Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Οι αριθμοί, η διαπραγμάτευση και το… ατύχημα

του Γιώργου Παπανικολάου

Όσοι υποστηρίζουν εδώ και χρόνια ότι η διαπραγμάτευση με τους δανειστές στηρίζεται σε αριθμούς και οικονομική λογική, μάλλον θα πρέπει επιτέλους να αναθεωρήσουν. Αυτό δεν ισχύει ούτε για την κυβέρνηση, αλλά ούτε και για τους δανειστές.
Εάν ίσχυαν, ήδη θα είχαμε φτάσει σε μια συμφωνία, έστω για τη δεύτερη αξιολόγηση, και δεν θα είχε αφεθεί να ανοίξει και πάλι η φιλολογία περί Grexit.
Δυστυχώς, όμως, όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές δρουν με τρόπο ακραιφνώς πολιτικό, περιλαμβανομένου και του δήθεν «τεχνοκρατικού» ΔΝΤ. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο υποτιμούν, Έλληνες και ξένοι πολιτικοί, τις επιπτώσεις που έχει για την οικονομική κατάσταση της χώρας η νέα καθυστέρηση.
Γνωρίζουν οι δανειστές, υποθέτουμε, ότι το τελευταίο που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία και οι τράπεζες είναι μια νέα περίοδος αβεβαιότητας και αναταραχής. Ατυχώς, όμως, οι αριθμοί της ελληνικής οικονομίας επηρεάζουν απειροελάχιστα τους αριθμούς της Ευρώπης και του κόσμου (μετά τη θωράκιση της Ευρώπης από το ενδεχόμενο ενός ντόμινο χρεών), που σημαίνει ότι η όποια περαιτέρω επίπτωση της ελληνικής «κρίσης» θα έχει κυρίως πολιτικές συνέπειες.
Για το ΔΝΤ, η προσπάθεια αφορά στον περιορισμό της ζημίας που υπέστη από τα προηγούμενα λάθη στο ελληνικό πρόγραμμα, αλλά και τη διάθεση πολλών στους κόλπους του να απαγκιστρωθούν όσο γίνεται από μια μάλλον «τοξική» για το Ταμείο υπόθεση. Για τους Ευρωπαίους, με επίκεντρο τη Γερμανία, βασικό μέλημα πλέον είναι να μην αποκαλυφθεί επίσημα στους ψηφοφόρους, ενόψει εκλογών, η απώλεια που θα έχουν από τα δάνεια στην Ελλάδα, όπως κι αν εξελιχθεί η κατάσταση. Για την ελληνική πλευρά, πάλι, η προσπάθεια είναι να κλείσει τη συμφωνία με τρόπο που να της επιτρέψει να περιορίσει τις πολιτικές απώλειες και με βασικό γνώμονα τη διατήρησή της στην εξουσία.
Όλα αυτά είναι εύλογα, στον κόσμο που ζούμε, αν σκεφτούμε ότι σε μεγάλο βαθμό αντίστοιχα φαινόμενα συμβαίνουν και μεταξύ τραπεζών και χρεωμένων επιχειρήσεων, στον υποτίθεται ακραιφνώς «λογικό» χώρο της ιδιωτικής χρηματο-οικονομίας.
Σε πολυάριθμες περιπτώσεις, ο χρόνος που χάνεται είναι εις βάρος και των τραπεζών και των επιχειρήσεων. Η ψυχρή οικονομική λογική θα έλεγε «κλείστε τις ρυθμίσεις τώρα». Πλην όμως, αυτό σπανίως συμβαίνει και ο χρόνος κυλά μεγαλώνοντας τη ζημία! Κι έτσι οι επιχειρήσεις χάνουν διαρκώς αξία, μειώνοντας και τις προσδοκίες ανάκτησης αυτής της αξίας εκ μέρους των τραπεζών.
Τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν ευρύτερα στην οικονομία, εξαιτίας των πολιτικών ελατηρίων της διαπραγμάτευσης. Ήδη η ψυχολογία κινείται στο ναδίρ καθώς συγκεκριμένα «ορόσημα», όπως η ένταξη στο QE, απομακρύνονται, ενώ μήνα με τον μήνα, μειώνεται και το όποιο «λίπος» έχει μείνει προς ανάλωση (δηλαδή πληρωμή υπέρογκων φόρων και εισφορών) στο εσωτερικό της χώρας.
Ταυτόχρονα οι τράπεζες βλέπουν τη θετική τάση κάποιων προηγούμενων μηνών να αντιστρέφεται το 2017 και τα επιχειρηματικά τους σχέδια (ώστε να μη χρειαστεί νέα ανακεφαλαιοποίηση) να τίθενται σε κίνδυνο.
Ίσως το χειρότερο όλων είναι ότι στην παρούσα φάση, όχι απλώς δεν υπάρχει εθνικό σχέδιο για τη χώρα (αυτό έτσι κι αλλιώς ουδέποτε υπήρξε, δυστυχώς, όλα αυτά τα χρόνια), αλλά ούτε και κάποιο οργανωμένο σχέδιο των δανειστών, έστω για τους τύπους.
Σχεδόν όλα εμφανίζονται να είναι στον αέρα και «υπό συζήτηση», με βάση όχι την οικονομική λογική αλλά τη διαπραγματευτική ισχύ των εμπλεκόμενων μερών, προκειμένου να βρεθεί ένας… ελάχιστος κοινός παρονομαστής!
Οι εξελίξεις αυτές συνδυαζόμενες με την ευρύτερη πολιτική -αλλά και γεωπολιτική- αβεβαιότητα διεθνώς αυξάνουν, όπως είναι λογικό και επόμενο, τον λεγόμενο κίνδυνο «ατυχήματος».
Τον κίνδυνο δηλαδή να ξεφύγουν οι εξελίξεις από μια «προβλέψιμη» και ελέγξιμη τροχιά, εις βάρος τόσο της Ελλάδας, όσο και της Ευρώπης. Πρόκειται για κίνδυνο που δεν αφορά μόνον σε βραχυχρόνιο ορίζοντα, αλλά και σε μεσοχρόνιο, καθώς υπό διαμόρφωση είναι ουσιαστικά το πλαίσιο των προϋποθέσεων/απαιτήσεων για μετά το 2018.
Κάποιες πληροφορίες αναφέρουν ότι τα βασικά θέματα έχουν ήδη ρυθμιστεί με τρόπο κοινά αποδεκτό. Μακάρι, εδώ που έχουμε φτάσει να είναι έτσι και να κλείσει η διαπραγμάτευση σε αυτό τον χρόνο. Διότι η μη λύση είναι μάλλον χειρότερη από μια κακή λύση, στην περίπτωση της χώρας μας. Ωστόσο, το κατά πόσον αυτές οι ρυθμίσεις θα αποδειχτούν προς όφελος της χώρας και δεν θα οδηγήσουν σε ένα νέο αδιέξοδο προσεχώς, ιδίως όταν έχουν συμφωνηθεί με αυτούς τους όρους, μένει να… αποδειχτεί.

www.euro2day.gr  20/2/2017


Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Θέατρο διαλόγου

του Παντελή Μπουκάλα

Εφόσον ο δημόσιος λόγος, στην προφορική του ιδίως εκδοχή, έτσι όπως ακούγεται στη Βουλή και στους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, ποντάρει πρωτίστως στις ατάκες και στα λεκτικά παιγνίδια, δεν πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι ο δημόσιος διάλογος βαλτώνει. Θόρυβο παράγει, κανείς δεν το αμφισβητεί. Και κάποιους μπορεί να τους φανατίζει. Αλλά δεν είναι αυτός ο στόχος του – ή τουλάχιστον δεν θα ’πρεπε να είναι, αν η ενηλικίωση της δημοκρατίας μάς αφορά και μας πονάει όλους.

Το πρόβλημα δεν είναι το πάθος, η σφοδρότητα, η οξύτητα. Δεν γίνεται δίχως αυτά. Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά δεν προκαλούνται επειδή ο καθένας από τους εκάστοτε συνομιλητές ακούει προσεχτικά τι λένε οι υπόλοιποι και εξεγείρεται εξαιτίας των αυθεντικών λεγομένων τους, αλλά επειδή, χωρίς να τους ακούσει, χωρίς να νοιάζεται να τους ακούσει, είναι εκ προοιμίου εξεγερμένος. Δεν δίνει την προσοχή του σε ακέραιες φράσεις. Δεν κρατάει σημειώσεις, ώστε κατόπιν να απαντήσει συγκεκριμένα επί του συγκεκριμένου. Του αρκεί μια λεξούλα, ένα ξεφτίδι, για να αρπαχτεί από αυτό και να εξαπολύσει, με την ίδια πάντοτε αυταρέσκεια, όσα έχει ήδη γράψει ή του έχουν γράψει. Μονόλογο ακούει, με μονόλογο θα απαντήσει. Ενα θέατρο διαλόγου ερήμην τού λόγου... Κάποιος αρχαίος φιλόσοφος είχε ισχυριστεί ότι στις συζητήσεις βγαίνει νικητής αυτός που ακούει περισσότερο και προσεχτικότερα, γιατί έτσι αποκτά το πλεονέκτημα να ξέρει επακριβώς σε τι οφείλει να αντιτεθεί, άρα και πώς να επιχειρηματολογήσει. Μάλλον αστειευόταν.

Μέρα τη μέρα, βδομάδα τη βδομάδα, ο ακροατής του δημόσιου διαλόγου (ο θεατής του μάλλον) βεβαιώνεται πως η παρερμηνεία και η προκρούστεια αντιμετώπιση της ομιλίας των άλλων, ώστε να απομονωθεί και να αποσπαστεί ένα διευκολυντικό ξεφτίδι, δεν είναι κάτι σποραδικό και τυχαίο. Είναι δόγμα, σύστημα, πρόγραμμα. Είναι ένα έθιμο εξαιρετικά βολικό τόσο για τους κομματικούς ρήτορες, αποφασισμένους να υποβαθμίσουν τον πολιτικό λόγο έως το επίπεδο του επιφωνήματος, όσο και για τους θεράποντες μιας βαμμένης, εξαρτημένης δημοσιογραφίας.

Καθημερινή 4/2/2014

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Παγκοσμιοποίηση και εθνικισμός

του Αντώνη Λιάκου

Διαβάζουμε κουραστικές, ανούσιες και επαναλαμβανόμενες αναλύσεις για την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία της Αμερικής. Η έννοια του λαϊκισμού με τη χρόνια κατάχρησή της έχασε κάθε ερμηνευτική δύναμη και ιδιαίτερα για τη χώρα της οποίας το Σύνταγμα αρχίζει εμβληματικά με τη φράση «We the people». Εκείνο που έχει σημασία ενδεχομένως να τονισθεί είναι ότι η Δεξιά στον αγγλοσαξονικό κόσμο, εκείνη που με το δίδυμο Ρίγκαν - Θάτσερ πραγματοποίησε τη θεαματικότερη πολιτική στροφή στον δυτικό μεταπολεμικό κόσμο δημιουργώντας -ισμούς με το όνομά τους, τώρα με τον Τραμπ και τη Μέι κάνει κάτι επίσης αδιανόητο: σηκώνει τη σημαία της κοινωνικής ανισότητας, της υπεράσπισης των φτωχών, την προστασία της εθνικής οικονομίας από τον κίνδυνο της παγκοσμιοποίησης και των ανέργων από τους μετανάστες. Δεν έχει σημασία που οι Τόρηδες συνώνυμο του ελιτισμού παρά του λαϊκισμού είναι, ή πως ο Τραμπ είναι βαθύπλουτος και επιδειξίας του πλούτου του. Στο κάτω-κάτω, η «Δυναστεία» ήταν η πιο δημοφιλής τηλεσειρά.

Γιατί όχι, αφού η ευπρεπής και καλλιεργημένη μεσαία τάξη, οι πολιτικοί και οι διανοούμενοί της, κεντροαριστερής ή κεντροδεξιάς απόχρωσης, κόπτονται μεν για τα δικαιώματα και τη διαφορετικότητα, αδιαφορούν δε εκκωφαντικά για οτιδήποτε αφορά  την κοινωνική ανισότητα; Μοιάζει πια αγεφύρωτη η διάσπαση ανάμεσα σε αυτές τις δύο έννοιες. Η αδιαφορία για την κοινωνική ανισότητα οδηγεί σε μια ελιτίστικη αντίληψη της δημοκρατίας, στο άδειασμά της από κάθε λαϊκό περιεχόμενο. Υπήρξαν σχολιαστές που υποστήριζαν ότι και ο Σάντερς συνέβαλε στην εκλογή του Τραμπ, γιατί εξήπτε το ακροατήριό του με την κοινωνική κριτική. Είναι οι ίδιοι που θεωρούν ότι καμιά σοβαρή πολιτική απόφαση δεν πρέπει να τίθεται σε λαϊκή ετυμηγορία. Οι θιασώτες της μεταδημοκρατίας. Από την άλλη, η αδιαφορία για τα δικαιώματα, και κυρίως για τους μετανάστες, σημαίνει αδιαφορία για τις ελευθερίες και τη διαφορετικότητα, πολιτικό αυταρχισμό, αστυνομική αυθαιρεσία, εθνικισμό και Ακροδεξιά, ακυρώνει πολιτισμικές κατακτήσεις μισού αιώνα.   

Αυτός ο διχασμός διαπερνά οριζόντια τις χώρες αλλά έχει διεισδύσει στις πολιτικές παρατάξεις και της Δεξιάς και της Αριστεράς, όπως ορίστηκαν ιστορικά. Και συνήθως κρύβεται κάτω από επίπλαστα διλήμματα που παρουσιάζονται ως εθνολαϊκισμός εναντίον μεταρρυθμίσεων, ως ορθός λόγος εναντίον ανορθολογισμού, ως η υπευθυνότητα εναντίον ανεύθυνων υποσχέσεων. Και καθώς οι μόνοι με μαζικό ακροατήριο που έμειναν για να καταγγέλλουν την κοινωνική αδικία, μετά και την παραδειγματική πειθάρχηση της ελληνικής Αριστεράς, είναι οι εθνικιστικές δυνάμεις, τότε η άνοδος του Τραμπ πιθανότατα θα σημάνει την ανασύνταξή τους.

Το στυλ Καμμένου, κακώς διακωμωδείται ως ελληνικό καπρίτσιο γιατί, όπως βλέπουμε και θα δούμε στις προσεχείς ευρωπαϊκές εκλογές, ανταποκρίνεται σε άποψη εμπεδωμένη και με έρεισμα. Η αυταπάτη τους βέβαια είναι ότι ο Τραμπ, το Brexit, η απευκταία μεν αλλά ενδεχόμενη επικράτηση της Λεπέν θα σταματήσουν την πορεία της παγκοσμιοποίησης για να επαναφέρουν την εθνική κυριαρχία και επομένως την προστασία της εργατικής τάξης από την παγκοσμιοποίηση. Η αυταπάτη αυτή βασίζεται στην αντίληψη, αρκετά διαδεδομένη και στην Αριστερά, ότι η παγκοσμιοποίηση είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά πολιτικών αποφάσεων. Αν επομένως αρθούν, όπως π.χ. η απόσυρση της Αμερικής από τις διαπραγματεύσεις ελευθέρου εμπορίου του Ειρηνικού και τη NAFTA, αν υιοθετηθούν πολιτικές ενίσχυσης του εθνικού νομίσματος και της εθνικής αγοράς, τότε η εσωτερική παραγωγή θα ανακάμψει, η ανεργία θα περιοριστεί και οι παλιές καλές ημέρες θα επιστρέψουν.

Εκείνο που ένας ιστορικός θα είχε να αντιτείνει είναι ότι η παγκοσμιοποίηση περνά μέσα από πολιτικές αποφάσεις, επιταχύνεται ή επιβραδύνεται, ωστόσο δεν αναστέλλεται. Γιατί αποτελείται από διαδικασίες οι οποίες δεν άρχισαν βέβαια στη δεκαετία του 1990 αλλά πολύ νωρίτερα. Πρόκειται για βαθιές τεχνολογικές, παραγωγικές, πολιτισμικές αλλαγές που υπερβαίνουν γεωγραφικούς και πολιτισμικούς καταναγκασμούς. Αγκαλιάζουν το σύνολο της ζωής των σύγχρονων κοινωνιών, μειώνοντας το βάρος των πολιτικών αποφάσεων, αν και χρησιμοποιούν ως όργανο το κράτος. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο εθνικισμός και ο προστατευτισμός κάλπαζαν. Αυτό όμως καθόλου δεν εμπόδισε την παγκοσμιοποίηση να τυλίγει τον πλανήτη με σιδηροδρομικά δίκτυα, ατμοπλοϊκά δρομολόγια, τηλεγραφικά σύρματα, διεθνή ομόλογα, εναρμονισμένα μέτρα και σταθμά, και ένα σωρό άλλα, αυτονόητα σήμερα. Δεν εμπόδισε η έξαρση του εθνικισμού τον Φιλέα Φονγκ το 1873 να κάνει τον γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες, ούτε ο πόλεμος του 1914-18 τα ρολόγια των στρατιωτών που αλληλοσκοτώνονταν να δείχνουν ίδια ώρα.

Παγκοσμιοποίηση και εθνικισμός μπορούν να προχωρήσουν χέρι-χέρι. Οι πολιτικές αποφάσεις μπορούν να επιβραδύνουν ή να καθυστερήσουν αυτή τη διαδικασία, ή να επιχειρήσουν να θέσουν κανόνες, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Δεν μπορούν να την αναστείλουν ή να την ανατρέψουν. Οταν αλλάζει μια εποχή, πολλές εκδοχές δραστηριοποιούνται. Αλλά εν τέλει αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις της μετάβασης αυτής. Χρειάζεται να καταλάβουμε ψύχραιμα τη νέα εποχή χωρίς ναρκισσιστικές επιδείξεις αγανάκτησης. Παγκοσμιοποίηση δεν σημαίνει διεύρυνση της ευημερίας και της ελευθερίας, όπως πίστευαν οι μεν, δεν σημαίνει όμως και μια ιδεολογική-πολιτική απόφαση που την αναιρείς βολονταριστικά με μιαν άλλη απόφαση.

Για να επιβιώσει η δημοκρατία χρειάζεται να κρατιούνται μαζί οι δύο άκρες του κομμένου νήματος, δηλαδή και η υπεράσπιση των δικαιωμάτων και της διαφορετικότητας, και η πολιτική καταπολέμησης των κοινωνικών ανισοτήτων, της ανεργίας, και των θυμάτων  της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Δημοκρατία σημαίνει We the people, λαϊκή κυριαρχία. Αλλά για να επιβιώσουν οι δημοκρατίες στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον χρειάζονται διεθνείς ρυθμίσεις, σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο αλλά και εμπνεόμενες από βασικά ουνιβερσαλιστικά ιδεώδη όπως ο σεβασμός της ανθρώπινης ζωής και προσωπικότητας, η καταπολέμηση της παγκόσμιας φτώχειας και η έγνοια για το περιβάλλον.  


ΒΗΜΑ 29/1/2017

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Μεταπραγματικότητα και Μεταφυσική

Του Κώστα Βεργόπουλου

Aπο τις 16 Νοεμβριου του ληξαντος ετους, το εγκυρο Λεξικο της Οξφορδης, πληροφορει το κοινο του οτι η λεξη που αναδειχθηκε το 2016, η λεξη της χρονιας, ηταν ο νεολογισμος «μετα-αληθεια».
Οπερ εστί μεθερμηνευομενο η «μεταπραγματικοτητα». Οχι λοιπον  η αντικειμενική πραγματικοτητα που υπαρχει και καθοριζει την ζωη ολων μας, ακομη και οσων μαχονται για να την αλλαξουν, αλλα η «πραγματικοτητα» που δεν υπαρχει οπωσδηποτε, αλλα αυτη που θα μπορουσε να υπαρξει,  οπως αυτή προσλαμβανεται απο την περιρρεουσα κοινη γνωμη και ενδεχομενως από μεγαλο αριθμο πολιτων. Ο ορος «πραγματικοτητα» παυει πλεον να ορίζεται ως κατι το αντικειμενικο, αφου καθοριστικωτερη σημασια για τον ορισμό και την αποδοχη της αποδιδεται στην υποκειμενικη και συλλογική προσληψη της απο τους πολιτες.
Επομενο ηταν μετα απο την σαρωτικη επελαση της «μετα-νεωτερικοτητος» να ακολουθησει και η «μετα-αληθεια» και απο κοντα η «μεταπραγματικοτητα». Απο την στιγμη που γινεται δεκτο οτι το παρελθόν δεν ειναι παρα ενα αφηγημα, γιατι αραγε να μην ισχυει το αυτο και για το παρον. Αφηγημα το ενα, αφηγημα και το αλλο. Και ακομη μεγαλυτερο αφηγημα το μελλον. Δεν υπαρχει πλεον καμια απολυτως ανάγκη τεκμηριωσης, η καθε πλευρα δικαιουται να εμφανιζει το αφηγημα της και βεβαια με τον μοναδικο κινδυνο της επικυρωσης ή της απορριψης απο τους ιδιους τους οπαδους της. Οπως ετονιζε ο δυτικος πατερας της εκκλησιας Τερτουλιανος (150-210 μ.Χ), η πιστη δεν χρειαζεται καμια αποδειξη ούτε τεκμηριωση: «πιστευω σε κατι ακριβως επειδη ειναι παραλογο».
Ωστοσο, ο νεολογισμος της «μετα-αληθειας» και της «μετα-πραγματικοτητος» δεν συνιστα πρωτοτυπια της εποχης μας. Απο τις αρχες του τρεχοντος αιωνος, ειχε αναδειχθει ο ορος «εικονικη πραγματικοτητα» με την εννοια οτι η πραγματικοτητα δεν ειναι αυτη που εμπιπτει στις αισθησεις και ελεγχεται απο αυτες, αλλα κατι που ορισμενες ελιτ μπορουν να συλλαμβανουν για λογαριασμο ολων που στερουνται φαντασιας. Εαν υπαρχει σημερα καποια πρωτοτυπια στον νεολογισμο της χρονιας, αυτη εντοπιζεται στον κυνισμο της και στην ομολογια της οτι η πραγματικοτητα δεν ειναι αυτη που ολοι υφισταμεθα, αλλα αυτη προς την οποια κατατεινουν ολες οι θυσιες και τα βασανα στα οποια εν ονοματι της υποβαλλονται οι λαοι και η ανθρωποτητα.
Φυσικα, δεν πρωτη φορα που εμφανιζεται παρομοιο εγχειρημα υποβάθμισης της πραγματικοτητος εν ονοματι καποιας αλλης που δεν υπαρχει παρα μονον στην φαντασια των προαγωγων της. Στο ιστορικο παρελθον, παρομοιος ηταν ο ρολος της θρησκειας, η οποια υποβαθμιζε τις ταλαιπωριες της πραγματικης ζωης με την επαγγελια της αιωνιοτητος για τους ταπεινους και καταφρονεμενους αυτου του κοσμου. Στην συνεχεια, ο ιδιος ρολος ανατεθηκε στις ιδεολογιες, οι οποιες επανελαβαν το θρησκευτικο σχημα, προσθετοντας οτι ο παραδεισος και η αιωνια ευτυχια θα μπορουσαν να επιτευχθουν σε αυτην εδω την ζωη και οχι πλεον στον αλλο κοσμο. Στην τριτη φαση, εξαγγελθηκε το «τελος ολων των ιδεολογιων» μαζι με το «τελος της ιστοριας», με συνεπεια την καθήλωση των κοινωνιων στην οδο της αποδομησης τους. Η λεγομενη μετα-νεωτερικη σκεψη ανελαβε να πεισει ολους οτι ειχαν βασισει τις προσδοκιες τους για ενα καλυτερο κοσμο σε απλα αφηγηματα, τα οποια ησαν πλεον νεκρα.
Σημερα, η αναδειξη του ορου της «μεταπραγματικοτητος» δεν ειναι παρα μια φυσιολογικη εξελιξη, ενα υποπροιον των προηγουμενων εννοιων, με σκοπο να αποσπα την προσοχη απο ο,τι το θλιβερο και απαράδεκτο συμβαινει γυρω μας στο παρον.
Ο νεολογισμος της «μεταπραγματικοτητος» διακινειται σημερα προς πασα κατευθυνση, ειτε με υποτιμητικη εννοια ειτε ακομη και με υπερφιαλη και αλαζονικη. Οι υποστηρικτες του Brexit στη Βρετανια, αλλα και του Τραμπ στις ΗΠΑ αρχικα εστιγματισθηκαν για αυτο απο τους αντιπαλους τους. Ομως, στην συνεχεια οι ιδιοι δεν ειχαν κανενα κομπλεξ να αναλαβουν για λογαριασμο τους τον επιμαχο ορο, βασιζομενοι βεβαια οχι στην αντικειμενικη τεκμηριωση της υπεροχης του, αλλα στην απογνωση των θυματων της παγκοσμιοποιησης και στην ευπιστια τους προς οσους την κατηγγειλαν, περα απο καθε λογικο ελεγχο με βαση τα αντικειμενικά στοιχεια. Φυσικα, ειναι αναμφισβητητο οτι η ΕΕ εχει επιλεξει την οδό της απωλειας της και ακομη περισσοτερο η παγκοσμιοποιηση την οδο της αποσυνθεσης της. Ωστοσο, υποτιθεται οτι ζουμε σε μια εποχη που απέχει πολλους αιωνες και χιλιετιες απο εκεινην των προφητων και των ευαγγελιστων. Δεν αρκει σημερα η πιστη για να αλλαξουν τα πραγματα, χρειαζεται ακομη να κατατεθει δημοσια και η επαγγελλομενη εναλλακτική πορεια που επι του παροντος δεν δειχνει καθολου οτι εχει μελετηθει με την δεουσα σοβαροτητα. Αφου στην εποχη μας μετανεωτερικοτητα μας μεταφερει στον προ-νεωτερικη, στην μεσαιωνικη περιοδο της ιστοριας, γιατι αραγε και η εκτος οιασδηποτε δυνατοτητος ελεγχου «μετα-πραγματικοτητα» να μην μας μεταφερει ακομη πιο πισω, στην περιοδο της μετα-φυσικης των πρωτων αιωνων του χριστιανισμου, τοτε που η απογνωση των ανθρωπων ειχε αναγαγει την πίστη σε ανωτερη αξια από την γνωση;

TVXS.GR  18/1/2017

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Συνειδητοποιώντας την αλλαγή εποχής

του Νικόλα Σεβαστάκη

Μια Ευρώπη ζαλισμένη από το Brexit, την καινούργια ιταλική αβεβαιότητα, την ανακύκλωση της ελληνικής εκκρεμότητας. Με σοβαρές κρίσεις ταυτότητας που έχουν γεννήσει νέα κινήματα «ταυτοτικής» Δεξιάς. Και στο μεταξύ, παντού να κυριαρχεί η εντύπωση πως οι πάνω έχουν χάσει την  επαφή με τους κάτω. Και την ίδια στιγμή να βλέπει κανείς την ισοπεδωτική αποκήρυξη των ελίτ από... άλλες ελίτ (γιατί τι άλλο είναι οι καταγγέλλοντες διανοούμενοι;) και στην πολιτική σκηνή να παρατάσσονται τόσα αμέτρητα «εγώ» σε βάρος των οικείων πολιτικών παραδόσεων. Αρκεί, ας πούμε, να δει κανείς τον πολλαπλασιασμό των υποψηφίων για τις προκριματικές εκλογές του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος ή τις αμέτρητες, πια, φιλοδοξίες στην ελληνική Κεντροαριστερά για να πάρει μιαν ιδέα του προβλήματος.

Και όμως, πολλά από αυτά τα παρακμιακά της Ευρώπης δείχνουν πολυτέλειες, αν σκεφθεί κανείς το Χαλέπι, τη Μοσούλη, τη Λιβύη (που έχει ξεχαστεί). Και αν το βλέμμα στραφεί και δίπλα μας, στην αλλοπρόσαλλη και βίαιη Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν όπου ο αυταρχισμός και η τρομοκρατία ανταλλάσσουν τεχνογνωσία σε συνθήκες πολιτικής ασφυξίας.

Ισως λοιπόν η παραδοσιακή λέξη αστάθεια είναι ευφημισμός για το ιστορικό τοπίο του παρόντος. Φαίνεται πως έχουμε κάτι περισσότερο: το ξήλωμα των ραφών του κόσμου που είχε διαμορφωθεί στον ύστερο 20ό αιώνα. Τα σύνορα, τα κράτη, οι αγορές, οι ιδεολογίες ζουν μια περίοδο απρόβλεπτης αναδιάταξης, χωρίς κάποιο «καθοδηγητικό κέντρο» και με πλήθος χαοτικά επεισόδια.

Δεν είναι όμως απροσδιόριστη και η κατεύθυνση των αλλαγών που συντελούνται. Κακά τα ψέματα, η τωρινή φάση των απορρυθμίσεων δείχνει ότι θα ζήσουμε νέους ριζοσπαστισμούς και συντηρητισμούς. Το παιχνίδι παίζεται στα όρια των θεσμών και των πρακτικών που γνωρίζαμε για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες της «κανονικότητας». Λέξεις οικείες από την ιστορία των πολιτικών ιδεών, ο ριζοσπαστισμός και ο συντηρητισμός ενώνουν πλέον τις δυνάμεις τους και φτιάχνουν υβρίδια ανθεκτικά στην παραδοσιακή κριτική.

Το κοινό των νέων ρευμάτων είναι η περιφρόνηση για τους κανόνες δικαίου, η απέχθεια για τους «τύπους», η λοιδορία για το πνεύμα των συμβιβασμών. Το βλέπουμε στην Αμερική που ετοιμάζεται για την προεδρία Τραμπ και το αναδυόμενο επιτελείο του γεμίζει από φιγούρες που ενσαρκώνουν την ωμότητα χωρίς φιλελεύθερες περιφράσεις. Το αισθανόμαστε, στην ακραία του μορφή, σε ζοφερά πρόσωπα όπως ο Ροντρίγκο Ντουτέρτε, ο νέος πρόεδρος των Φιλιππίνων, που παραπέμπει σε βασανιστή της ειδικής ασφάλειας αλλά, παρ' όλα αυτά, δεν υπολείπεται δημοφιλίας. Το υποψιαζόμαστε με τη διάχυση φιλο-αυταρχικών τάσεων σε όλη σχεδόν την Ευρώπη και στα μέρη μας. Και εδώ πρέπει να διακρίνουμε την επιθυμία των ανθρώπων για ευνομία και ασφάλεια από τις δημαγωγικές εκτροπές μιας ιδεολογίας που υπόσχεται την εύκολη πρόσβαση σε αυτά τα αγαθά.

Προφανώς, το κράμα ριζοσπαστισμού και συντηρητισμού ποτίζει δεξιά και αριστερά εδάφη, ειδικά όταν έχουν φθαρεί κληρονομημένοι ηθικοί κώδικες και πολιτικά σύνορα. Η  εντύπωση, για παράδειγμα, πως όλα είναι εν τέλει ψεύδος και υποσχέσεις χωρίς αλήθεια, εντύπωση που χαράχθηκε βαθιά στο κοινωνικό σώμα με την αποφασιστική συμβολή του ΣΥΡΙΖΑ, είναι βασικός τροφοδότης ενός πολιτικού μηδενισμού. Είτε μιλάμε για  την παθητική αναδίπλωση των ατόμων στις βιοποριστικές τους έγνοιες, είτε για το ενδεχόμενο να δούμε καινούργιες εφεδρείες αγανακτισμένης βίας που θα επικαλούνται την πολιτική ματαίωση και τη διαιώνιση της κρίσης. Και οι δύο στάσεις, η μοιρολατρική και η βίαιη, ενισχύονται από τα ψεύδη και την απουσία αυτοκριτικής στο πολιτικό σύστημα.

Η ελληνική σκηνή της κρίσης έχει άλλωστε τα δικά της χαρακτηριστικά. Συναντά μεν τη γενικότερη ευρωπαϊκή δυσθυμία και την παγκόσμια αβεβαιότητα αλλά η πρωτοτυπία της βρίσκεται στην πρωτοφανή διάβρωση της εμπιστοσύνης. Ενα μεγάλο απόθεμα τυχοδιωκτισμών και μικροπολιτικής μεγεθύνει τις συνέπειες που ήδη έχει η κρίση στην οικονομία και στην απασχόληση. Και βλέπουμε πως οι ρουτίνες αλληλοσπαραγμού που έχουν ένα ιστορικό βάθος επανεμφανίζονται, έστω με ρητορικούς ανένδοτους και απειλές στο Κοινοβούλιο.

Είναι καλό, από την άλλη, να έχει κανείς επίγνωση ότι είναι αδύνατη η επιστροφή σε μια «κανονικότητα» τύπου δεκαετίας του '90. Οτι η κατάργηση της λιτότητας ή το νέκταρ της θεάς Ανάπτυξης πρέπει να καταχωρηθούν στην προϊστορία των κομματικών υποσχέσεων. Και πως το πιθανότερο είναι ότι οι άγριες μεταβολές στην οικονομία, στις πολιτικές συμπεριφορές, στις λαϊκές ιδεολογίες θα συνεχιστούν. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι η αγνόηση αυτών των αλλαγών, ούτε η ψεύτικη και καιροσκοπική προσαρμογή στις νέες μόδες (λ.χ. σε εθνικοσυντηρητικές λογικές).

Πιο χρήσιμη είναι νομίζω η συνειδητοποίηση πως συμβιώνουμε με άγνωστους παλαιότερα υπαρξιακούς και πολιτικούς κινδύνους. Διότι τίποτα πλέον δεν είναι δεδομένο: ούτε η Ευρώπη και η προστασία της, ούτε η επιστροφή της ευημερίας, ούτε η συρρίκνωση των εθνικιστικών παθών στην εποχή της δικτύωσης κ.λπ. Ολα μοιάζουν αναστρέψιμα ή, έστω, υπερβολικά ευάλωτα. Τι σημαίνει όμως πρακτικά αυτή η συνειδητοποίηση; Νομίζω ότι θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη για όσους αφήνουν πίσω τις απλουστευτικές και μονοσήμαντες ερμηνείες της κρίσης: τον γενικόλογο αντινεοφιλελευθερισμό ή αυτόν τον χύμα και οριζόντιο αντιγερμανισμό από τον οποίο πιανόμαστε κάθε φορά που δυσκολεύουν τα πράγματα.

Αν το 2017 είναι χρόνος με ισχυρότερους ακόμα κλονισμούς στο ευρύτερο περιβάλλον μας θα μπορούσε, παρ' όλα αυτά, να γνωρίσει μια άλλη ελληνική τροχιά: την αναζήτηση μιας νέας ορθολογικότητας που θα έχει αφυπνιστεί πραγματικά (και όχι διακηρυκτικά) από τις απειλές και θα έχει μάθει να απευθύνεται, ξανά, στην κοινωνία. Χωρίς τους περιορισμούς του ελιτισμού αλλά και δίχως την πανικόβλητη μίμηση του λαϊκισμού, σε μια προσπάθεια «προσαρμογής» στο ρεύμα.

Οταν η αβεβαιότητα γίνεται πια ο κανόνας δεν έχει κανένα όφελος ούτε ένας ορθολογισμός που δεν τον καταλαβαίνουν οι πολίτες ούτε ένας πολιτικός συναισθηματισμός που εκμεταλλεύεται απλώς τη δυσφορία και τα μίση.

Βημα 31/12/2016


Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Οι αμηχανίες της πολιτικής


του Νικόλα Σεβαστάκη

Ζούμε έναν νέο ιστορικό κύκλο. Στη διεθνική, πολύμορφη αγανάκτηση που άλλοτε κατορθώνει να ενσαρκωθεί πολιτικά κι άλλοτε διασπείρεται στο κοινωνικό σώμα σαν μια μάζα από δυσαρέσκεια και ανημπόρια.

Η δυναμική του Τραμπ ήταν μια ιδιαίτερη, αμερικανική παραλλαγή αυτού του κύματος. Η νίκη του προξένησε κατάπληξη στους περισσότερους, αν και όλοι είχαν μια ιδέα για το ρεύμα που τον έφερε στην Προεδρία.

Υπάρχει όμως καιρό τώρα ένα πρόβλημα στους παρατηρητές των δημόσιων πραγμάτων, ειδικά σ' όσους προέρχονται από τους παραδοσιακούς χώρους της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς: βλέπουν ένα φαινόμενο, αναλύουν, κάποτε εύστοχα, τον χαρακτήρα του αλλά την ίδια στιγμή υποτιμούν το βεληνεκές του. Γιατί; Ισως επειδή μοιράζονται μια συγκεκριμένη αντίληψη για το βάρος της κοινής λογικής στις αποφάσεις των ανθρώπων, για τη συναίνεση και την απόρριψη των έντονων παθών στην πολιτική. Γι' αυτό δεν μπορούν να διανοηθούν πως οι πολλοί μπορεί να προτιμήσουν έναν «τσαρλατάνο», έναν «ρατσιστή» κ.λπ. Αντιλαμβάνονται τις ανορθόδοξες τάσεις ως δομικά μειοψηφικές, αν όχι περιθωριακές.

Αλλά ο κύκλος στον οποίο έχουμε μπει μοιάζει να διαψεύδει τις ορθολογικές και συνετές συντεταγμένες της σκέψης μας. Περιμένουμε ας πούμε κάτι κακό εδώ κι εκεί αλλά κατά βάθος δεν πιστεύουμε ότι μπορεί να συμβεί το χειρότερο διότι διατηρούμε την πεποίθηση πως το κατάλληλο επιχείρημα νικάει στο τέλος τους σκοταδιστικούς λόγους και πως η ψύχραιμη διάγνωση των πραγμάτων θα στείλει στον αγύριστο τους «ακραίους».

Πρέπει πια να αφήσουμε πίσω μας αυτές τις μεταφυσικές σιγουριές της ανάλυσης. Οχι εγκαταλείποντας το αίτημα για μια πιο ορθολογική και δίκαιη κοινωνία αλλά διαβάζοντας πιο σωστά τις αντιθέσεις και τους μετασχηματισμούς της εποχής.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έγινε βεβαίως Πρόεδρος από την εκλεκτορική και όχι από τη λαϊκή ψήφο (οι ιδιαιτερότητες του αμερικανικού συστήματος). Θα μπορούσε - λένε πολλοί - να έχει βγει η Χίλαρι Κλίντον, αν, ας πούμε, πήγαιναν στην κάλπη περισσότεροι Αφροαμερικανοί ή αν η ίδια ήταν μια πιο συμπαθής και κοντά στον απλό άνθρωπο, φυσιογνωμία. Παρ' όλα αυτά, η ύλη της αγανάκτησης και των αντιφιλελεύθερων στάσεων θα ήταν παρούσα και θα γεννούσε σημαντικά φαινόμενα και εξελίξεις. Ο,τι και αν είχαμε σήμερα, αυτό που έφερε στο κέντρο της σκηνής ο Τραμπ (πέρα από την περσόνα του) θα ήταν η κυρίαρχη «κινηματική» πραγματικότητα.

Και αυτό είναι το δεύτερο σημείο που δυσκολεύονται να κατανοήσουν οι περισσότεροι παραδοσιακοί αναλυτές: οι νέες μορφές διαμαρτυρίας δεν φαίνεται να είναι συγκυριακές λοξοδρομήσεις μιας κανονικής πορείας. Μπορεί να ήρθαν για να μείνουν. Είναι πιθανόν να αποτυπώνουν μια πιο δομική κρίση της φιλελεύθερης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και όχι απλώς κάποια έκτακτη, λαϊκιστική παρέκκλιση.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από το γεγονός ότι οι ανορθόδοξες λογικές και τα παράξενα μείγματα πολιτικής έχουν ανέλθει στην επιφάνεια. Κάτω από την ίδια σημαία, συνωθούνται ο οικονομικός προστατευτισμός, οι αγωνίες ταυτότητας, το μίσος για τους φιλελεύθερους και αριστερούς «διεθνισμούς» αλλά και η επιστροφή στον μύθο μιας απλής, αδιατάρακτης, παραγωγικής κοινότητας. Στο ίδιο χωνευτήρι συναντώνται οι φόβοι για ορισμένες ανομικές τάσεις του χρηματιστικού καπιταλισμού και η επιθυμία για σύνορα και ισχυρές περιφράξεις. Στο ίδιο στρατόπεδο βρίσκει κανείς την αντιπάθεια για (κάποιους) ολιγάρχες και τον δουλικό θαυμασμό για κάποιους άλλους ισχυρούς και πλούσιους.
Σχήματα και φέτες ιδεών από την εθνικιστική δεξιά μέχρι και έναν λαϊκίστικο αντικαπιταλισμό μπορεί να γίνονται συνθήματα στο στόμα ενός δισεκατομμυριούχου που ζει σε ουρανοξύστη ο οποίος φέρει το όνομά του.

Μαζί λοιπόν με την αναρρίχηση Τραμπ στην κορυφή της αμερικανικής δημοκρατίας καλό θα ήταν να περιοριστούν και οι ψευδαισθήσεις της ανάλυσης: να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτά τα φαινόμενα δεν αντιμετωπίζονται με επιθέσεις στο κακό γούστο των οπαδών τους ή με σκανδαλισμό για τις ανάρμοστες και βρώμικες λέξεις που χρησιμοποιούνται. Το ρήγμα ανάμεσα στις προοδευτικές δυνάμεις και στους «λησμονημένους» (όπως τους αποκαλούσε ο Τραμπ) είναι βαθύ και διαρκεί αρκετά χρόνια. Υπάρχει και στην Ευρώπη, λ.χ. ανάμεσα στους σοσιαλδημοκράτες προύχοντες και στα «παλαιάς κοπής» λαϊκά και μικροαστικά στρώματα. Πρόχειρες απαντήσεις δίχως τη σωστή διάγνωση των κινδύνων δεν οδηγούν πουθενά. Και ούτε ο ηθικός εξάψαλμος εναντίον των «αναχρονιστικών δυνάμεων» δεν αποδίδει. Ο πολιτισμικός φιλελευθερισμός, ο αφηρημένος διεθνισμός, οι βεβαιότητες για τον θρίαμβο της κοινής λογικής, όλα αυτά μοιάζουν αδύναμα μπροστά στην απέχθεια για την παγκοσμιοποίηση.

Υπάρχει όμως και μια άλλη λάθος απάντηση. Το να θεωρήσει κανείς πως με έναν αριστερό «τραμπισμό» θα μπορούσαν να διορθωθούν τα πράγματα. Μερικοί το προτείνουν ή το αναλογίζονται εδώ και καιρό: απέναντι στον δεξιό λαϊκισμό να ορθωθεί ένας άλλος αντιφιλελευθερισμός, «προοδευτικός και πατριωτικός».

Αυτή ωστόσο η απάντηση πολλαπλασιάζει την τοξική επίδραση του κύκλου της αγανάκτησης. Δεν μεταστρέφει θετικά το εθνικιστικό κύμα αλλά μάλλον το νομιμοποιεί και το καθαγιάζει ως τη μοναδική, σθεναρή λύση στις αποτυχίες των «συστημικών ελίτ».

Δεν ξέρουμε ποιες συνέπειες θα έχει ο σεισμός Τραμπ στα πολιτικά πράγματα της Αμερικής αλλά και στην Ευρώπη και στο διεθνές σύστημα. Η ρητορική είναι ένας δείκτης, όχι όμως και το μοναδικό κριτήριο για να καταλάβει κανείς το πώς θα πολιτευτεί κάποιος. Οποια εκδοχή και αν κατισχύσει στη συνέχεια, είτε αυτή της εξημέρωσης ελέω εξουσίας, είτε εκείνη των τυχοδιωκτικών επιλογών, το ζήτημα είναι να ανακοπεί το ευρύτερο κύμα, η γενικότερη ιστορική και πολιτική τάση.

Χωρίς εστέτ περιφρόνηση στους «παρωχημένους» ψηφοφόρους αλλά και δίχως αυτομαστίγωμα και άτακτη υποχώρηση ως προς τον φιλελεύθερο, δημοκρατικό οικουμενισμό, πολιτικές μπορεί και πρέπει να διορθωθούν και οι αναποτελεσματικές και φαύλες ηγεσίες να παραμεριστούν. Αν το ιστορικό κύμα της νέας Αντίδρασης ήλθε για να μείνει, οι εναλλακτικές λύσεις δεν θα φτιαχτούν με τα υλικά μιας άλλης αγανάκτησης (προοδευτικής κ.λπ.) αλλά με το βλέμμα στους πολλούς: και στους αποταγμένους της προόδου και σ' όσους βρίσκονται, προσωρινά, σε καλύτερη μοίρα. Θα είναι όμως μακρύς ο δρόμος.

ΒΗΜΑ 13/11/2016

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Μια ήττα και το κόστος της


Από τον Νικόλα Σεβαστάκη 



Η απόφαση του ΣτΕ, έτσι όπως την έχουμε στη γενικότητά της και χωρίς το σκεπτικό, είναι σημαντική πολιτική ήττα της κυβέρνησης. Αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εκείνη και ο Νίκος Παππάς έχουν την ευθύνη γι’ αυτό το στραπάτσο. 

Στην πολιτική κουλτούρα της συριζαϊκής Αριστεράς, το δίκαιο και οι δικαιϊκοί κανόνες πρέπει να υποχωρούν πάντα για να διαβεί η αγαθή (κατά την κρίση τους) βούληση «μιας προοδευτικής κυβέρνησης». Επειδή ξεκινούν από μια τελείως λάθος αντίληψη για την απόλυτη προτεραιότητα της «λαϊκής βούλησης» –στην ερμηνεία που της δίνει, βεβαίως, η συγκεκριμένη κυβερνητική πλειοψηφία– επί των κανόνων, είδαν πρόχειρα και με πολύ άστοχες κινήσεις τα λεπτά ζητήματα ρύθμισης και το θέμα της τάξης στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο. 

Στην πρεμούρα και στο πάθος  για επιβεβαίωση αυτού που η κυβέρνηση ονομάζει μάχη κατά της διαπλοκής, υπονομεύτηκε η πραγματική ανάγκη για ρύθμιση του ανταγωνισμού των συχνοτήτων και των άλλων θεμάτων στην αγορά των media.   Το κακό είναι ότι τα στοιχήματα της κυβέρνησης χάνονται αλλά αυτός που κερδίζει είναι η ιδέα πως κάθε ρύθμιση είναι ύποπτη για αυταρχισμό και πως όποιος μιλάει για δημόσια αγαθά συγκαλύπτει τον πιο ιδιοτελή κρατικό-κομματικό επεμβατισμό. 

Όπως συμβαίνει συχνά, ένας δημαγωγικός και ρητορικός «αντινεοφιλευθερισμός» νομιμοποιεί στα μάτια πολλών την αντίληψη πως οι αγορές μόνες τους μπορεί  να λύνουν τα προβλήματα.Η αντίληψη πως ο καλός κυβερνητικός νομοθέτης γνωρίζει καλύτερα από όλους το λαϊκό και κοινωνικό  συμφέρον, βγάζει λοιπόν  στο ακριβώς αντίθετο: στην ιδέα πως τη δημοκρατία την εγγυώνται μόνο οι Ανεξάρτητες Αρχές και τα δικαστήρια.

 Η μια μονομέρεια ενδέχεται να οδηγήσει σε μιαν άλλη. Η πολιτική αφλογιστία και οι αυταρχικοί αυτοσχεδιασμοί να οδηγήσουν στο κράτος των δικαστών. Και η ρητορική της αντι-διαπλοκής (τελευταίο χαρτί του ριζοσπαστικού λαϊκισμού) να γίνει το καλύτερο δώρο στις δυνάμεις της «πιάτσας». Κρίμα. 



Πηγή: www.lifo.gr

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Οι δύο «πόρτες» της Ευρώπης και η… δραχμή!

του Γιώργου Παπανικολάου

Μια κι έγινε πάλι πολύς λόγος τις προηγούμενες μέρες περί Grexit και δραχμής, θα ήταν ίσως σκόπιμο να επισημάνουμε ορισμένες κρίσιμες παραμέτρους.
Κάθε υπερεθνική προσπάθεια ενισχύεται όταν ολοένα και περισσότερα κράτη θέλουν να προσχωρήσουν σε αυτή κι αντίστοιχα υποσκάπτεται όταν υφιστάμενα μέλη αποχωρήσουν. Υπό αυτή την έννοια, το Brexit ήταν ένα σοβαρότατο πλήγμα για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην περίπτωση των νομισματικών ενώσεων, τα πράγματα είναι ακόμη πιο «σφικτά».
Αντίθετα με ότι εμφανίζεται να πιστεύει ο κ. Σόιμπλε, οι νομισματικές ενώσεις δεν μπορούν να λειτουργήσουν «αλά κάρτ». Τουναντίον, αν ένα μέλος αποφασίσει ή πιεστεί να αποχωρήσει, αμέσως θα δημιουργηθούν αμφιβολίες για τη συνεκτικότητα της ένωσης αυτής και τα «γεράκια» των αγορών, θα ψάξουν να βρουν τον επόμενο αδύναμο κρίκο.
Στη περίπτωση της Ευρωζώνης, το άλογο ήταν εξ αρχής «κουτσό» και… παραμένει. Εκλαϊκεύοντας ως ένα βαθμό, η αχίλλειος πτέρνα της βρίσκεται στο γεγονός ότι ενώ οι ισχυροί οικονομικά Βόρειοι της ένωσης επωφελούνται (με πρώτη και καλύτερη την Γερμανία) από το γεγονός ότι το ευρώ είναιλιγότερο «σκληρό» από το εθνικό νόμισμα που θα είχαν, εν τούτοις δεν είναι πρόθυμοι να προχωρήσουν σε «δημοσιονομικές μεταβιβάσεις», αγγλιστί fiscal transfers, προς τις πιο αδύναμες χώρες, οι οποίες αναγκάζονται να κινηθούν με πιο σκληρό νόμισμα από αυτό που κανονικά θα είχαν.
Με ακόμη λιγότερα λόγια, υπάρχει ένα κοινό νόμισμα, χωρίς όμως να υπάρχει κοινή δημοσιονομική πολιτική, αλλά και πραγματικά ενιαίες αγορές και συνθήκες ανταγωνισμού, είτε λόγω διαφοράς στα επιτόκια, είτε λόγω διαφορών στα επιμέρους θεσμικά πλαίσια.
Οι πλέον ρεαλιστές μεταξύ των αναλυτών, (και των πολιτικών) αναγνωρίζουν ότι εκεί που έχουν φτάσει τα πράγματα, οικονομικά και πολιτικά, (με χαρακτηριστικά παραδείγματα το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου αλλά και τα τεράστια προβλήματα που δημιούργησαν το προσφυγικό και η τρομοκρατία), η Ευρώπη (και η Ευρωζώνη) θα έχουν να διαλέξουν ανάμεσα σε δύο «πόρτες». Είτε την περαιτέρω ενοποίηση, είτε την αποσύνθεση του εγχειρήματος.
Σε ότι αφορά την περαιτέρω ενοποίηση (που προϋποθέτει βεβαίως περαιτέρω εκχώρηση εθνικών εξουσιών σε υπερεθνικά όργανα), οι ίδιες οι κρίσεις που μεσολάβησαν, έχουν δημιουργήσει πλέονισχυρές αντιστάσεις, όπως αυτές καταγράφονται στην ραγδαία άνοδο του «ευρωσκεπτικισμού», σε αντίθεση με ότι συνέβαινε την περίοδο της ευρωπαϊκής «ευμάρειας».
Ωστόσο ούτε η λύση της αποσύνθεσης, είναι εύκολη όπως κάποιοι νομίζουν. Κι όχι μόνον εξαιτίας του τεράστιου πολιτικού και κοινωνικού κεφαλαίου που δαπανήθηκε στην ανέγερση του πανευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Η έξοδος από το εγχείρημα δεν είναι απλή ακόμη κι όταν πρόκειται για την έξοδο μιας ισχυρής χώρας, όπως η Μεγάλη Βρετανία, από το πιο «χαλαρό» σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα πράγματα είναι εξαιρετικά πιο δύσκολα όταν πρόκειται για την Ευρωζώνη, η οποία πρακτικά σχεδιάστηκε για να λειτουργήσει ως ένα εγχείρημα χωρίς επιστροφή!
Κι αυτό εξηγεί ίσως, εν μέρει το φαινόμενο της «αδράνειας» που παρατηρείται τόσο συχνά, μέσα σε αυτούς τους ομόκεντρους ευρωπαϊκούς κύκλους. Πολύ απλά, με τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, ο δρόμος δεν είναι καθόλου εύκολος, όποια από τις «πόρτες» κι αν ανοίξει η Ευρώπη, ούτε προς τα εμπρός, είτε προς τα πίσω!
Κατά την ταπεινή άποψη του υπογράφοντος, το τι θα συμβεί, θα κριθεί κατά κύριο λόγο από τη στάση των τριών μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών που μετέχουν στην Ευρωζώνη: της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας.
Η Ιταλοί έχουν ήδη αρχίσει να αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να ανταγωνιστούν οικονομικά τη Γερμανία, κι ότι αν δεν αλλάξει η «αρχιτεκτονική» λειτουργίας της Ευρωζώνης, ενδεχομένως να μην συμφέρει τις παραγωγικές τους τάξεις.
Οι Γερμανοί, δεν φαίνονται διατεθειμένοι, κι όχι μόνο για «ηθικούς» λόγους, όπως συνηθίζουν να διατυμπανίζουν, να δεχτούν δημοσιονομικές μεταφορές, ή μια δομή στην οποία δεν θα έχουν τον πρώτο και εν πολλοίς τον τελευταίο λόγο.
Οι Γάλλοι, μέχρι στιγμής, πιθανώς και για λόγους εθνικής υπερηφάνειας, δεν φαίνεται να έχουν αντιληφθεί πως ότι ισχύει για την Ιταλία, ισχύει λίγο πολύ και για τους ίδιους. Τους είναι δύσκολο -ψυχολογικά- ως Εθνος, να παραδεχτούν ότι ενώ η Ενωση στηρίχθηκε στο κεντρικό δίπολο Γερμανίας-Γαλλίας, σταδιακά αλλά νομοτελειακά, μετατρέπονται, κυρίους για λόγους οικονομικούς, σε δεύτερο «βιολί».
Εκτιμώ όμως ότι αργά ή γρήγορα θα το καταλάβουν. Και τότε θα επέλθει ο μεγάλος κίνδυνος ενός πραγματικού ρήγματος στον άξονα Βορρά-Νότου, με την Γαλλία να αποδέχεται ηγετικό ρόλο στη δεύτερη παράταξη. Ένα ρήγμα που δεν θα προξενούσε έκπληξη αν οδηγούσε τελικά στην διάσπαση της Ευρωζώνης στα δύο.
Ο κίνδυνος, θα πρέπει όλοι να το συνειδητοποιήσουμε, είναι υπαρκτός. Όπως υπαρκτός είναι και ο κίνδυνος διάλυσης κι όχι διάσπασης, ενδεχομένως εξ αιτίας ενός «μεγάλου ατυχήματος» στο τραπεζικό σύστημα, η κάποιας άλλης απρόβλεπτης σήμερα κρίσης με οικονομικά η γεωπολιτικά αίτια.
Εν ολίγοις, όσοι επιθυμούμε την περαιτέρω ενοποίηση της Ευρώπης, διαβλέποντας την ευρύτερη σημασία του εγχειρήματος, με όρους όχι απλά οικονομικούς αλλά και γεωπολιτικούς, ακόμη και πολιτισμικούς, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, θα πρέπει να έχουμε κατά νου μερικά απλά πράγματα.
1. Ότι αυτό προϋποθέτει την σταδιακή αλλά συνεχή μεταβίβαση εξουσίας σε υπερεθνικά όργανα, τα οποία όμως πρέπει να εκλέγονται κι όχι να διορίζονται, είτε εμμέσως, είτε αμέσως. Ούτε βεβαίως μπορεί η Ευρωζώνη να συνεχίσει επ' άπειρον να διοικείται από θεσμούς όπως το Eurogroup, στο πλαίσιο του οποίου εκφράζονται ξεκάθαρα επιμέρους εθνικά συμφέροντα και ισορροπίες -οικονομικών κυρίως- δυνάμεων.
2. Ότι η προώθηση μιας «γερμανοκεντρικής» Ευρώπης, το πιθανότερο είναι να αποδειχθείκαταστροφική για το όλο εγχείρημα.
3. Ότι όσο ογκώδη θεμέλια κι αν έχει η ευρωπαϊκή ενοποίηση, το πιθανότερο είναι ότι θα καταρρεύσει, εάν σταματήσει να αντιπροσωπεύει μια ιδέα και μια προοπτική στηριγμένη στα δημοκρατικά ιδεώδη και στο κοινωνικό συμφέρον ώστε να είναι θελκτική για την μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών στις χώρες που συμμετέχουν σε αυτό.
4. Ότι η προοπτική αναγκαστικής de facto μετάβασης σε μια άλλη κατάσταση, (ακόμη και μιας επιστροφής στη δραχμή) αποτελεί ενδεχόμενο που δεν μπορεί να παραβλέπεται από καμία εθνική ηγεσία, τουναντίον πρέπει να υπάρχουν σχεδιασμοί αντίδρασης δια «παν ενδεχόμενο», έστω κι αν αυτοί κρατούνται ως επτασφράγιστα μυστικά.
Ουδείς υποθέτω θα ήθελε έναν πόλεμο με γειτονική χώρα, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις και οι πολιτικές ηγεσίες απαλλάσσονται της υποχρέωσης να έχουν όσο το δυνατόν καλύτερα αμυντικά σχέδια εξουδετέρωσης μιας πιθανής απειλής.
www.euro2day.gr 17/10/2016

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Η οδυνηρή διέξοδος για την οικονομία


του Γιώργου Παπανικολάου

Σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις της χώρας τα τελευταία χρόνια μιλούν για την ανάγκη αλλαγής οικονομικού μοντέλου. Τι σημαίνει όμως αυτό πρακτικά και κυρίως τι σημαίνει για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού – κι εν μέρει του δημόσιου τομέα- ουδείς έχει επιχειρήσει να εξηγήσει.
To ίδιο δε συνέβη και με τις ομιλίες του πρωθυπουργού αλλά και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης επ’ ευκαιρία της φετινής ΔΕΘ. Μίλησαν για ανάπτυξη, αλλά απέφυγαν τις... λεπτομέρειες και τις εξηγήσεις, παρότι τα πράγματα είναι αρκετά απλά.
Επί δεκαετίες η ελληνική οικονομία στηρίχθηκε σε ένα μοντέλο που βασίστηκε στην υπερβολική κατανάλωση και τις συχνά σπάταλες δημόσιες επενδύσεις. Πίσω από αυτό το μοντέλο κρύβονταν βεβαίως τα «δανεικά» που ελάμβανε ο δημόσιος και-λιγότερο- ο ιδιωτικός τομέας.
Πέρα από το ξεχείλωμα των κρατικών ελλειμμάτων και την εκτόξευση του χρέους, το αποτέλεσμα αυτού του μοντέλου, ήταν και η εκτόξευση του ισοζυγίου συναλλαγών με το εξωτερικό.
Με απλά λόγια, η χώρα ξόδευε μεγάλο μέρος των διαθεσίμων της για να εισαγάγει προϊόντα και υπηρεσίες, ενώ οι εξαγωγές της ήταν πολύ μικρότερες, συγκριτικά θα λέγαμε μηδαμινές.
Ταυτόχρονα, δεδομένου του «εύκολου» κέρδους στο εσωτερικό, ο ιδιωτικός τομέας, στράφηκε κυρίως στην κάλυψη της εσωτερικής ζήτησης (κυρίως καταναλωτικής) την ίδια ώρα που η διεθνής ανταγωνιστικότητα του περιοριζόταν συνεχώς.
Κοινώς, σε πολύ μεγάλο βαθμό η ελληνική οικονομία λειτουργούσε ως κλειστό κύκλωμα, αλλά με χρηματοδότηση (δανεικά) από εξωτερικές πηγές! 
Το πόσο ηχηρά κατέρρευσε αυτό το μοντέλο, το έχουμε νοιώσει όλοι στο πετσί μας. Κι όμως τα βασικά συστατικά του στοιχεία παραμένουν σχεδόν ίδια, ενώ εμείς, ως κοινωνία δεν φαίνεται να έχουμε αντιληφθεί τις συνέπειες των επιλογών μας!
Κι αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα η συντριπτική πλειονότητα των νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων επικεντρώνεται στους χώρους που παραδοσιακά «έχουμε μάθει».Μαγαζιά, φαγάδικα, παροχή υπηρεσιών και γενικώς δραστηριότητες που απευθύνονται στην εσωτερική κατανάλωση, παρότι η τελευταία συνεχώς περιορίζεται!
Το κωμικοτραγικό της ιστορίας είναι ότι ακόμη κι αν με κάποιο μαγικό τρόπο μπορούσε να αυξηθεί η εσωτερική κατανάλωση κάτω από τις σημερινές συνθήκες, θα δημιουργούσε τεράστιο πρόβλημαστο εξωτερικό ισοζύγιο το άνοιγμα του οποίου έχει περιοριστεί δραστικά, αλλά όχι τόσο λόγω της αύξησης των εξαγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών, όσο λόγω της μείωσης των εισαγωγών που επέφερε ο περιορισμός του εισοδήματος και της κατανάλωσης!
Με απλά και πάλι λόγια, για να πάρει μπροστά η οικονομία, χωρίς να διαταράξει βλαπτικά τα μακροοικονομικά μεγέθη της χώρας, απαιτείται αλλαγή των διαμορφωμένων ισορροπιών στο εξωτερικό ισοζύγιο, ήτοι σημαντική ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας.
Δηλαδή αύξηση των ξένων επενδύσεων, αύξηση των εξαγωγών προϊόντων και υπηρεσιών, και σε όποιο βαθμό μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, υποκατάσταση των εισαγωγών από εγχώρια παραγόμενα προϊόντα, με μεγάλη εγχώρια προστιθέμενη αξία.
Προφανώς το τουριστικό προϊόν της χώρας, η έμφαση σε real estate development, που θα απευθύνεται σε πελάτες εξωτερικού, αποτελούν τους πιο «βατούς» δρόμους για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού, αλλά όχι τους μόνους.
Η στοχευμένη προσπάθεια υποκατάστασης εισαγομένων προϊόντων, σε τομείς που αυτό έχει πιθανότητες να πετύχει στην πράξη, αλλά και η έμφαση στη δημιουργία εξαγώγιμων προϊόντων, προϋποθέτουν όχι απλά χρηματοδοτικούς πόρους, αλλά και αλλαγή νοοτροπίας στον ελληνικό επιχειρηματικό κόσμο, που συνήθισε σε μορφές οργάνωσης και λειτουργίας οι οποίες κατά κανόνα δεν μπορούν να σταθούν στο διεθνές περιβάλλον.
Προϋποθέτει επίσης και σημαντική αναδιάταξη του εργασιακού δυναμικού της χώρας προς άλλες κατευθύνσεις, από εκείνες που κυριάρχησαν με βάση το προηγούμενο μοντέλο. 
Πρόκειται για διαδικασία δύσκολή, επίπονη και βεβαίως οδυνηρή για εκείνους που είτε ως εργοδότες, είτε ως εργαζόμενοι έχτισαν τη ζωή τους με βάση τα παλαιότερα δεδομένα.
Εν τούτοις πρόκειται και για μονόδρομο καθώς οι συνθήκες έχουν αλλάξει ανεπιστρεπτί. 
Για την πλειονότητα των επιχειρήσεων, μικρών ή μεγαλύτερων, που κινούνται σήμερα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, (με οφειλές σε τράπεζες, φόρους, μισθούς και εισφορές) η προσδοκία ανάκαμψης της εσωτερικής ζήτησης, αποτελεί φρούδα ελπίδα.
Η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος όμως, δεν έχει ακόμη επέλθει, ακριβώς διότι οι πολιτικο-οικονομικές ηγεσίες αρνούνται να πουν τη σκληρή αλήθεια: Μιλούν για την ανάπτυξη αορίστως και χωρίς να θίγουν τις δυσάρεστες πτυχές που αυτή θα έχει, για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, προκειμένου να είναι πραγματικά βιώσιμη.
Η αλλαγή του οικονομικού μοντέλου, δεν θα επέλθει χωρίς σημαντική περαιτέρω αναταραχή, καθώς παραδοσιακοί τομείς θα συνεχίσουν να φθίνουν και οι μετάβαση των απασχολούμενων στους «νέους» τομείς, είτε πρόκειται περί εργαζομένων, είτε περί εργοδοτών και αυτοαπασχολούμενων, ακόμη και υπό τις καλύτερες συνθήκες, δεν θα γίνει με ευκολία, από την μια μέρα στην άλλη. Η διαδικασία, ακόμη και στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα είναι πολυετής.
Τα πράγματα θα ήταν βεβαίως κάπως πιο εύκολα αν υπήρχαν μελέτες, σχεδιασμός για τις βασικές παραμέτρους του νέου οικονομικού μοντέλου, αλλά κι αν κτίζονταν σταδιακά οργανωμένες δομέςγια την επιμόρφωση του ανθρώπινου δυναμικού που θα διευκόλυναν αυτή την «στοχευμένη» μετάβαση.
Δυστυχώς όμως έως στιγμής το μόνο που υπάρχει είναι η αδράνεια, η αντίσταση στην (αναπόφευκτη) αλλαγή και η εμμονή σε δεδομένα περασμένων εποχών!
19/6/2016
www.euro2day.gr