμπλοκής ξένων κεφαλαίων, που σήμερα περιορίζεται από την πολυδιάσπαση και το μικρό αναλογικά μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων.
Αυτή η «αχίλλειος πτέρνα» της ελληνικής επιχειρηματικότητας δεν αποτελεί βεβαίως νέο φαινόμενο. Ακόμη και στις πιο καλές εποχές, κατέστη εμφανής η αδυναμία ελληνικών εταιριών (με ελάχιστες εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα) να αυξήσουν αποτελεσματικά το μέγεθός τους, αλλά και να αναδιαρθρωθούν εσωτερικά προκειμένου να εκσυγχρονιστούν και να ξεφύγουν από το προσωπικό ή το οικογενειακό μοντέλο.
Η οδυνηρή έκπληξη είναι ότι ακόμη και σήμερα, μετά από τόσα χρόνια κρίσης, φαίνεται να ισχύει το ίδιο!
www.euro2day.gr
10/12/2018

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

Σήμα κινδύνου: Καταλαβαίνουν η κυβέρνηση και η ΝΔ– που σκιαμαχούν- τι πάει να γίνει στα σχολεία;

του Γιώργου Λακόπουλου

Να αρχίσουμε από την κυβέρνηση. Όπως της συμβαίνει συχνά, είτε αντιλαμβάνεται αργά τις εξελίξεις, είτε ανοίγει λάθος μέτωπο, είτε πατάει τα κορδόνια της. Συμβαίνουν και τα τρία στην περίπτωση των μαθητικών καταλήψεων- που είναι αποτέλεσμα κινήσεων για μεταφορά  στα σχολεία της νεοφασίζουσας  κουλτούρας  που υφέρπει από καιρό και έχει περάσει και τις πόρτες του παλιού δικομματισμού σε ορισμένες περιπτώσεις.
Οι αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες είδαν τα δένδρα, αλλά δεν βλέπουν το δάσος. Η προσπάθεια  να ανοίξει ένα τέτοιο μέτωπο στα σχολεία ενθαρρύνθηκε από την αδράνεια της κυβέρνησης όταν εμφανίσθηκε το πρώτο σύμπτωμα. Αλλά και από τη χρόνια αφασία της ηγεσίας της ΝΔ που συντηρεί και αναπαράγει τον ακραίο λόγο, την μισαλλοδοξία και τον εθνικισμό και επιμένει να συνδιαλέγεται με την ακροδεξιά.
Μόλις προ δυο εβδομάδων μια ομάδα ιδιωτικών σχολείων της πρωτεύουσας  δεν επέτρεψαν στους μαθητές τους να εορτάσουν την  επέτειο για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, παρότι είναι επίσημα κατοχυρωμένη εκδήλωση. Την αγνόησαν με το επιχείρημα ότι αποτελεί… «ιδεολογικό καταναγκασμό» και «ομοιομορφία του κεντρικού σχεδιασμού».
Σε περίοδο που η επιστροφή της Ακροδεξιάς σε όλη την Ευρώπη καθιστά το μήνυμα το Πολυτεχνείου ακόμη πιο επίκαιρο, κάποιοι σχολάρχες κατέφυγαν σε θεωρίες ότι «δεν ψάχνουν αφορμές να χαθεί εκπαιδευτικός χρόνος».
Μια κυβέρνηση με αντανακλαστικά θα είχε αντιδράσει ακαριαία και η αντιπολίτευση θα επικροτούσεθα αφαιρούσε τις άδειες από τα συγκεκριμένα σχολεία και θα παρέπεμπε τους υπευθύνους για ενέργειες κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος
Αλλά το υπουργείο Παιδείας ανέθεσε απλώς σε μια υπηρεσία του να καταγράψει το φαινόμενο για να διαπιστώσει αν «εγείρονται εξαιρετικά σοβαρά διοικητικά και εκπαιδευτικά ζητήματα». Και μετά το ξέχασε. Όσο για τη ΝΔ απλώς σιώπησε.
Η ανοχή λειτούργησε ως ενθάρρυνση και οι χρυσαυγίτικοι πυρήνες ανά την επικράτεια διέκριναν ότι έχουν περιθώρια να εισβάλλουν στα σχολεία και να παραπλανήσουν τους μαθητές με καταλήψεις για το «Μακεδονικό και τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Η Ανώτατη Συνομοσπονδία Γονέων Μαθητών Ελλάδας καταγγέλλει ευθέως: «Αυτές τις μέρες τα σχολεία και οι μαθητές έχουν μπει στο στόχαστρο διαφόρων εξωσχολικών κύκλων που τους προτρέπουν να κάνουν καταλήψεις για «Μακεδονικό», «Κατσίφα» και «Β. Ήπειρο», παροτρύνοντας τους μαθητές να κλείσουν τα σχολεία τους»

Η προσωπική ευθύνη του Μητσοτάκη


Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη ήλθε η ώρα να θερίσει ό,τι έσπειρε με τη συγκατάθεση στα συλλαλητήρια, την απόρριψη της λύσης του Σκοπιανού και τη ρητορική Σαμαρά που δεν επέτρεψε απλώς στο κόμμα του, αλλά υιοθέτησε και οι ίδιος.
Έτσι η ΝΔ έγινε συμμέτοχος, αν δεν πρωταγωνιστούσε κιόλας, στην καλλιέργεια της όξυνσης και πατριδοκαπηλίας που ξεκινούσε από τον καταλογισμό «προδοσίας» στον Πρωθυπουργό, μέχρι την αναμόχλευση μετεμφυλιακών τοποθετήσεων και την νομιμοποίηση του σωβινισμού. Αυτό το κλίμα αξιοποιούν σήμερα οι Χρυσαυγίτες και εναντίον της. Η ΝΔ πέφτει στο δικό της λάκκο.
Ωστόσο η κεκτημένη ταχύτητα κρατάει τον κομματικό ιστό της ΝΔ στη ίδια κατεύθυνση. Μόλις άρχισαν οι καταλήψεις -με εμφανή υποκίνηση της Χρυσής Αυγής – κομματικά στελέχη της ΝΔ, σωματεία που ελέγχονται από την ίδια και αλλά και προβεβλημένα στελέχη της όπως ο Μ. Βορίδης και ο Άδωνις Γεωργιάδης έριξαν νερό στο μύλο των οργανωτών. Χωρίς αντίδραση από το περιβάλλον του προέδρου της ΝΔ. Σα να μην αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει.
Έτσι, ενώ ο ίδιος ο επικεφαλής της ΝΔ δείχνει άβουλος και σιωπηλός μπροστά στο φαινόμενο που κλιμακώνεται και παράγοντες της ΝΔ το τροφοδοτούν. Αντιπολιτευόμενα ΜΜΕ και δημοσιογράφοι που σχετίζονται με τη ΝΔ υποδαυλίζουν -αν δεν εξάρουν-τις  εθνικιστικές ακρότητες στα σχολεία.
Συχνά υιοθετούν τη συνθηματολογία τους, ή απλώς τη παραλλάσσουν στην ίδια κατεύθυνση. Π.χ. το σύνθημα «Η Δημοκρατία πούλησε τη Μακεδονία» αναπαράγεται από Νεοδημοκράτες ως «Ο ΣΥΡΙΖΑ πούλησε τη Μακεδονία». Άλλωστε κάποιοι είχαν φροντίσει από καιρόν βάλουν στον λόγο του προέδρου της ΝΔ τις θέσεις που τώρα προβάλλονται για τις καταλήψεις. Η νομιμοποίηση είχε προηγηθεί. Αυτό καθιστά την ευθύνη του Κυριάκου Μητσοτάκη άμεση και προσωπική.
Δεν προσφέρονται όλα για ψηφοθηρία. Οφείλει να αντιδράσει τώρα, για να μην έλθουν τα χειρότερα και γεμίσει η χώρα εκκολαπτόμενους Κασιδιάρηδες.  Όχι με μισόλογα και «διαρροές».  Ούτε με όσα είπαν απρόθυμα ο  Τσιάρας και η Σπυράκη. Να διακηρύξει ο ίδιος την αντίθεσή του κόμματός του στο φαινόμενο. Χωρίς τις ανοησίες ορισμένων επιτελών του που το… εξισορροπούν με  παλιές μαθητικές καταλήψεις .  Ο
Πρωτίστως να απομονώσει ή και να καταδικάσει όσους από το κόμμα του συνεργούν θεωρώντας ότι πρόκειται για αποδοτική αντικυβερνητική δραστηριότητα. Είναι ένα προκλητικό φαινόμενο με το οποίο πρώτη φορά έρχεται αντιμέτωπη η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία. Δεν αφορά ένα κόμμα, αλλά το πολιτικό σύστημα.  Και όπως είπε στο  Ευρωκοινοβούλιο  Στέλιος Κούλογλου  στους βουλευτές του  Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος: «Πείτε στη ΝΔ να μην παίζει με τη φωτιά».
Κυβέρνηση: Από την αδράνεια στις πρωτοβουλίες
Η κυβέρνηση που φέρει τη βασική ευθύνη δεν μπορεί δια του αρμοδίου υπουργού να περιορίζεται δια του πελαγωμένου  Γαβρόγλου σε καταγγελία για τη Χρυσή Αυγή που υποκινεί τις καταλήψεις -ακόμη και από τη Βουλή- και ταυτόχρονα να  ανοίγει ένα αχρείαστο μέτωπο με τη ΝΔ.
Είναι ευθύνη του Πρωθυπουργού η ανάληψη πρωτοβουλιών, όπως τις όρισε η  Όλγα Γεροβασίλη«Πρέπει όλα τα κόμματα να αντιμετωπίσουμε από κοινού αυτό το νέο κίνδυνο». Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας να καλέσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη και να τον θέσει προ των ευθυνών του, αποτρέποντας τους αποπροσανατολιστικούς καυγάδες με τους νεοδημοκράτες.
Προς το παρόν πάντως η ακροδεξιά ρητορική του μίσους που εισέρχεται στα σχολεία, γίνεται απλώς αφορμή για πολιτική ένταση. Η κυβέρνηση καταλογίζει στη ΝΔ «αφωνία» για τη δράση της Χρυσής Αυγής σε σχολεία. Η ΔΑΚΕ  Καθηγητών μιλάει για «πανικόβλητη Αριστερά που παρακολουθεί την εθνική αφύπνιση των μαθητών» και η Πειραιώς δεν την αποδοκιμάζει.
Είναι ανατριχιαστικό συνδικαλιστές της ΝΔ να υπογράφουν -χωρίς κομματικές συνέπειες κείμενα υπέρ των καταλήψεων: «Οι μαθητές κινητοποιήθηκαν και κινητοποιούνται καταγγέλλοντας τη συνθήκη των Πρεσπών, που εκχωρεί το όνομα της Μακεδονίας στους Σκοπιανούς».
Και είναι αφελές κυβερνητικοί παράγοντες να πιστεύουν ότι θα επωφεληθούν από τη νέα δεξιά διολίσθηση της ΝΔ. Μόνο η Χρυσή Αυγή θα ωφεληθεί. Για το Κινάλ της Φώφης Γεννηματά, ας μη γίνεται λόγος:  αφωνία μέχρι να βρει τρόπο να επιτεθεί στον…Τσίπρα. Όπως συνήθως αλλού ο παππάς, αλλού τα ράσα.
Η εύστοχη παρέμβαση  του Σταύρου
Σ’ αυτό το σκηνικό ο Σταύρος Θεοδωράκης ανέδειξε την ουσία των καταλήψεων με την παρέμβαση του: Αποκτούν μαύρο χρώμα, επισημαίνοντας :«Ελλάδα ξύπνα» τους λένε να φωνάζουν – σαν το «Γερμανία ξύπνα» του Χίτλερ. «Η Δημοκρατία πούλησε την Μακεδονία» γράφουν τα πανό – φράση κλεμμένη από τις ομιλίες των Χρυσαυγιτών.
 «Η ελληνική νεολαία όπλισε» κραυγάζει η αφίσα, πολεμικής αισθητικής. «Μακεδονία – Κατσίφας – Βόρεια Ήπειρος». «Κατάληψη υπέρ πατρίδος». «Αν είστε Έλληνες θα μας υποστηρίξετε». Ένας εθνικιστικός αχταρμάς στα στόματα των παιδιών μας».
Οι πολιτικοί αρχηγοί θα είναι κατώτεροι των περιστάσεων αν επιτρέψουν να διαμορφωθεί σκηνικό αναμέτρησης ανάμεσά  τους. Αυτό ωφελεί την νεοφασίζουσα ακροδεξιά με τη δράση της, βλάπτει τη νέα γενιά και την εκπαίδευση και απειλεί την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα, ίσως πιο σοβαρά από κάθε άλλη φορά.
Από αυτή την άποψη προβληματίζει η καθυστέρηση στην εξέλιξη της δίκης της Αυγής Αυγής, το αποτέλεσμα της οποίας αναμένεται να επικυρώσει ότι πρόκειται για εγκληματική οργάνωση.

www.anoixtoparathyro.gr  29/11/2018




Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018

Ο καλός κύριος Μπουτάρης

του Χρήστου Ξανθάκη


Μια φορά κι έναν καιρό, όταν ήμουν ακόμη πιτσιρίκι, διάβαζα το βιβλίο «Χρονικό της Θεσσαλονίκης» του Κώστα Τομανά. Και μου είχε κάνει εντύπωση ένα πράγμα:
Ότι όλες οι απόπειρες πραξικοπήματος εκεί στα τέλη της δεκαετίας του είκοσι και στις αρχές της δεκαετίας του τριάντα, στη Βόρεια Ελλάδα γινόσαντε!

Από εκεί ξεκινάγανε οι επίδοξοι σωτήρες της πατρίδος, για να περάσουν το ζυγό στο σβέρκο των Ελλήνων και των Ελληνίδων. Και κάπου εκεί εξακολουθεί να εκκολάπτεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα το αυγό του φιδιού. Από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, ως τα καινούρια, τα φρέσκα με τις καταλήψεις των σχολείων για το τιμημένο χώμα της Μακεδονίας. Για να μην μιλήσω για τον Άνθιμο, αυτό το κόσμημα της χριστιανοσύνης και της δημοκρατίας…

Μέσα σ’ αυτό το τοπίο το λασπερό, ο Μπουτάρης έκανε το σωστό. Με τη μούρλια του, με το σθένος του, με την επιμονή του, με νύχια και με δόντια μερικές φορές, έβγαλε την Θεσσαλονίκη από τον βούρκο του επαρχιωτισμού και της καχυποψίας και την απέδωσε εκεί όπου ήταν πάντοτε ταγμένη:
Στον αέναο κοσμοπολιτισμό της, που πριν από χρόνια και ζαμάνια την έκανε συμπρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας ολόκληρης!

Μισό αιώνα έζησε η Σαλονίκη προσανατολισμένη προς τα κάτω, προς το κράτος των Αθηνών. Με κλειστά τα σύνορα προς Βορρά, εκεί όπου βρισκότανε ανά τους αιώνες ο πραγματικός φυσικός της χώρος. Πέσανε όμως τα τείχη του υπαρκτού, εξεμέτρησαν το ζην, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για την μεγαλούπολη. Δυστυχώς, επί έτη πολλά δεν υπηρετήθηκε από άρχοντες με αντιλήψεις ανοιχτές και ευρύτητα πνεύματος. Μόνο από κάτι μπαρμπαδάκια της πελατειακής αρπαχτής και της τσίπικης λούφας. Από ανθρωπάρια με λαμέ γραβάτες και πουκάμισα του λευκότερου λευκού. Και λερωμένο ποινικό μητρώο στη διαδρομή…

Και κάπου, κάπως, κάποτε είχε η συμπρωτεύουσα (άθλιος όρος, αλλά βοηθάει να μη λες όλη την ώρα Θεσσαλονίκη) την καλή τύχη να πέσει πάνω σ’ έναν τύπο σαν τον Μπουτάρη. Ένα κεφάλι αγύριστο, μακεδόνικο, που δεν μάσαγε να τα βάλει με τη βαθιά συντήρηση της πόλης. Με όλα αυτά τα βαρίδια που την κρατούσαν καρφωμένη στο έδαφος και δεν την άφηναν να απογειωθεί. Από τους ένδοξούς της βυζαντινισμούς ως τις μικροκακίες της γειτονιάς, κι από τις επαρχιακές λαμογιές ως την τσίγκινη πατριδογνωσία. Μπήκε μπροστά, πήρε σκούπα και φαράσι, άνοιξε πόρτες και παράθυρα. Μια αναπνοή φρέσκου αέρα, κάλυψε τον Λευκό Πύργο!

Φυσικά δεν ήταν ο τέλειος Δήμαρχος. Τα προβλήματα άλλωστε της Σαλονίκης είναι τόσο δομικά και τόσο χρόνια, που δεν λύνονται εύκολα. Το Μετρό μόνο να σκεφτεί κανείς που δεν πέρναγε και δεν περνάει από τα χέρια κανενός Δημάρχου (εκτός από εκείνα του ασίκη Κούβελα) ή τον άμοιρο τον ΟΑΣΘ που πλούτιζε τους μετόχους του κι αμέσως τίθεται ζήτημα αρμοδιοτήτων. Χώρια οι εμμονές του Μπουτάρη με ένα σωρό θέματα, από την προσήλωσή του στον ιδιωτικό τομέα και τις παραφυάδες του ως το τσαλάκωμα της δημόσιας εικόνας του που έφτανε ενίοτε στα όρια της αυτογελοιοποίησης. Και τις εκρήξεις του μη λησμονούμε, που αναρωτιόταν κανείς αν πετύχαιναν ποτέ το στόχο ή αν απλώς εξυπηρετούσαν τον εγωισμό του…

Τροφή για σκέψη των μελλοντικών ιστορικών. Για εμάς τους υπόλοιπους και τις υπόλοιπες, άλλος είναι ο γκαϊλές. Το γεγονός ότι ο Μπουτάρης με τρόπο άλλοτε κομψό και άλλοτε μπρούτο, έσυρε τη Θεσσαλονίκη στον εικοστό πρώτο αιώνα. Γκρέμισε τα τείχη της, τσουρούφλισε τις παρωπίδες της, συνέτριψε τους χαλκάδες της. Κι έδειξε στους νεώτερους και στις νεώτερες, ότι μερικές φορές την παράδοση πρέπει να την κλείνεις οριστικά στο χρονοντούλαπο. Και να πετάς το κλειδί στο Θερμαϊκό, για να μην το βρει κανένας!


www.newpost.gr  22/11/2018

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2018

Σύστημα και αντισύστημα

του Νικόλα Σεβαστάκη


Eίναι μία από τις λέξεις-φετίχ της τελευταίας δεκαπενταετίας. Μία από τις λέξεις που επιστρατεύονται για να περιγράψουν οποιαδήποτε κοινωνική ή πολιτική τάση εμφανίζεται αιρετική, «ακάθαρτη», λοξή. Η δημοσιογραφία τούς αγαπάει αυτούς τους όρους-πολυεργαλεία. Το καθημερινό σχόλιο τους αποθεώνει. Έτσι, αυτές οι λέξεις έχουν αποκτήσει με τον καιρό πιστοποιητικά καταλληλότητας, διεισδύοντας στις συμβατικές κοινωνικές περιγραφές της εποχής. Πριν από κάποιες δεκαετίες, όμως, ο αντισυστημικός λεγόταν αλλιώς: λεγόταν αντικαθεστωτικός. Υπήρχαν αυτοί που ισχυρίζονταν πως ανήκουν στην αντικαθεστωτική αριστερά. Μόνο σε αυτήν όμως. Δεν υπήρχε, αντίστοιχα, κάποια αντικαθεστωτική «δεξιά», ενώ σήμερα ο όρος αντισυστημικός μοιράζεται απλόχερα δεξιά και αριστερά σαν να περιγράφει και τους μεν και τους δε. Αφορά, μάλιστα, κατεξοχήν τους λεγόμενους «αντισυστημικούς» της δεξιάς, τους ριζοσπαστικούς εθνικιστές, τους μετα-φασίστες, τους οπαδούς μιας νέας συντηρητικής επανάστασης, τους εχθρούς των «πολιτισμικών γενοκτονιών». 

Nομίζω όμως ότι οι δυο συγγενείς όροι δεν έχουν την ίδια εγκυρότητα. Το κοινωνικό καθεστώς είναι κάτι που μπορεί να περιγραφεί, να αναλυθεί, να κατονομαστεί. Είναι μια συγκεκριμένη οντότητα. Εδώ είναι όλη η διαφορά του από το «σύστημα». Το σύστημα, παρότι η λέξη δηλώνει κάτι με συνοχή και συγκεκριμένη δομή, έχει γίνει από καιρό ένα απροσδιόριστο και φασματικό αντικείμενο. 

Για το σύστημα μπορεί να μιλάει με μεγάλη ευκολία ένας οπαδός του αντιεμβολιαστικού κινήματος, ένας σπουδαιοφανής τραγουδιστής του έντεχνου, ένας ακροδεξιός οπαδός του Προέδρου Πούτιν ή ένας από τους φριχτούς σχολιαστές του «αθλητικού ραδιοφώνου της Θεσσαλονίκης», που κι αυτοί αισθάνονται «εκτός συστήματος». Εναντίον του συστήματος μπορεί να είναι οι πιο διαφορετικοί ρόλοι της ελληνικής δημοσιότητας, τα πιο φαιδρά και ανυπόληπτα πρόσωπά της. Θα πει κανείς πως το σύστημα είναι και αυτό προσδιορισμένο, είναι, για παράδειγμα, ο καπιταλισμός ή η νεοφιλελεύθερη εκδοχή του. Ναι, με τη διαφορά πως στον γαλαξία των αντισυστημικών του καιρού μας η κλασική αντικαπιταλιστική ευαισθησία έχει υποχωρήσει ή έχει επενδυθεί με γραφικά και επικίνδυνα υλικά: η ανάλυση έχει δώσει τη θέση της στο προφητικό παραλήρημα, στη θεωρία συνωμοσίας, στον στείρο καταγγελτικό οίστρο. 

Από την άλλη, ένας ολόκληρος αντισυστημικός χώρος έχει συρρικνώσει την κριτική του καπιταλισμού σε μια μελοδραματική ρητορεία κατά του χρήματος και των υλιστικών αξιών, ανατρέχοντας μάλλον σε θρησκευτικά μοτίβα που έχουν ελάχιστη σχέση με μια ορθολογική κριτική στα μεγάλα ελαττώματα των κυρίαρχων οικονομικών μοντέλων. 

Το αντισυστημικό μοιάζει έτσι με τη λαϊκίστικη και φαντασμαγορική μετεξέλιξη παλαιότερων μορφών κριτικής και ιδεολογικής αντιπολίτευσης. Σαν να πήραν την εξουσία οι αοριστολογίες, τα παραληρήματα των ιεροκηρύκων ή κάποιων ριζοσπαστών του πληκτρολογίου. Σαν να έχει επιστρέψει το ύφος της αντικουλτούρας, αλλά χωρίς τη χάρη, τις αιχμές και το πειραματικό πάθος που είχε η αντικουλτούρα του '60 και του '70.

 Σε αυτό τον αβαθή αντισυστημισμό έρχεται όμως να απαντήσει μια άλλη τάση που τη βλέπω να αποκτά όλο και περισσότερους οπαδούς. Είναι μια τάση που ανακαλύπτει αντιθέτως τη γοητεία της τάξης, της ρουτίνας, της προσαρμογής. Μια τάση προς την αποκατάσταση των βαριά κλονισμένων προτύπων μαζί με μια αόριστη (στους νέους) νοσταλγία για «καθοδηγητικές» αξίες και πρότυπα. Ένας κόσμος χαίρεται να νιώθει αντι-σύστημα.

 Και ένας άλλος κόσμος θέλει να φαντάζεται τον εαυτό του μέσα σε ρόλους με σαφείς ιεραρχίες, με ασφαλή σύνορα, με καλή ρυμοτομία που προστατεύει από τους άγριους καιρούς. Ένα τμήμα της σύγχρονης κουλτούρας τρέφεται από εικόνες εξέγερσης, ανυπακοής και άγριας αποσύνδεσης από τον ιστό της κανονικότητας. Ένα άλλο τμήμα όμως, και μάλλον το ισχυρότερο, επιζητεί ασμένως την αποκατάσταση της διασαλευμένης τάξης, τη ζεστή κοιτίδα μιας Μητέρας Πατρίδας, την τέλεια αστυνόμευση της ρημαγμένης του ζωής. Όχι, δεν πρόκειται για πόλωση ανάμεσα στην «αναρχία» και τον «φασισμό», όπου από τη μία είναι το αντισύστημα και από την άλλη το σύστημα. Αντίθετα, η δυσκολία αυτής της εποχής είναι ότι σύστημα και αντισύστημα ανήκουν το ένα στο άλλο, κλείνουν το μάτι το ένα στο άλλο και συχνά παρασιτούν το ένα στο άλλο.   Όλο και περισσότεροι άνθρωποι κατηγορούν το σύστημα όχι γιατί είναι τέτοιο (σύστημα) αλλά γιατί, κατά τη γνώμη τους, έχει γίνει σκορποχώρι και «σουρωτήρι» και μπάχαλο. Του προσάπτουν το γεγονός πως δεν τους προφυλάσσει από τις απειλές της εποχής, από τις φυσικές καταστροφές, την ανασφάλεια, το έγκλημα, τους ιούς και πάει λέγοντας. 

Όλη η διαφορά των παλιών αντικαθεστωτικών λόγων από την αντισυστημική πλημμυρίδα του σήμερα είναι ότι κάποτε πίστευε κανείς πως υπήρχε ένα καθεστώς, ενώ τώρα οι περισσότεροι υποψιάζονται πως κυβερνάει το χάος. Γι' αυτό εξάλλου το 90% των αντισυστημικών υποσχέσεων του καιρού μας είναι υποσχέσεις ρύθμισης και τακτοποίησης. Σαν τις υποσχέσεις για οριστική ρύθμιση των χρεών σε έναν κόσμο υπερχρεωμένων ανήμπορων. 

Πηγή: www.lifo.gr  3/10/2018


Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

Γκρίζο φθινόπωρο στην Ευρώπη

Tου Πέτρου Παπακωνσταντίνου

Καθώς η Γερμανία γιόρταζε, την περασμένη Τετάρτη, την επέτειο της επανένωσης, τα σύννεφα του σκεπτικισμού έριχναν σκιές στη «δεύτερη ευκαιρία» που δόθηκε στο γερμανικό έθνος από την Ιστορία. Αρκετοί αναλυτές, όπως ο Μαρσέλ Φίρστεναου από την Deutsche Welle, εφιστούσαν την προσοχή στην ανισότιμη θέση του ανατολικού τμήματος της χώρας σε όλα τα επίπεδα – ανεργία, μισθοί, βιομηχανία, μερίδιο στις πολιτικές και δημοσιογραφικές ελίτ. Αυτή η εδραιωμένη ανισοτιμία είναι ένας από τους παράγοντες που εξηγούν την πολύ μεγαλύτερη επιρροή του ταχέως ανερχόμενου ακροδεξιού κόμματος AfD στις ανατολικές περιοχές.
Την ίδια στιγμή, η χώρα που πρόβαλλε για δεκαετίες ως πρότυπο πολιτικής σταθερότητας, αρχίζει να εμφανίζει όλες τις πολιτικές παθογένειες που πλήττουν την υπόλοιπη Ευρώπη. Δεν είναι μόνο ότι η Αγκελα Μέρκελ, ύστερα από 13 χρόνια στην καγκελαρία, εμφανίζεται αποδυναμωμένη και αμφισβητείται εκ των ένδον. Η ίδια η κυριαρχία του πολιτικού Κέντρου τίθεται υπό αίρεση για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και η Κεντροδεξιά και, πολύ περισσότερο, το σοσιαλδημοκρατικό SPD, βρίσκεται σε πτώση. Στις τελευταίες δημοσκοπήσεις, η AfD ξεπερνά το SPD σε πανεθνικό επίπεδο, με ποσοστό γύρω στο 18%.
Η γερμανική εσωστρέφεια αποτελεί κακό οιωνό για μια Ε.Ε. που απειλείται από πολλά σεισμογενή ρήγματα, με πρώτο εκείνο της Μάγχης. Ενώ απομένουν λιγότερο από έξι μήνες για την ημερομηνία αποχώρησης της Βρετανίας από την Ε.Ε., το ενδεχόμενο ενός χαώδους Brexit, χωρίς συμφωνία, είναι απολύτως ρεαλιστικό, όπως έδειξε η μετωπική σύγκρουση στην πρόσφατη άτυπη σύνοδο κορυφής του Σάλτσμπουργκ.
«Ε.Ε. όπως ΕΣΣΔ»
Την περασμένη Τετάρτη, στο ετήσιο συνέδριο των Συντηρητικών, η Τερέζα Μέι διεμήνυσε ότι δεν εννοεί να υποχωρήσει από τις κόκκινες γραμμές της, ενώ αίσθηση προκάλεσε το γεγονός ότι ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Τζέρεμι Χαντ παρομοίασε την υπαρκτή Ε.Ε. με την ΕΣΣΔ, που «δεν άφηνε τους ανθρώπους να φύγουν».
Μπορεί να εικάσει κανείς ότι η αδιάλλακτη στάση των «27» έναντι της Βρετανίας απορρέει από την άρνησή τους να αποδεχθούν ως προδιαγεγραμμένο έναν τόσο βαθύ ακρωτηριασμό της Ενωσης. Ενδόμυχα ελπίζουν ακόμη ότι, υπό την πίεση των αγορών, οι Βρετανοί θα μπορούσαν να «συνετιστούν» και να ακυρώσουν το Brexit με ένα δεύτερο δημοψήφισμα. Πρόκειται για ένα παιχνίδι υψηλού ρίσκου, καθώς η Ε.Ε. των «27» οδεύει προς το τελικό μπρα ντε φερ με τη Βρετανία ενώ η ίδια δεν βρίσκεται σε ευσταθή κατάσταση.
Το μεγάλο ρήγμα Βορρά - Νότου επανήλθε στο προσκήνιο, εννέα χρόνια μετά την κρίση χρέους στην Ευρωζώνη. Αυτή τη φορά, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται σε συγκριτικά μικρές οικονομίες, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και η Πορτογαλία, αλλά στην τρίτη οικονομία της Ευρωζώνης – πολύ μεγάλη για να χρεοκοπήσει, αλλά και για να διασωθεί. Η ανταρσία της κυβέρνησης συνασπισμού Κινήματος Πέντε Αστέρων (M5S) και Λέγκας εναντίον των νουθεσιών δημοσιονομικής σύνεσης από τις Βρυξέλλες απειλεί να αναζωπυρώσει την κρίση στην Ευρωζώνη, την πιο δύσκολη στιγμή.
Εύλογα μπορεί να ασκηθεί κριτική σε αυτό το αλλόκοτο αμάλγαμα κεϊνσιανισμού - νεοφιλελευθερισμού, που προωθεί το κυβερνητικό δίδυμο της Ρώμης. Ο συνδυασμός του εγγυημένου κοινωνικού εισοδήματος για τους φτωχούς, που ήταν η κεντρική προεκλογική υπόσχεση του Μ5S, με τη μείωση της φορολογίας για τους πλούσιους που επέβαλε η Λέγκα, μοιάζει να εγγυάται δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Ωστόσο οι Βρυξέλλες κινδυνεύουν να την πάθουν όπως και στην περίπτωση της Βρετανίας: ο αλαζονικός διδακτισμός και οι ανοιχτές απειλές απέναντι σε μια συγκριτικά ισχυρή χώρα–μέλος μπορεί να οδηγήσουν στα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Στη Βρετανία, αυτός που τρίβει τα χέρια του από τα παθήματα της Μέι είναι ο πρωταθλητής του σκληρού Brexit Μπόρις Τζόνσον, ενώ στην Ιταλία εκείνος που επωφελείται δημοσκοπικά από τη σύγκρουση με τις Βρυξέλλες είναι ο ακροδεξιός Σαλβίνι.
Στο μεταξύ, κάθε άλλο παρά έχει κοπάσει το τρίτο ρήγμα που διατρέχει την Ε.Ε., εκείνο ανάμεσα στο γαλλογερμανικό ηγετικό ζεύγος και στην Κεντρική - Ανατολική Ευρώπη. Η Ουγγαρία του Ορμπαν και η Πολωνία του Κατσίνσκι αμφισβητούν τη φιλελεύθερη συναίνεση από εθνικιστικές θέσεις και απειλούνται να τιμωρηθούν μέχρι και με αφαίρεση του δικαιώματος ψήφου στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η πειθαρχία τους σε μια αδιάλλακτη, τιμωρητική γραμμή απέναντι στη Βρετανία ή στην Ιταλία δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Στο σύνολό τους, τα ρεύματα της εθνικιστικής «νέας Δεξιάς» ευελπιστούν σε μια μεγάλη εκτίναξη στις ευρωεκλογές της ερχόμενης άνοιξης.
Μία από τις πιο διαδεδομένες ερμηνείες για την πολλαπλή κρίση της Ε.Ε. εντοπίζει ως κοινό παρονομαστή τη σύγκρουση ανάμεσα στους «φιλελεύθερους ευρωπαϊστές» και στους «λαϊκιστές-εθνικιστές», ενώ αποδίδει την άνοδο των τελευταίων κυρίως στο μεταναστευτικό. Η ερμηνεία αυτή ακούγεται απλοϊκή. Η «νέα Δεξιά» δεν εκτοξεύθηκε μόνο ή κυρίως λόγω του μεταναστευτικού (οι ροές μεταναστών έχουν υποχωρήσει κατά πολύ από το 2015). Θρέφεται από το οργισμένο κοινό που δημιούργησαν η μεγάλη οικονομική κρίση του 2008 και η έκρηξη των ανισοτήτων που την ακολούθησε. Οι ηγέτες της «νέας Δεξιάς» δεν διανοούνται να θίξουν στο ελάχιστο τα προνόμια των ισχυρών, αντίθετα είναι άκρως «φιλελεύθεροι» στην οικονομική πολιτική τους.
Ο ιδεολογικός γκουρού του Τραμπ, Στιβ Μπάνον, ήταν αντιπρόεδρος της Goldman Sachs, στην οποία θήτευσε και η επικεφαλής του AfD, Αλις Βάιντελ, μια πολιτικός με ακραιφνώς νεοφιλελεύθερες θέσεις. Παρά τους φιλιππικούς κατά του Σόρος (με υποτροφία του οποίου σπούδασε στην Οξφόρδη), ο Βίκτορ Ορμπαν επέβαλε ενιαίο φόρο εισοδήματος για όλους, φτωχούς και πλούσιους, ενώ δεν αμφισβητεί τον ρόλο της χώρας του ως οικονομικής ενδοχώρας της Γερμανίας.
Υποκλινόμενοι στον οικονομικό φιλελευθερισμό και εκτρέποντας τη λαϊκή δυσαρέσκεια προς την ξενοφοβία και τις «συντηρητικές αξίες», πολιτικοί αυτής της κοπής φιλοδοξούν να υποκαταστήσουν την παραδοσιακή Κεντροδεξιά ως κυρίαρχη δύναμη του συντηρητικού χώρου – κάτι που έχει ήδη καταφέρει ο Σαλβίνι, εκτοπίζοντας τον Μπερλουσκόνι.
Ελλειψη ηγετών
Οι αμετανόητα αισιόδοξοι θα σκεφτούν, ίσως, ότι όλη η ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι μια πορεία αλμάτων ύστερα από κρίσεις. Το προβληματικό με αυτή την παρηγορητική σκέψη είναι ότι σήμερα έχουν πέσει πολλές κρίσεις μαζί, χωρίς να φαίνονται στον ορίζοντα οι Ντε Γκωλ και οι Αντενάουερ που θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να τις χειριστούν.
Οσο η γραφειοκρατία των Βρυξελλών και οι ηγεσίες ισχυρών κρατών υπερασπίζονται το ευρωπαϊκό στάτους κβο ως τον καλύτερο των δυνατών κόσμων, θα προσφέρουν ανέλπιστο δώρο σε εκείνους που ενδύονται τη λεοντή της «αντισυστημικής» δύναμης για να εξωραΐσουν την εθνικιστική, ξενοφοβική ατζέντα τους.
Μεταξύ των ισχυρών κρατών της Ενωσης, μόνο η Γαλλία του Εμανουέλ Μακρόν τόνισε την ανάγκη ριζικών αλλαγών. Ωστόσο, η κυβέρνηση της πάντα «συνετής» Αγκελα Μέρκελ σπατάλησε τον χρόνο που πέρασε με παλινωδίες και δισταγμούς.
Σήμερα, η ίδια εμφανίζεται υπ’ ατμόν, ενώ ο Μακρόν βλέπει τη δημοτικότητά του να πέφτει κατακόρυφα και την κυβέρνησή του να φυλλορροεί.
Η αστάθεια του γαλλογερμανικού ζεύγους έρχεται να προστεθεί στον κυκεώνα των προβλημάτων που καθηλώνουν σε νεκρό σημείο την Ευρωπαϊκή Ενωση, ενώ η δραματική άνοιξη του Brexit και των ευρωεκλογών πλησιάζει.
Ο κίνδυνος... κυκλώνων στα Βαλκάνια
Η χαμηλή προσέλευση στο δημοψήφισμα της ΠΓΔΜ αποτέλεσε πλήγμα και για την Ε.Ε. Οι πολίτες δεν έδειξαν να συγκινούνται από την προοπτική της ένταξης, ενώ οι ανοιχτές παρεμβάσεις Ευρωπαίων ηγετών είχαν για μία ακόμη φορά ανάστροφο αποτέλεσμα. Το ίδιο Σαββατοκύριακο απειλήθηκε σοβαρό επεισόδιο στη λίμνη Γκάζιβοντε, στο βόρειο, κυρίως σερβικό, τμήμα του Κοσόβου, όταν ένοπλη δύναμη των Αλβανοκοσοβάρων εισέβαλε στην περιοχή, ενώ η Σερβία έθεσε τον στρατό σε επιφυλακή. Ολα αυτά, ενώ η Ε.Ε. παραμένει διχασμένη ως προς την προοπτική ανταλλαγής εδαφών μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου, που έχει τεθεί επί τάπητος. Η Γαλλία, όπως και οι ΗΠΑ, τείνει να υποστηρίξει την ανταλλαγή, ενώ η Γερμανία φοβάται πως κάτι τέτοιο θα ανοίξει το κουτί της Πανδώρας. Πρώτος υποψήφιος για κάτι τέτοιο είναι η Βοσνία, όπου πραγματοποιούνται σήμερα εκλογές σε ατμόσφαιρα συνταγματικής κρίσης. Χωρίς κυβέρνηση εδώ και δύο χρόνια, η Βοσνία παραμένει αδύναμο προτεκτοράτο της Δύσης, με την ανεργία στο 25% και τον πληθυσμό της να έχει μειωθεί κατά 7% από το 2006. Η απόσχιση της σερβικής συνιστώσας (Srpska) και η ενσωμάτωσή της στη Σερβία δεν έχει απομακρυνθεί ποτέ ως ενδεχόμενο από τον ορίζοντα.
7/10/2018 www.kathimerini.gr