Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Ερωτήματα και απαντήσεις



Πολλά ματσάκια μαζεμένα μας προέκυψαν και άντε να βγεί άκρη:
 -Πολλά από αυτά είναι διεθνή, λίγο τα παρακολουθούμε και ακόμα πιο λίγα καταλαβαίνουμε για το πραγματικό τους διακύβευμα (ας προσπαθήσουμε , αξίζει παραπάνω από ένα ματσάκι μεταξύ πολιτικών-λέμε τώρα-στελεχών στην μικρή οθόνη)
 -Από εγχώρια δε , όλα τα ματσάκια στον αέρα...
* Σώζεται ή δεν σώζεται η παρτίδα Ελλάδα μέσα στην Ευρωζώνη;
* Ποια από τα «τζάκια» και τους παρατρεχάμενους τους θα βρει εν ζωή ή επόμενη φάση της κρίσης;   Ποιοι θα είναι οι νέοι συσχετισμοί; Σε τι είδους οικονομικό περιβάλλον;
* Ποιες μερίδες από τις υπάρχουσες πολιτικές ομάδες θα υπάρχουν στην επόμενη φάση; (για πολιτικά κόμματα όπως τα ξέρουμε, ούτε συζήτηση.Κανένα δεν θα υπάρχει, πλην ΚΚΕ για άλλους λόγους)
* Ποιοι θα είναι οι πολιτικοί συσχετισμοί; Μετά την προς τα δεξιά στροφή στις τελευταίες εκλογές, θα ανατραπεί το ιστορικό δεδομένο για πλειοψηφικό ρεύμα της «κεντροαριστεράς»(ότι και αν σημαίνει αυτό και όπως εκφράζονταν)  που λίγο ως πολύ επικράτησε στον περασμένο αιώνα και την πρώτη δεκαετία του τωρινού;
*  Η πρωτοβουλία κινήσεων των περί των Σαμαρά, θα εξελιχτεί σε στρατηγική πρωτοβουλία μακράς πνοής ή θα σωριαστεί;
*  Και η Προοδευτική Αριστερά θα αναδείξει έστω κάποια πρωτοβουλία ή θα εξαντληθεί το παιχνίδι αυτό στα πλαίσια των κινήσεων κάποιων δήθεν «μεταρυθμιστών» ή των άλλων δήθεν
 «επαναστατών» ; (κοινό τους σημείο το ανύπαρκτο κοινωνικό έδαφος πάνω στο οποίο πατάνε)
*  Και το σημαντικότερο από όλα: Πόση αντοχή εν μέσω τραγωδίας θα επιδείξουν τα διάφορα κοινωνικά στρώματα; Θα αναδειχθούν κοινωνικά ρεύματα και δυνάμεις ικανές να πάνε μπρος ή θα βγάλουν όλοι  τα πιο ταπεινά ένστικτά τους στη φόρα, στην κορύφωση του δράματος;

Πολλές ερωτήσεις, ελάχιστες απαντήσεις...Τα ματσάκια πάντως είναι σε εξέλιξη, έχουν το δικό τους χρόνο και δυναμική

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Υφεση και Δημοκρατία

Της Ζέζας Ζήκου
Απεργίες, διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις. Ο στόχος της λαϊκής οργής είναι «η ευρωπαϊκή παράνοια της λιτότητας», έγραψε πρόσφατα ο Πολ Κρούγκμαν στους New York Times. Ομως, όλες αυτές οι εκδηλώσεις εκφράζουν την ευρύτερη απόρριψη μιας πολιτικής ελίτ που καταργεί βασικά δημοκρατικά δικαιώματα, όπως η προστασία της εργασίας και η στήριξη της κοινωνίας.
Η Ευρωζώνη έχει παγιδευθεί σε ένα ζοφερό φαύλο κύκλο λιτότητας και ύφεσης. Η δυναμική της ύφεσης είναι ανησυχητική. Σύμφωνοι, δεν είναι ένα ολοκληρωμένο ριπλέι της Μεγάλης Υφεσης του ’30, αλλά αυτό δεν είναι παρηγοριά. Η ανεργία τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη, παραμένει καταστροφικά υψηλή. Ηγέτες και θεσμοί απαξιώνονται όλο και περισσότερο. Και οι δημοκρατικές αξίες βρίσκονται υπό πολιορκία.
Οπως κάθε κατεστημένη εξουσία διαχρονικά, έτσι και οι πολιτικοί ηγέτες αναγκάζονται να δίνουν μάχες, συμμαχώντας με πρόσκαιρους και αμφιλεγόμενους συμμάχους. Οι πολιτικοί δεν τολμούν να τονώσουν τη ζήτηση, την κατανάλωση ή την απασχόληση. Δεν τολμούν ούτε να προσφέρουν ρευστότητα στην πραγματική οικονομία. Θεωρούν πως έχουν το «χρυσό κλειδί» της ευρωπαϊκής ανάκαμψης, κάτι όμως που δεν ισχύει. Πρόσφατα, ο επικεφαλής της ΕΚΤ, η γερμανική ηγεσία και η Ιταλία, τόνισαν ότι θα κάνουν τα πάντα για να σωθεί το νόμισμα. Το μόνο που άλλαξε είναι η γενικευμένη λιτότητα που καλύπτει την Ευρώπη και που έχει σκοπό να σώσει τα δάνεια των τραπεζών και να τις προστατέψει σε περίπτωση κάποιας χρεοκοπίας κράτους. Για να σωθεί όμως η Ευρωζώνη, η Ευρώπη θα πρέπει να ζει σε μόνιμη ύφεση, με τις χώρες της Μεσογείου σε οικονομική σκλαβιά, για χάρη ενός υπερτιμημένου νομίσματος.
Οχι, δεν πρόκειται για κινδυνολογίες. Τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό μέτωπο είναι σημαντικό να μην πέσουμε στην παγίδα της σύγκρισης με το κραχ. Η υψηλή ανεργία δεν είναι «καλή», μόνο και μόνο επειδή δεν έχει φτάσει στα επίπεδα του 1933: και οι δυσοίωνες πολιτικές τάσεις δεν πρέπει να απορρίπτονται, μόνο και μόνο επειδή δεν έχει εμφανιστεί ακόμη κάποιος Χίτλερ.
Η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία οφείλουν να συγκλίνουν σε μια πολιτική οικονομία και η καθεμιά να ανταγωνίζεται επί ίσοις όροις τη Γερμανία. Ομως, κάτι τέτοιο είναι ακατόρθωτο.
Η σύγκρουση των διαφορετικών απαιτήσεων που έχει η κοινή γνώμη της Ευρώπης θέτει σε κίνδυνο τη συνέχιση της ευρωπαϊκής πορείας. Ενώ η επιφυλακτικότητα μεταξύ των Ευρωπαίων δεν σταματάει να αυξάνεται, η αληθινή ευρωπαϊκή πρόκληση είναι πρωτίστως πολιτική. Αν δεν γίνουν γρήγορα πρόοδοι που θα δώσουν οξυγόνο στους Ευρωπαίους πολίτες που ασφυκτιούν από την ύφεση, την άνοδο της ανεργίας, την πολιτική και οικονομική περιθωριοποίηση της ηπείρου στη διεθνή σκηνή, η Γαλλία και η Γερμανία θα βρεθούν αντιμέτωπες με ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες ο λαϊκισμός θα θέτει σε κίνδυνο την κοινή ευρωπαϊκή πορεία.
Ναι. Η κρίση του ευρώ σκοτώνει το ευρωπαϊκό όνειρο. Οι απαιτήσεις για όλο και σκληρότερη λιτότητα, χωρίς καμιά αντισταθμιστική αναπτυξιακή προσπάθεια, έχουν κάνει διπλή ζημιά. Εχουν αποτύχει ως οικονομική πολιτική, επιδεινώνοντας την ανεργία χωρίς να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη: μια πανευρωπαϊκή ύφεση μοιάζει πλέον πιθανή, ακόμη κι αν η άμεση απειλή μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης έχει απομακρυνθεί. Και επίσης έχουν δημιουργήσει ένα τρομερό κύμα οργής, καθώς πολλοί Ευρωπαίοι έχουν εξοργιστεί, δικαίως ή αδίκως (ή και τα δύο), με αυτό που θεωρούν «υπερβολική εξάσκηση της γερμανικής ισχύος». Ουδείς γνώστης της ευρωπαϊκής Ιστορίας μπορεί να δει αυτήν την επιστροφή του κλίματος εχθρότητας χωρίς να νιώσει ρίγος

Καθημερινή 13/10/2012

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Η μεγάλη πρόκληση για την προοδευτική παράταξη

Του Γιάννη Βούλγαρη

Ζούμε μία από εκείνες τις όχι και τόσο σπάνιες περιόδους, όπου η πολιτική για την επίτευξη ενός εθνικού στόχου έρχεται σε παρατεταμένη σύγκρουση με το άμεσο συμφέρον ευρύτερων στρωμάτων και κυρίως με ό,τι προσλαμβάνεται από την επικρατούσα πολιτική κουλτούρα ως «φιλολαϊκό». Συνήθως αυτό συμβαίνει σε στιγμές διεθνούς κρίσης που διακυβεύονται οι σχέσεις της χώρας με το διεθνές περιβάλλον. Τότε σημειώνεται ένταση μεταξύ του μακροπρόθεσμου γενικού συμφέροντος και των ιδιαίτερων οικονομικοκοινωνικών συμφερόντων που μπορεί αθροιζόμενα, παρά τη διαφορετικότητά τους, να πλειοψηφούν. Τότε σχηματίζονται «μεταβαλλόμενες πλειοψηφίες» με αντιφατικές δυναμικές. Οπως τώρα. Μεγάλη πλειοψηφία για το ευρώ, μεγάλη αντίθεση στο «Μνημόνιο», εκλογική πλειοψηφία για κυβέρνηση των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων. Σαν η πλειοψηφία της κοινωνίας να αναγνωρίζει γενικά την ανάγκη επίτευξης του εθνικού στόχου, αλλά οι επιμέρους πολιτικές ή κοινωνικές δυνάμεις να θέλουν να επιτευχθεί χωρίς οι ίδιες να συμμεριστούν τις ευθύνες που τους αναλογούν.

Το βάθος της κρίσης δίνει δραματικές διαστάσεις στο φαινόμενο. Σε αυτό το χάσμα, σε αυτές τις συνθήκες «μεταβαλλόμενων πλειοψηφιών», κάνει πάρτι κάθε είδους λαϊκισμός. Ο παροξυσμός των ακραίων φτάνει στα άκρα, όπως τώρα, που διάφοροι αλλοπαρμένοι φαντασιώνουν μια «ρεβάνς του 1944» και οι της απέναντι πλευράς αναπολούν το «1967». Ο λαϊκισμός έχει δικό του το γήπεδο, καθώς τροφοδοτείται από ένα κλίμα διαμαρτυρίας στο οποίο αθροίζονται οι δίκαιες απαιτήσεις αναλογικής κατανομής των θυσιών με κάθε είδους ιδιοτελείς άμυνες των σχετικά ευνοημένων στρωμάτων και των συντεχνιών. Η μακρόχρονη κυριαρχία του λαϊκισμού στην πολιτική μας κουλτούρα έχει προετοιμάσει το έδαφος. Είκοσι χρόνια πριν, μία από τις πιο δυνατές πένες της μεταπολίτευσης, εκείνη του Αγγελου Ελεφάντη, το είχε συνοψίσει με ακρίβεια: «Οταν όλα γίνονται στο όνομα του λαού, ο καθένας, ομάδα ή άτομα, που ταυτίζεται με τον λαό ή θεωρεί ότι τον εκφράζει, αποκτά το δικαίωμα και τη συνείδηση ότι του επιτρέπονται τα πάντα, γιατί τα πάντα έχουν καθαγιαστεί από την εικαζόμενη λαϊκή επικύρωση».

Η ιδεολογική αντιπαράθεση στους λαϊκισμούς, η δημοκρατική αμφισβήτηση της «εικαζόμενης επικύρωσης», είναι βέβαια αναγκαίες. Αλλά μια προοδευτική και ειδικά αριστερή δύναμη χρειάζεται τον δικό της λαό για να ασκήσει κριτική στον λαϊκισμό. Αλλιώς εκφέρει απλώς έναν «φωτισμένο» λόγο των ελίτ. Και ο λαός της προοδευτικής παράταξης και της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς πρέπει κατά βάση να είναι «πολιτικός λαός», να προϋποθέτει δηλαδή τις αντιφάσεις της κοινωνίας και να τις συνθέτει με την πολιτική πρωτοβουλία σε ηγεμονικές στρατηγικές μακρού ορίζοντα. Μόνο έτσι μπορεί να κάνει ανεκτό το κατά καιρούς εμφανιζόμενο χάσμα μεταξύ του εκάστοτε μακροπρόθεσμου εθνικού στόχου και των επιμέρους οικονομικοκοινωνικών συμφερόντων. Ιδίως σε περιόδους δραματικής κρίσης.
Σήμερα ζούμε τη διάλυση του μεταπολιτευτικού κοινωνικοπολιτικού συνασπισμού. Η διεθνής κρίση και η κρίση του ευρώ ανέτρεψαν απότομα τις προϋποθέσεις συγκρότησης και λειτουργίας του. Οπως συμβαίνει και στις άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης, ήρθαν στην επιφάνεια και έλαβαν εκρηκτικές διαστάσεις τα εγγενή εθνικά προβλήματα. Ενας καπιταλιστικός τομέας χαμηλής ανταγωνιστικότητας, υπερβολικά εξαρτημένος από το κράτος (καρικατούρα του τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά), επιρρεπής στις αρπαχτές, στον σχηματισμό καρτέλ και στον πληθωρισμό. Μια κοινωνική διαστρωμάτωση που ευνοεί την προσοδοθηρία και την αντιπαραγωγική νοοτροπία. Ενα πολιτικοδιοικητικό σύστημα αφάνταστης ανεπάρκειας. Ενα σύστημα πρόνοιας που παγιώνει ανισότητες αντί να τις θεραπεύει. Μια πολιτική τάξη που ομογενοποιήθηκε στη βάση των κρατικιστικών και πελατειακών πρακτικών. Η επιβίωση αυτού του μεταπολιτευτικού κοινωνικοπολιτικού συνασπισμού είναι αδύνατη. Το ερώτημα είναι αν η εξελισσόμενη διάλυσή του θα οδηγήσει στην κοινωνική αποσάθρωση και σε κοινωνία συμμοριών ή αν θα μετασχηματιστεί στην προοπτική της ανανέωσης της δημοκρατίας και της ανασυγκρότησης της κοινωνίας.
Η μεταρρυθμιστική Αριστερά, η νέα ευρεία προοδευτική παράταξη που πρέπει να ανασυσταθεί, στοχεύει προφανώς στο δεύτερο σενάριο. Μέσα από τα συντρίμμια και τα θραύσματα του παλαιού πρέπει να αναδείξει και να στηρίξει τη ραχοκοκαλιά ενός νέου κοινωνικοπολιτικού συνασπισμού, στον οποίο θα στηριχτεί η Ελλάδα της παραγωγικής εργασίας αντί της παρασιτικής προσόδου και της άμετρης κατανάλωσης, της αποτελεσματικής διοίκησης και της πολιτικής διαφάνειας, του κράτους των πολιτών και όχι των πελατών. Σε αυτό το πλαίσιο η προοδευτική παράταξη πρέπει να συγκροτήσει τον «πολιτικό λαό» μέσα από την κρίση και μετά την κρίση. Να προωθήσει, δηλαδή, μια νέα συνάρθρωση των ιδιαίτερων συμφερόντων των μεγάλων τουλάχιστον κοινωνικών ομάδων ώστε να εξυπηρετήσει την εθνική ανασυγκρότηση.

Ποιες θεμελιακές δομικές αλλαγές πρέπει να τεθούν; Στην ουσία, το πρόβλημα συνοψίζεται σε αυτό που έχει αποκληθεί εξορθολογισμός της «ταξικής σύνθεσης» της κοινωνίας από την άποψη της παραγωγικότητας και της δικαιοσύνης. Ή αλλιώς, η αντιμετώπιση των αντιπαραγωγικών και παρασιτικών χαρακτηριστικών του προηγούμενου τύπου ανάπτυξης, που γίνονται πλέον δυσβάστακτα. Μερικά παραδείγματα είναι κοινοί τόποι. Η αντικοινωνική φοροδιαφυγή των ελευθέρων επαγγελματιών και της αυτοαπασχόλησης που επιβαρύνει ασφυκτικά τη μισθωτή εργασία. Ο υπερβολικός, με βάση τις διεθνείς συγκρίσεις, αριθμός των ελευθέρων επαγγελματιών (γιατροί, δικηγόροι, φαρμακοποιοί, δημοσιογράφοι κ.λπ.) οι οποίοι αναπαρήγαν ώς τώρα την προνομιούχο θέση τους μέσα από κρατικά εγγυημένες προσόδους. Η παθολογική σχέση Αθήνας-περιφέρειας. Δεν υπάρχει νομίζω άλλη ευρωπαϊκή χώρα που να έχει το 50% του πληθυσμού της συγκεντρωμένο σε μια πόλη. Αυτή είναι τριτοκοσμική συνθήκη που αυτομάτως συνεπάγεται οικονομία χαμηλών υπηρεσιών και παρασιτισμού, εκτεταμένων πελατειακών δικτύων, διοικητικής διαφθοράς και δυνάμει εγκληματικότητας. Η συστηματική ενθάρρυνση της αυθόρμητης «επιστροφής» στην περιφέρεια, στη μοντέρνα αγροτική παραγωγή και στη σύγχρονη μικρομεσαία βιομηχανική επιχείρηση, είναι από μόνη της εθνική στρατηγική μακράς πνοής. Τέλος, ένα μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα που συνεχίζει να παράγει στρατιές για τον δημόσιο τομέα και τα ήδη διογκωμένα ελεύθερα επαγγέλματα, αντί να στραφεί αποφασιστικά σε μια ποιοτικά αναβαθμισμένη τεχνική εκπαίδευση.

Η απάντηση της προοδευτικής παράταξης και της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς σε τέτοιου είδους αδιέξοδες πλέον καταστάσεις προδιαγράφει έναν εναλλακτικό κοινωνικοπολιτικό συνασπισμό. Συγκροτούν τον «πολιτικό λαό» με μια διαδικασία που προσπαθεί συνεχώς να προσανατολίσει στον εθνικό στόχο τα επιμέρους συμφέροντα, χωρίς να ενδίδει στον συντεχνιακό-κοινωνικό κατακερματισμό. Δίνουν λαϊκό έρεισμα και νέο ήθος στην αναζητούμενη στρατηγική της εθνικής ανασυγκρότησης
 
NEA 6/10/2012

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Το «Σύστημα» σπάει και… σφάζεται!


Πολύ θα μιλήσουν για κακό ή και «ύποπτο» timing. Και δεν θα έχουν άδικo. Το γεγονός ότι το κυρίαρχο ως τώρα «σύστημα» της χώρας δείχνει να… ξεκατινιάζεται ανηλεώς ούτε ανεξήγητο είναι, ούτε βέβαια και τυχαίο.
Όμως, η πιο σημαντική -επί της ουσίας- «σύμπτωση» είναι ότι αυτή η σφαγή «αδελφών» ή έστω «συγγενών», εντός του συστήματος, σημειώνεται σε μια περίοδο όπου, ενώ το ίδιο βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, εξακολουθεί να πλήττει τους αδύναμους, τους εύκολους στόχους, παρασυρόμενο από την ολέθρια δυναμική της κατεστημένης «αντίληψής» του.
Όταν την ίδια ώρα που πλήττονται βάναυσα μισθωτοί, συνταξιούχοι, πολύτεκνοι και χαμηλόμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι (όπως οι ένστολοι) κυκλοφορούν λίστες «ύποπτων» εν ενεργεία πολιτικών, σημειώνεται ανοικτή σύρραξη περί προνομίων μεταξύ βουλευτών και δικαστικών κι αποκαλύπτεται περίτρανα η ισχύς και η διαπλοκή του χρήματος σε καραμπινάτες περιπτώσεις όπως αυτή του περίφημου πλέον κ. Καρούζου, κι αρκετών άλλων, είναι ξεκάθαρο ότι η κατάσταση τείνει να ξεφύγει.
Δεν είναι βεβαίως τυχαίο ότι η υπεράνω του νόμου αγαστή συνεργασία διαφόρων διαπλεκόμενων πλευρών έχει διαταραχτεί και εξελίσσεται βαθμηδόν σε ανοικτή διαμάχη.
Ενώ οι απλοί άνθρωποι πασχίζουν για την επιβίωση μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της κρίσης, διάφοροι ισχυροί παράγοντες της προηγούμενης εποχής, της εποχής της επίπλαστης ευφορίας, στον πολιτικό χώρο, στον οικονομικό χώρο, ακόμη και στον παραπαίοντα τομέα των media, διαγκωνίζονται για τη δική τους «επιβίωση».
Σχεδόν όλοι αντιλαμβάνονται ότι από τη μεγάλη κρίση που ζούμε θα προκύψει, με πολύ πόνο, μια νέα κατάσταση των πραγμάτων. Γνωρίζουν, επίσης, ότι η νέα κατάσταση -όπως και αν διαμορφωθεί- δεν θα έχει χώρο για όλους.
Αν στο παρελθόν ο «καυγάς» ήταν για το μοίρασμα της πίτας, γύρω απ' το τραπέζι, τώρα είναι για το ποιοι θα μείνουν στο -πολύ μικρότερο- τραπέζι. Γι' αυτό και είναι πολύ σκληρότερος. Γι' αυτό και τείνει πλέον να ξεφύγει από τα όρια που υπήρχαν στο παρελθόν. Τότε υπήρχε προσοχή να μην… καεί ή πίτα. Τώρα «ας πάει και το παλιάμπελο».
Καλώς ή κακώς, όμως, υπάρχουν μεγάλες παρενέργειες. Το σύστημα της διαπλοκής, της συναλλαγής, του εύκολου πλουτισμού και του «μαζί τα τρώγαμε» εισχώρησε βαθιά στους μηχανισμούς που «λειτουργούν» την κοινωνία μας.
Σκεφθείτε το σαν ένα σύνολο από «ξενιστές» που ζούσαν ενσωματωμένοι στον οργανισμό της κοινωνίας μας και απομυζούσαν το νευρικό της σύστημα. Την πολιτική, το κράτος, την οικονομική δραστηριότητα.
Τώρα αυτό το σύνολο διασπάται, ένα μέρος του χαροπαλεύει, ενώ ένα άλλο δείχνει έτοιμο να μεταλλαχθεί, προσπαθώντας να δημιουργήσει -και να επιβάλει- τις δικές του «συνθήκες» για την επόμενη μέρα.
Ο φέροντας οργανισμός, όμως, το υγιές κομμάτι της κοινωνίας, της πολιτικής, της οικονομίας, εξακολουθεί να βρίσκεται στο περιθώριο αυτής της διαδικασίας. Δεν έχει ακόμη αναπτύξει αντισώματα, ώστε να απαλλαγεί από το καρκίνωμα.
Τουναντίον, αντιλαμβάνεται αυτήν τη διάσπαση ως μια σειρά από «σοκ» που εξασθενούν ακόμη περισσότερο τα κύτταρά του. Κι οδηγούν στη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, στην πλήρη «απονομιμοποίηση» των θεσμών, στην ολοσχερή απαξίωση της πολιτικής.
Με άλλα λόγια, αν στην πολιτική, στην οικονομία, στην κοινωνία την ίδια, δεν πάρουν -σύντομα- την πρωτοβουλία υγιείς δυνάμεις, αυτή η διαπάλη μεταξύ των συστατικών του άρρωστου συστήματος, που έφερε την Ελλάδα στο χείλος της καταστροφής, είναι πιθανόν ότι δεν θα οδηγήσει σε κάτι καλύτερο, αλλά σε μια ακόμη χειρότερη κατάσταση.

Γιώργος Παπανικολάου  www.euro2day.gr , 1/10/2012