Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

26 -27 Σεπτεμβρίου



Ακούγοντας σήμερα για το θάνατο της Πόλυ Πάνου, θυμήθηκα μια φράση του Βάλτερ Μπένγιαμιν
(που είχε μελετήσει πάρα πολύ τη γέννηση και ανάπτυξη του γερμανικού φυσικά τραγικού δράματος και του αντίστοιχου λαϊκού τραγουδιού)

"Στο λαϊκό τραγούδι ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ποιος είναι..."

Με πολύ σύντομη έρευνα διαπίστωσα κάτι το καταπληκτικό.Ακριβώς σαν χτες  το 1940, ο μεγάλος αυτός στοχαστής πέθανε (ή αυτοκτόνησε, δεν είναι σίγουρο από ότι φαίνεται) στην προσπάθειά του να διαφύγει από τους Ναζί (άλλη σύμπτωση με τους καιρούς μας και αυτή)

Το μυαλό μας παίζει παιχνίδια, η Ιστορία μέσα στην πανουργία της, ποιος ξέρει...

Ας αποχαιρετήσουμε λοιπόν την Πόλυ Πάνου ,με τη μνήμη του Μπένγιαμιν  κατά νου (τι αλλόκοτος συνδυασμός ε;)

                                   

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Γιά ένα αποχαιρετισμό

Πως είναι συνήθως ένας αποχαιρετισμός;
Σε ανθρώπους , καταστάσεις, ελπίδες,επιθυμίες ,σκέψεις, ιδέες, τόπους, οτιδήποτε.
Μάλλον πικρός, συχνά θυμωμένος ή και οργισμένος
Μπορεί να είναι αλλιώς; Ίσως

Μπορεί ένας αποχαιρετισμός να είναι βήμα αυτογνωσίας, βαθύτερης κατανόησης του γύρω μας "εδώ";
Να περιχωρεί την ωρίμανση, την αναπόληση και την ελπίδα, το στρίψιμο του κεφαλιού σε άλλη κατεύθυνση και την αιώνια επιστροφή "σαν να είναι η πρώτη φορά";
Να περιλαμβάνει το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών και συνάμα την εξέλιξη προς πιο ψηλά; (ενδιάμεσες βυθίσεις δεν είναι απαγορευτικές, ενδείκνυνται μάλλον)

Μπορεί να είμαστε και "γελασμένοι " και "γελαστοί", που θα έλεγε και ο 'Αλκης Αλκαίος;
Μπορεί να είναι τόσο υψηλόφρονας όσο το Farewell theme;

                               
                                                                  Θόδωρος Αγγελόπουλος-Ελένη Καραϊνδρου

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Μισούν την ζωή

Bασίλης Π. Μακρής
Θέλω να εκφράσω κάποιες από τις σκέψεις μου με αφορμή το φονικό που έλαβε χώρα στην Αμφιάλη. Αναμφισβήτητα πρόκειται για φόνο που είχε πολιτικό κίνητρο και ανοίγει ένα άσχημο σπιράλ για καταστάσεις εμφύλιου σπαραγμού και ερεβώδη σύγχυση  ή μάλλον για περαιτέρω σκοτισμό νοών και μπέρδεμα μυαλών.
Οφείλω επίσης να τονίσω, ότι δεν συντρέχει καμιά απολύτως ανάγκη να αναζητήσω εύσημα αντιφασιστικής κουλτούρας από κανέναν. Μπορεί να ακούγεται αλαζονικό αυτό, αλλά θεωρώ ότι ο αντιφασισμός τεκμαίρεται στο εμπράγματο πεδίο της ζωής και όχι στην ακαδημαϊκή τοποθέτηση έναντι του φασισμού.
Έχω νιώσει κυριολεκτικά στο πετσί μου πριν από δυόμισι χρόνια (Ιούνιος 2011) το δείγμα γραφής, αλλά και το δήγμα κοπής της νεόκοπης ύβρεως που ψιττακίζει ανερυθρίαστα τον φασίζοντα κεκεδισμό της. Το δικό μου συμβάν εξαιτίας του οποίου κατέληξα στον Ερυθρό με βαρύτατη διάσειση, δεν είναι δυνατόν να ξεχαστεί εύκολα. Απλά, τώρα έγινε μέσα μου μια χρονική ανάδραση και αναφορά στα γεγονότα που είχαν γίνει έξω από το σπίτι του τότε υπουργού Προστασίας του Πολίτη.
Δεν πρόκειται απλά για σύγκρουση με αφορμή την διαφορετική πολιτική τοποθέτηση. Οι φασίζοντες, νιώθουν να απειλούνται από τον λόγο. Από τον λόγο που διατυπώνει με ευταξία τα επιχειρήματά του. Από τον λόγο που αναιρεί και αποδομεί την δική τους αιτία αναφοράς στο «δίκαιό» τους. Είναι μια παράξενη αίσθηση που βλέπω σε αυτούς. Γιατί πρόκειται για αίσθηση κι όχι για τοποθέτηση που έχει να κάνει με συνειδητοποίηση ή ενδελεχή εξέταση όλων των πτυχών ενός ζητήματος και θέματος.
Ο φασισμός είναι η κατάφαση στο συμβαίνον της βιο-ζωτικότητας. Θα έλεγα η απόλυτη κατάφασή της. Και αυτή η βιο-ζωτικότητα δεν έχει καμιά άλλη παράμετρο παρά την διαρκώς τροφοδότησή της με τα στοιχεία που θα συντηρούν και θα ολοκληρώνουν την ύπαρξή της και μόνο. Πρόκειται δηλαδή για στοιχεία που φτιασιδώνουν το γιαπί της αυτοσκοπούμενης αυθυπαρξίας του φασισμού.
Και ποιά είναι τα στοιχεία αυτά ταϊζουν την αυθυπαρξία του οικοδομήματος αυτού ;
  1. Η αποκλειστική αναφορά στο ίδιον της βιολογικής «υπεροχής» και μόνον ύπαρξης. Δηλ. Επειδή ζω και υπάρχω, ε! τότε αποκλειστικά και θα υπερέχω βιολογικά ως δύναμη βιταλιστική. Δεν μπορεί να υπάρχω και να μην υπερέχω. Αυτό το στοιχείο είναι το καθαρά βιταλιστικό.
  2. Το δεύτερο στοιχείο είναι καθαρά αξιοδοτικής μορφής. Δηλαδή επειδή είναι δεδομένο (γι’ αυτούς) ότι η υπεροχή επεδαψίλευσε όλα τα έπαθλα της και τα πρωτεία της σε μένα  ως ζωτικά υπερέχον «όν», τότε αυτή η αυτοαναφορά δεν έχει παρά να προσδώσει τις «αξίες» που αποκλειστικά και δικαίως θα πρέπει να νέμομαι, να καρπούμαι και να τις κραδαίνω σαν όπλο και αιτία εξόντωσης του «άλλου», του «αυτού», του «εχθρού», του διαφορετικώ τω τρόπω υπάρχοντος ή ερμηνεύοντος την ζωή και την πραγματικότητα. Η αξία μου είναι αυταξία, αυτοκατάφαση, αυτή η ίδια η εαυτότητα και ο,τιδήποτε  θέτει το ανάστημά του απέναντί του είναι προς εξόντωση.
  3. Το τρίτο στοιχείο είναι η ανιστορικότητα. Η ούτως δομούμενη ανθρωπολογία του φασισμού, γεμίζει ασφυκτικά με το πρωθύστερον μιας προειλημμένης απόφανσης που ούτως ή άλλως έχει να κάνει με την κατίσχυση του αίματος, και της της τιμής που απορρέει εξ αυτού. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η πρώτη αναφορά τους στο αίμα. Το αίμα προσδίδει τιμή. Η ιστορία γι’ αυτούς είναι η διάρκεια της κατίσχυσης του αίματος που υπερέχει και βιταλιστικά και αξιοδοτικά.
  4. Η σχέση του φασισμού με την κοινωνικότητα : η σχέση των φασιστών και των φασιζόντων με τους ιδικούς τους δεν έχει καμιά κοινωνικότητα. Είναι η σχέση με την πληθύ, με την ποσότητα με την συσώρρευση  των ομοίων επί τω σκοπώ της αυτοκατάφασης σε αυτό και μόνον που είναι. Είναι οι κόκκοι της άμμου που αποτελούν την έρημο του στερημένου από νόημα «είναι». Είναι κόκκοι της άμμου όπου ο καθείς δεν έχει καμιάν απολύτως ιδιοσυστασία, αλλά όλοι συγκολλώνται μεταξύ τους με την ύλη της αυτοκατάργησή τους. Αισθάνονται ισχυροί μόνον μέσα στην μάζα. Όσο πιο μεγάλη μάζα αποτελούν τόσο πιο ισχυροί νιώθουν, αλλά και τόσο πιο καταργημένοι είναι . Δεν υπάρχουν παρά δια της μάζας. Δεν ζουν παρά για την μάζα. Δεν τους εξαλείφει τίποτ’ άλλο παρά η μάζα.
Δεν θέλω να ανατρέξω σε οικονομικά και κοινωνιολογικά αίτια για να αναφερθώ στο «έτσι» του φασισμού. Είναι ζήτημα και θέμα πρωτίστως ανθρωπολογικής διάστασης που με την σειρά της απορρέει από την πλήρη απουσία οντολογίας.  Η στάση τους έναντι της Ιστορίας του πολιτισμού είναι χαρακτηριστική. Δεν αντιλαμβάνονται την Ιστορία παρά με όρους κατισχύουσας ανάγνωσης, μανιχαϊστικής μεθερμηνείας και επομένως στην κατ’ αυτόν τον τρόπο αιτολογούσα «πολιτική» συμπεριφορά.
Δεν επομένως τυχαίο που οι πιο «ανεξέλεγκτοι» κόκκοι της υποκινούμενης αυτής άμμου δρουν έτσι όπως δρουν. Τελούν εν προδιαθέσει για ολική σύγκρουση. Σύγκρουση εξοντωτική του αντιπάλου. Μόνον τότε θα έχει νόημα η σύγκρουση γι’ αυτούς. Δυνητικά είναι αυτοπρογραμματιζόμενες μηχανές του φονεύειν. Αρκεί να πυροδοτηθεί η προδιάθεσή τους.
Τέλος θα ήθελα να αναφερθώ στην προσωπικότητα του Miguel de Unamuno του Βάσκου φιλοσόφου και πρυτάνεως του Πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα κατά τον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας (1936-1939). Στις 12 Οκτωβρίου 1936 , την επέτειο ανακάλυψης της Αμερικής, διοργανώθηκε στο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα η γιορτή της «Ισπανικής Φυλής». Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά από μια γρήγορη προέλαση οι δυνάμεις των φραγκιστών είχαν καταλάβει την περιοχή της Σαλαμάνκα στις αρχές του Οκτωβρίου. Στην αίθουσα της γιορτής βρίσκονται επιφανή στελέχη του φραγκικού περιβάλλοντος, σύζυγος του Φράγκο, ο Επίσκοπος της Σαλαμάνκα, που είχε εκδώσει και σχετική ποιμαντορική επιστολή, ο ιδρυτής της Λεγεώνας των Ξένων Στρατηγός Milan Astray και ο Miguel de Unamuno. Ο Πρύτανις αν και δεν ανήκε στους δημοκρατικούς, δεν μπορούσε να παραμένει αδιάφορος απέναντι σε αυτά που είχαν προηγηθεί στην πόλη κατά την κατάληψή της ούτε απέναντι στην δολοφονία φίλων του όπως του δημάρχου της Σαλαμάνκα Casto Prieto, του καθηγητή των αραβικών στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδα Salvador Villa, και του Γκαρθία Λόρκα. Η αίθουσα  ήταν ασφυκτικά γεμάτη από φαλαγγίτες που κάθε τόσο ενορχηστρούμενοι από τον Astray φώναζαν την πολεμική ιαχή «Viva la muerte» , δηλ. « Ζήτω ο θάνατος». Όταν ο θόρυβος κόπασε, ήλθε η σειρά του Unamuno να μιλήσει. Ο πρύτανις άρχισε να μιλάει και είπε τα ακόλουθα :
« Όλοι σας αδημονείτε για τα λόγια μου. Με ξέρετε και γνωρίζετε καλά ότι δεν μπορώ να παραμείνω σιωπηλός. Μερικές φορές το να μένεις σιωπηλός είναι σαν να λες ψέματα, καθώς η σιωπή μπορεί να ερμηνευθεί ως συναίνεση. Ας αντιπαρέλθουμε την προσωπική προσβολή του καθηγητή Maldonado που συνεπάγεται αυτό το ξαφνικό ξέσπασμα χλευασμού σε βάρος των Βάσκων και των Καταλανών. Φυσικά, και εγώ ο ίδιος έχω γεννηθεί στο Μπιλμπάο. Ο επίσκοπος θέλει δεν θέλει , είναι Καταλανός από την Βαρκελώνη. Μόλις τώρα άκουσα μια μακάβρια και παράλογη κραυγή “ Ζήτω ο θάνατος “. Και εγώ, που έχω σπαταλήσει την ζωή μου διαμορφώνοντας αντινομίες, οφείλω να σας πω σαν πραγματικός ειδήμων, ότι αυτή η αλλόκοτη αντινομία μού είναι απωθητική. Ο Στρατηγός Millan Astray, είναι ένας σακάτης Ας το ομολογήσουμε δίχως περιστροφές. Είναι ένας ανάπηρος πολέμου. Το ίδιο ήταν και ο Θερβάντες. Το δυστύχημα είναι ότι αυτήν την στιγμή στην Ισπανία υπάρχουν πολλοί σακάτηδες. Και αν ο Θεός δεν σπεύσει προς βοήθειά μας, σύντομα θα υπάρξουν ακόμη περισσότεροι. Θλίβομαι, όταν σκέπτομαι ότι ο Στρατηγός Millan Astray θα πρέπει να υποδεικνύει το πρότυπο μαζικής ψυχολογίας. Ένας σακάτης δίχως το μεγαλείο του Θερβάντες, ίσως να επιζητά μια δυσοίωνη παρηγοριά προκαλώντας ολόγυρά του ακρωτηριασμούς. Ο Στρατηγός θα ήθελε να δημιουργήσει εξαρχής στην Ισπανία – μια αρνητική δημιουργία σύμφωνα με την εικόνα που έχει στο μυαλό του. Για το λόγο αυτό επιθυμεί να δει μιαν Ισπανία σακατεμένη, όπως ασυναίσθητα ξεκαθάρισε. Αυτός είναι ο ναός του πνεύματος και εγώ είμαι ο πρωθιερέας του. Εσείς είστε εκείνοι που βεβηλώνετε τα καθαγιασμένα του όρια. Εσείς θα νικήσετε, επειδή η κτηνώδης βία σας περισσεύει. Αλλά δεν θα πείσετε ποτέ, αφού για πείσεις χρειάζεται αυτό που λείπει από εσάς : αφορμή και δίκαιο για τον αγώνα σας.Θεωρώ μάταιο να σας προτρέψω να σκεφθείτε την Ισπανία».
Αυτός λοιπόν ήταν ο χειμαρρώδης , κοφτερός και αποφασισμένος λόγος του Miguel Unamuno που δεν μάσησε τα λόγια και πλήρωσε με τίμημα την ζωή του έξι εβδομάδες αργότερα το τόλμημά του. Στην πραγματικότητα αυτά που λέει ισχύουν και για τους δικούς μας χαλεπούς καιρούς. Και να σημειωθεί ότι αρχικά είχε χαρακτηρισθεί με όρους πολιτικής αναγνωρισιμότητας ως συντηρητικός μη ανήκων στους δημοκρατικούς της εποχής. Το πνευματικό του θάρρος και η πνευματική του ορθοπραξία απουσιάζουν ηχηρά σήμερα.
πηγή: Aντίφωνο 

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Λίγο πριν είναι αργά


Συμπολίτη Χρύσανθε,

Δεν θα επικαλεστώ την θητεία σου στην Αριστερά, όπως κάνουν πολλοί.Δική σου υπόθεση.
Θα επικαλεστώ την παιδεία, την γνώση της ιστορίας,την οξυδέρκειά σου, το πολιτικό σου κριτήριο. Ξέρω ότι δεν φτάνουν , απαιτείται και  μιά αίσθηση των πραγμάτων , μια κατανόηση των συνθηκών, όχι με όρους δήθεν «θεωρίας των παιγνίων» που σου είναι προσφιλής, και συνεπώς όχι με όρους παίκτη , αλλά με όρους δημοκρατικού πολιτικού πεδίου.Θέλω να  ελπίζω ότι παραμένεις σε αυτό το πεδίο- γι’αυτό και σε  αποκαλώ συμπολίτη.Αν στην προσπάθεια να κερδίσεις ένα πολιτικό παίγνιο για λογαριασμό του Σαμαρά, δεν διστάζεις να υπερβείς τα όρια του  πεδίου αυτού, σύντομα θα αποδειχθεί και θα αποσύρω την προσφώνηση αυτή .

Την παραμύθα της «σύγκλισης των άκρων» που στηρίζουν  δήθεν ακαδημαϊκοί και δημοσιολόγοι (αν βρουν έστω και μια  τέτοια περίπτωση στην παγκόσμια ιστορία ας την αναφέρουν, αλλά δεν το κάνουν)και πολιτικάντες κάθε είδους (ανόητοι ή ύποπτοι άραγε;) κόψε την όσο είναι καιρός ακόμα- αν έχει μείνει καθόλου καιρός. Άν πιστεύεις – και όσοι άλλοι το πιστεύουν- ότι θα αποδώσει πολιτικά ωφέλη , όχι μόνο θα εκπλαγείς από τα αποτελέσματα, αλλά θα τα εισπράξεις  με το πιό οδυνηρό τρόπο όταν τα αποβράσματα της  Χ.Α θα βρεθούν (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) μέσα στο δικό σου σπίτι.Ιστορία ξέρεις, το άλλοθι του «δεν ήξερα» δεν θα το έχεις.

Αν συνεχιστεί αυτό το παραμύθι , θα κινητοποιηθεί αντανακλαστικά μια άλλη πλευρά των πραγμάτων, με «αριστερό» προσωπείο,ανάλογο του με αυτό της στρατηγικής του σοσιαλφασισμού στο μεσοπολέμο (ξέρεις εσύ τι εννοώ...).Και τότε ψάξε να βρεις ποιός φταίει πιο πολύ.Στο ίδιο μαντρί θα βρεθούν λύκοι και πρόβατα και ψάξε να βρεις άκρη.


Συμπολίτη που αναφέρεσαι στην Αριστερά (την όποια),

Έτοιμο σε βλέπω να  πέσεις στην παγίδα που σκηνοθετείται εντέχνως για μια ακόμα φορά,να  λειτουργήσεις αντανακλαστικά,ως   «αγανακτισμένος» να  ισοπεδώσεις τα πάντα,  να λειτουργήσεις αυτοκαταστροφικά.

Πολιτική να πεις στους από πάνω σημαίνει να κάνεις κινήσεις που τροποποιούν την πραγματικότητα βλέποντας μπροστά , όχι να αντιδράς σαν νευρόσπαστο με εξαρτημένα αντανακλαστικά. Αν επιθυμείς σφόδρα να ξαναζήσεις τον «Δεκέμβρη του 2008» και να ανεβάσεις τα ποσοστά σου, πρόσεχε τι εύχεσαι γιατί μπορεί να σου τύχει και να μην σου αρέσει καθόλου. Ρώτα κανέναν πιτσιρικά που πάει σχολείο να σου πεί ποιά είναι η δύναμη που τσακίζει στους  χώρους της νεολαίας και θα καταλάβεις τι εννοώ.

Αυτά για την ώρα....έχουμε πολλά να πούμε ακόμα.

Υ.Γ. Δεν είναι ο σκοπός αυτού του κειμένου να λειτουργήσει σαν έκκληση, δήθεν «ενωτικά» και καταπραυντικά. Με ήπιο τρόπο, με μεταφορικό ή σχεδόν υπαινικτικό ύφος , αλλά ελπίζω κατανοητό σε όσους κουράζονται λίγο όταν διαβάζουν ένα οποιοδήποτε κείμενο, θέτει κάποια ζητήματα εκτίμησης για την περίοδο.
Σε επόμενη στιγμή, αν απαιτηθεί, θα μιλήσουμε  ανοιχτά με ονόματα, αναφορές σε πολιτικές και επιδιώξεις. Και πολύ σκληρά  μάλιστα.


 Είθε να μην χρειαστεί...

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Μαζί και μόνος


όταν κάποιος γράφει τραγούδια που δεν χρειάζονται πλούσιες ενορχηστρώσεις  και πολλά όργανα και εφέ, αλλά δουλεύουν με το υπέρτατο όργανο της ανθρώπινης φωνής και αυτό φτάνει , γράφει όπως ο Μάνος Λοΐζος.

όταν κάποιος είναι ταυτόχρονα τόσο μοναχικός και τόσο κοντά στους άλλους ,στους γνωστούς και άγνωστους, στον κάθε μεμονωμένο άνθρωπο και στις μικρές και μεγάλες συλλογικότητες,τότε  κάνει τέχνη όπως ο Μάνος Λοίζος

όταν θυμόμαστε έναν άνθρωπο και δημιουργό-σε όποιο τομέα και αν δημιουργεί-στη θλίψη και στην ανάταση, στον έρωτα και στον πόνο, στον φόβο και στην ελπίδα, στις αισθήσεις μας καβάλα, τότε κάτι σημαντικό έχει κάνει και έχει ζήσει μια άξια ζωή

Τέτοιος και ο Μάνος που χάσαμε πριν 31 χρόνια...


                                    

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Τα μυστήρια ενός πλεονάσματος με τριπλάσιο... έλλειμμα

Του Γιάννη Αγγέλη 
Η αλήθεια σε κάθε ισολογισμό, όπως λέγεται συνήθως από τους επιχειρηματίες, βρίσκεται πάντα στο... ταμείο. Και εκεί, στο Ταμείο φαίνεται να υπάρχει πρόβλημα «ρευστότητας», σύμφωνα με τα ταμειακά στοιχείαπου έδωσε χθες η Τράπεζα της Ελλάδος, επισημαίνοντας ένα έλλειμμα «κεντρικής διοίκησης» τριπλάσιο από το πλεόνασμα της εκτέλεσης του προϋπολογισμού για το οκτάμηνο του 2013 που παρουσίασε το ΥΠΟΙΚ. 

Το παράδοξο εδώ είναι ότι και οι δύο έχουν... δίκιο. Και πρωτογενές πλεόνασμα υπάρχει και το ταμειακό έλλειμμα είναι μεγαλύτερο από πέρσι.  

Και παρ’ όλα αυτά δεν υπάρχει κανένα μυστήριο σ’ αυτό.  

Πράγματι στο οκτάμηνο Ιανουαρίου - Αυγούστου σε επίπεδο κεντρικής κυβέρνησης, δηλαδή χωρίς τις ΔΕΚΟ και τους οργανισμούς που εντάσσονται στην Γενική Κυβέρνηση, σημειώθηκε πλεόνασμα της τάξης των 3 δισ. ευρώ. Αλλά  η κρυφή αλήθεια αυτού του πλεονάσματος αποτυπώνεται με ακόμα καλύτερο τρόπο  στην αναφορά της ανακοίνωσης του ΥΠΟΙΚ που εξηγεί ότι «σε τροποποιημένη ταμειακή βάση, για το 8μηνο Ιανουαρίου - Αυγούστου, παρουσιάζεται έλλειμμα στο ισοζύγιο του κρατικού προϋπολογισμού ύψους 2,441 δισ. ευρώ έναντι ελλείμματος 12,484 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2012 και στόχου για έλλειμμα 7.833 εκατ. ευρώ...».  

Και εκεί το ΥΠΟΙΚ αρχίζει να πλησιάζει στα ταμειακά «νούμερα» της ΤτΕ που μιλάνε για ταμειακό έλλειμμα 9 δισ. ευρώ. 

Το ΥΠΟΙΚ διευκρινίζει ότι η ΤτΕ δεν καταγράφει στο ταμειακό αποτέλεσμα τις αποπληρωμές των ληξιπρόθεσμων που πάνε κατά ένα μεγάλο μέρος τους και κλείνουν τρύπες (4,6 δισ. ευρώ) της Γενικής Κυβέρνησης. Πράγματι ένα μέρος των δαπανών που προκαλούν το ταμειακό έλλειμμα των 9 δισ. ευρώ μεταφέρεται με τις πληρωμές αυτές στα ταμεία του ευρύτερου δημόσιου τομέα τα οποία όμως δεν περιλαμβάνονται στον λογαριασμό της κεντρικής διοίκησης που καταγράφει το ταμείο της ΤτΕ. Γιατί η ΤτΕ έχει ένα ταμείο στο οποίο καταγράφει τα άμεσα έσοδα και δαπάνες της κεντρικής διοίκησης που έχει μικρές διαφορές από την «κεντρική κυβέρνηση». Αυτό είναι το Ταμείο και το ταμείο δεν λέει ποτέ ψέματα...

Σε λογιστικό επίπεδο βέβαια η κεντρική κυβέρνηση έχει πάρε - δώσε με τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Και η αλήθεια είναι ότι έχει αρχίσει να εξοφλεί προς τον τομέα αυτό ληξιπρόθεσμες οφειλές όπως και προς ιδιώτες περί τα 600 - 700 εκατ. ευρώ τον μήνα. Ο συνολικός στόχος είναι να αποπληρωθούν μέχρι το τέλος του έτους περί τα 7 - 8 δισ. ευρώ. Περισσότερα από τα μισά από αυτά πάνε από την τσέπη της κεντρικής κυβέρνησης στην τσέπη της γενικής κυβέρνησης και εκεί το ταμειακό και το λογιστικό αρχίζουν να παίρνουν αποστάσεις...

Όμως αυτό δεν αλλάζει την επικίνδυνη αλήθεια των λογαριασμών της ΤτΕ. Λογαριασμών  που δείχνουν ότι τα έσοδα στο οκτάμηνο ήταν 28,7 δισ. ευρώ όταν το 2012 την ίδια περίοδο ήταν 30,5 δισ. ευρώ. 

Και αυτά τα περίπου δύο δισ. ευρώ λείπουν τώρα από το ταμείο...

Το ΥΠΟΙΚ υποστηρίζει ότι μέσα στο επόμενο τρίμηνο οι συσσωρευμένες απαιτήσεις φόρων θα εξαφανίσουν το ταμειακό έλλειμμα που εντοπίζει η ΤτΕ και θα εκτοξεύσουν τα έσοδα και το πλεόνασμα. 

Αυτή είναι μία λογιστική προσέγγιση με πολλά ερωτήματα για το κατά πόσο μπορεί να γίνει πραγματικότητα καθώς τα «έσοδα» αυτά πρέπει να έρθουν από τσέπες των οποίων το διαθέσιμο εισόδημα είναι ακόμα μικρότερο από το περσινό... Όσο μικρότερη και αν είναι η ύφεση φέτος από πέρσι, παραμένει ύφεση και αυτό σημαίνει ακόμα μικρότερο διαθέσιμο εισόδημα. Η εξωφρενικά μεγαλύτερη «λογιστική» απαίτηση από αυτό το πολύ μικρότερο εισόδημα δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα οδηγήσει και σε ανάλογο «ταμειακό» αποτέλεσμα. 

Στο ΥΠΟΙΚ κάποιοι ήδη... βάζουν στοίχημα το κεφάλι τους ότι θα διαψευσθούν οι Κασσάνδρες. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι το στοίχημα αυτό αν χαθεί θα προκαλέσει σεισμούς με ισχυρές πολιτικές παρενέργειες και όχι απλά τριγμούς, στο οικονομικό επιτελείο.

Η ΤτΕ χθες με τα ταμειακά της αποτελέσματα απλώς υπενθύμισε το πραγματικό στοίχημα των επόμενων μηνών και αυτό δεν είναι το «λογιστικό» πλεόνασμα, αλλά το «ταμειακό» αποτέλεσμα, όχι μόνο στο δημόσιο ταμείο αλλά και στο σύνολο της φτωχότερης από πέρσι οικονομίας. Γιατί από εκεί πρέπει να αφαιρεθούν τα ποσά από τα οποία θα οικοδομηθεί το «πρωτογενές πλεόνασμα»,  που θα ανοίξει τις διαδικασίες για την νέα αναδιάρθρωση του χρέους... 



Πηγή:www.capital.gr

Υ.Γ από anestios:Διαφωτιστικό και ξεκάθαρο.Κόντρα στις συσκοτιστικές ερμηνείες και φωνασκείες ένθεν και ένθεν.
Όπλο του κάθε πολίτη -και υποχρέωσή του- η κατά το δυνατόν αποκάλυψη και ανακάλυψη των συσκοτίσεων και των παραμυθιών, η εξερεύνηση του πραγματικού.Είπαμε κρίση-κρίση, θα ζοριστούμε, θα υποφέρουμε, αλλά μην γίνουμε και φυτά τηλεοπτικού και πολιτικάντικου χώρου.
Ξεκάθαρα θα πρέπει να ειπωθεί και να κατανοηθεί από όσο γίνεται περισσότερους.Υποταγή στο ψέμα και στο παραμύθι δεν πάνε υποχρεωτικά μαζί με την κρίση.Αλλιώς μιά ακόμα κρίση θα πάει χαμένη.

Πολύ θα ήθελα μια τόσο σαφή εξήγηση να την έχει κάνει μια κάποια Αριστερά, Κεντροαριστερά, οτιδήποτε σχετικό τέλος πάντων.Αλλά που....

Και κάτι τελευταίο: καλά τα λογιστικά και "τεχνικά" πλεονάσματα για το 2013.Για το 2014 και έπειτα, που μέχρι το 2016 ,πρέπει να πληρωθούν σε "πραγματικά λεφτά" 27 δις σε τόκους και χρεωλύσια (δηλ. χοντρικά πλεονάσματα 4-5 % του ΑΕΠ), τι κάνουνε;




Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Ποιούς έχεις βαρεθεί;


Μια νεότερη εκτέλεση του παλιού "Τους έχω βαρεθεί" (Στίχοι Wolf Birman σε απόδοση Δημοσθένη Κούρτοβικ), πάντα σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου.Στη νεότερη  αυτή εκτέλεση ο συνθέτης συνεργάζεται με τα Υπόγεια Ρεύματα.
O καθένας ας συμπληρώσει τους δικούς του στίχους και ας μην είναι ο μεγάλος Birman.


                          

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Επιτέλους! Άρχισε ο "διάλογος για την Κεντροαριστερά"


Εκτός από την ανάπτυξη που οσονούπω στρίβει από την γωνία,  αυτό το φθινόπωρο θα μείνει στην Ιστορία και για έναν ακόμη λόγο.Ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς και ο διαβόητος "διάλογος για την  Κεντροαριστερά"

Για κάποιους σαν εργολαβία, για άλλους από ανάγκη, για άλλους γιατί κάτι παζαρεύουν...για κάποιους γιατί "τι άλλο να κάνουμε;" Εννοείται ότι καμία συζήτηση για κανένα θέμα  χαρακτήρα, στόχευσης ή πολιτικής ουσίας δεν έχει καν τεθεί στο τραπέζι.Οι πιο "σοβαροί" θέτουν σαν αιχμή τις περιώνυμες "μεταρρυθμίσεις", χωρίς περιεχόμενο, χωρίς συναρμογή μεταξύ τους, χωρίς ιεραρχήσεις,χωρίς στρατηγική ή σχέδιο υλοποίησής τους, κάτι σαν λίστα με ψώνια στο super market.Κάτι καλές ιδέες του παρελθόντος επανέρχονται στο τραπέζι πάλι και πάλι, άνευρα και υπό μορφή ευχολογίων του στυλ "καλύτερα πλούσιος και υγιής" και όλοι καλά να είμαστε.
Αργεί φαίνεται ακόμα η ώρα της ωρίμανσης...

Τελικά , μεταξύ ψευτοπολιτικών κινήσεων της πλάκας και επαφών με καθαρά προσωπικές στοχεύσεις, το γαϊτανάκι καλά κρατεί.Διάφοροι έχουν βγει με το πανέρι στο χέρι να μαζέψουν σταφύλια (σαν ψιλοσάπια φαίνονται τα περισσότερα), ενώ άλλοι κυκλοφορούν ελεύθεροι και ωραίοι, διαθέσιμοι προς κάθε πανέρι.
Τι μου θυμίζει , τι μου θυμίζει....
                           
                             
             
 

                           
Υ.Γ. Το καλύτερο από όλα συνέβη στην Δ.Μακεδονία-Θράκη. Η αρμόδια επιτροπή περιοχής της ΔΗΜΑΡ συναντήθηκε με τον τοπικό Πεταλωτή για επαφή συνεργασίας.Λίγες ημέρες μετά , ο Πεταλωτής ορίστηκε από το Βενιζέλο τομεάρχης Δικαιοσύνης. Η ΔΗΜΑΡ μετά από αυτό, βγάζει δημόσια ανακοίνωση, που καταγγέλει τον Πεταλωτή ότι συνειδητά τους παραπλάνησε και έκανε επαφή μαζί τους ώστε να εκβιάσει την ανάληψη της σχετικής θέσης!!! Κατά που να μουτζώσεις τώρα πέστε μου....
Ιδέα δεν έχω τι ακριβώς συνέβη και δε με ενδιαφέρει κιόλας.Απλά είναι κορυφαίο σύμπτωμα για το τι είδους διάλογος διεξάγεται.Και δεν τα ξέρουμε και όλα....


Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Όταν η γραφή είναι απελευθερωτική...

Κίτρινα μάτια
του Χρήστου Χωμενίδη

Έχουν τα πάντα χαραχτεί στη μνήμη του από εκείνο το απομεσήμερο της Κυριακής 9 Αυγούστου του 1976.
Η βεράντα -«χαγιάτι!» τον διόρθωνε ο παππούς, «εξώστης…» έδινε τη λόγια εκδοχή ο θείος Τάκης- η βεράντα του πατρικού της μάνας του στο χωρίο Λάκωνες Κερκύρας, με τη λουλουδάτη τέντα κατεβασμένη, να κόβει τον ήλιο μα και την πανοραμική θέα προς την Παλαιοκαστρίτσα. Να έχουν επιστρέψει από τη θάλασσα και να κάθονται γύρω από το τραπέζι, περιμένοντας τις πατάτες που τηγανίζει η γιαγιά του. Ο μπαμπάς του, σαραντάρης, με μαλλιαρό στήθος, σορτσάκι τζην και σαγιονάρες, να διαβάζει νωχελικά «Τα Νέα», τσιμπώντας πότε-πότε καμιά ροδέλα σαλάμι. Η μαμά του να έχει ανεβάσει τα πόδια της στα κάγκελα, να καπνίζει και να ρεμβάζει, με ξώπλατο φόρεμα και με πελώρια γυαλιά-πεταλούδα. Ο θείος Τάκης και ο παππούς να παίζουν τάβλι. Το τρανζίστορ να παίζει ξένες επιτυχίες. Ο ίδιος να ξεφυλλίζει για τρίτη φορά το «Ποπάυ» που αγόρασε το πρωί μαζί με την εφημερίδα και με τα τσιγάρα του μπαμπά. «Ρε, Μιμάκο» να του λέει ο παππούς «κάνε, βρε αγόρι μου, μια παλικαριά: Πήγαινε στο κατώι και γέμισε μια νταμιτζάνα κοκκινέλι. Άντε, να σε χαρώ!» Σηκώνεται ακαριαία – ο παππούς είναι ιερό πρόσωπο, ο αριθμός από το Άουσβιτς στο μπράτσο του κάνει τις επιθυμίες του διαταγές. «Να προσέχεις στις σκάλες!» του φωνάζει η μαμά.
Τα πέτρινα σκαλιά γυαλίζουν και γλιστράνε πράγματι από την πολυκαιρία. Το σπίτι έχει χτιστεί πάνω στο βράχο διακόσια -ή τριακόσια μήπως;- χρόνια πριν, ίσως να είναι και το αρχαιότερο του χωριού, μια στάνη στην αρχή, ύστερα εξοχικό της οικογένειας και στη διάρκεια του πολέμου κρυψώνα των Εβραίων του νησιού, μέχρι που κάποιος τούς σπιούνεψε και δύο γερμανικά καμιόνια σκαρφάλωσαν αξημέρωτα το βουνό, περικύκλωσαν το σπίτι και τούς έβγαλαν έναν-έναν έξω με τα χέρια στον σβέρκο… Ο μικρός Μίμης (εκ του Αβραάμ) έχει ακούσει την ιστορία δεκάδες φορές, «πάλι καλά που δεν το πυρπολήσανε, να καούμε σαν τους ποντικούς…» καταλήγει πάντοτε ο παππούς. «Το λες, επειδή εσύ επέζησες από το στρατόπεδο…» του αντιτείνει η γιαγιά και ο στερεότυπος διάλογός τους καταλήγει με ένα βαθύ αναστεναγμό από εκείνον κι ένα ρητορικό «άδικο έχω;» από εκείνην.  
Κάθε σκαλί που κατεβαίνει, η θερμοκρασία κατρακυλάει τουλάχιστον δύο βαθμούς. Στο κατώι -«κελάρι» το λέει η μαμά, «αχούρι» το αποκαλεί περιφρονητικά η γιαγιά- στο κατώι επικρατεί ψύχος και μισοσκόταδο. Στο κέντρο του δεσπόζει -σκεπασμένη με λινάτσα- μια πυραμίδα από παλιατσαρίες, διπλή σχεδόν στο μπόι από τον Μίμη. Με πόση τέχνη έχουν ακουμπήσει πάνω στο ξεχαρβαλωμένο πιάνο με ουρά δυο κουτσές πολυθρόνες και πάνω τους ένα γραμμόφωνο κι ένα ψυγείο πάγου και στην κορφή ένα σκουριασμένο κλουβί κι ένα βαλσαμωμένο γεράκι! Ψοφάει ο Μίμης να τον αφήσουν κάποτε να τα περιεργαστεί ένα-ένα όλα εκείνα τα μαγικά αντικείμενα. Του προξενούν όμως κι ένα ελαφρό δέος, έτσι όπως φωτίζονται από τη λάμπα-χελώνα και οι σκιές τους πέφτουν αλλόκοτες στον απέναντι τοίχο.
Δεν είναι θρασίμι ο Μίμης. Ένα αρκετά δειλό αγόρι, είναι δώδεκα χρονών. Ούτε σκαλίζει ξένα συρτάρια ούτε κρυφακούει συζητήσεις μεγάλων ούτε καν ανταλλάσσει τσόντες -ψαλλιδισμένες φωτογραφίες από το “Playboy” και το “Penthouse”- με τα παιδιά στην πλατεία. Οι Κερκυραίοι τον κοιτάνε έτσι κι αλλιώς με μισό μάτι. Η διαμονή του στην Αθήνα δεν του προσδίδει την αίγλη του πρωτευουσιάνου αλλά το στίγμα του φλώρου… Ο Μίμης παίρνει τη στροφή ανοιχτά, σε απόσταση ασφαλείας από την πυραμίδα, και κατευθύνεται προς τα δύο βαρέλια, το αριστερό με κόκκινο, το δεξί με λευκό κρασί. Κι εκείνη τη στιγμή τη νιώθει για πρώτη φορά. 
Τη νιώθει, δεν τη βλέπει. Πρέπει να στέκεται πίσω ακριβώς από την πλάτη του. Όχι να στέκεται. Να αιωρείται, δυο παλάμες πάνω από το έδαφος. Νιώθει στην αρχή τη μυρωδιά της, μυρωδιά χώματος μουσκεμένου από βροχή. Αισθάνεται έπειτα το θρόισμα της αναπνοής της. Ακούει, τέλος, την κοριτσίστικη φωνή της. «Γεια σου!» Ανατριχιάζει. Κοκαλώνει. Νομίζει ότι θα τα κάνει πάνω του. «Μη φοβάσαι, Μίμη! Πήγαινε να βάλεις κρασί, περιμένει ο παππούς!» Σαν να ακουμπάει το χέρι της στην πλάτη του και να τον σπρώχνει απαλά προς τη γωνιά με τα βαρέλια. Τρέμοντας πιάνει την νταμιτζάνα. «Ηρέμησε… Θα κάνεις καμιά ζημιά…» Τον καθοδηγεί σε κάθε του κίνηση. «Ξεβίδωσε το καπάκι, άνοιξε τη βρυσούλα, κλείσε τη βρυσούλα, ξαναβίδωσε το καπάκι… Άνοιξε την πόρτα, σβήσε το φως… Πήγαινε τώρα στους δικούς σου. Εγώ θα είμαι εδώ και θα σε περιμένω… Μα αν θες να γνωριστούμε καλύτερα, θυμήσου την επόμενη φορά να μην ανάψεις τη λάμπα…».
Με την νταμιτζάνα ακουμπισμένη στα πόδια του, ο Μίμης κάθεται στο κεφαλόσκαλο και αγωνίζεται να συνέλθει. Έχει ταχυκαρδία. Είναι κατάχλωμος και ξαναμμένος ταυτόχρονα. Με χίλια ζόρια η ανάσα του βρίσκει κάποιο ρυθμό. Ορμάει τότε στο μπάνιο και ρίχνει με τις χούφτες κρύο νερό στο πρόσωπο και στο κεφάλι του. «Πού ήσουν τόσην ώρα;» τον αρπάζει από τα μούτρα η μαμά μόλις τον αντικρίζει να ξεπροβάλλει στη βεράντα. «Καλά ντους έκανες εσύ; Με τα ρούχα; Δεν σου ’πα να ξεπλυθείς από τα αλάτια στην παραλία;». 
Τρεις εβδομάδες αργότερα -τρεις εβδομάδες κατά τις οποίες δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο- ο Μίμης μάζεψε όλο του το θάρρος και ξαναπήγε στο κατώι. Σεβάστηκε τον όρο που του είχε εκείνη θέσει. Δεν γύρισε τον διακόπτη. Τον καλωσόρισε με ένα σκαστό φιλί πίσω από το αυτί – δεν ήταν ακριβώς φιλί, περισσότερο σαν να τον χάιδεψε με τη φτερούγα του ένα πουλάκι. Καθώς η πόρτα έγερνε, η φωτεινή γραμμή που έμπαινε από τη σκάλα λέπταινε, ώσπου ακούστηκε ένα μεταλλικό κλικ και ο χώρος βυθίστηκε στο σκοτάδι. «Για σένα το κάνω» του διευκρίνισε η κοριτσίστικη φωνή. «Αφού εσύ έτσι κι αλλιώς δεν μπορείς να με δεις, δεν θα ’ταν δίκαιο να σε βλέπω εγώ…». «Πώς σε λένε;» τραύλισε ο Μίμης. «Αλεξάνδρα» απάντησε μετά από μια παύση. «Εκτός κι αν προτιμάς Χριστίνα. Ή και Λιλίκα. Μπα! Το “Λιλίκα” μου πέφτει χαζοχαρούμενο.». «Ποια είσαι;» «Μακάρι να 'ξερα! Η χαμένη σου αδελφή; Κάποια από τις κοπέλες που είχαν κρυφτεί στο υπόγειο τότε που οι Γερμανοί κυνηγούσαν τους Εβραίους; Δεν αποκλείεται όμως και να ’χα τη φωλιά μου εδώ πριν καν χτιστεί το σπίτι. Να έσκασα απ’ το αβγό μέσα σε μια τρύπα στον βράχο... Τι σημασία έχει έτσι κι αλλιώς; … Μα γιατί στέκεις όρθιος, Μίμη; Στο πάτωμα είναι σούπερ!» μεταχειρίστηκε μιαν έκφραση που θα γινόταν της μόδας στην Ελλάδα πολλά χρόνια μετά. «Άσε με να σου βγάλω το πουκάμισο, να χαρείς τη δροσιά…». «“Ντα” θα σε λέω» αποφάσισε ο Μίμης ενώ εκείνη τού ξεκούμπωνε το παντελόνι.
Όταν, στα δεκαεννιά του, ο Μίμης πρωτοέκανε έρωτα με μια κανονική κοπέλα -μια συμφοιτήτριά του στην Ιατρική- αισθάνθηκε σαν να του πρόσφεραν μια λαχταριστή καραμέλα όμως εκείνος να έτρωγε το περιτύλιγμά της, χαρτί με ελάχιστα ίχνη ζάχαρης. Το ομολόγησε ορθά-κοφτά στην Ντα, η οποία τον είχε ενθαρρύνει, τον είχε πιέσει σχεδόν, να ολοκληρώσει επιτέλους τη σχέση του με τη Ρέα.
«Έτσι συμβαίνει γενικά, με ό,τι κι αν ζω έξω από εδώ…» πρόσθεσε ο Μίμης, μιας και είχε πάρει φόρα. «Και το πιο σπέσιαλ κοκτέιλ -ο πατέρας του κολλητού μου έχει μπαρ στη Γλυφάδα και μας κερνάει συχνά- μου μοιάζει σκέτο ξύδι σε σύγκριση με το κρασί των βαρελιών μας. Στις παρέες σκυλοβαριέμαι. Οι πλάκες των φίλων μου, μου φαίνονται ξενέρωτες, όπως και τα βιβλία και το σινεμά. Όσο για τα φιλιά των κοριτσιών, σάλια και σάχλα…». «Μήπως σ’ αρέσουν τελικά τα αγόρια;» ρώτησε η Ντα. «Τίποτα δεν μ’ αρέσει μακριά σου! Το αποφάσισα: θα μείνω στο κατώι.». «Τρελάθηκες, Μίμη; Μέσα σε δύο μέρες, θα έχεις μουχλιάσει σύγκορμος! Τα κόκαλά σου, σκουριασμένα, θα τρίζουνε απαίσια και στην παραμικρή σου κίνηση…». «Έλα εσύ τότε μαζί μου…» την ικέτεψε. «Έτσι και βγω εγώ από εδώ μέσα, θα σκορπίσω στον άνεμο…» είπε η Ντα. «Είμαστε καταδικασμένοι λοιπόν να περάσουμε τις ζωές μας χώρια;». «Τον τελευταίο μήνα με επισκέφθηκες ήδη τρεις φορές. Δεν είναι δα και λίγο…». «Κάθε μέρα θα σου ’ρχομαι, Ντα!» «Πρέπει να με αφήνεις, Μίμη, να σε πεθυμώ. Άμα δεν σε έχω νοσταλγήσει, μπορεί και να μην μπω στον κόπο να μαζέψω τον εαυτό μου για να σου φανερωθώ. Δεν ξέρεις τι προσπάθεια χρειάζεται για να συναρμολογούμαι κάθε που ακούω τα βήματά σου στη σκάλα. Δεν έχεις καταλάβει τίποτα μου φαίνεται!» τον μάλωσε και εξαερώθηκε μεσ’ απ’ την αγκαλιά του για να τη νιώσει, πέντε δευτερόλεπτα αργότερα, να στάζει σε υγρή μορφή από το αριστερό του μάτι.
Η Ντα επέβαλλε τους κανόνες της όμως κι ο Μίμης έκλεβε όσο μπορούσε. Για το χατίρι της -δίχως ποτέ να το παραδεχτεί- φίλησε κατουρημένες ποδιές ώστε να υπηρετήσει τη θητεία του στη Ναυτική Διοίκηση Ιονίου. Έκανε, στη συνέχεια, το αγροτικό του στο παραδιπλανό χωριό και μολονότι -άριστος γαρ φοιτητής- ανοίγονταν εμπρός του λαμπρές προοπτικές μετεκπαίδευσης και ακαδημαϊκής καριέρας, προτίμησε εκείνος να διοριστεί στο ΙΚΑ Κέρκυρας. Μες στη ρουτίνα. Ο παππούς είχε στο μεταξύ πεθάνει και οι γονείς του είχαν χωρίσει - ο πατέρας του συζούσε με μια Ουκρανέζα στο Χαϊδάρι και η μάνα του είχε γίνει θρήσκα, κατέβαινε πολύ συχνά στο Ισραήλ και εργαζόταν εθελοντικά σε μια κατασκήνωση για τα Εβραιόπουλα της Διασποράς. Η γιαγιά του είχε μισοτυφλωθεί από το σάκχαρο και ο Μίμης είχε αναλάβει τη φροντίδα της. Οδηγούσε κάθε Τετάρτη και Σάββατο από την πόλη στους Λάκωνες για να της πηγαίνει φαγητό και φάρμακα. Κλεινόταν έπειτα στο κατώι, όπου είχε δήθεν φτιάξει σκοτεινό θάλαμο - το χόμπι του ήταν δήθεν η φωτογραφία…
«Καιρός να παντρευτείς!» του είπε ένα απόγευμα η Ντα ενώ εκείνος μπαινόβγαινε νωχελικά μέσα της. «Πώς σου ’ρθε τώρα αυτό; Με βαρέθηκες;» πάγωσε ο Μίμης. «Όχι, καθόλου. Κοντεύεις όμως τα σαράντα. Στο ράφι θα μείνεις;». «Τι σε νοιάζει εσένα;». «Πού ξέρεις; Μπορεί να θέλω να αποπλανήσω και τους γιους σου…». «Κι αν κάνω κόρες;». «Τότε θα είναι ακόμα πιο ερεθιστικό!» κελάρυσε η Ντα και ένωσε τα πόδια της πίσω απ’ την πλάτη του.
«Η Αντιγόνη Λεχουρίτη, η μελαψή ειδικευόμενη στο Ορθοπεδικό, είναι έγκυος. Ζήτημα αν την είχα πηδήξει πέντε φορές…» ανακοίνωσε -οργισμένα σχεδόν- ο Μίμης στην Ντα. «Τι καρπερός που μας προέκυψες! Συγχαρητήρια!». «Στοιχηματίζω ότι έχεις βάλει εσύ, Ντα, το χεράκι σου…». «Παραλογίζεσαι τώρα.». «Τι πάει να πει “παραλογίζομαι”; Μήπως η σχέση μας, μήπως η ύπαρξή σου η ίδια χωράει σε καμία λογική;». «Ίσως ναι, ίσως και όχι…». «Ποιος άλλος άντρας περνάει από παιδάκι μια παράλληλη ζωή, εγκλωβισμένη σε ένα υπόγειο;». «Μη θεωρείς τον εαυτό σου, Μίμη, τόσο μοναδικό! Δεν αποκλείεται όλοι οι άνθρωποι να απολαμβάνουν έναν δεύτερο, μυστικό κόσμο…». «Να απολαμβάνουν; Φαντάζεσαι πως όλο ετούτο είναι απόλαυση για μένα;». «Έτσι με έκανες εσύ ο ίδιος να πιστεύω, εικοσιοχτώ χρόνια τώρα… Εάν δεν σ’ αρέσει πλέον, μπορείς να φύγεις και να μην ξαναγυρίσεις.». «Σιγά μην και ξαναγυρίσω!».
Ήταν ο πρώτος τους καβγάς και πιθανόν για αυτό να πήρε ο θυμός να ξεθυμάνει μιαν ολόκληρη πενταετία.
Στο μεταξύ, ο Μίμης κορδώθηκε γαμπρός στο πλάι της Αντιγόνης η οποία του γέννησε δίδυμα, αρσενικό και θηλυκό. Η επιρροή της πάνω του αυξανόταν μέρα με την ημέρα. Εκείνη του έκοψε το κάπνισμα, εκείνη τον έπεισε να ανοίξει ιατρείο σε ένα διαμέρισμα που ανήκε στον πατέρα της απέναντι από το Δημαρχείο. Εκείνη μόλις πληροφορήθηκε ότι στο υπόγειο του σπιτιού στους Λάκωνες υπήρχε ένα πιάνο με ουρά, τον έπρηξε να το επισκευάσουν και να το τοποθετήσουν στο σαλόνι τους. «Αφού κανένας απ’ τους δύο μας δεν παίζει νότα…» αντέτεινε ο Μίμης. «Θα μάθουν τα παιδιά μας!» είχε έτοιμη η Αντιγόνη την απάντηση. 
Κατέβηκε τη σκάλα κρατώντας έναν φακό, με την ελπίδα πως το φως του θα διέλυε τις αναμνήσεις. Όμως το άρωμα της Ντα τον τύλιξε πριν καν περάσει το κατώφλι. «Γεια σου!» τον καλωσόρισε απαράλλακτα κοριτσίστικη όπως την πρώτη φορά. «Ήρθα να πάρω απλώς το πιάνο» της διευκρίνισε εκείνος στυφά. «Μόνος σου θα το κουβαλήσεις;» τον κορόιδεψε. «Άσε τα, Μίμη, αυτά! Σβήσε και τον φακό κι έλα να σκαρφαλώσουμε, σαν άλλοτε, στο ταβάνι…».
Όταν τα δίδυμα μπήκαν στην εφηβεία, ο Μίμης έβαλε στο κατώι κλειδαριά ασφαλείας. Τι και αν έπρεπε να τα ικετέψει για να καταδεχθούν να τον ακολουθήσουν τρεις φορές τον χρόνο στους Λάκωνες, να δουν το χούφταλο την προγιαγιά τους; Η απειλή της Ντα πως θα τα αποπλανούσε της έτρωγε τα σωθικά. Όχι γιατί ήθελε να διαφυλάξει την αγνότητά της, να τα γλιτώσει από μια παράλληλη υπόγεια ζωή. Μα επειδή ζήλευε, πρασίνιζε στην πιθανότητα να τη μοιραστεί. Στο ενδεχόμενο δε να τη χάσει, έχανε τον κόσμο. Την ήθελε αποκλειστικά δική του, να της χαϊδεύει τη φαλάκρα με τα κρινοδάχτυλά της, να ορειβατεί επάνω στην κοιλιά του. Είχε καταντήσει χοντρός ο Μίμης, χοντρός και ασθμαίνων. Ίδρωνε πια χειμώνα-καλοκαίρι. Έριχνε με χάπια την πίεση κι ενίσχυε με άλλα χάπια τη στύση του, ιδίως πριν επισκεφθεί την Ντα…
Η μαγνητική τομογραφία που έγινε μετά την τρίτη χημειοθεραπεία έδειξε εκτεταμένες μεταστάσεις στο συκώτι και στο έντερο. Στράφι είχαν πάει τα κοκτέιλ των φαρμάκων και η ταλαιπωρία του ασθενούς. «Ζήτημα αν θα αντέξει ως τα Χριστούγεννα…» ενημέρωσε ο ογκολόγος την Αντιγόνη και τα παιδιά. «Μην του στερήσετε την ελπίδα», ζήτησε εκείνη κι έκρυψε από τον άντρα της τα μαύρα μαντάτα. Ο καθρέφτης ήταν αρκετός για να αντικρίσει ο Μίμης τη σκιά του εαυτού του και να σιγουρευτεί ότι το λάδι του είχε, σχεδόν, σωθεί. «Για κοίτα κάτι πράγματα!», σάρκασε. «Ποιος να μου το ’λεγε ότι θα με έθαβε η γιαγιά μου;». Η γιαγιά βάδιζε στα εκατόν τέσσερα, η όρασή της είχε επανέλθει, της είχε μάλιστα φυτρώσει πρόσφατα κι ένα καινούργιο δόντι. Ο Μίμης δεν θα έκλεινε τα εξήντα δύο. «Να την προσέχεις τη νόνα σου…», παράγγειλε στη συνονόματη δισέγγονή της, την κόρη του Ραχήλ. «Θέλω να πεθάνω στους Λάκωνες!» πρόσθεσε μετά. Η Αντιγόνη και ο γιος του είχαν αντιρρήσεις -«πού να τον βγάζουμε από το νοσοκομείο και να τον τρέχουμε στα κατσάβραχα; - πού να βρίσκουμε αποκλειστική, ορούς και καθετήρες;»- μα η Ραχήλ πάτησε πόδι. «Δεν πρόκειται να ζήσει ούτε δύο μέρες» της διαβεβαίωσε.
Τον πήρε με το αμάξι της απ’ την Αθήνα και τον πήγε στην Κέρκυρα. Σε όλη τη διαδρομή ο Μίμης βρισκόταν σε λήθαργο. Μόνο στο πλοίο από Ηγουμενίτσα συνήλθε κάπως κι ανέβηκε κούτσα-κούτσα στο κατάστρωμα, να αναπνεύσει τον θαλασσινό αέρα. «Μόλις φτάσουμε στο σπίτι, ακόμα και αν έχω πέσει σε κώμα, θα με πας, Ραχήλ, στο κατώι» τη διέταξε. «Μπορείς να με σηκώσεις στα χέρια. Είσαι δυνατή κοπέλα, νταβραντισμένη. Κι εγώ ανάθεμα αν ζυγίζω πια σαράντα κιλά… Θα με αφήσεις στο πάτωμα, θα σβήσεις το φως, θα κλείσεις την πόρτα και θα φύγεις. Αύριο θα ειδοποιήσεις το γραφείο κηδειών να έρθει να με παραλάβει…».
Τα έκανε όλα όπως της τα ’πε. Το επόμενο πρωί βρήκε πάνω στο πτώμα του μια γάτα. Ήταν κι εκείνη νεκρή. Η ουρά της, της χάιδευε τον λαιμό. Τα κίτρινα μάτια της γυάλιζαν ορθάνοιχτα, σαν δυο καντήλια, για εκείνον και για εκείνην. Η καλή θυγατέρα Ραχήλ την ακούμπησε στα πόδια του μέσα στο φέρετρο. Και για να μη σκανδαλιστούν οι υπόλοιποι, τη σκέπασε με λουλούδια.
www.protagon.gr