Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Τα νέα «μέτωπα» και η αντιστροφή της Ιστορίας

Του Νικόλα Σεβαστάκη

Μία από τις αγαπημένες λέξεις της πολιτικής του προηγούμενου αιώνα ήταν η λέξη «μέτωπο». Δάνειο από τη στρατιωτική ορολογία και άλλη μία απόδειξη της αρχαίας συσχέτισης ανάμεσα στην τέχνη της πολιτικής και στην τέχνη του πολέμου.

Στη γενεαλογία της Αριστεράς ήταν, κατά κανόνα, κάτι «λαϊκό» και δημοκρατικό. Στην κληρονομιά μιας ορισμένης Δεξιάς έγερνε πάντα προς το εθνικό. Το μέτωπο ή αλλιώς ο πλατύς σχηματισμός μάχης που εγγυάται - αν βεβαίως επιτύχει τον στόχο του - νίκες κατά του αντιπάλου. Και υπήρξε, έτσι, κυρίως εναντιωματικό και αντιπολιτευτικό. Οχι πάντα βέβαια. Τα τελευταία χρόνια όμως οι αναφορές στο ένα ή άλλο μέτωπο συνδέθηκαν οργανικά με το αντι-Μνημόνιο. Ο,τι άλλο προτάθηκε ως μέτωπο (λ.χ. τα ποικίλα μέτωπα της λογικής) παρέμεινε σε στενό κύκλο και δίχως κοινωνικό σώμα.

Εναν χρόνο μετά την κυβερνητική αλλαγή του περσινού Ιανουαρίου, συμβαίνει κάτι σημαντικό, κάτι που δεν υπήρχε πριν από λίγες εβδομάδες: φαίνεται ότι επιστρέφει η αγανάκτηση. Να σχηματίζεται δηλαδή κάτι «σαν μέτωπο». Μεγάλες ή μικρότερες κοινωνικές ομάδες, επαγγελματικές ενώσεις, κατηγορίες εργαζομένων κατεβαίνουν στους δρόμους. Ποιοι; Οχι ακριβώς οι ίδιοι που αποτελούσαν τον κλασικό κόσμο των πολλών απεργιακών διαδηλώσεων του 2012 ή του 2013. Η εικόνα τώρα δείχνει εμπλουτισμένη και διευρυμένη με νέα κοινά. Είναι ο γαλαξίας της μορφωμένης μεσαίας τάξης αλλά και ο κόσμος της υπαίθρου. Είναι οι τριανταπεντάρηδες επιστήμονες αλλά και ψαράδες ή κτηνοτρόφοι. Ο άξονας της ηπειρωτικής Ελλάδας αλλά και τα νησιά. Οι «γραβάτες» απέναντι σε έναν πρωθυπουργό που αρνείται ακόμη να βάλει γραβάτα και ας βρίσκεται στο Νταβός.

Εχουν ειπωθεί και αναλυθεί τα κυριότερα για το πώς φτάσαμε μέχρις εδώ. Ξεκίνησα όμως μιλώντας για το μέτωπο γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ του περσινού Ιανουαρίου ήθελε να είναι η πολιτική έκφραση του μεγάλου αντιμνημονιακού μετώπου. Τώρα, μόλις δώδεκα μήνες μετά, δεν ξέρουμε πια τι είναι. Ούτε, κυρίως, το τι θέλει να γίνει. Και αυτό είναι πιο ανησυχητικό. Για όσους βεβαίως έφυγαν καταγγέλλοντας την «ταξική συνθηκολόγηση» το πράγμα είναι πάντα απλό: έγινε μνημονιακός και επομένως νεοφιλελεύθερος. Για τους αντιπάλους του στην Κεντροαριστερά και στην Κεντροδεξιά εξακολουθεί να είναι μια λαϊκίστικη και ιδεοληπτική υπόθεση.

Κανένας όμως δεν μπορεί να πει τι είναι ακριβώς αυτή η κυβέρνηση. Ούτε φυσικά πού θα οδηγήσει ο θυμός της διάψευσης. Αν πρόκειται να εκτονωθεί σε κάποιες τελετές ήπιας ή αγριότερης διαμαρτυρίας ή αν θα φέρει γρήγορες ανατροπές μαζί με νέους γύρους κοινωνικής βίας.

Η παρουσία ωστόσο του θυμού, ύστερα από πολλούς μήνες αμφιθυμιών και απογοητευμένης αδράνειας, είναι ένα πισωγύρισμα. Οχι γιατί η πολιτική οφείλει να είναι χώρος στεγανοποιημένος από τα λαϊκά συναισθήματα, αλλά γιατί τα προηγούμενα χρόνια έδειξαν τα πολιτικά όρια της αγανάκτησης.

Ας συνοψίσουμε τα παλιότερα:

Υπήρξε ένας ελιτίστικος ορθολογισμός που πίστεψε ότι αρκεί η πειθαρχημένη συναίνεση στους οδικούς χάρτες των μνημονίων για να έλθει η έξοδος από την κρίση.

Απέναντι σε αυτό υψώθηκε ο ριζοσπαστισμός της κρίσης που συνδύασε τη λυτρωτική καταφυγή στον «δρόμο» με την ηθική καταδίκη της λιτότητας.

Τώρα σαν να βρισκόμαστε χιλιάδες μίλια μακριά από αυτές τις γραμμές. Στο κατώφλι μιας καινούργιας κατάστασης με άδηλη έκβαση. Η ριζική απομυθοποίηση όλων των αριστερών συνθημάτων ή ακόμα και των ιστορικών και ηθικών αναφορών της αριστερής μνήμης θα αποτελέσει ίσως το βασικό χαρακτηριστικό της ερχόμενης περιόδου. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθούμε μπροστά σε νέες εξάρσεις αντικοινοβουλευτικής και αντιπολιτικής άρνησης ή σε εκδηλώσεις ισοπεδωτικού «δεξιόστροφου» λαϊκισμού. Από τον χώρο των μεσαίων στρωμάτων ακούγονται ήδη φωνές αντιφορολογικής «εξέγερσης», ενώ ξαναζεσταίνεται και η τυφλή διαίρεση ιδιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων.

Ολα αυτά όμως δεν είναι αναπόφευκτο να συμβούν ούτε προκαθορισμένα από κάποια κακή μοίρα. Η κοινωνική διαμαρτυρία δεν συνδέεται μηχανιστικά με έναν κύκλο πολιτικών ψευδαισθήσεων. Και τα μαθήματα της προηγούμενης περιόδου είναι ακόμη νωπά, παρά το ότι ξεχνάμε και ως γνωστόν «η Ιστορία διδάσκει πως δεν διδάσκει τίποτα». Το πιο ενδιαφέρον για μένα αφορά κυρίως τις αντίρροπες δυνάμεις στην παρακμή της κυβέρνησης και στο ιδεολογικό πισωγύρισμα. Το αν μπορεί να διαμορφωθεί ένα πολιτικό πλαίσιο διαφορετικό από τον φιλελεύθερο τεχνοκρατισμό τον οποίο δείχνει να υιοθετεί η νέα ηγεσία της συντηρητικής παράταξης.

Αυτό που νομίζω δεν συνειδητοποιούμε ακόμη είναι το ηθικό και πολιτικό τραύμα αυτής της περιόδου. Το υποψιάζεται κανείς παρατηρώντας όσους φωνάζουν δυνατά αλλά κυρίως εκείνους που μιλούν μες απ' τα δόντια τους, σαν να νιώθουν ένοχοι ή κρύβοντας την υπόκωφη στεναχώρια τους. Είναι ίσως οι περισσότεροι μαζί με εκείνους που δεν βγάζουν μιλιά και έχουν κόψει τις γέφυρες.

Οι επόμενες εβδομάδες θα έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη φορά των πραγμάτων. Οχι μόνο για την αξιολόγηση και το Ασφαλιστικό αλλά και για τη συνολική τύχη αυτής της παράδοξης «νέας μεταπολίτευσης» που μοιάζει να επαναλαμβάνει τα παλιά.

Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

ΒΗΜΑ 24/1/2016

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Το περιβάλλον θυμίζει την κρίση του 2007;

του Κώστα Καλλίτση


Πολλοί, μεταξύ αυτών ο Τζ. Σόρος, εκτιμούν ότι το «σημερινό διεθνές περιβάλλον θυμίζει έντονα την κρίση του 2007-08».

Η συζήτηση συνήθως επικεντρώνεται στην Κίνα. Η οικονομία της αναπτυσσόταν με ρυθμό 10% ετησίως από το 1980 έως το 2008, με μοχλό τις επενδύσεις για εξωστρέφεια, που απορροφούσαν το 38% του ΑΕΠ, είτε με αυτοχρηματοδότηση είτε μέσω της κεντρικά σχεδιασμένης τραπεζικής χρηματοδότησης, που έφτασε στο 120% του κινεζικού ΑΕΠ το 2002 και έκτοτε έμεινε στο ίδιο ύψος. Από το 2008 ήταν σαφές ότι αυτό το εξωστρεφές μοντέλο είχε φτάσει στα όριά του. Επρεπε να συγκρατηθεί ο ρυθμός επενδύσεων και να ενταθεί ο ρυθμός της εσωτερικής κατανάλωσης.

Η Κίνα πλήρωσε την κρίση του 2007-08. Αυτή εμπόδισε την κινεζική ηγεσία να κάνει την απαιτούμενη στροφή.

Η συρρίκνωση των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών πίεσε δραστικά τις κινεζικές εξαγωγές και έπληξε την απασχόληση. Ενόψει των ορατών και δη επικίνδυνων κοινωνικών και πολιτικών συνεπειών, η ηγεσία της χώρας αναζήτησε στην περαιτέρω ώθηση των επενδύσεων το πιο προσιτό και άμεσο εργαλείο ώθησης της οικονομικής μεγέθυνσης. Τα επόμενα χρόνια, η οικονομία κινήθηκε στην ακριβώς αντίθετη από την προγραμματιζόμενη κατεύθυνση: Οι επενδύσεις έφτασαν να απορροφούν το πρωτοφανές ποσοστό 49% του ΑΕΠ (2012) αλλά, έκτοτε και πλέον, με μαζική τραπεζική χρηματοδότηση του real estate, των δημόσιων υποδομών και της βαριάς βιομηχανίας (Turner, Between Debt and the Devil, 2015). Η Κίνα απέτρεψε την ύφεση της οικονομίας της, έβαλε δυνατά πλάτη στη χειμαζόμενη διεθνή οικονομία αλλά έγινε περαιτέρω ευάλωτη.

Το θέμα είναι ότι η κινεζική είναι μια πολύ μεγάλη οικονομία.

Εχει πλεονάσματα που αναλογούσαν στο 0,2% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2013 και αυξήθηκαν στο 0,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2015. Οπως και η Γερμανία, η ευημερία της στηρίζεται στη ζήτηση από τις οικονομίες άλλων, ελλειμματικών χωρών. Οπως και της Γερμανίας, το εξωστρεφές μοντέλο μεγέθυνσης προϋποθέτει ελλείμματα και άπλετη τραπεζική χρηματοδότηση σε άλλες χώρες. Διαφορετικά, όπως και το γερμανικό, το μοντέλο δεν είναι βιώσιμο. Οπως και η Γερμανία, η Κίνα οφείλει με μέτρα εσωτερικής πολιτικής να τονώσει την εσωτερική κατανάλωση. Η απουσία συντονισμού (διεθνούς ή ακόμη και μέσα στο πλαίσιο της Ευρωζώνης) αφήνει την αντιμετώπιση των προβλημάτων διεθνούς ανισορροπίας, που επηρεάζουν όλο τον πλανήτη, να εξαρτάται μόνο από εσωτερικές πολιτικές. Παράδειγμα, της Κίνας ή της Γερμανίας.

Αυτές λοιπόν οι μεγάλες διεθνείς ανισορροπίες –επανέρχομαι στην εκτίμηση του Τζ. Σόρος– οι οποίες συνέβαλαν στη δημιουργία της πρώτης κρίσης του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, 2007-08, είναι παρούσες και παροξύνονται. Υπάρχει, επιπλέον, ένας κρίσιμος επικίνδυνος παράγοντας. Λέγεται χρέος, υπερχρέωση.

Η εμπειρία μετά την κρίση του 2007-08 δείχνει ότι, άπαξ και δημιουργηθεί υπερβολικό χρέος, αυτό μένει. Μπορεί να αλλάζει μορφή (να μεταμορφώνεται από ιδιωτικό σε δημόσιο) ή να μετοικεί από χώρα σε χώρα και από περιοχή σε άλλη περιοχή του κόσμου (να πηγαίνει από τις ανεπτυγμένες στις αναδυόμενες οικονομίες), αλλά γεγονός είναι ότι το χρέος, ως σύνολο, αναλογικά με το ΑΕΠ του κόσμου, αυξάνεται σταθερά. Αυτήν την εξέλιξη τεκμηρίωσε και μια μελέτη της McKinsey, το 2015, που έδειχνε ότι από το 2007 το παγκόσμιο χρέος είχε αυξηθεί κατά 57 τρισεκατομμύρια δολάρια ή κατά 17 ποσοστιαίες μονάδες επί του παγκοσμίου ΑΕΠ – όταν στην 7ετία μέχρι την κρίση είχε αυξηθεί κατά 23 ποσοστιαίες μονάδες. Στην κορυφή του συνολικού χρέους βρισκόταν η Ιαπωνία με 400%. Η Κίνα ήταν στην 22η με 217%.

Το παγκόσμιο χρέος είναι πολύ βαρύτερο από εκείνο του 2007. Από αυτήν την άποψη, το σημερινό διεθνές περιβάλλον είναι πιο δυσμενές από εκείνο που προϋπήρχε της κρίσης του 2007-2008. Γι’ αυτό, όταν φταρνίζεται η Κίνα, παθαίνει βαρύ κρυολόγημα όλος ο κόσμος. Ειδικά η Ευρωζώνη και ειδικότερα η Γερμανία –που έχει μια οικονομία που τρέφεται από τη δημοσιονομική και πιστωτική επέκταση που κάνουν άλλες («ανεύθυνες») χώρες. Οταν ο δείκτης της Σαγκάης κλονίστηκε, ο γερμανικός δείκτης DAX έχασε όλα τα κέρδη που είχε αποκτήσει το 2015, γιατί η Γερμανία είναι η πλέον εξαρτημένη από την παγκόσμια οικονομία ευρωπαϊκή χώρα.
Προφανώς, θα επηρεαστεί όλη η Ευρωζώνη από την πορεία της Κίνας, μια και η ευρωπαϊκή ανάκαμψη στηρίζεται μόνο στο φτηνό ευρώ (χάρη και στο QE του κ. Ντράγκι) και στις εξαγωγές. Αυτό που δεν είναι γνωστό, είναι (α) πόσο θα επηρεαστεί και (β) πόσο ικανή είναι να αντιδράσει.
Καθημερινή 10/1/2016

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016