Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Τι είναι η σύπτωση;

Του Σπύρου Κιτσινέλη (www.protagon.gr)

Tη μέρα που ανακοινώθηκε το βραβείο νόμπελ χημείας, με πήραν τηλέφωνο από έναν ραδιοφωνικό σταθμό και με ρώτησαν αν ήθελα να βγω στον αέρα για να μιλήσω γι' αυτό και για το βραβείο φυσικής που είχε ανακοινωθεί την προηγούμενη, δίνοντας μια κατανοητή για το ευρύ κοινό περιγραφή και των δύο. Με πολλή χαρά δέχτηκα και η συζήτηση πήγε μια χαρά. Λίγες ώρες αργότερα με ξαναπαίρνουν από άλλον ραδιοφωνικό σταθμό και μου ζητάνε να βγω να συζητήσω και μαζί τους ένα θέμα. «Για τα νόμπελ;» ρωτάω την παρουσιάστρια και μου απαντά «όχι, για τις συμπτώσεις». Δεν βαριέσαι, λέω μέσα μου... μια ευκαιρία είναι κι αυτή για περισσότερη επικοινωνία επιστήμης, εφόσον ήδη ήξερα πώς θα προσέγγιζα το θέμα ορθολογιστικά. Άσε που ήμουν σπίτι και δεν χρειαζόταν να βγω έξω, αλλά απλά να περιμένω να μου τηλεφωνήσουν.
Η μέρα περνά και το τηλέφωνο χτυπά την ώρα που μου είχαν πει. Προλαβαίνω να ακούσω, όσο περιμένω, ότι μιλούν για σχέσεις, πρώην συντρόφους, αναπάντεχες συναντήσεις κτλ. Νομίζω ότι δεν έπεισα τα κατά τα άλλα ευγενικά κορίτσια με τις απαντήσεις μου, εφόσον σε κάθε μου εξήγηση και επιχείρημα η δική τους αντίδραση ήταν ένα αόριστο «διαφωνώ» ή επανάληψη της αρχικής ερώτησης περί «μυστικών δυνάμεων». Άνθρωπος είμαι και εγώ οπότε έχω πέσει στην παγίδα του να βλέπω μόνο αυτό που θέλω αλλά είμαι επιστήμονας και πρέπει να ψάχνω τη μεγαλύτερη εικόνα. Αν το κάνεις αυτό, τότε βλέπεις ότι πολλά εξηγούνται δίχως να καταφεύγεις στην αυθαίρετη μεταφυσική. Τι κάνει λοιπόν τους ανθρώπους να βλέπουν τις συμπτώσεις ως ενδείξεις μυστήριων συμπαντικών παιχνιδιών με επίκεντρο αυτούς; Δύο είναι οι σημαντικότεροι παράγοντες: Ψυχολογία και πιθανότητες. Το ένα έχει να κάνει με το πώς συμπεριφερόμαστε γενικά στη ζωή όλοι μας και το δεύτερο με την άγνοιά μας για τα νούμερα και τις πιθανότητες.
Στο θέμα της ψυχολογίας το πρόβλημα είναι γνωστό και το αναφέρω συχνά σε άρθρα μου. Οι άνθρωποι λειτουργούν με επιλεκτική μνήμη ή επιλεκτική συγκράτηση πληροφοριών με στόχο απλά να επιβεβαιώσουν τη συναισθηματική απόφαση που έχουν ήδη πάρει (confirmation bias – προκατάληψη επιβεβαίωσης). Τι κι αν έχουν τόσες διαφορές δυο Αιγόκεροι... εσύ αν πιστεύεις στα ζώδια θα δεις μόνο τα κοινά. Τι κι αν πήγες σε εκατό μαγαζιά και δεν πέτυχες τον πρώην... στο εκατοστό πρώτο που θα τον δεις, θα ανατριχιάσεις με το γεγονός ότι το σύμπαν ασχολείται με τον χωρισμό σου. Τι κι αν σκέφτηκες εκατό ανθρώπους που ΄χεις να δεις χρόνια και κανείς δεν σε πήρε αμέσως τηλέφωνο... ένας να το κάνει, κάποια στιγμή, σου αρκεί για να πιστέψεις ότι τα αστέρια σού μιλάνε.
Ο άλλος παράγοντας έχει να κάνει με τις πληροφορίες που αγνοούμε. Το γνωστό πρόβλημα των γενεθλίων είναι ένα παράδειγμα. Η πιθανότητα δύο άνθρωποι να έχουν μαζί γενέθλια ξεπερνά το 50% με μόνο 23 ανθρώπους σε ένα δωμάτιο. Μπορεί να υπάρχουν 366 διαφορετικά γενέθλια, αλλά τα μαθηματικά των πιθανοτήτων μάς δίνουν πολλές φορές απαντήσεις που πάνε κόντρα στη λαθεμένη διαίσθησή μας.
Ένα θέμα που συνδυάζει τους παράγοντες της ψυχολογίας και των αριθμών είναι τα όνειρα για τα οποία έχω γράψει, παλαιότερα, άρθρο. Ένα όνειρο κάθε νύχτα σημαίνει δέκα χιλιάδες όνειρα σε 30 χρόνια. Και ένα στα χίλια να πέφτει κοντά σε κάποιο μεταγενέστερο γεγονός, σε συνδυασμό με το ότι η μνήμη μας θα λειτουργήσει επιλεκτικά και θα προσαρμόσουμε το γεγονός στο έτσι κι αλλιώς ασαφές όνειρο, θα 'χεις σε αυτή τη διάρκεια των 30 ετών τουλάχιστον 10 «προφητικά» όνειρα.
Όπως πάντα, προσπάθησα να προσεγγίσω το θέμα με λογική και να μιλήσω για τους λόγους που αντιμετωπίζουμε μερικά περιστατικά ως περίεργες συμπτώσεις, ενώ δεν είναι τίποτε άλλο από τυχαιότητες ή αναμενόμενα περιστατικά - για όσους γνωρίζουν την επιστήμη και τους αριθμούς από πίσω. Όμως, όπως ήδη είπα, μάλλον δεν μπόρεσα να πείσω τη συγκεκριμένη ευχάριστη ραδιοφωνική παρέα με κανένα επιχείρημα. Μάλιστα, μετά τον αποχαιρετισμό τους πρόλαβα να ακούσω να με αποκαλούν «ορθολογιστή», δίνοντας έτσι εξήγηση στο γιατί ήμουν τόσο κολλημένος με τη λογική μάλλον. Και πιστεύω ότι ο χαρακτηρισμός «ορθολογιστής» δεν είναι θετικός στη χώρα μας. Είναι προτιμότερο να είσαι «πιο ψαγμένος», δηλαδή να πιστεύεις σε ό,τι ακούγεται ωραίο, χωρίς να το ψάχνεις.
Υ.Γ από anestios: Πολύ καλό άρθρο (όπως και αυτό στο οποίο παραπέμπει για τα όνειρα).Σε μια φάση που έχουμε τρελλαθεί κανονικά (με την έννοια της απώλειας κάθε είδους νοηματοδότησης με βάση τον ορθό λόγο), ας μιλήσει κάποιος και την φωνή της κοινής κατακτημένης λογικής.Είπαμε, κρίση κρίση, αλλά μην γίνουμε όλοι "ψεκασμένοι" κάθε είδους και μορφής.Όλο κάτι "άλλο" συμβαίνει και κλείσιμο του ματιού , που παραπέμπει γύρευε σε τι εγκόσμιες και υπερκόσμιες δυνάμεις.Ας αναλάβουμε και μόνοι μας την ευθύνη του εαυτού μας , με γνώση και ορθολογισμό.Αν δε μπορούμε να το κάνουμε ας αφήσουμε διάφορους "ισχυρούς " να μας παρακολουθούν και να αποφασίζουν αυτοί .
Εντάξει όλοι έχουμε ανάγκη παρηγορίας, αλλά μην ξεχάσουμε και τι είμαστε.Σιχτίρι πια!

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Δρόμοι που χάθηκα


Μικρή αναφορά στον Τάσο Λειβαδίτη


"... οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το παρελθόν, οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δύο..." Τάσος Λειβαδίτης

                   


"... Καιρό τώρα δε χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα την ζωή μου
την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί, ένα
χτες ή ένα αύριο
όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας...

Κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν ν'
αγαπήσουν." 

 (Άνεμος Νοεμβρίου)         

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Για τη Μνήμη


Μέρες μνήμης  γεννάνε  ερωτήματα για το θέμα της μνήμης σαν μηχανισμό και  την σχέση με την λήθη και τη λησμονιά(που είναι φάρμακα αλλά και φαρμάκια στη ζωή των ανθρώπων).Λέγονται και γράφονται πολλά, συνήθως κλισέ «παιδαγωγικού « χαρακτήρα, με ιδιαίτερη αναφορά στους νεότερους .

Μια σημαντική κατά τη γνώμη μου πλευρά είναι πως συγκροτείται η μνήμη.Είτε σε προσωπικό είτε σε συλλογικό επίπεδο.Θεωρώ σαν βάση του συλλογισμού μου περί αυτό, το ίδιο που θεωρώ και για την γνώση.Όπως λέμε ότι «γνώση είναι αυτό που μένει όταν ξεχάσουμε αυτό που μελετήσαμε», θεωρώ ότι κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τη συγκρότηση της μνήμης.Δηλαδή μια διαδικασία αφαιρετική ,που εστιάζει σε ορισμένες πλευρές , αφαιρώντας  κάποιες άλλες και συγκροτεί μια αφήγηση.Το ποια στοιχεία θα διαλέξει είναι μια διαδικασία διαμεσολαβούμενη από προσωπικά, κοινωνικά, ιστορικά και ιδεολογικά κριτήρια και φίλτρα, ακόμα και από περιστασιακές ανάγκες.

Εν γένει  ο εγκέφαλος από νευροβιολογική άποψη ανασύρει σε κάθε νέο στοιχείο κάτι αποθηκευμένο ήδη που «μοιάζει» με τη νέα παράσταση , το συνδέει με αυτό.Λειτουργεί δηλαδή «κατ΄οικονομία».Αλλά αυτή είναι η πρωταρχική αντίδραση σε νέα πληροφορία.

Ως κοινωνικά, άρα και ιδεολογικά –με την έννοια της ένταξης σε μιά «αφήγηση» εκ των προτέρων δεδομένης- όντα οι άνθρωποι πάνε παραπέρα.Και εκεί ο μηχανισμός αποκτά χαρακτηριστικά πέραν  του προσώπου του καθενός. Με αυτή την έννοια η συγκρότηση της μνήμης –ακόμα και της προσωπικής μνήμης- είναι μια κοινωνική διαδικασία. Πολύ περισσότερο δε όταν αναφερόμαστε σε συλλογική μνήμη σε οποιοδήποτε επίπεδο.

Με αυτές  τις σκέψεις θυμήθηκα μια εξαιρετική ιστορία του Μπόρχες για τον «Μνήμονα Φούνες».
Ο σχετικός ήρωας , θύμα ενός ατυχήματος μένει ανάπηρος.Έχει όμως μια εξαιρετική καταγραφική μνήμη, μόνο καταγραφική όμως αδυνατεί να συγκροτήσει τις απομνημονεύσεις του σε μνήμη.
Θυμάμαι ένα χαρακτηριστικό τμήμα της αφήγησης της συνομιλίας του με το Μπόχερς και το μεταφέρω από μνήμης:

Θυμάμαι όχι μόνο το κάθε φύλλο, του κάθε δέντρου, του κάθε δάσους που έχω δει, αλλά και τη συγκεκριμένη του μορφή κάθε φορά που το είδα και το ξαναείδα.

Τελικά κύριε, η μνήμη μου είναι ένας σωρός από σκουπίδια

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Η μελαγχολία της ευτυχίας


Μάνος Χατζιδάκις


           

Νίτσε
Ο  κίνδυνος του πιο ευτυχισμένου – να ‘χεις εκλεπτυσμένες αισθήσεις και λεπτό γούστο· να ‘σαι συνηθισμένος σ’ ό,τι πιο εκλεκτό και εξαίσιο έχει το πνεύμα, σα να ‘ταν αυτό απλώς η πιο σωστή και κατάλληλη τροφή· να χαίρεσαι μια δυνατή, θαρραλέα, παράτολμη ψυχή· να περνάς μέσα από τη ζωή με ήρεμα μάτια και σταθερό βήμα, έτοιμος πάντα για τις πιο ακραίες καταστάσεις όπως σε μια γιορτή και γεμάτος από τον πόθο για κόσμους και θάλασσες, ανθρώπους και θεούς που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα· να ακούς κάθε ευδιάθετη μουσική σαν να ‘ταν σημάδι ότι παράτολμοι άνθρωποι, στρατιώτες, ποντοπόροι χαρίζουν στον εαυτό τους εκεί μια βραχύχρονη ανάπαυση και ευχαρίστηση και ξαφνικά, μέσα στη βαθύτατη απόλαυση της στιγμής, νικιούνται από τα κλάματα κι απ’ όλη τη βυσσινιά μελαγχολία του ευτυχισμένου: ποιος δεν θα ‘θελε να ‘ναι όλα αυτά κατοχή του, κατάστασή του!  "                                                                                                                                                                                 

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Οι 58, το κείμενο και το υποκείμενο

Ένα κεντρικό επίδικο αντικείμενο συζήτησης  πάντα στην πολιτική θεωρία και  πρακτική είναι το λεγόμενο ζήτημα της «υποκειμενικής συγκρότησης».Δεν θα βρεθεί ιστορική περίπτωση συγκρότησης πολιτικού υποκειμένου που δεν θα βρίθει συζητήσεων όχι για το «τι θέλουμε» αλλά πάνω από όλα για το «τι και πως να το κάνουμε».Συχνά το ζήτημα αυτό εμπλέκεται και συσκοτίζεται με το λεγόμενο «οργανωτικό» .Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις όμως , δεν μπορεί να αποκρυβεί η πολιτική ουσία της αντιπαράθεσης μεταμφιεσμένης πίσω από φαινομενικά τεχνικά  οργανωτικά θέματα.

Σχεδόν πάντα μια προσπάθεια υποκειμενικής συγκρότησης, πλην του «οργανωτικού» εμπλέκεται σε μια συζήτηση για ένα «κείμενο», μια «πλατφόρμα» ή ένα «μανιφέστο».
Όπως έχει αποδειχθεί επανειλημμένως , ακόμα και αν ένα κείμενο μείνει στην Ιστορία, ποτέ δεν είναι το καθοριστικό της προσπάθειας. Απλά μπορεί να είναι σημείο αναφοράς σε συμβολικό επίπεδο, ακόμα και αν εκ των υστέρων αποκτά νοηματοδότηση που αγγίζει τα όρια της πολιτικής μυθολογίας.Εκείνο που μπορεί να δώσει πολιτική –ακόμα και ιστορική-διάσταση σε ένα κείμενο, είναι η δυναμική που σηματοδότησε, έκφρασε ή ακόμα και πυροδότησε.Σε τελική ανάλυση , μόνο αν αφυπνίσει και θέσει σε κίνηση κοινωνικές δυνάμεις ή/και παρέχει πολιτικό πρόταγμα που κινητοποιεί δυνάμεις , θα έχει μια σημασία. Είναι δηλαδή η εκ των υστέρων πολιτική διάσταση που παίρνει και την οποία μερικές φορές ούτε οι συγγραφείς του δεν φαντάζονται. Είναι ο συγχρονισμός του με ανάγκες πραγματικές που μέσα από το πρόταγμα αυτό βρίσκουν προσανατολισμό, είναι οι δυνάμεις που τίθενται σε κίνηση, που θα καθορίσουν την προοπτική του σαν νοηματοδότηση και παρακαταθήκη.Ποτέ ένα κείμενο , μια πρωτοβουλία αποτυπωμένη σε κείμενο δεν κινητοποιεί κάτι που δεν υπάρχει.Και ελάχιστη σημασία έχει αν θα είναι καλογραμμένο, αναλυτικό ή συνθετικό,πλούσιο ή φτωχό, μαχητικό ή συναινετικό.

Ενδεικτικά και χωρίς καμία αξιολόγηση, η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή το Κομμουνιστικό Μανιφέστο , δεν θα ήταν σημαδιακά στην Ιστορία έξω από τα γεγονότα κίνησης κοινωνικών δυνάμεων που εξέφρασαν.  Στα καθ’ ημάς πάλι η Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη ή το Κοινό Πόρισμα ΚΚΕ-ΕΑΡ το ’89, δεν έχουν καμία αξία ως κείμενα αν δεν τα δούμε σαν στοιχεία μιας «στιγμής», μιας μεγάλης πολιτικής πρωτοβουλίας.Τέλος, ποιος ασχολήθηκε ποτέ με τα κείμενα που συνόδευαν μεγάλες ιδρυτικές πρωτοβουλίες όπως το Συνέδριο του Επινέ στη Γαλλία ή την ίδρυση της Ελιάς στην Ιταλία;Οι «στιγμές»  όμως έμειναν και αποτελούν πολλά χρόνια μετά σημεία αναφοράς, ακόμα και παραδείγματα για ανάλογες πρωτοβουλίες  σήμερα, έστω και αν μερικές φορές αγγίζει  τα όρια της «φάρσας» ο τρόπος με τον οποίο  γίνονται  οι αναγωγές.

Ερχόμενοι στο «κείμενο»- έκκληση των «58» τώρα και τη συζήτηση για την Κεντροαριστερά. Χωρίς έκπληξη ομολογώ παρακολούθησα διάφορες απόψεις που διατυπώθηκαν επ’ αυτού, όλες σχεδόν με σκοπιμότητες, αλλά πως θα μπορούσε να είναι αλλιώς; Από το ότι «είναι ένα καλό κείμενο» και ότι είναι «σημείο τομής», μέχρι το «ποιοί το υπογράφουν και τι σκοπούς εξυπηρετούν» και ακόμα και ανόητες απόψεις του στυλ «αφού δεν καταδικάζει τα μνημόνια, τι να λέμε τώρα...».

Δηλώνω προκαταβολικά ότι πάρα πολλούς από τους υπογράφοντες εκτιμώ ιδιαίτερα για τη δουλειά τους σε διάφορες πλευρές και την θετική συνεισφορά τους στο δημόσιο διάλογο.Για τον δε φερόμενο ως συγγραφέα του Γιάννη Βούλγαρη, έχω πολλές φορές δημοσιεύσει αναλύσεις του και θα συνεχίσω να το κάνω , γιατί και από τα άρθρα του και από τα βιβλία του, προκύπτει κατά τη γνώμη μου μια αξιολογότατη δυνατότητα ανάλυσης και οξυδερκούς παρατήρησης.

Πλην όμως , άλλο πράγμα η πολιτική ανάλυση και άλλο πράγμα η πολιτική παρέμβαση.Και το κείμενο των 58 δεν αποτελεί πολιτική παρέμβαση πιο πολύ από μια αρθρογραφία.Τελικά βέβαια θα αποτιμηθεί από τα πολιτικά αποτελέσματα της κίνησης που ενδεχομένως προκαλέσει.Αλλά αυτό δεν είναι λόγος να το κρίνουμε σαν νεκροτόμοι εκ των υστέρων.

Και μόνο το γεγονός- σε συμβολικό επίπεδο- του ότι είναι ένα ξερό κείμενο που απλά δόθηκε στη δημοσιότητα, δείχνει ανεπάρκεια στο επίπεδο άσκησης πολιτικής παρέμβασης.Ποιο είναι το πολιτικό ζητούμενο; Να ενωθούν όλοι οι Κεντροαριστεροί ;(ότι και αν σημαίνει αυτό).Να διαχωριστούμε από την εθνικολαικίζουσα Δεξιά και τον «νεοκομμουνισμό»;Να καταλάβουμε τον κενό χώρο πριν προλάβουν οι άλλοι;Να προωθήσουμε τις «μεταρρυθμίσεις»;Τι από όλα και με ποια ιεράρχηση;

Δυστυχώς , ένα σύμπτωμα πολιτικής φτώχειας της Αριστεράς/Κεντροαριστεράς είναι η αδυναμία της να εκφράσει κοινωνικά στρώματα ( ο Συριζα πχ δεν εκφράζει κοινωνικές δυνάμεις, αλλά περιστασιακά την αγανάκτηση, το θυμό, την άρνηση).Οι 58 με την παρέμβαση τους ποιες δυνάμεις θέλουν να εκφράσουν; Τους μεταρρυθμιστές, τους λογικούς ,τους υπεύθυνους; Μα αυτό δεν συνιστά κοινωνική ανάλυση (σε μια κοινωνία μάλιστα που η κοινωνική σύνθεση και πολυπλοκότητα αλλάζει άρδην και βίαια), αλλά κοινωνιολογίζουσα κατηγοριοποίηση
.
Παραπέρα, ποια είναι η ανάλυση της κατάστασης στην οποία βασίζεται;Στο ότι  «η εποχή των μνημονίων τελείωσε»;Δηλαδή ,έχουν την εντύπωση ότι τα δύσκολα πέρασαν και μπορούμε απερίσπαστοι να ασχοληθούμε με αλλαγές και μεταρρυθμίσεις σαν να είμαστε σε κανονικούς καιρούς; (Οι εκ  των 58 παλιοί «εκσυγχρονιστές» ας θυμηθούν ότι σε καλούς καιρούς, το εκσυχρονιστικό εγχείρημα ξεφούσκωσε αμέσως μόλις η δυναμική του προτάγματος για συμμετοχή στο ευρώ ολοκληρώθηκε ).

Οι υποκειμενικές συγκροτήσεις δομούνται πάντα γύρω από πολιτικούς στόχους, στρατηγικές και σχέδιο.Ειδικά από τον καιρό που κόμματα ιδεολογικής ενότητας δεν υπάρχουν πια.Ποιο είναι το σχέδιο της υπό συγκρότησης Κεντροαριστεράς;Η διατήρηση της «πολιτικής σταθερότητας»;Σωστή επιδίωξη αλλά πάνω σε ποια στρατηγική;Τι μπορεί  να γίνει ώστε μετά από τέσσερα  χρόνια ακραίας  οικονομικής κρίσης  και καταβαράθρωσης του όποιου παραγωγικού δυναμικού να μην ξαναφτάσουμε σε ένα νέο Μάιο του 2010 ; (δηλ. μιας  ακόμα πτώχευσης, που αυτή τη φορά μπορεί να μην είναι και τόσο ελεγχόμενη).Η ομπρέλλα του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος θεωρείται πολιτική βάση;Η πλήρης αποτυχία /εκκωφαντική αφωνία των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών να διαχειριστούν είτε σε κάθε χώρα χωριστά είτε σε Ευρωπαϊκό επίπεδο την κρίση από το 2008 ως σήμερα, είναι άνευ πολιτικής αξιολόγησης;

Η σχέση με τις άλλες δυνάμεις έχουν καμία σημασία ή όχι; Δηλαδή τι ρόλο θα παίξει στο πολιτικό φάσμα η Κεντροαριστερά; Κάτι σαν τους Φιλελεύθερους της Γερμανίας (σύστημα των 2 ½ κομμάτων) που θα κρατά το κέντρο και θα συνεργάζεται εξισορροπητικά με το ένα από τα δύο μεγάλα;Θεωρεί κανείς το σημερινό κομματικό σύστημα παγιωμένο και ότι κάπου πρέπει να υπάρχει και ένα ενδιάμεσο κόμμα για να μην καταστροφικά αφεθούμε σε μια σύγκρουση των άκρων; Θα προσπαθήσει να διαμορφώσει  σχέση δημιουργική με ότι μπορεί δυνητικά να εκφράσει ο Σύριζα ή θα τον χαρίσει όλο μαζί στο «νεοκομμουνισμό»; Ας λάβουν υπόψη τους μερικοί ότι αν ακόμα υπάρχει κενός χώρος για να καλύψουν αυτοί, εν πολλοίς οφείλεται  στην ανικανότητα του Σύριζα να έχει ουσιαστική θέση στο θέμα της Κεντροαριστεράς και στο παλαντζάρισμα του   μεταξύ ακροαριστερών συνιστωσών και της Λούκας.

Δυστυχώς πολλά από όσα γράφονται και λέγονται παραγνωρίζουν την καταλυτική δυναμική του φαινομένου της κρίσης σε όλο τον κόσμο, την ασταθέστατη  ανισορροπία  της Ε.Ε και την καταστροφική εσωτερική πορεία της δικής μας χώρας.Το κεντρικό δηλαδή πολιτικό ζήτημα.

Από ότι φαίνεται το ζήτημα της Αριστεράς /Κεντροαριστεράς έχει πολύ δρόμο να τραβήξει ακόμα μέχρι να φανούν κάποιες πρώτες αχτίδες.Και στο κάτω κάτω δεν είναι κάτι που θα κριθεί σε Ελληνικό επίπεδο και  μόνο.Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος και μόνο. Ότι η υποκειμενική της συγκρότηση δεν αφορά κείμενα , προβληματισμούς, ιδέες και κινήσεις ελίτ, παρότι όλα αυτά καλοδεχούμενα είναι αρκεί να ξέρουμε όλοι μας τι ακριβώς είναι και να μην υποδύονται αυτό που δεν είναι.Η πολιτική – με την έννοια της παρέμβασης στα πράγματα που τροποποιεί τα δεδομένα-θα καθορίσει νέες συγκροτήσεις , την ποιότητά τους , τον ιστορικό χρόνο πραγμάτωσης τους, τις κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες.


Μέχρι τότε κουράγιο και ο καθείς ότι μπορεί, χωρίς παραμυθίες.Όλοι χρειαζούμενοι είναι.

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

«Ανθρώπινο Πολύ Ανθρώπινο»


«Να γιατί οι πραγματικοί αναγνώστες των γνωμικών παίρνουν απο αυτά μια ευχαρίστηση σχεδόν ασήμαντη, με γεύση μόλις ικανοποιητική, ώστε να γεμίζουν το στόμα τους με τρόπο που θυμίζει εκείνους που εξετάζουν εμπορεύματα. Αυτοί είναι άτομα που επαινούν επειδή δεν ξέρουν να αγαπούν, πρόθυμα στον κολακευτικό θαυμασμό αλλά ακόμη πιο πρόθυμα στη φυγή» 

Ο Friedrich Nietzsche (που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1844) γράφει τα παραπάνω για τα αποφθεύγματα και τα γνωμικά. Ο ίδιος έγραψε ένα έργο γεμάτο από αποφθεύγματα, αυτός ο μέγας αντιφατικός...(ειδικά στο "Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο")
«Οι άνθρωποι με βαθιές σκέψεις, στις σχέσεις τους με άλλους ανθρώπους, έχουν πάντα την εντύπωση ότι είναι ηθοποιοί, επειδή είναι αναγκασμένοι, για να γίνουν αντιληπτοί, να υιοθετούν ένα επιπόλαιο ύφος».
Με το παραπάνω απόσπασμα ίσως να ερμηνεύει ο ίδιος αυτήν την αντιφατικότητά του .Η βαθιά σκέψη αποδίδεται πολλές φορές με ένα μάλλον εύπεπτο τρόπο (τα αποφθεύγματα είναι ένας τέτοιος τρόπος).Αυτή είναι μια σχολή σκέψης. Μια άλλη δηλώνει ότι "οι σύνθετες σκέψεις αποδίδονται με σύνθετο τρόπο". Η ταπεινότητά μου δεν μπορεί να διαλέξει μια από τις δύο. Απολαμβάνει και τις δύο, αρκεί να έχουν κάτι να πουν με όμορφο τρόπο.
Εξάλλου , όπως θα έλεγε και αυτός   «Το μεγάλο ύφος γεννιέται, όταν το ωραίο επιβάλλει τη νίκη πάνω στο τεράστιο».

Δεν είναι εύκολα όλα αυτά φυσικά.Δύσκολος ο δρόμος.Πως το έλεγε να δεις...
«Ένας δυνατός και συγκροτημένος άνθρωπος χωνεύει τις εμπειρίες του, όπως και τα επιτεύγματα και τα παραπτώματά του, όπως χωνεύει το κρέας, ακόμα κι όταν αναγκάζεται να καταπιεί μερικά σκληρά κομμάτια.»
Αλλά δεν είναι μόνο η σκληράδα που αντιμετωπίζουμε στην αναζήτηση της αλήθειας
«Η πίστη στην αλήθεια αρχίζει με την αμφιβολία στο θέμα όλων των «αληθειών» στις οποίες έχουμε πιστέψει έως τώρα».
Και πως προχωράει;
«Πολύ λίγοι είναι φτιαγμένοι για ανεξαρτησία – είναι ένα προνόμιο των δυνατών.» Και ποιός είναι δυνατός; Ο απρόσβλητος, ο παντοδύναμος , ο κάτοχος της απόλυτης γνώσης, ο κυρίαρχος υπεράνθρωπος;Δεν νιώθει και δεν αγαπάει ο δυνατός;
«Τι είναι λοιπόν η αγάπη, αν δεν είναι να καταλαβαίνεις και να χαίρεσαι, βλέποντας κάποιον άλλο να ζει, να ενεργεί και να αισθάνεται μ’ένα διαφορετικό και αντίθετο απο το δικό σου τρόπο; Για να ενώσει η αγάπη τα αντίθετα μέσα στη χαρά, δεν πρέπει να τα καταργήσει και να τα αρνηθεί. Ακόμη και η αγάπη για τον εαυτό σου έχει ως μια αμετάβλητη δυαδικότητα (ή μια πολλαπλότητα) σ’ένα μόνο πρόσωπο».

Και που να βρίσκετε άραγε το τέλος σε όλα αυτά; Υπάρχει αρχή και τέλος; Έχει νόημα η διαρκής ανακάλυψη του καινούργιου; Η πρωτότυπη σκέψη και θέαση του πραγματικού πόσο πρωτότυπη είναι;
«Δεν είναι το να είσαι ο πρώτος που βλέπει κάτι νέο αλλά είναι το να βλέπεις, σαν να ήταν νέα, τα παλιά και γνωστά πράγματα που έχουν ιδωθεί και ξαναιδωθεί απο όλο τον κόσμο που διακρίνει τα αληθινά πρωτότυπα πνεύματα. Αυτός που αποκαλύπτει τα πράγματα, είναι γενικά, αυτή η εντελώς χυδαία και αδέξια ύπαρξη – ο τυχαίος».

Καληνύχτα Φρειδερίκε!

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Ησυχασμένες απαντήσεις


Οι έτοιμες, ησυχασμένες απαντήσεις 
δε γίνεται πια να με χορτάσουν όπως δεν επαρκούνε σε μια πόρνη οι ταχτικοί, αξιοπρεπέστατοι πελάτες της.

Τίτος Πατρίκιος


                                 

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

Στέλιος Ράμφος: Η ανασφάλεια οδήγησε στη Χρυσή Αυγή

Συνέντευξη στην Καθημερινή 6/10/2013

– Γιατί ένας Ελληνας μπορεί να ελκύεται από ένα ακραίο πολιτικό μόρφωμα, όπως η Χρυσή Αυγή;
– Βιώνουμε μία κρίση με σοβαρές κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις. Οι Ελληνες αισθάνονται εξαπατημένοι και σε πολύ μεγάλο βαθμό απορρίπτουν στις συνειδήσεις τους το έως τώρα κυρίαρχο πολιτικό σύστημα. Την αγανάκτηση και την απογοήτευσή τους εισέπραξε το κόμμα της Χρυσής Αυγής, που από το μηδέν και κάτι έφθασε να καταγράφει υψηλά ποσοστά προτιμήσεων με αυξητική τάση. Η εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ εξηγείται, διότι εκεί μεταστεγάσθηκε το λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ. Το καινούργιο φαινόμενο είναι η Χρυσή Αυγή.
– Ποια είναι τα βαθύτερα χαρακτηριστικά αυτού του καινούργιου φαινομένου;
– Οταν μία κοινωνία περνά τόσο βαθιά πολιτική και ηθική κρίση, ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι καταλαβαίνουν τον εαυτό τους, υπαγορεύει και τον τρόπο που αντιδρούν. Η διάψευση εκείνου το οποίο πίστεψαν και υποστήριζαν επί δεκαετίες ως λύση, εξελίχθηκε σε μεγάλη δοκιμασία για το αίσθημα της ταυτότητός τους, με συνέπεια τη διάσπαση του Εγώ.
Οταν έχουμε κρίση ταυτότητος και ρήξη εσωτερική τότε πάση θυσία πρέπει να αποκτήσουμε νέα ταυτότητα για να επανασυγκολληθεί το Εγώ, να βρούμε και πάλι τον χαμένο εαυτό μας. Εκτιμώ πως η Χρυσή Αυγή πέτυχε σ’ αυτό ακριβώς το επίπεδο: Εδωσε στον ψυχικά μετέωρο και αποδιοργανωμένο λαϊκό άνθρωπο σημεία σταθερής αναφοράς όπου έβρισκε τον εαυτό του. Για την ακρίβεια του προσέφερε πειστικό παλαιάς κοπής, ιδεολογικό υλικό που παραπέμπει σε άφθαρτες αξίες οι οποίες τον τιμούν, όπως η πατρίδα και η πάλη εναντίον της διαφθοράς. Οταν το υλικό αυτό ακολουθείται από στολές, οργάνωση, παρελάσεις και στρατιωτικές ασκήσεις, τότε η εσωτερική συγκόλληση γίνεται μάλλον εύκολη και η ένταξη θεραπευτική.
– Είναι ο πατριωτισμός «παλιωμένο» υλικό;
– Είναι «παλιωμένο» εφ’ όσον σαν φόβος και μίσος για το ξένο δεν έχει αγάπη για τον άλλο άνθρωπο. Είναι «παλαιό» ως εγγυημένη από το παρελθόν σταθερή αξία. Αλλο θέμα εάν όποιος εμπιστεύεται με κλειστά μάτια το παρελθόν είναι καταδικασμένος να το αναπαράγει χωρίς διάκριση. Για να επιστρέψω στα προηγούμενα: Εχει οπωσδήποτε σημασία να γνωρίζουμε τις πρακτικές μιας τέτοιας οργανώσεως, άλλα έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία να κατανοήσουμε πόσο ψυχολογικά θετική είναι η αίσθηση ότι έχουμε ταυτότητα. Τα ιστορικά δρώμενα συνδυάζονται με τις ψυχολογίες, όπως άλλωστε συνδυάζονται τα συμφέροντα με τις επιθυμίες. Στην περίπτωσή μας η επανεύρεση του εαυτού περνά από αισθήματα μίσους που εκφράζονται με όρους βίας. Η δημοκρατία είναι πολιτικό σύστημα ειρηνικής κοινωνικής συνυπάρξεως· η βία είναι συνθήκη φυσική, αντικοινωνική που βασίζεται σε ολοκληρωτικό αποκλεισμό του διαφορετικού ως αποδιοπομπαίου τράγου. Προϋποθέτει ανθρώπους χαώδεις μέσα τους, οι οποίοι θέλουν χαώδη και τον εξωτερικό τους κόσμο. Καμία αξία δεν τους ενώνει εσωτερικά, εξ ου και δεν αντιλαμβάνονται άλλη μορφή τάξεως από εκείνη της βίας. Δεν πρέπει να μας ξαφνιάζουν οι σημερινές εκδηλώσεις βαρβαρότητος, όταν στις δεκαετίες της μεταπολιτεύσεως τιμήθηκαν το ευτελές, το χαμηλό και το εύκολο. Ηταν αναμενόμενο λαϊκά στρώματα με περιορισμένες παραστάσεις και ατροφική αυτοσυνείδηση, από τη στιγμή που δεν νιώθουν την ανάγκη της δικής τους αλήθειας και ψάχνουν να βρουν αλλού τους υπαιτίους για τη σημερινή κρίση, να γοητευθούν από εθνοπαραληρήματα και κακοήθη σχήματα σαν της Χρυσής Αυγής.
Η ανάγκη της βίας
– Συνδέετε το «χαμηλό και ευτελές» με το κοινωνικό επίπεδο των ανθρώπων;
– Οχι, εννοώ πως η εικόνα που έχουν για τις προσδοκίες τους είναι εικόνα πολύ ευτελών, χαμηλών και εύκολων ικανοποιήσεων. Περιορίζεται σε ένα επίπεδο όπου το μερικό παίρνει διαστάσεις καθολικού και μεγεθύνεται ως απόλυτο. Στο μέτρο που η μεγέθυνση παίρνει μορφή ιδεολογίας, δεν μπορεί να υποστηριχθεί με επιχειρήματα και από εκεί προκύπτει η ανάγκη της βίας. Μόνο με βία μπορείς να με πείσεις ότι η δική σου μερικότητα είναι το απόλυτο. Αυτά όλα οφείλονται εν πολλοίς στη λαϊκιστική έκπτωση της Μεταπολιτεύσεως. Οπως δεν προκάλεσε το Μνημόνιο την κρίση, έτσι δεν δημιούργησε η ίδια η κρίση τη Χρυσή Αυγή. Η κρίση ήρθε να την αναδείξει σαν μηχανισμό που νομιμοποιεί τα επιθετικά ένστικτα της μερικότητος, εφ’ όσον οι πληγωμένοι εγωισμοί απαγορεύουν στους πολίτες - υποκείμενά τους να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
– Μπορούν οι άνθρωποι αυτοί να «θεραπευθούν» και να αισθανθούν φιλικά απέναντι στους συνανθρώπους τους;
– Καλό θα ήταν πρώτα να συμφιλιωθούν με τον εαυτό τους και να ηρεμήσουν μέσα τους. Θα βοηθούσε να συνειδητοποιήσουν οι πολιτικοί, ότι το βαθύτερο στρώμα του ζητήματος έγκειται στο γεγονός ότι τόσα χρόνια με τους ψηφοθηρικούς τσακωμούς τους οικοδομούσαν ένα σύστημα πολιτικό το οποίο βασιζόταν στη διχόνοια και στη σύγκρουση χωρίς να προσφέρει τίποτα θετικό. Μόνο ένταση. Ακόμα και σήμερα συνεχίζουν τα ίδια και ο κόσμος αηδιάζει με αυτή την εικόνα. Η ένταση, ως γνωστόν, είναι αποφασιστικός συντελεστής ανασφαλείας, η δε ανασφάλεια στέλνει στην όποια Χρυσή Αυγή. Για να εκτονωθεί η ένταση και να κατευνασθούν τα πάθη πρέπει επιτέλους να υπάρξει μία πολιτική εθνικής ενότητος, ώστε να αντιμετωπισθούν τα μείζονα προβλήματα της κοινωνίας. Τότε η ασθένεια θα αρχίσει να θεραπεύεται. Το κακό που μας βρήκε οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη συγκρουσιακή ατμόσφαιρα που εδώ και σαράντα χρόνια κυριαρχεί στην κοινωνία μας. Στο μέτρο που η κοινωνική ένταση θα εξακολουθεί και θα αναπαράγει την ανασφάλεια, ακόμα και αν εξαρθρωθεί ως εγκληματική οργάνωση η Χρυσή Αυγή το πρόβλημα θα υφίσταται στο ακέραιο και θα πάρει τη θέση της κάτι αντίστοιχο.
Αρνητικός ο ρόλος της αντιπολίτευσης
– Η παράμετρος στην οποία επιμένουμε είναι ψυχολογική. Μήπως υπάρχει και πολιτισμικό υπόβαθρο, κάτι ευρύτερο από το ψυχολογικό;
– Πίσω από το ψυχολογικό υπάρχει στην περίπτωσή μας το πολιτισμικό. Γιατί ζούμε σε μία κουλτούρα, η οποία συντηρεί και καλλιεργεί τον παιδισμό στα μέλη της και ξέρουμε πάρα πολύ καλά ότι το αδύναμο Εγώ ζητά εναλλακτικά μια πατρική εικόνα για να την εσωτερικεύσει και να δυναμώσει έτσι φαντασιακά. Γι’ αυτόν τον λόγο οι διάφοροι επίδοξοι σωτήρες προσπαθούν κατά καιρούς να την προσφέρουν. Αυτήν τη στιγμή το κόμμα που μαζί με τη νέα ταυτότητα προσφέρει και πατρική εικόνα είναι η Χρυσή Αυγή. Τη νέα ταυτότητα ακολουθεί η απόρριψη του «διεφθαρμένου» κοινοβουλευτισμού· η πατρική εικόνα δίνει ασφάλεια και «αυτοπεποίθηση» στην τυφλή υπακοή, αυτή είναι η δύναμή της. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι με ένα μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων, με μία παραστρατιωτική οργάνωση τριών χιλιάδων ανθρώπων και με διασυνδέσεις στο κράτος, όλα γίνονται υπό τέτοιες συνθήκες. Είναι πολύ εύκολο μία κοινωνική αναστάτωση να οδηγήσει σε μοιραία αποσταθεροποίηση.
– Αρα πρέπει να θεραπευθεί με κάποιον τρόπο η ανασφάλεια που προκύπτει από την κατάρρευση του εαυτού.
– Και ο κυνισμός των πολιτικών που κάνουν το παν να μη συνεννοηθούν. Είναι εγγυημένη η διάλυση του πολιτικού συστήματος με ανθρώπους που δεν αποφασίζουν να συνεννοηθούν. Νομίζω ότι από αυτή την άποψη ο ρόλος που παίζει η αντιπολίτευση είναι πάρα πολύ αρνητικός. Τις προάλλες, επί παραδείγματι, είδα στην τηλεόραση έναν βουλευτή της ο οποίος δήλωνε ότι τα δίχτυα της Χρυσής Αυγής έχουν απλωθεί μακριά, αλλά δεν υπάρχει πολιτική βούληση να γίνει τίποτα. Το έλεγε την ώρα που παραιτήθηκαν οι στρατηγοί, που ακολούθησαν οι μεταθέσεις των αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ., που έγιναν έλεγχοι στα τμήματα! Δεν είναι δυνατόν να προχωρήσει τίποτα στον τόπο μας.
– Κατά τη γνώμη σας γιατί η αντιπολίτευση κρατά αυτήν τη στάση;
– Διότι και οι ίδιοι είναι βαθιά ανασφαλείς. Οταν είσαι ανασφαλής –και ο ίδιος διχασμένος– το πρώτο που κάνεις είναι να διαφωνείς, και είναι ανασφαλείς γιατί δεν πιστεύουν στον εαυτό τους. Οταν πιστεύεις στον εαυτό σου ξέρεις να συμφωνείς και ξέρεις να διαφωνείς.
– Πιστεύετε ότι δεν θα αποφύγουμε τις ακραίες καταστάσεις μόλις βελτιωθεί το οικονομικό;
– Δεν είναι καθόλου βέβαιο. Γιατί στη Νορβηγία, που είναι χώρα πάμπλουτη, βρέθηκε αυτός ο νεοναζί που σκότωσε τόσους ανθρώπους; Γιατί στην Αυστρία, πολύ προ της κρίσεως, είχαν για ένα φεγγάρι κυβέρνηση ακροδεξιά; Και γιατί στην Ισπανία, που έχουν παρόμοια προβλήματα με εμάς, δεν υπάρχει Χρυσή Αυγή; Ούτε στην Πορτογαλία; Ποια είναι τα κριτήρια της Ιστορίας; Προφανώς δεν είναι τα Μνημόνια ούτε αν είναι ψευδεπίγραφη η θεωρία των «δύο άκρων». Στην εποχή μας η άνοδος της ακροδεξιάς οφείλεται στον τρόμο των αλλαγών που φέρνει η τεχνολογική έκρηξη με την παγκοσμίωση και εκδηλώνεται βάσει των ιδιαιτεροτήτων κάθε χώρας.
Τα «άκρα»
– Ποια είναι η γνώμη σας για τη «θεωρία των δύο άκρων»;
– «Ακρα» είναι φυσιολογικό να υπάρχουν γιατί χωρίς αυτά δεν υπάρχουν και «μέσες». Εδώ η συζήτηση γίνεται για να δεχθούμε πως δεν είναι άκρο ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό είναι όλο το θέμα. Αστεία πράγματα! Η αλήθεια είναι ότι τα άκρα ή τα μέσα ποτέ δεν ορίζονται αντικειμενικά, μια για πάντα. Τα άκρα είναι κάθε φορά υπόθεση των συγκυριών. Οταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος έκανε πραξικόπημα τo 1935 ήταν άκρο. Οταν πολιτευόταν κοινοβουλευτικά ήταν μέσο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος εφ’ όσον τηρεί τους νόμους και το Σύνταγμα δεν είναι άκρο κι ας αναφέρει το καταστατικό του ως σκοπό την επιβολή της δικτατορίας του Προλεταριάτου. Γίνεται άκρο εν τούτοις όταν διακεκριμένο κοινοβουλευτικό του στέλεχος λέει κατ’ επανάληψη «αυτό είναι το Σύνταγμά σας και όχι το Σύνταγμά μας, αφού δεν το ψηφίσαμε». Επίσης, όταν δεν δέχεται να κάνει έλεγχο το ΣΔΟΕ στα οικονομικά του είναι άκρο και συνεπώς δεν δικαιούται να απαιτεί έλεγχο από τον ΣΔΟΕ των οικονομικών της Χρυσής Αυγής. Το ζήτημα είναι συγκεκριμένο: ποτέ δεν είναι ένας μονίμως άκρο ή μονίμως κέντρο και γι’ αυτό ξέροντας και μόνο κάποιος ότι υπάρχουν άκρα, λογαριάζει κάθε φορά τον εαυτό του ως μη άκρο. Μπορούμε να είμαστε άκρα μόνο όταν δεν αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν.


Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

"...σε πέρνει για ταξίδι μια σειρήνα και μια πικρία μας ματώνει ανείπωτη..."

Στις 3 Οκτωβρίου 1979 ο Νίκος Πουλαντζάς έδωσε τέρμα στη ζωή του

Έξοχα και σιβυλλικά του αφιέρωσαν ένα χρόνο μετά το "κακοήθες μελάνωμα" ο Θάνος Μικρούτσικος και ο Άλκης Αλκαίος.(που να διαλέξεις εκτέλεση για αυτό το ποίημα...)



      

Ένα πολύ διεισδυτικό σημείωμα για τον Ν.Π. παρουσίασε ο Θανάσης Γιαλκέτσης στην Εφημερίδα των Συντακτών (8/3/2013)   , που αναδημοσιεύουμε παρακάτω         

 

ΝΙΚΟΣ ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ Ενας πρωτοπόρος της ανανέωσης

Ενάντια στη σταλινική ορθοδοξία, που είχε μετατρέψει τη μαρξιστική θεωρία σε πέτρινο δόγμα και σε απλοϊκή κατήχηση, αναπτύχθηκε ένας αιρετικός και κριτικός μαρξισμός που βάδιζε στον ανηφορικό δρόμο της έρευνας, της ανάλυσης, της αναθεώρησης, της δημιουργικής θεωρητικής επεξεργασίας, της διανοητικής ανακάλυψης. Ο Νίκος Πουλαντζάς ήταν ένας από τους πρωτοπόρους σε αυτό το τολμηρό ανανεωτικό εγχείρημα. Η συμβολή του σφράγισε τη διεθνή θεωρητική και πολιτική συζήτηση εκείνης της περιόδου. Ακόμα και σήμερα, και παρά τις μεγάλες ανατροπές και μεταβολές που έχουν επισυμβεί, όσοι δεν έχουν εγκαταλείψει το φιλόδοξο πολιτικό σχέδιο της σύζευξης δημοκρατίας και σοσιαλισμού οφείλουν να αναμετρηθούν με το έργο του. Γιατί και σήμερα (όπως και πάντα) κάθε προβληματική της ατομικής και κοινωνικής χειραφέτησης προϋποθέτει υποχρεωτικά τη θεωρητική ανάλυση των μηχανισμών του κράτους και των βαθύτερων λογικών της εξουσίας. Η ιστορική εμπειρία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» κατέδειξε ότι η εξουσία όχι μόνον δεν «μαραίνεται» ή δεν φθίνει με την επαναστατική έξοδο από τον καπιταλισμό, αλλά, αντίθετα, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να ενδυναμωθεί ή και να γίνει απόλυτη και ολοκληρωτική.
 Μια νέα κουλτούρα της Αριστεράς χρειάζεται μια νέα ανάλυση του κράτους και των μηχανισμών του, μια πιο διεισδυτική διάγνωση των κωδίκων, των συμβόλων και των λειτουργιών της εξουσίας. Και εδώ η συμβολή του Πουλαντζά υπήρξε και παραμένει εξαιρετικά πολύτιμη. Ηδη από τα πολύ νεανικά του χρόνια, ο Πουλαντζάς είχε προσεγγίσει τον μαρξισμό, όχι μόνο μέσα από τους οργανωτικούς δεσμούς του με την Αριστερά, αλλά και μέσα από την επαφή του με τη γαλλική κουλτούρα και ιδιαίτερα με τη σκέψη του Σαρτρ. Οπως φανερώνει η διδακτορική του διατριβή στη φιλοσοφία του δικαίου, που δημοσιεύτηκε το 1964, είχε επηρεαστεί επίσης από τον Λισιέν Γκολντμάν και από τον Λούκατς. Ακολουθεί η σημαντική ανακάλυψη του Γκράμσι και βέβαια η επαφή με τη σκέψη και το έργο του Αλτουσέρ. Τα ίχνη της αλτουσεριανής επίδρασης είναι ορατά στα περισσότερα έργα του Πουλαντζά. Ο Αλτουσέρ υπήρξε βέβαια από πολλές απόψεις ένας «ορθόδοξος» μαρξιστής. Στην προσπάθειά του να υπερβεί από τα «αριστερά» τον σταλινισμό, υιοθέτησε και υπερασπίστηκε τη μαρξιστική θεωρία ακόμα και στην πιο μαχητική και αδιάλλακτη εκδοχή της: τη λενινιστική.
 Το μπόλιασμα της Αριστεράς
 Παράδοξα ωστόσο συνέβαλε όσο λίγοι στον καιρό του στην ανανέωση του μαρξισμού. Την ίδια στιγμή που υποστήριζε μια ιδέα «αυτάρκειας» της κλασικής μαρξιστικής παράδοσης, μπόλιαζε στο θεωρητικό σώμα του μαρξισμού τις πιο προχωρημένες επιστημολογικές αναζητήσεις και διαλεγόταν κριτικά με άλλες παραδόσεις σκέψης. Δίδαξε μια ολόκληρη γενιά να μελετάει το έργο του Μαρξ με μια διανοητική περιέργεια και ελευθερία και με ένα θεωρητικοπολιτικό πάθος, που δύσκολα θα μπορούσαν να εγκιβωτιστούν σε κάποιου είδους «ορθοδοξία». Δεν κατόρθωσε βέβαια να υπερβεί ένα όριο που χαρακτηρίζει και περιορίζει τα θεωρητικά επιτεύγματα πολλών εκπροσώπων του λεγόμενου «δυτικού μαρξισμού». Θυμίζουμε ότι ο Πέρι Αντερσον, στο βιβλίο του «Ο δυτικός μαρξισμός», υποστήριζε ότι ο σταλινικός εκφυλισμός της ΕΣΣΔ και της Γ΄ Διεθνούς προκάλεσε μεταξύ άλλων μια ρήξη εκείνης της θεωρητικοπολιτικής ενότητας που χαρακτήριζε τον μαρξισμό μέχρι τη δεκαετία του 1920. Ενώ καταπνίγεται στην Ανατολή, ο μαρξισμός υφίσταται στη Δύση ένα ριζικό μετασχηματισμό. Είναι όλο και λιγότερο οικονομική και πολιτική ανάλυση και γίνεται όλο και περισσότερο φιλοσοφία. Το 1968 εγκαινιάζει ωστόσο μια καινούρια φάση, καθώς διαγράφεται στον ορίζοντα μια νέα συνάντηση θεωρίας και λαϊκού κινήματος. Σε αυτή την ιστορική συγκυρία εγγράφεται η προσπάθεια του Πουλαντζά για κριτική επανεξέταση της θεωρίας του κράτους, ένα ερευνητικό εγχείρημα με σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις, αφού υπαγόρευε στα κόμματα της αριστεράς να αναθεωρήσουν σε βάθος τη στρατηγική τους για την κατάληψη της εξουσίας.
 Ο Πουλαντζάς διαπίστωσε ότι στον μαρξισμό λείπει μια συστηματικά επεξεργασμένη θεωρία του κράτους και της πολιτικής, μια σοβαρή ανάλυση των πολιτικών θεσμών και ιδιαίτερα εκείνων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, των μηχανισμών του κράτους, του ρόλου των κομμάτων και της γραφειοκρατίας, των οικονομικών λειτουργιών και παρεμβάσεων της δημόσιας σφαίρας. Από την κλασική μαρξιστική παράδοση κληρονομούμε την έννοια του κράτους ως οργάνωσης της ταξικής κυριαρχίας. Η ουσία του «ταξικού» κράτους είναι η οργανωμένη καταναγκαστική εξουσία, που είναι εργαλείο στα χέρια της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης. Στον κλασικό μαρξισμό συναντάμε επίσης την έννοια του «παρασιτικού» κράτους, η ουσία του οποίου έγκειται στην αποξένωσή του από την κοινωνία, στην αυτονόμηση και αυτοεξυπηρέτηση μιας ιεραρχίας των επαγγελματιών της κρατικής διοίκησης. Η αταξική κοινωνία υποτίθεται ότι θα οδηγούσε στην κατάργηση και των δύο αυτών κρατικών μορφών: δεν θα είχε θεσμούς διακυβέρνησης διαχωρισμένους από τον λαό και δεν θα είχε οργανωμένο καταπιεστικό μηχανισμό, επειδή κανείς δεν θα τον χρειαζόταν. Η ανθρώπινη χειραφέτηση συνδεόταν από τον Μαρξ με μια ριζοσπαστική αντίληψη της δημοκρατίας, στην οποία δεν θα υπήρχε καμιά εξωτερική δύναμη καταναγκασμού και η διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων θα γινόταν όχι με μια επαγγελματική ανάθεση εξουσίας, αλλά με δημοκρατική εκλογή των δημόσιων λειτουργών και με κατάλληλες εγγυήσεις για το διαρκή έλεγχό τους.
 Αυτή η εκδοχή ριζοσπαστικής δημοκρατίας βαδίζει βέβαια πολύ πιο πέρα από τις σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Από την άλλη μεριά ωστόσο δεν φαίνεται να μοιάζει καθόλου με τις μονοκομματικές δικτατορίες του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Μπορεί εύλογα να θεωρήσει κανείς ουτοπικές τις αντιλήψεις του Μαρξ και του Ενγκελς, αλλά δύσκολα θα μπορούσε να αμφισβητήσει τις βαθιά δημοκρατικές προθέσεις τους, αν πάρει μάλιστα υπόψη του το γεγονός ότι έζησαν και έδρασαν σε μια κατά βάση «προδημοκρατική» εποχή. Υπάρχει βέβαια και η έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου, αλλά κατά τον Μαρξ επρόκειτο για μια απολύτως μεταβατική μορφή πολύ σύντομης διάρκειας. Ήταν το πολιτικό εργαλείο για την απαλλοτρίωση του κεφαλαίου και της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Επειτα από αυτήν την απαλλοτρίωση δεν θα υπήρχε χώρος για την πολιτική και το κράτος, αφού θα δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις για την αυτοδιεύθυνση των παραγωγών, δηλαδή για μια κοινωνία οργανωμένη με βάση τα εργατικά συμβούλια σύμφωνα με το πρότυπο της Κομμούνας του Παρισιού.
 Αντιπροσωπευτική δημοκρατία
 Είδαμε όμως ότι η «προλεταριακή δημοκρατία» που θα βασιζόταν στα σοβιέτ δεν έζησε πολύ. Γρήγορα υποτάχθηκε στη συγκεντρωτική εξουσία του κόμματος και των κρατικών μηχανισμών, σε μια μονολιθική, αυταρχική και γραφειοκρατική δομή που ασκούσε τη δικτατορία της πάνω στο προλεταριάτο. Ο στοχασμός του Πουλαντζά για το κράτος και την εξουσία αναμετριέται με αυτήν την πελώρια άβυσσο που χώριζε την ιδέα της αυτοδιεύθυνσης των παραγωγών από τα δεσποτικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα που οικοδομήθηκαν στο όνομα του μαρξισμού και του σοσιαλισμού. Ερμηνεύοντας το κράτος και τις διάφορες πολιτικές μορφές του καπιταλισμού ως «δικτατορία της αστικής τάξης», ένας ορισμένος μαρξισμός υποτίμησε τη σημασία των αντιπροσωπευτικών θεσμών.
 Επικράτησε έτσι η ιδέα ότι η δημοκρατία είναι συνώνυμη της αστικής κυριαρχίας, ότι τα δικαιώματα είναι μόνο τυπικά, ότι οι θεσμικές μορφές και οι νομικές εγγυήσεις της ελευθερίας δεν έχουν ιδιαίτερη αξία. Ο Πουλαντζάς άσκησε κριτική σε αυτές τις αντιλήψεις και υπογράμμισε αντίθετα ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και το κράτος δικαίου είναι κατακτήσεις των λαϊκών αγώνων που πρέπει να διευρυνθούν και να βαθύνουν και όχι να εξαλειφθούν. Σημείωσε επίσης ότι η λενινιστική γραμμή της ριζικής υποκατάστασης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας από την άμεση δημοκρατία φέρει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τον δεσποτικό εκφυλισμό της Οκτωβριανής Επανάστασης.
 Ο Πουλαντζάς έδειξε ότι η πολιτική δεν είναι απλή αντανάκλαση της οικονομίας αλλά διαθέτει μια σχετική αυτονομία. Και το κράτος με τη σειρά του δεν είναι απλό εργαλείο στα χέρια μιας τάξης, αλλά είναι μια σχέση ή ακριβέστερα είναι «η υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα σε τάξεις και μερίδες τάξεων». Το αστικό κράτος εκφράζει βέβαια τη στρατηγική ηγεμονία της αστικής τάξης, αλλά διαπερνιέται και από τις αντιστάσεις άλλων κοινωνικών δυνάμεων. Το εργατικό κίνημα μπορεί επομένως να προσβλέπει σε έναν ριζικό δημοκρατικό μετασχηματισμό του και στην ανάδυση μιας άλλης ηγεμονίας, που θα στηρίζεται σε νέους συσχετισμούς δύναμης. Στον αναπτυγμένο καπιταλισμό τα κόμματα και τα κινήματα της Αριστεράς δεν είναι «εξωτερικά» ως προς τις λειτουργίες και τους μηχανισμούς του κράτους και επομένως δεν πρέπει να επιδιώκουν να το καταλάβουν με μια στρατηγική δυαδικής εξουσίας και μετωπικής εφόδου. Παραμένει βέβαια μέχρι σήμερα αναπάντητο το κομβικό ερώτημα που έθετε ο Πουλαντζάς: «Πώς να συλλάβουμε ένα ριζικό μετασχηματισμό του κράτους συναρθρώνοντας τη διεύρυνση και το βάθεμα των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των ελευθεριών με την ανάπτυξη των μορφών άμεσης δημοκρατίας στη βάση και τη διασπορά αυτοδιαχειριστικών εστιών;»