Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Λόντρα, Παρίσι...και η τσούλα η Ιστορία


«Η τσούλα η Ιστορία» κατά Κώστα Τριπολίτη, για μια φορά ακόμα σε μια εβδομάδα επανήλθε σε ημέρες που θα θέλαμε να έχουμε ξεπεράσει.Η επανάληψή της ας ελπίσουμε ότι ήταν σε μια light εκδοχή και ότι θα έχει το χαρακτήρα μιας μικρής φάρσας-παρένθεσης και δεν θα εξελιχθεί σε ακόμα μεγαλύτερη  τραγωδία.

Παρίσι:Η πόλη του φωτός, εξελίχθηκε για την κυβέρνηση σε μια light εκδοχή Κανών  του 2011, τέτοιες μέρες περίπου.Η από τον Σεπτέμβρη εξελισσόμενη άγαρμπη και αυτοσχέδια προσπάθεια περί «καθαρής εξόδου», αφού πήρε την απάντηση στο πεδίο της οικονομίας (εκτίναξη spreads) , πήρε και την πολιτική της απάντηση με τρόπο που δεν σηκώνει και πολλά .Η λογική του μαθητή που κάνει τα μαθήματά του και μετά σαν επιβράβευση τον πάνε εκδρομή, για μια φορά ακόμα απεδείχθη ανόητη σαν σύλληψη και εκτέλεση.

Ο αλήστου μνήμης ΓΑΠ  στις Κάννες στριμωγμένος στον τοίχο έκανε μια απέλπιδα προσπάθεια να ξεγλιστρήσει.Εδώ το στρίμωγμα ήταν πιο χαλαρό και η προσπάθεια διαφυγής πιο ήπια.Το αποτέλεσμα το ίδιο με το θήραμα που πιασμένο στα δόντια του θηρευτή, όσο πιο σπασμωδικά κινείται τόσο πιο άγρια ξεσκίζει το ίδιο τις σάρκες του.

Όπως και να το δει κανείς, και υπάρχουν μπόλικες ερμηνείες διαθέσιμες και όχι αλληλοαποκλειόμενες μεταξύ τους, η ουσία είναι σε τελική ανάλυση μία.Άρνηση ανάγνωσης των συσχετισμών  στο πεδίο του πολέμου.Είτε βάλλει κανείς μπροστά σαν ερμηνεία την εμμονή του ΔΝΤ να μείνει και να συνεχίζει να  παίζει ρόλο στην Ευρώπη, είτε την προσπάθεια να μείνει η Ελλάδα εκτός πλαισίου κρίσης , μπρος στο τσουνάμι σε Ιταλία, Γαλλία που επέρχεται  και ασφαλώς παίρνει προτεραιότητα (για να μην αναφερθούμε στην εγκατάσταση της ύφεσης για τα καλά στον σκληρό πυρήνα και κυρίως στην Γερμανία), είτε την διαπίστωση ότι με τον Σαμαρά δεν πάει παραπέρα, δεν αποτελεί πια λύση,είτε τα βάλλει όλα μαζί (που δείχνει να είναι και το πιο πειστικό σαν ερμηνευτικό σχήμα), τίποτε δεν αλλάζει.

Λόντρα: Το περιώνυμο Σίτυ ανεδείχθη σε μια light εκδοχή του Νταβός( αρχές του 2010) για τον Σύριζα, ευτυχώς έγκαιρα και πριν αναλάβει την διακυβέρνηση.Η διατύπωση θεωρητικών σχημάτων περί διαχείρισης του χρέους- ενδεχομένως πολύ ενδιαφερόντων όταν θα έρθει ο κατάλληλος πολιτικός χρόνος και σίγουρα σε οικονομικά συνέδρια-δεν σημαίνει πολιτικά τίποτε, εκτός αν σε πάρουν για αφελή οπότε ακόμα χειρότερα.

Μάθαμε, αν και έπρεπε να το ξέρουμε πολύ νωρίτερα, ότι το  «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» δεν είναι καν πρόγραμμα και μόνο στο περιθώριο ενός πραγματικού προγράμματος μπορεί να συζητηθεί.

Μάθαμε ακόμα για μια φορά, ότι ο πολιτικός κύκλος αλλαγής κυβερνήσεων δεν ταυτίζεται οπωσδήποτε με μεταβολές στον οικονομικό κύκλο.Άμα είσαι τυχερός και ταυτιστεί έχει καλώς , αν όχι τι κάνεις; Πάντως δεν απαντάς «η πολιτική θα βαράει τον ζουρνά κι οι αγορές θα χορεύουν» και άλλα τέτοια φληναφήματα.Ο τελευταίος που τα χρησιμοποίησε, μαζί με κάτι άλλα περί διαφθοράς και πράσινης ανάπτυξης , λίγο μετά υπέγραφε μνημόνια.

Η τσούλα η Ιστορία( 2009-2010).vs.(2014-2015): Αναδεικνύεται λοιπόν ένα διπλό αδιέξοδο και για τις 2 διαθέσιμες στην πολιτική ζωή αφηγήσεις.Και δεν αναδεικνύεται στα λόγια , αλλά με το πιο πρακτικό τρόπο, εκεί που βρίσκεις τοίχο.Η εκδοχή Σαμαρά και τα αναμασήματα περί μεταρρυθμίσεων που πρόκειται να αντικαταστήσουν το αποτυχημένο παραμύθι περί success story , τέλος των μνημονίων και άλλων τινών, έχει τελειώσει από καιρό, τώρα ακούμε τον επιθανάτιο ρόγχο του.
Η  κατά πάσα πιθανότητα (αλλά ας κρατήσουμε και μια πισινή, περί τσούλας συζητάμε τώρα) επερχόμενη αδύναμη αφήγηση του Σύριζα, αν έγκαιρα δεν διαμορφωθεί σε  πραγματική πολιτική στρατηγική με εσωτερική συνοχή και με πνεύμα διαχείρισης μεγάλης κρίσης , κινδυνεύει να αποδειχθεί σε καταστροφική τόσο για την κοινωνία όσο και για την Αριστερά που θα φορτωθεί το τελειωτικό σκάσιμο της χώρας στα χέρια της, έστω και αν δεν θα έχει την μεγαλύτερη ευθύνη αντικειμενικά.

Η ιστορία όμως δεν εξελίσσεται με αντικειμενικότητες , καλές προθέσεις , θεωρητικές και αξιακές προσεγγίσεις  και άλλα συναφή.Γράφεται εν θερμώ στο πεδίο της μάχης , είναι αμείλικτη για τους αποτυχημένους και συχνά διαστροφική.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Πάλι στη μαύρη λίστα των αγορών

του Κώστα Καλλίτση

Η Ελλάδα είχε μπει σε πρόγραμμα διάσωσης (Μνημόνιο) αφού είχε δανειστεί, για τελευταία φορά, με περίπου 6%, σε μια εποχή που υπήρχε σπάνις κεφαλαίων διεθνώς, εξαιτίας της μεγάλης κρίσης. Υστερα από 4 ½ χρόνια, σήμερα, παρότι υπάρχει αφθονία διεθνών κεφαλαίων που αναζητούν κερδοφόρες τοποθετήσεις, η χώρα μας βρίσκεται πάλι στη μαύρη λίστα των διεθνών αγορών.

Αυτό δείχνουν τα στοιχεία: προχθές, οι αποδόσεις του ελληνικού 3ετούς ομολόγου ήταν 6,85% ενώ της Πορτογαλίας ήταν 1,06%, της Ιταλίας 0,73% και της Ισπανίας 0,57%. Του ελληνικού 5ετούς ήταν 7,1%, της Ιρλανδίας 0,44%, της Πορτογαλίας 1,63%. Και οι αποδόσεις του 10ετούς ομολόγου κινούνται σταθερά στην περιοχή του 8% συν, ενώ του πορτογαλικού στην περιοχή του 3% και του ιταλικού και ισπανικού στη ζώνη του 2%.

«Με το σπαθί μας», δεν μπορούμε να δανειστούμε από τις αγορές. Θα υπογραφεί νέο Μνημόνιο. Και το ΔΝΤ θα είναι επιτηρητής, μαζί με την Ευρώπη – δεν υπάρχει «πίσω κάθισμα» (απαγορεύεται από το καταστατικό του…) παρά μόνο μπροστινό. Είτε αποφασιστεί να μας δώσει κι αυτό μια γραμμή πίστωσης είτε όχι. Κι αν δεν μας τη δώσει, πάλι θα μας ελέγχει ανά τετράμηνο. Το ενδεχόμενο να «τα σπάσουμε» αποκλείεται – καμιά χώρα δεν θα άντεχε τις συνέπειες.

Η Ελλάδα βρίσκεται εγκλωβισμένη. Οδηγείται σε μια συμφωνία με δύο χαρακτηριστικά: (α) Δεν θα περιέχει φτηνή χρηματοδότηση. Θα δανειζόμαστε από τις αγορές με επιτόκια πολύ υψηλότερα από τα επιτόκια (2%) του ESM. (β) Θα επιβάλλεται πολύ αυστηρότερος έλεγχος, με μοχλό τις αγορές. Αυτές δεν διαπραγματεύονται (ούτε επί 7 ημέρες ούτε, βεβαίως, επί 7 μήνες…). Είτε σε δανείζουν είτε όχι. Αν όχι, κινδυνεύεις να φτάσεις να εκλιπαρείς για μια τρόικα…

Για να σε δανείσουν, η διεθνής πρακτική δείχνει τις προϋποθέσεις. Μεταξύ αυτών είναι να διαπιστώσουν ότι διαθέτεις ένα πρόγραμμα με τέσσερα χαρακτηριστικά: (α) Να είναι αξιόπιστο – με την τρόικα διαπραγματευόμαστε το δημοσιονομικό κενό, με τις αγορές όχι. (β) Να είναι υλοποιήσιμο – δεν θα συζητούν μαζί μας αν είναι φρούδες οι ελπίδες για τα κρατικά έσοδα ή δεν είναι. (γ) Να είναι αποδεκτό από την ελληνική κοινωνία, να στηρίζεται σε ευρύτερη κοινωνική συναίνεση που θα αντανακλάται και στη Βουλή – δεν τους αρκεί μια «σταθερότητα» που στηρίζεται σε κοινοβουλευτικά νταραβέρια.

Υπάρχει και μια τέταρτη προϋπόθεση. Οι διεθνείς αγορές (όπως το φωνάζει ήδη το Λονδίνο…) δεν είναι διατεθειμένες να δανείσουν μια χώρα απλώς και μόνο για να αποπληρώνει τα δάνειά της σε άλλα κράτη. Θα δανείσουν μια χώρα εφόσον εκτιμήσουν ότι υπάρχουν ρεαλιστικές προοπτικές οικονομικής μεγέθυνσης, δημιουργίας νέου παραγωγικού δυναμικού και νέου πλούτου. Τέταρτη προϋπόθεση, το αξιόπιστο, υλοποιήσιμο και ευρύτερα κοινωνικά αποδεκτό πρόγραμμα να είναι, επίσης, αναπτυξιακό.

Φτάσαμε στο τέλος της αδιέξοδης πολιτικής «τροχάδην επιτόπου», που αποδυνάμωσε την οικονομία, διέλυσε την αγορά και συνέθλιψε τον κόσμο της εργασίας, εξάντλησε την κοινωνία ενώ επέτεινε τις στρεβλώσεις του (ληγμένου) παραγωγικού μοντέλου. Τα αδιέξοδα κορυφώθηκαν με την κυβερνητική στρατηγική του 2014 και ειδικά των τελευταίων μηνών – ένα απίθανο συνονθύλευμα τακτικισμών προεκλογικού χαρακτήρα, παντελώς έωλων, με άγνοια ακόμη και των ορίων που θέτουν και των διαθέσεων που έχουν οι δανειστές μας.

Η κοινωνία πάσχισε να προσαρμοστεί – δεν είχε επιλογή. Εμεινε, όμως, πεισματικά απροσάρμοστο το πολιτικό σύστημα. Τώρα, όλα έχουν καταστεί πιο δύσκολα, πιο σύνθετα.

Καθημερινή 23/11/2014

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Το κόστος του αναβαλλόμενου για τους φορολογούμενους

 του Ανδρέα Κούτρα*

Η πρόσφατη τροπολογία για τον αναβαλλόμενο φόρο, που κατέθεσε η κυβέρνηση, έχει εγείρει πολλά ερωτήματα ως προς το αν υπάρχει κόστος για τον Ελληνα φορολογούμενο και, αν ναι, γιατί δεν υπολογίστηκε.

Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης οι ζημίες των τραπεζών που προέρχονται από το δανειακό χαρτοφυλάκιο μπορούν να συμψηφιστούν με τα κέρδη μελλοντικών χρήσεων, έτσι ώστε να μειωθεί η φορολογική απαίτηση.

Στην Ελλάδα, το δικαίωμα αυτό επεκτάθηκε στα 30 χρόνια για τις ζημίες που προήλθαν από το «κούρεμα» του PSI. Με άλλα λόγια αν οι τράπεζες έχουν κέρδη, θα μπορούν να τα συμψηφίσουν με τις ζημίες του PSI (37,7 δισ.) για τα επόμενα 30 χρόνια και με αυτό τον τρόπο δεν θα πληρώσουν φόρους 9,8 δισ. (συντελεστής 26%).

Ως εδώ τα πράγματα είναι λογικά και σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική. Εκεί που αποκλίνουν είναι ως προς την αναγνώριση αυτών των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών.

Σύμφωνα με τη Βασιλεία ΙΙΙ, που πλέον ισχύει σε όλη την Ευρώπη, ακριβώς επειδή η αναγνώριση αυτών των αναβαλλόμενων φόρων εξαρτάται από τη μελλοντική κερδοφορία των τραπεζών, δεν θα πρέπει να λογίζεται στα κεφάλαια. Ομως η Βασιλεία αφήνει το παραθυράκι της αναγνώρισης, αν αυτές οι φορολογικές απαιτήσεις είναι σίγουρες.
Αυτό το παραθυράκι εκμεταλλεύτηκαν πρώτοι οι Ιταλοί και αργότερα οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι για να περάσουν νόμους που ούτε λίγο ούτε πολύ εγγυώνται αυτούς τους αναβαλλόμενους φόρους ώστε να μετρηθούν στα κεφάλαια των τραπεζών. Τελευταία το έκανε και η Ελλάδα, βάζοντας όχι μόνο τις ζημίες του PSI αλλά και αυτές από το δανειακό χαρτοφυλάκιο έως το τέλος του 2014.
Ποιο είναι λοιπόν το κόστος για τον φορολογούμενο; Η τροπολογία ουσιαστικά πουλάει ασφάλεια στις τράπεζες χωρίς όμως το κράτος να εισπράξει ασφάλιστρα. Λέει, δηλαδή, αν έχεις αρκετά κέρδη, τότε κανένα πρόβλημα, αν όμως όχι ή αν χρεοκοπήσεις, τότε τη διαφορά στον αναβαλλόμενο θα τη βάλει το κράτος με αντάλλαγμα μετοχές.

Το ανάλογο παράδειγμα θα ήταν για μια ασφάλεια να πει πως, επειδή πιστεύει ότι δεν θα τρακάρεις στα επόμενα 30 χρόνια, δεν θα πληρώσεις ασφάλιστρο, και αν τρακάρεις, θα πληρώσει τη ζημία και θα πάρει ως αντάλλαγμα το τρακαρισμένο αυτοκίνητο. Δεν γνωρίζω πολλές ασφαλιστικές εταιρείες που να κάνουν τέτοια πακέτα και να είναι κερδοφόρες.

Το πρόβλημα λοιπόν είναι πως το κράτος δεν εισπράττει τίποτα σε αντάλλαγμα αυτής της ασφάλειας που παρέχει στις τράπεζες. Αντ’ αυτού, θα πάρει μετοχές στο τέλος των 30 ετών αν υπάρχει υπόλοιπο. Το ίδιο έγινε στην Ιταλία και στην Ισπανία. Στην Πορτογαλία ήταν πιο δίκαιοι. Το κράτος αποζημιώνεται με έκδοση δικαιωμάτων που μπορεί να πουλήσει όποτε θέλει.

Ποια είναι όμως η μέγιστη ζημία για το κράτος; Αν και δύσκολο, ένας πρόχειρος υπολογισμός μπορεί να γίνει. Γνωρίζουμε ότι οι ζημίες από το PSI είναι 37,7 δισ. Οσον αφορά τις ζημίες από τα δάνεια, αν υποθέσουμε ένα σχετικά γενναιόδωρο 40% επιστροφή, τότε έχουμε περίπου 60 δισ. συνολικές ζημίες. Δηλαδή για να μην πληρώσει το ελληνικό Δημόσιο, πρέπει οι τράπεζες τα επόμενα 30 χρόνια να έχουν συνολικά κέρδη περί τα 97,7 δισ. ή 3,2 δισ. τον χρόνο. Δύσκολο, αν σκεφτεί κανείς πως ο μέσος όρος των κερδών του τραπεζικού συστήματος τη χρυσή εποχή 2003-2008 ήταν περίπου τόσο. Αρα δυνητικά έχουμε ένα εύρος ζημιών για τον φορολογούμενο μεταξύ μηδέν και 26 δισ. περίπου.

Αυτά βλέπει η ΕΚΤ και για αυτό στη γνωμοδότησή της στην περίπτωση της Πορτογαλίας αναφέρει πως θα υπάρχουν κόστη για τα κράτη που ψήφισαν παρόμοιες τροπολογίες. Το πρόβλημα είναι πως στην Ελλάδα είναι πολύ μεγαλύτερα λόγω του PSI αλλά και λόγω του υψηλού ποσοστού μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η κυβέρνηση πρέπει να βοηθήσει τις τράπεζες, όχι όμως χωρίς αντάλλαγμα. Οι τράπεζες χρειάζονται πραγματικά κεφάλαια από ζεστό χρήμα και όχι λογιστικές αλχημείες. Επιπροσθέτως η τροπολογία του αναβαλλόμενου αλλάζει ριζικά τον ηθικό κίνδυνο (moral hazard) για τις διοικήσεις των τραπεζών και τις κάνει στόχο νόμιμης φοροαποφυγής από άλλες που έχουν κέρδη.
*Οικονομολόγος.
Καθημερινή 18/10/2014

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Το χαρούμενο και λυπηρό στρίμωγμα της Aριστεράς

Του Δημήτρη Σεβαστάκη
Ψάχνει άκρες. Έναν παλιό συμμαθητή από το 60ό Γυμνάσιο της Κυψέλης, έναν σύντροφο από τη «Σπουδάζουσα» . Απ' τα μέσα της δεκαετίας του '80, βρέθηκε στην Πολεοδομία και «πούλαγε» άδειες ή στην τράπεζα και «πούλαγε» επιχειρηματικά δάνεια. Μπόρεσε να χωθεί αφού είχε πλησιάσει την Τοπική του ΠΑΣΟΚ. Λίγο μετά -επί Δεξιάς- έβαλε και τη γυναίκα του στο τότε ΥΠΕΧΩΔΕ. Πέρασαν «φανταστικά», όπως λέει. Ήσυχα και παχιά, με κυριακάτικες εξορμήσεις στη Χασιά (αγριογούρουνο ή προβατίνα), καλά αμάξια (ένα σεντάν 2.000 κυβικών εκείνος, η γυναίκα τζιπάκι και ο γιος Gt-i), εύκολο δάνειο (για φορολογικούς λόγους, τα λεφτά τα είχε), μεγάλο σπίτι (πέντε χιλιάδες, μόνο τα ιταλικά έπιπλα κουζίνας).
Τώρα πιέζεται πολύ. Τα χαράτσια, ο ΕΝΦΙΑ, οι δόσεις (είχε φουσκώσει πολύ τις κάρτες), δεν βρίσκει και κάτι για τον γιο (άνεργος, όλη μέρα με φραπέδες στο Στοίχημα και το smartphone). Έκανε τα χαρτιά του για σύνταξη, είχε τα χρόνια άλλωστε, έχωσε και κάποια πλασματικά. Παίρνει «έναντι» και μαζί μια σημαντική κάτω βόλτα. Φέτος δεν πήγε -πρώτη φορά- στο χωριό. Του προσέχει ένας γείτονας το κτήμα.
Το απόγευμα του Σαββάτου μελαγχολεί στο σούπερ μάρκετ. Όλα ακριβά. Παλιά έπαιρνε τρία - τρία τα μπουκάλια ουίσκι. Μεγαλεία... Τόσα χρόνια είχε εκπαιδευτεί να βρίσκει άκρες, να βρίσκει τις τρύπες του συστήματος, να τις αναπαράγει με τη σειρά του, να τρυπώνει, να ελίσσεται. Μια με τον έναν, μια με τον άλλον -αλλά στον καθένα έλεγε ότι ήταν δικός του. Έπειθε με μια καπάτσα κακομοιριά.
Ανακαλεί σήμερα μια πολιτική αργκό, για να πλησιάσει ξανά τον ΣΥΡΙΖΑΙΟ, «να θυμηθούνε τα παλιά». Είχαν χαθεί τόσα χρόνια. Είναι ένας διαψευσμένος, φοβισμένος, τσαντισμένος μικροαστός. Όχι ριζοσπαστικοποιημένος. Στο προηγούμενο κείμενό μου (Η στροφή προς τον ΣΥΡΙΖΑ είναι και προς την Αριστερά;) είχα ισχυριστεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πλησιάζει μεν την εξουσία (με τον ΕΝΦΙΑ και την αυτοδυναμία), αλλά, παραδόξως, στενεύει το πεδίο πολιτικής του παρέμβασης. Εννοούσα περίπου αυτό που αφηγούμαι.
Ο ανεξέλικτος μικροαστός, χωρίς εγερτικό σθένος, χωρίς καμιά πολιτική ποιότητα, παραγγέλνει από τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ αυτό που του λείπει. Ασφάλεια και φράγκα. Ανασυγκροτεί μια συντηρητική νοοτροπία, μια υπερδεξιά πλαστικότητα. Όχι την καιροσκοπική που ξέρουμε, ούτε αυτή που διακρίναμε πίσω από τις επιστρώσεις του νεόπλουτου τυχοδιωκτισμού. Αλλά μια πιο μίζερη και καταθλιπτική πολιτική «ευλυγισία», εξίσου δουλική και στασιμοποιητική με τις παραδοσιακές.
Έτσι βέβαια γράφεται η ιστορία. Αυτά τα άθλια υπήρξαν τα υλικά της. Ο Μαρξ θεμελίωσε την ανάγκη ως μοχλό της (το πήρε κι ο ΣΥΡΙΖΑ και το πιπιλίζει). Ποια όμως ανάγκη; Γιατί δεν υπάρχουν ανάγκες εκτός ιστορίας, αλλά η κάθε περίοδος συγκροτεί τις δικές της ιεραρχήσεις. Ολόκληρο το δικό μας οικοδόμημα βασίζεται σε ψευδοανάγκες, σε πολιτισμικές επιστρώσεις, όπου ο μικροαστός νομίζει, θεωρεί, παρανοεί. Ως γνωστόν ανάγκη γι' αυτόν υπήρξε η κοινωνική εγγραφή μέσα απ' την καταναλωτική επέκταση, τη μεγέθυνση.
Στην περίπτωση της χώρας μας αυτό έδινε βέβαια δουλειά στους εισαγωγείς αυτοκινήτων και κουζινών, αλλά δεν διαμόρφωνε ίχνος παραγωγικής αυτοσυνείδησης. Διαμόρφωνε νεόπλουτους αυτο-απασχολούμενους τεχνίτες, κατασκευαστές κατοικιών, επιχειρηματίες μάντρας αυτοκινήτων και πωλητές φαρμάκων σε νοσοκομεία, καθώς και μια παρασιτική μεγαλοαστική τάξη. Διαμόρφωσε μια φοροφυγάδα επινοητικότητα, αλλά δεν συγκρότησε ίχνος συλλογικής αλλά και εργασιακής συνείδησης. Ναι, αυτό το απίθανο κοινωνικό υλικό προδεσμεύει την Αριστερά στο πρώτο διάβημά της προς την εξουσία. Και αυτή η προδέσμευση αναπαράγεται.
Πόσες από τις πολιτικές εκφωνήσεις έχουν τον σπασμωδικό χαρακτήρα της αποδοχής ενός τυχαίου λομπίστικου αιτήματος, πόση ρητορική ξοδεύεται για να μην γίνει μισή κουβέντα για τα δύσκολα! Ολόκληρο το αίτημα παραγωγικής ανασυγκρότησης παραμένει δέσμιο συμβάσεων που εγκατέστησε ο ανθρωπότυπος που περιγράφω. Παραγγέλνεται ακόμα μια φορά στην ιστορία μας μια θεότητα που διανέμει αγαθό, αντί να συγκροτηθεί ή ευνοηθεί ο «δύσκολος», αυτόβουλος, ενεργός πολίτης, που παράγει το αγαθό και διεκδικεί την πολιτική του κάρπωση ως συλλογική αναδιανομή, δηλαδή ως δικαιοσύνη, ως θεμελιακό στοιχείο ιστορικής συνείδησης, ταυτότητας,. Όχι ως θυρίδα, αλλά ως ανοικτή διεκδικητική συνθήκη. Γιατί αυτό που παράγεις το μοιράζεσαι. Και αυτό δεν είναι αφαίρεση από το δικαίωμά σου, αλλά τοκισμός της σχέσης σου με τον άλλο.
Αυτό νομίζω είναι η Αριστερά. Φοβάμαι ότι μια τυφλά δικαιωματική Αριστερά καπελώνει την ιστορικά αναγκαία Αριστερά. Σχεσιακή Αριστερά έχουμε ανάγκη, όχι δικαιωματική. Το κακό είναι ότι κρίσιμα επίδικα, όπως η μεταρρύθμιση, οι νέες θεσμικές ποιότητες, η αναδιαμόρφωση του κράτους, των συνδικάτων, το νέο συνεταιριστικό και αυτοδιοικητικό κίνημα (όχι τα διεφθαρμένα κρατικοδίαιτα υβρίδια) διαστράφηκαν από τα παλιά κόμματα σε επαίσχυντο ρουσφέτι (που μάλιστα πολλοί αναπαράγουν και τώρα) και στην εκδικητική μανία που έχει καταλάβει δημόσιο λόγο και χώρο.
Νομίζω μια παρεμφερής με τη δική μου στενοχώρια (για το ότι χαμένοι, εν τέλει, θα είναι οι ίδιοι οι υποδειγματικοί πολίτες) τυλίγει πολλούς, άσχετα αν ο πόθος αλλαγής διασκεδάζει και μεταθέτει. Αλλά είναι σίγουρο ότι στην αναπόφευκτη καμπύλη που θα ακολουθήσει θα εκδηλωθούν όλα. Όσα δεν θέλουμε να δούμε...
Σημείωση 1η. Ο τύπος που περιγράφω μπορεί να έχει και συνέχεια. Π.χ. έγινε μέλος της νομαρχιακής, αφού κατέβασε τους παλιούς συναδέλφους του στην οργάνωση και τον ψήφισαν. Έκανε δικό του μπλογκ και ανεβάζει ανέκδοτα για τον Σαμαρά. Σιγά - σιγά θα μοιράζει δουλειές ΕΣΠΑ.
Σημείωση 2η: Αλήθεια, το ΕΣΠΑ είναι το νέο παραγωγικό όνειρο που θα κτίσει και το νέο ιστορικό υποκείμενο;
Σημείωση 3η: Επιφυλάσσομαι, ελπίζοντας.

* Ο Δημήτρης Α. Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, αν. καθηγητής ΕΜΠ
Αυγή 28/9/2014

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Ας δώσουμε λίγο χώρο

Του Νίκου Ξυδάκη

Το μίσος και η τυφλότης έχουν πολλούς τρόπους έκφρασης. Κάποιοι είναι φρικτοί, μες στην ωμότητά τους και τη δύναμη που έχουν να μας υπενθυμίζουν οδυνηρά το θηρίο που ενυπάρχει στον άνθρωπο. Τέτοια φρικτή έκφραση μίσους είναι, ας πούμε, οι παραδειγματικοί αποκεφαλισμοί που τελούν φονταμενταλιστές με φόντο την έρημο και έναν πυλώνα. Αλλη έκφραση είναι η σιωπηλή βία που υφίστανται οι ανά την Γη περιθωριοποιημένοι και καταφρονεμένοι, οι τρόφιμοι των γκέτο, οι αιωνίως χαμένοι και άτυχοι της Ιστορίας. Αλλη έκφραση βίας είναι οι άμυαλες τελετουργίες νέων ανθρώπων που παραδίδονται στη λατρεία της κτηνώδους δύναμης και του ολοκληρωτισμού, και εντέλει πέφτουν θύματα αυτής της λατρείας.

Ολα συμβαίνουν, στις πολιτισμένες ζώνες και στις απολίτιστες, στις πόλεις, στις ερήμους, όλα μαζί και ταυτοχρόνως, μεταδιδόμενα ακαριαίως και πολλαπλασιαζόμενα από συμβατικά και καινοφανή μίντια, ως εικόνες. Μεταφέρουν μηνύματα οι εικόνες; Μετουσιώνονται σε σκέψη; Δεν μπορώ να πω, κανείς δεν μπορεί να πει τελεσίδικα. Μπορεί οι εικόνες μίσους και βίας να λειτουργούν ως υπομνήσεις της ανθρώπινης φύσεως, ως υπομνήσεις για την ανάγκη διαρκούς αγώνα για αποθηρίωση και ενανθρώπιση. Μπορεί. Μπορεί όμως να μένουν εικόνες, να καταναλώνονται ως εικόνες, από ένα παγκόσμιο κοινό μιθριδατισμένο, που προσεγγίζει πλέον τη φύση του ως διαδοχή εικόνων μέσα από το σμάρτφον και την ταμπλέτα, μέσα από τις οθόνες που κατακλύζουν τράνζιτ αυτοκινητόδρομων και αεροδρομίων. Εικόνες.

Μα και η διάχυτη κακία στον επιπολής βίο, χωρίς καν τα ακραία φαινόμενα της θανάτωσης, της σωματικής βίας. Ενταση, φθόνος, μοχθηρία, στρατοπεδικός χωρισμός του κόσμου σε άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, δικός μας-εχθρός. Η κρίση δεν ρήμαξε μόνο τις υλικές προϋποθέσεις του βίου, αλλά και τα ηθικά του θεμέλια, τις δυσκολοκατορθωμένες ψυχοπνευματικές προϋποθέσεις του έλλογου συλλογικού βίου. Η πενία, η δυσχέρεια, η ανασφάλεια, η διευρυνόμενη ανισότητα και αδικία κατατρώγουν και κλονίζουν το πλαίσιο ειρηνικής συμβίωσης, την ανεκτικότητα, την αμοιβαία αποδοχή, την καταλλαγή και την αλληλοπεριχώρηση. Ολα αυτά υποχωρούν, σβήνουν. Φουντώνουν οι συγκρούσεις ― υπαρκτές βεβαίως και θεμιτές σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, αλλά τώρα θεριεμένες και άσβεστες, άλλοτε από την ανάγκη και τη δίκαιη αγανάκτηση, αλλά συχνά και από την τυφλή οργή, τον ξαναμμένο φθόνο, την παμφάγο κατάκριση.

Αυτές τις δεύτερες δεν θα τις ονόμαζα καν συγκρούσεις, αλλά έριδες, νείκος, μανίες των αδερφοφάδων. Διότι στην κοινωνική σύγκρουση υπάρχουν ομάδες, συμφέροντα, διαχωριστικές γραμμές, υπάρχει υπολογισμός ή και σεβασμός του αντιπάλου, υπάρχει λόγος, και υπάρχει τέλος. Στη διάχυτη Εριδα επικρατούν η μισαλλοδοξία, ο φθόνος, η μοχθηρία, η τυφλή απόρριψη, η μνησικακία, η έλλειψη αυτοσεβασμού. Η τυφλότης.

Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω λεπτομερέστερα, ενδελεχώς. Δεν μπορώ. Είναι περισσότερο μια αίσθηση, για τη δυσφορία που απλώνεται σαν μύκητας στο κοινωνικό σώμα, το κατατρώει και το εξασθενεί, το γεμίζει πυρετό. Μια ασθένεια ανάλογης βαρύτητας με την υλική πενία και την πολιτική αστάθεια. Ισως γιατί σιγοκαίει μέσα μας και γύρω μας· δεν μας επιτρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω για να δούμε την όλη εικόνα, τον μακρύτερο χρόνο, τον όλο τόπο, τους εαυτούς μας ανάμεσα στους άλλους.

Κι εν τω μεταξύ μας κατακλύζουν οι εικόνες βίας κατά ριπάς. Ας σταθούμε για λίγο, να πάρουμε μιαν ανάσα. Ας δώσουμε λίγο χώρο στον εαυτό μας και στον άλλο. Λίγο χώρο.

Καθημερινή 22/8/2014

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Και τώρα, πού πάμε;

Του Νικόλα Σεβαστάκη

Τέσσερις δεκαετίες ζούμε στο κατόπι της Μεταπολίτευσης και των χρονικών της. Μας απασχολούν τα ανώγια και τα κατώγια, οι επίσημες κι οι παράτυπες όψεις της ελληνικής κοινωνικοπολιτικής ζωής του ύστερου 20ού αιώνα. Οι απολογισμοί, περισσότερο πικροί παρά γενναιόδωροι, περισσεύουν. Ζούμε, κυρίως, με την απορία για το πού ακριβώς κατευθυνόμαστε, για τον προσανατολισμό αυτού του κράτους και της συγκεκριμένης κοινωνικής του ενδοχώρας.
 Τα τελευταία χρόνια, η κρίση πυροδότησε ουσιαστικά όλες τις εκδοχές παρωδιακής αναβίωσης ή δογματικής αποκήρυξης της Μεταπολίτευσης. Εχει έλθει η ώρα να τεθεί και το πραγματικό ερώτημα, πέρα από το άγχος για την ανάσταση παλαιάς κοπής αγωνιστικών ριζοσπαστισμών αλλά και δίχως εχθρότητα προς τον δημοκρατικό άνεμο των χρόνων μετά το ’74, αίσθημα φανερό ακόμα σε ορισμένους κύκλους της πολιτικής και της διανόησης.
 Το πραγματικό ερώτημα νομίζω ότι αφορά τη νέα επινόηση της δημοκρατίας μας ως πολιτικής κοινότητας αλλά και ως κοινωνικών πρακτικών που συναποτελούν τον ελληνικό δημόσιο χώρο. Τι σημαίνει όμως «επινόηση» όταν αναφερόμαστε σε δημόσια πρότυπα και πολιτικές συλλήψεις; Υπάρχει, ως γνωστόν, ο πειρασμός να δοθεί μιαν απάντηση στο ερώτημα με ένα «ούτε δεξιά ούτε αριστερά», λύση που προωθεί πλέον έναν ακραίο εκλεκτικισμό σερφάροντας, δίχως ιεράρχηση, απ’ τα αντικρατικά στερεότυπα της νεοφιλελεύθερης Κεντροδεξιάς ώς την πολιτισμική Αριστερά. Σε αυτή την περίπτωση, η νέα επινόηση της δημοκρατίας συνδέεται κυρίως με μια «μεταπαραδοσιακή» ατζέντα διαλόγου που βγάζει εκτός συμμαχίας μόνο τους φασίστες ή τους απροκάλυπτα αντιδραστικούς.
Την ίδια στιγμή, η δεσπόζουσα εκλογικά και πολιτικά έκφραση της Αριστεράς στον τόπο μας συνεχίζει να υποτιμά τα αδιέξοδα και τις σημαντικές στρεβλώσεις που γιγαντώθηκαν και στο έδαφος προοδευτικών ή «φιλολαϊκών» κοινωνικών θεσμών των προηγούμενων δεκαετιών. Συχνά εκπέμπεται το μήνυμα πως το μοναδικό πρόβλημα από το 1974 και έπειτα υπήρξαν κάποιες κακές ολιγαρχίες, αθωώνοντας με αυτόν τον τρόπο ένα σύνθετο πλέγμα ηθών και πρακτικών που ιδιωτικοποίησαν την ελληνική δημοκρατία πριν ακόμα προβληθούν θεσμικά οι λεγόμενες πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων.
 Από τη μία βλέπουμε να προωθείται η «υπέρβαση» του παλαιοκομματισμού με όρους μεταπολιτικής και επιτροπών σοφών. Από την άλλη, είναι ορατή η αδυναμία ή και η απροθυμία του αριστερού ριζοσπαστισμού να προτείνει μια νέα πολιτική ενότητα μακριά από τη μυθολογική χρήση των «ανένδοτων αγώνων» ή την αυταπάτη για ηγεμονικές αυτοδυναμίες.
 Παρ’ όλα αυτά, οι συλλογικές μας αναπαραστάσεις δεν είναι στατικές. Είναι περισσότεροι σήμερα όσοι έχουν καταλάβει ότι μια ανάπτυξη με τοξικούς Ασωπούς, μπαζωμένα ρέματα και σπατάλες Ολυμπιακών διαστάσεων θα ήταν ανεπιθύμητη. Πολύ περισσότεροι, επίσης, είναι εκείνοι οι οποίοι εκτιμούν τη σημασία ενός κοινωνικού κράτους που διαθέτει σοβαρές υποδομές αλλά και το ευρύτερο κόστος που έχει η υποτίμηση της εργασίας. Πολλοί, τέλος, είναι και όσοι αποδέχονται ένα νέο πλαίσιο κανόνων δικαιοσύνης έχοντας επίγνωση της μη επιστροφής στα θέσμια του προηγούμενου μοντέλου. Από αυτόν εξάλλου τον κόσμο μπορεί και μόνο να στηριχτεί μια αριστερή πολιτική που θα έχει αυξημένη αίσθηση των δυσκολιών και του τραγικού ιστορικού περίγυρου. Και μιλώ για μια απαραίτητη αίσθηση του τραγικού, διότι διαβάζω άπειρες αναλύσεις που περιγράφουν έναν φανταστικό κόσμο χωρισμένο σε νεοφιλελευθερισμό και σοσιαλισμό παρ’ ότι σε ένα μεγάλο μέρος της γης δεν υφίσταται καν πολιτική Αριστερά (σοσιαλιστική), ενώ λίγο πιο μακριά από το χωριό μας την «ηγεμονία» την κερδίζουν με ποταμούς αίματος… σουνίτες τζιχαντιστές που ιδρύουν Χαλιφάτα!
 Και στο εσωτερικό όμως επιβάλλεται η παραδοχή της πραγματικότητας: ότι αναπτύσσεται ένας υδροκέφαλος ματαιωμένος εθνικισμός, ένας αντιπολιτικός πρωτογονισμός και ένας αντιδημοκρατικός «ριζοσπαστισμός» που ονειρεύεται την ανόρθωση του έθνους ως εθνοκάθαρση (των κάθε λογής εχθρών και διαφωνούντων). Πληθαίνουν οι συμπολίτες μας που έχουν απολέσει κάθε ίχνος εμπιστοσύνης, που χειρίζονται απλώς διαφορετικά διαπροσωπικά ή επαγγελματικά μίση ή κινούνται αποκλειστικά στη βάση της αντεκδίκησης κατά πάντων.
 Σαράντα χρόνια έπειτα από την τομή του 1974 όλα είναι λοιπόν πάνω στο τραπέζι. Υπάρχει ο λαός του Μπέου και του Κασιδιάρη αλλά και εκείνοι οι πολλοί Ελληνες που αντιστέκονται στις νέες μορφές βάναυσης χειραγώγησης των λαϊκών αισθημάτων. Και μέσα στην Αριστερά γίνεται πιο επιτακτική, ακόμα και αν δεν συζητείται ανοιχτά, η ανάγκη ενός σαφούς ηθικοπολιτικού διαχωρισμού από τις κουλτούρες του αυταρχικού ριζοσπαστισμού και της ιδεολογικής μισαλλοδοξίας που μας έρχονται από το παρελθόν. Ακριβώς για να μην περάσει το δημαγωγικό μήνυμα «ούτε δεξιά ούτε αριστερά» μοιάζει πιο απαραίτητη από ποτέ η ανάγκη να ξανασκεφτούμε τη διαιρετική τομή Δεξιάς και Αριστεράς με τους όρους του έτους 2014, όχι με τους όρους του 1944, του 1965 ή και του 1989.
 Ανάμεσα στο «όλοι οι καλοί Ελληνες χωρούν» και στη φαντασίωση μιας κάθετης διαίρεσης φίλων και εχθρών, ανάμεσα στην έλλειψη ιδεολογικού συνόρου και στον ιδεολογικό αναχρονισμό των εμφυλίων, ανοίγεται το πεδίο των πραγματικών και επισφαλών αναμετρήσεων. Οχι μόνο με την παγίωση της ύφεσης αλλά με την επικίνδυνη παραγωγική, ποιοτική και οικολογική καχεξία του ελληνικού καπιταλισμού. Για να μην προχωρήσει περισσότερο η απαξίωση της ευρωπαϊκής και δυτικής μας ταυτότητας που κατοχυρώθηκε μετά το 1974. Και για να μην κυριαρχήσει στον κοινό νου ο εθνικισμός ως μοναδικός χειριστής της συλλογικής αγωνίας και της ιδέας του γενικού συμφέροντος.
 Μια τέτοια πολύπλευρη, διανοητική και πολιτική, αναμέτρηση με τους κινδύνους τού σήμερα και τα ιδεολογικά παραπροϊόντα της κρίσης θα ήταν ο καλύτερος τρόπος να μην ξεχάσουμε τη Μεταπολίτευση αλλά, θάβοντας όσα πρέπει επιτέλους να ταφούν, να ανανεώσουμε τη θετική της κληρονομιά. Οσο, αντίθετα, η εμπειρία αυτών των χρόνων –που υπήρξαν για πολλούς από εμάς τόσο η πολιτική όσο και η αισθηματική μας αγωγή– θα γίνεται απλώς πρόσχημα για να διεξάγουμε ανόητους πολιτικούς και πολιτισμικούς πολέμους, όσο δηλαδή θα λείπει ο ειλικρινής αναστοχασμός, τόσο θα μεγαλώνει και ο κίνδυνος μιας δυσάρεστης έκπληξης: εκεί που περιμένουμε τη νέα Μεταπολίτευση να προκύψει μια εποχή διαλυτικής αστάθειας και νεοσυντηρητικών οπισθοδρομήσεων. Το ζήτημα είναι να έχουμε πλήρη συνείδηση και αυτού του ρίσκου.

*Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών στο ΑΠΘ
 Εφημερίδα των Συντακτών 21/7/2014

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Ο πορτογαλικός ιός είναι ο όνυχας ενός λέοντα

Αυτό που συνέβη στην Πορτογαλία είναι γνωστό. Ο πορτογαλικός όμιλος Espirito Santo International, που κατέχει 25% στην τράπεζα Banco Espirito Santo, μία από τις μεγαλύτερες πορτογαλικές αλλά όχι μεγάλη για τα ευρωπαϊκά δεδομένα τράπεζα με 43 δισ. ευρώ ενεργητικό, καθυστέρησε να αποπληρώσει βραχυπρόθεσμο χρέος που είχε πουλήσει σε πελάτες του. Παρότι η Banco Espirito Santo διευκρίνισε ότι αυτή η καθυστέρηση δεν αφορά και δεν επηρεάζει τους δικούς της πελάτες, ο φόβος εξαπλώθηκε αστραπιαία. Την Τετάρτη, οι μετοχές του ομίλου έκαναν βουτιά. Την Πέμπτη (όταν η Ελλάδα επέμεινε να βγει στις αγορές για 3 δισ. ευρώ...) ο πανικός επεκτάθηκε σε όλες τις αγορές. Ανεστάλη η διαπραγμάτευση των μετοχών όλων των εταιρειών του ομίλου. Ο πανευρωπαϊκός δείκτης τραπεζικών μετοχών Stoxx Europe 600 υποχώρησε σε χαμηλό 7μήνου. Ανεστάλη η διαπραγμάτευση αρκετών ιταλικών τραπεζών. Η Banco Popular Espanol ανέστειλε την έκδοση ομολόγου CoCo για 500 εκατ. ευρώ. Πτώση στα ευρωπαϊκά και, μαζί, στο χρηματιστήριο της Ν. Υόρκης. Τα κεφάλαια έφευγαν πανικόβλητα από μετοχές και ομόλογα, έσπευδαν να βρουν καταφύγιο στον χρυσό (που έφτασε στο υψηλό τεσσάρων μηνών) και στο γιεν.

Ολα αυτά, επειδή καθυστέρησε η πληρωμή ενός κουπονιού;

Εξ όνυχος τον λέοντα. Ονυχας, το κουπόνι. Λέοντας είναι η νέα χρηματοπιστωτική φούσκα που σχηματίζεται. Οπως είπε ο Claudio Borio, επικεφαλής του τμήματος νομισματικών και οικονομικών υποθέσεων της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS), αυτά που συμβαίνουν, τα έχουμε ξαναδεί στο πρόσφατο παρελθόν – κι αυτό είναι το απογοητευτικό. Προ ημερών, στις 29 Ιουνίου, η BIS, στο διοικητικό συμβούλιο της οποίας μετέχουν η κ. Yellen της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, ο κ. Draghi της Ευρωπαϊκής Κεντρική Τράπεζας, οι πρόεδροι των κεντρικών τραπεζών Κίνας, Ιαπωνίας, Ινδίας και πολλών άλλων χωρών, έστειλε από τη Βασιλεία της Ελβετίας ηχηρό μήνυμα ότι η παγκόσμια οικονομία ενδεχομένως οδηγείται σε μια νέα κρίση.

Τι συμβαίνει; Οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες του κόσμου παρέχουν άφθονη και φθηνή ρευστότητα, επιχειρώντας να στηρίξουν την διεθνή ανάκαμψη με την άσκηση «μη συμβατικών νομισματικών πολιτικών» - πολιτικών που κρατούν τα επιτόκια στην περιοχή του μηδενός επί μακρόν και πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης ή/και παρέμβασης στις συναλλαγματικές ισοτιμίες. Παρέχουν, στην ουσία, άφθονα φθηνά κεφάλαια, επιδιώκοντας να διευκολύνουν τις επενδύσεις σε παραγωγικούς τομείς και, έτσι, να δώσουν χρόνο στην ιδιωτική επιχειρηματικότητα να διορθώσει τις στρεβλώσεις που δημιούργησε κυνηγώντας το βραχυπρόθεσμο κέρδος στην προηγούμενη περίοδο άφθονης ρευστότητας, προ κρίσης 2007. Αλλά, πώς χρησιμοποιούνται αυτά τα κεφάλαια;

Η BIS ανησυχεί ότι οι αναγκαιότητες που προκύπτουν από τους μεγάλους χρηματοπιστωτικούς κύκλους διάρκειας 15-20 ετών που καταλήγουν σε μια κρίση, παραγνωρίζονται χάρη των βραχύτερων επιχειρηματικών κύκλων, διάρκειας 8 ετών. Ετσι, αναφέρει στη φετινή ετήσια έκθεσή της, «αντί να δημιουργούν νέο παραγωγικό δυναμικό, οι μεγάλες εταιρείες επαναγοράζουν τις μετοχές τους ή επιδίδονται σε συγχωνεύσεις και εξαγορές. Παρά, λοιπόν, τις ασθενείς προοπτικές μακροπρόθεσμης μεγέθυνσης, το χρέος συνεχίζει να αυξάνεται». Με άλλα λόγια, η BIS λέει ότι οι μέτοχοι των μεγάλων εταιρειών αντί να κάνουν επενδύσεις βάζουν τα λεφτά στην τσέπη τους. Και οι κυβερνήσεις; Βλέπουν μέχρι τη μύτη τους, δρουν βραχυπρόθεσμα, παρότι «ήδη συζητιέται και το ενδεχόμενο μιας παγκόσμιας οικονομικής στασιμότητας».

Οι κυρίαρχοι του κόσμου «μεθούν με το εύκολο χρήμα και έχουν ήδη ξεχάσει τα μαθήματα του πρόσφατου παρελθόντος», έγραψαν οι New York Times. Τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Οι δυνάμεις που έσυραν τον κόσμο στην κρίση το 2007, οι «αγορές», διασώθηκαν χάρη στα κράτη που τους προσέφεραν τρισεκατομμύρια ευρώ/δολάρια φορολογικά κι άλλα δημόσια έσοδα με πολυδάπανα προγράμματα πίσω από «κωδικούς» όπως TALF, TAF, TARP, SMP, LTRO. Τα κράτη τσάκισαν από την αιμορραγία (το «δικό μας» είναι η εξαίρεση, είχε διαλυθεί πολύ πριν). Καθώς ελλείμματα και χρέη τα πνίγουν (κι αυτά, με τη σειρά τους, πνίγουν τον κόσμο της εργασίας), οι «αγορές» επιχειρούν ένα θριαμβικό επαναλανσάρισμα ως τη μόνη υπαρκτή δύναμη υπέρβασης της κρίσης – που προκάλεσαν. Οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες αδειάζουν στα πόδια τους άφθονα κεφάλαια - και προσεύχονται. Πριν αλέκτορα φωνήσαι, η παραγωγική αξιοποίηση αυτών των κεφαλαίων αποδεικνύεται φενάκη. Οπως διαπιστώνει και η BIS, αντί να κάνουν επενδύσεις, οι μεγάλες εταιρείες κάνουν επαναγορές μετοχών – πλουτίζουν οι μέτοχοι και, με bonus, οι διοικήσεις.

Οι παρενέργειες της καθυστέρησης πληρωμής ενός κουπονιού, δείχνουν ότι οι «αγορές» έχουν πλήρη επίγνωση της κατάστασης. Ολοι οι άλλοι δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε το μάθημα.

του Κώστα Καλλίτση

Καθημερινή 13/7/2014

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Mηχανές

             
                                     
                                      

                                          

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Η κοπέλα που αγαπούσε τα παπούτσια


Η Χριστίνα γεννήθηκε παχουλή.Και όσο μεγάλωνε συνέχιζε να επαυξάνει το βάρος της.Λίγο το ρημάδι το DNA, λίγο η υπερπροστατευτική μαμά, λίγο ότι μεγάλωσε σε εποχές περισσεύματος  (τα λεφτά υπήρχαν τότε), τι να σου κάνει το παιδί.

Μεγάλο πρόβλημα της μαμάς όμως δεν ήταν το παχύσαρκο παιδί, όσο ότι δεν έβρισκε τα κατάλληλα ρουχαλάκια να της παίρνει ως δώρα και να την στολίζει.Ούτε οι συγγενείς, φίλοι, νονοί και λοιπός περίγυρος μπορούσαν να της πάρουν ρούχα, παρά μόνο παιχνιδάκια.Μέγιστο πρόβλημα λοιπόν.Τα όμορφα ρουχαλάκια δεν της έκαναν, αναγκάζονταν να φοράει  ότι να είναι αρκεί να την χωρούσαν.Άρα δεν κάνανε για δώρο.Σε καιρούς που τα κοριτσάκια μεγάλωναν μέσα στην πρώτη λέξη της μόδας, η Χριστίνα μας δεν μπορούσε να συμμετέχει σε αυτό το εντυπωσιακό πάρτι και να το χαρεί και αυτή και οι υπόλοιποι.

Βρέθηκε  όμως λύση από την εφευρετική μαμά. Και αυτή ήταν τα παπούτσια.Εδώ δεν υπήρχε μεγάλο πρόβλημα με το μέγεθος, άρα να η λύση .Ενημερώθηκε καταλλήλως και ο περίγυρος, ώστε όλα τα δωράκια να είναι παπούτσια.Εκεί χαρά και γλέντι στα πιο όμορφα, τα πιο φανταχτερά, τα πιο tredy. Στην οργανωμένη προσπάθεια δε της «αντιμετώπισης» του πάχους της Χριστίνας , δόθηκε ακόμη και ιδεολογική κάλυψη της κατά τα λοιπά  αναγκαστικής  αυτής επιλογής, με τη χρήση του θέσφατου «Άντρας που δεν θαυμάζει τα παπούτσια μιας κοπέλας στο πρώτο ραντεβού, δεν κάνει, πάμε για άλλον».Η μάχη της Χριστίνας με την χαμένη παιδικότητα και μετά την χαμένη εφηβεία, δόθηκε έτσι επιτυχώς. (Δαίμονα του πληκτρολογίου, τι ψιθυρίζεις «η εγχείρηση επέτυχε, ο ασθενής απέθανεν»;Σε ρώτησε κανείς;)

Όλη η μελλοντική κοινωνική επένδυση πάνω στην  Χριστίνα, αρθρώθηκε εν τέλει (εκτός των κλασικών προτύπων βεβαίως) γύρω από την απόκτηση και επίδειξη μεγάλης και εντυπωσιακής γκάμας παπουτσιών κάθε είδους και για κάθε εποχή. ( Τι είπες δαίμονα; Αυτό σου θυμίζει την Ιμέλντα Μάρκος;Μην με μπερδεύεις τώρα, άσε που αυτή ήταν και τριτοκοσμικιά)

Ας πούμε ο πρίγκηπας των ονείρων της διαπλάστηκε έτσι ώστε εκτός των παραδοσιακών προτύπων( οικογένεια, παιδιά, λεφτά κλπ) να περιλαμβάνει υποχρεωτικά-αν όχι πρωταγωνιστικά- την δυνατότητα για διαρκή ανανέωση και  επέκταση του χώρου που καταλάμβανε η παπουτσοθήκη , αλλά και  η  διαρκής ποιοτική αναβάθμιση του περιεχομένου της. (Όχι  δαίμονα, δεν ήταν απαραίτητο ο πρίγκηπας να ήταν και  παπουτσής στο επάγγελμα, άσε που έχει χαθεί το επάγγελμα αυτό).

Έτσι μπορεί η Χριστίνα να έχανε παιδική ηλικία και εφηβεία (και δεν έφταιγαν βέβαια για αυτό τα κιλά της, άλλοι χάνουν τα ίδια λόγω ομορφιάς, εξυπνάδας και άλλων «θετικών» χαρακτηριστικών), αλλά τι πειράζει; Απλώς είχε μετατοπιστεί ο άξονας συγκρότησης της ζωής της και της προσωπικότητάς της. Είχε όλα τα «καλά» που «έπρεπε» να έχει,είχε ένα πρόβλημα λόγω πάχους, αλλά το ισοσκέλιζε με το παραπάνω με την γκάμα παπουτσιών της, στην οποία καμιά άλλη συνομήλικη της δεν μπορούσε να την συναγωνιστεί Όλα τακτοποιημένα όλα νοικοκυρεμένα.
 Έτσι περνούσε ο καιρός κατά τας γραφάς του μπαμπά, της μαμάς, του σχολείου , του περίγυρου και της άτιμης της κοινωνίας (Τι θες δαίμονα; Ήταν λες και  υπάκουη; Ναι ήταν ,εσύ τι ζόρι τραβάς;)

Κάπου όμως γύρω στα 24-25 η μέχρι πρότινος ανέραστη Χριστίνα ερωτεύθηκε. Και μάλιστα με τον άγριο τρόπο του εφηβικό έρωτα σε προχωρημένη όμως ηλικία ενήλικα. Και εδώ τα βρήκε μπαστούνια.Όχι με το αντικείμενο του έρωτά της, αλλά με τον καθρέφτη της.Δεν την τρόμαζαν τα κιλά της, αλλά η εμμονή της με τα παπούτσια. Τι να βρει ένας άντρας σε μια γυναίκα με τέτοια εμμονή;(Ναι δαίμονά μου, άλλοι προσκολλούνται σε ακόμα βαρύτερα πράγματα, δίκιο έχεις, αλλά άσε με να συνεχίσω την ιστορία).

Όλα τα πρότυπα με τα οποία είχε ζήσει μέχρι τότε και ανέμενε να την συντροφεύουν και στην συνέχεια του βίου της κατέρρευσαν. Πλήρης ανατροπή. Στον εμμονικό τρόπο σκέψης της , κόλλησε η ιδέα ότι για όλα φταίγανε τα παπούτσια. Το μέχρι τότε αντικείμενο της νεύρωσής της , έγινε αντικείμενο απόλυτης απώθησης.Μπήκε μπρος λοιπόν το σχέδιο «Κάψτε τα παπούτσια».Κυριολεκτικά.Μηδέν αποτέλεσμα.

Πέρασε αρκετός και δύσκολος καιρός για να συνέλθει. Θες η ευφυΐα της, θες η τύχη τα κατάφερε αρκετά καλά.Χρειάστηκε να παλέψει με στερεότυπα,με το ίδιο της τον γενετικό κώδικα κατά κάποιον τρόπο.(Δεν ξέρω όλες τις λεπτομέρειές δαίμονά μου, μην γίνεσαι και αδιάκριτος.Πώς; Αυτή είναι η  φύση του δαίμονα; Ε, και εγώ τι να κάνω;)

Σήμερα η Χριστίνα είναι μια χαρά κοπέλα γύρω στα 30.Έχασε αρκετά κιλά (καλά δεν έγινε και συλφίδα, άλλωστε αυτό ήταν το πρόβλημά της;). Εργάζεται και ζει μια χαρά σε μια πόλη μακριά από το πατρικό της.Τίποτε δεν θυμίζει το βασανισμένο πλάσμα μέχρι τα 25 της.(Βρε δαίμονα, τελευταία  φορά σε αφήνω να παρέμβεις.Ναι, μπορεί να έχει τραύματα που δεν τα βλέπω εγώ.Και λοιπόν; Δεν την σκότωσαν κιόλας, ζει με αυτά. Όλοι έχουμε, μην κοιτάς που εσύ δεν σκαμπάζεις από αυτά)

Τίποτε; Και όμως υπάρχει κάτι που θυμίζει την παλιά Χριστίνα. Η αγάπη της για τα παπούτσια, που τα συλλέγει σε όσο μπορεί μεγαλύτερες ποσότητες και ποικιλία (όχι με την ίδια μανία πια είναι αλήθεια).Η εμμονή του παρελθόντος μετασχηματίστηκε μέσα της σε μια ευχαρίστηση.


Υ.Γ. Η παραπάνω ιστορία-κατά βάση πραγματική- έχει πολλές αναγνώσεις. Άλλες πιο κυριολεκτικές , άλλες πιο μεταφορικές.Άλλες με πιο προσωπικό βλέμμα, άλλες  με ευρύτερο πεδίο.Τι σημασία έχει; (Δαίμονα, θα σε πάρει ο δαίμονας.Όχι ρε συ, διδακτικές αναγνώσεις δεν έχει, και αν έχει δε με ενδιαφέρουν). Αν είναι μια όμορφη ιστορία, όπως εξελίχθηκε τελικά  η όμορφη αγάπη της Χριστίνας για  τα παπούτσια, αυτό μετράει. Και αν κάποιος πιο ικανός από εμένα ενδιαφερθεί  να την γράψει ομορφότερα, ακόμα καλύτερα.


Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Δρόμοι



                                               
                       

                                     

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

Επαναφορά στην Δημοκρατική διαπάλη και αμηχανία


Τελικά οι τελευταίες εκλογές , εκτός από τα αποτελέσματά τους και τα όποια συμπεράσματα , έδωσαν και κάτι πολύ θετικό.Αν οι εκλογές του 2012 ήταν η κορύφωση του μνημόνιο-αντιμνημόνιο, σταθερότητα-διάλυση, ευρώ-μη ευρώ , οι εκλογές του 2014 σε όλα τα επίπεδα (δημοτικές και ευρωεκλογές) συνιστούν σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο μια υπέρβαση.

Την επαναφορά στην κανονική πολιτική διαπάλη, στον άξονα Δεξιά- Αριστερά,  στην κανονική Δημοκρατία δηλαδή, με ότι και αν σηματοδοτούν οι όροι αυτοί σε κάθε εποχή.

Χωρίς να παραγνωρίζουμε δισταγμούς , πισωγυρίσματα, και κεκτημένες συνήθειες και ταχύτητες που θα συνεχίσουν για καιρό να είναι παρούσες , είναι σαφές ότι η στροφή αυτή είναι αναπότρεπτη. Μόνο πολύ σοβαρά γεγονότα είναι  δυνατόν να ανατρέψουν το δεδομένο αυτό και μάλιστα όχι με επιστροφή στην προηγούμενη θεματολογία, αλλά με άλλες μορφές αδύνατον να προβλεφθούν.
Η εξέλιξη αυτή ,οδηγεί όλες τις πλευρές να επαναδιατυπώσουν τα σημαινόμενα του λόγου και της παρουσίας τους. Όσοι αδυνατούν να το κάνουν , θα οδηγηθούν σε εξαφάνιση τύπου ΑΝΕΛ που είναι και το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα κόμματος που βάσισε την ύπαρξή του σε πρόσκαιρες αν και ισχυρές αντιθέσεις μιας περιόδου .

Σε αυτή τη βάση , ο «κακόμοιρος Ευρωπαϊσμός» και ο «αναχρονιστικός ριζοσπαστισμός», που αναφέραμε στην προηγούμενη ανάρτησή μας, εκμετρούν το ζην σαν στρατηγικές και τακτικές επιλογές.Σε πρώτη φάση, τα αντικαθιστά μια αμηχανία που ήδη είναι εμφανής σε όλες τις πλευρές.

Το «όπλο» του ανασχηματισμού σαν απάντηση σε αυτή την αμηχανία από την κυβερνητική πλευρά, προφανώς δεν αποτελεί στέρεη βάση δόμησης μιας νέας γραμμής, αλλά μια προσπάθεια να αγοράσει μια ανάσα χρόνου, ενώ η συμπύκνωση της αφήγησης στις  750.000 θέσεις  εργασίας είναι αρμοδιότητας σχολιασμού επιθεώρησης. Μόνο πολύ σημαντικές ανατροπές στο χώρο της Δεξιάς , μπορεί να οδηγήσουν σε μια επαναδιατύπωση μιας άλλης στρατηγικής στο χώρο αυτό. Ακόμα παραμένει σε φάση παράλυσης.Δεν αποκλείεται κάτι τέτοιο να συμβεί και πιο σύντομα από όσο φαντάζεται κανείς. Αλλιώς αυτό θα συμβεί μετά τις επερχόμενες εκλογές και ίσως σε συνθήκες βαθιάς κρίσης του χώρου αυτού, αντίστοιχες με αυτές του άλλου πόλου του πάλαι ποτέ ισχυρού δικομματισμού.

Στην άλλη πλευρά, αυτή του ΣΥΡΙΖΑ, η αμηχανία είναι ακόμη μεγαλύτερη.Πιο αισιόδοξος βέβαια μετά το αποτέλεσμα των εκλογών, αλλά προφανώς σε κενό επιλογών, εμφανώς αδύναμος να αντιμετωπίσει τις ανάγκες  που αντιστοιχούν  στο επίπεδο της μεγαλύτερης δύναμης που επιδιώκει να γίνει ηγεμονική. Αλλά δεδομένου ότι η εξουσία δεν παραδίδεται με delivery κατόπιν ραντεβού και αφού ετοιμαστεί κανείς κατάλληλα,ούτε κυκλοφορεί αδέσποτη στο δρόμο, ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται άμεσα να απαντήσει πολιτικά-δηλαδή επί του πρακτέου-αν μπορεί να την διαχειριστεί πριν ακόμη την αναλάβει.

 Άρα ο ΣΥΡΙΖΑ  ή θα προχωρήσει γρήγορα σε πολιτικές επεξεργασίες που είναι αναγκαίες, ή θα μείνει επί τα αυτά και θα βρεθεί αντιμέτωπος με πολύ δύσκολες επιλογές που θα τον περιλαμβάνουν μεν σαν «τμήμα λύσης», αλλά με τρόπο που θα τον περιθωριοποιούν σταδιακά επί της ουσίας.Οι μέχρις στιγμής όροι που πάει να απαντήσει το στοίχημα αυτό, δεν είναι  και ενθαρρυντικοί, αλλά μην ξεχνάμε ποτέ πόσο ισχυρή μπορεί να είναι η δυναμική των πραγμάτων.

Όσον αφορά τον νεφελώδη χώρο της λεγόμενης Κεντροαριστεράς, εκτός των  αγχωτικών και Γκενσερικού τύπου εγχειρημάτων του Βενιζέλου, τίποτε το αξιοπρόσεκτο.Πολύ φασαρία για το τίποτε. Είτε ο ΣΥΡΙΖΑ θα τον καταλάβει εξ ολοκλήρου αν μπορέσει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων ( όπως αναλύσαμε παραπάνω), είτε θα χρειαστεί μια πρωτοβουλία πέραν και πάνω από τα υπάρχοντα μαγειρεία του χώρου για την πραγματικά ηγεμονική του ανασυγκρότηση.


Υ.Γ. Δεν θέλω να αναφερθώ στο δράμα των ανθρώπων της ΔΗΜΑΡ, δεν είναι πρέπον να  πεις πολλά τέτοιες ώρες.Και μιλώ για τους ανθρώπους του χώρου αυτού και όχι για τα ηγετικά του στελέχη που με αφήνουν παγερά αδιάφορο.Πιστεύω –και το δηλώνω με σεβασμό για αυτούς-ότι θα έχουν οι σύντροφοι αυτοί την ευκαιρία να σκεφτούν τι είναι πολιτική και δη της Αριστεράς και θα είναι πολύτιμοι σε μελλοντικές κινήσεις ανασυγκρότησης της Προοδευτικής Αριστεράς με όποιον τρόπο και αν αυτή γίνει.


Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Aναχρονιστικός «ριζοσπαστισμός» και κακόμοιρος «Ευρωπαϊσμός»: Δρόμοι αυτοϋπονόμευσης

Eν όψει εκλογών, κορυφώνεται ο αυτοεγκλωβισμός του πολιτικού συστήματος. Και μάλιστα εξελίσσεται σε αυτοϋπονόμευση των πολιτικών γραμμών που διεκδικούν μερίδιο. Η επιδιωκόμενη πόλωση σε διλήμματα «σταθερότητα-ανατροπή», πέραν του γελλοιώδους του πράγματος( σταθερότητα πάνω σε τι; ανατροπή ποιου πράγματος και προς τα που;), είναι καθαρό ότι δεν αφορά την καθημερινή ζωή των ανθρώπων , αλλά κάποιους επαγγελματίες που βγάζουν το ψωμί τους (γραφεία τύπου εκδίδουν ανακοινώσεις και σχολιαστές τα αναμασάνε).
Η μια πλευρά, ηγήθηκε μιας κυβέρνησης πριν 2 χρόνια, βασιζόμενη στην αίσθηση του «φόβου για το χειρότερο». Συντηρήθηκε στη βάση του «σώζουμε την χώρα» και εδώ και αρκετό καιρό αυτοϋπονομεύει την νομιμοποιητική της βάση, πανηγυρίζοντας τις επιτυχίες της.Αφού σώθηκε η χώρα, τι την θέλουμε αυτήν την κυβέρνηση; Μέχρι εδώ την ανεχθήκαμε, σιγά σιγά δε μας νοιάζει και αν φύγει.
Αδυνατώντας πλήρως να θέσει μια καινούργια πειστική ατζέντα , απάντησε ομοιότροπα στη πρόσκληση δημοψηφισματικής σύγκρουσης της άλλης πλευράς, παρότι ήταν καθαρό ότι δεν την συνέφερε.Δεν είναι βλάκες να μην το καταλαβαίνουν, απλά δεν είχε άλλη επιλογή.Αφού δεν μπορεί να κινήσει το χρόνο μπροστά (κατά το σύνθημά της «σταθερά μπροστά»), απεγνωσμένα προσπαθεί να τον γυρίσει 2 χρόνια πίσω. Δηλώνει ότι είναι η Ευρωπαϊκή λύση με τον πιο μισοκακόμοιρο τρόπο, ποντάρει  εκ νέου στο φόβο,αλλά πια αυτό είναι ποδηλασία σε πεντάλ χωρίς ρόδες.
                 Η άλλη πλευρά, παρά τις κάποιες κινήσεις ωρίμανσης της , επειδή τα βήματα αυτά είναι σαθρά ( από το «σκίζουμε τα μνημόνια», στο «αντιμετωπίζουμε την ανθρωπιστική κρίση»)αυτοϋπονομεύει την πορεία αυτή επιστρέφοντας σε αυτό που στην πραγματικότητα ξέρει να κάνει.Κοντράρει απευθείας την Μέρκελ(!!!) και δηλώνει ότι η δική της  «ανατροπή» θα έχει πανευρωπαϊκή διάσταση (στα πλαίσια αυτού του παλιμπαιδισμού διαπράττει και μεγαλειώδεις γκάφες, τέτοιες που αναρωτιέσαι αν το κάνουν επίτηδες).Φυσικά ακόμη και αυτοί που την ακολουθούν δεν τσιμπάνε σε αυτά και την στηρίζουν για άλλους δικούς τους λόγους.
Ο «ριζοσπαστισμός» της είναι εντελώς αναχρονιστικός. Όταν δεν μπορείς να κοιτάξεις μπροστά, λοξοκοιτάζεις προς τα πίσω.Τώρα, το ότι ποτέ στην ιστορία, ένα ρεύμα δεν έγινε μια αξιοπρόσεκτη κυβέρνηση στηριζόμενη στη λογική της επιστροφής( πολύ περισσότερο δε όταν αυτή η επιστροφή δεν παίζει καν σαν ενδεχόμενο) δεν δείχνει να απασχολεί. Τουλάχιστον μοιάζουν με τους άλλους στον τρόπο που κάνουν πεντάλ.
Αν η πρώτη πλευρά κατέρχεται, ενώ η άλλη δεν μπορεί να ανέλθει τι γίνεται; Τι μπορεί να αναμένει κανείς σε συνθήκες αθέλητης αυτοϋπονόμευσης των βασικών παικτών;Οι απαντήσεις προς το παρόν είναι δύο τύπων.Η μία είναι παρούσα με την μορφή των  «τεράτων» που γεννάει η συγκυρία, των ναζιστικών αποβρασμάτων.Η άλλη , η αναζήτηση του νέου εκκρεμεί ακόμα. Απαντήσεις τύπου Ποτάμι, ενώ αυτό αναδεικνύουν, αδυνατούν να πάνε παραπέρα γιατί μεταξύ άλλων επιχειρούν να το κάνουν αποκτώντας μια ενδιάμεση θέση ανάμεσα στους «γίγαντες», ενώ αυτό που απαιτείται είναι «πέραν» αυτής της σύγκρουσης.

Προς το παρόν, ο μύλος που έρχεται θα μασήσει πολλά πράγματα  και θα φτύσει ακόμα περισσότερα.Τουλάχιστον θα υπάρξει σπόρος να φυτρώσει και να τον λιπάνουν τα απορρίμματα; Ή  η γη θα μείνει για αρκετό καιρό χέρσα σε αγρανάπαυση και θα καταπατηθεί στο μεταξύ από περαστικούς; Μέχρι να το δούμε αυτό, θα χειριστούμε τακτικά την κατάσταση (και την ψήφο μας) και θα κρατάμε μια στάση ενεργητικής αναμονής.


Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Η ρύθμιση του χρέους δεν είναι μονόπρακτο


Με τα σημερινά δεδομένα υπάρχει θέμα βιωσιμότητας του χρέους μας. Δεν αναφέρομαι στο παιχνίδι με τους αριθμούς, αν το χρέος θα είναι 120% ή 122% του ΑΕΠ. Το όριο 120% τέθηκε επειδή εκείνη τη χρονική στιγμή τόσο ήταν το δημόσιο χρέος της Ιταλίας και, αν ετίθετο χαμηλότερο, το ιταλικό χρέος αυτομάτως θα χαρακτηριζόταν μη βιώσιμο – προς τρόμο όλης της Ευρώπης. Το 120% είναι ένας δείκτης, το 90% που είχαν θέσει οικονομολόγοι της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών ή ανέδειξαν οι Rogoff-Reinhart (με τα γνωστά προβλήματα τεκμηρίωσης...) είναι ένα ενδιάμεσο, και το 60% του ΑΕΠ που έθεσε το Μάαστριχτ ένας τρίτος δείκτης, στο άλλο άκρο.

Ενα χρέος είναι μη βιώσιμο όταν δεν παράγεις αρκετό πλούτο ώστε να μπορείς να το αποπληρώνεις. Το ύψος ασφαλώς μετρά, επίσης μετρά η ικανότητα μιας οικονομίας να παράγει νέα αξία – αυτά σχετίζονται, δεν ταυτίζονται. Πόση νέα αξία παράγουμε; Με τι ρυθμούς θα αυξάνεται το ΑΕΠ; Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις ευρωπαϊκών think tanks, με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και με επιτόκια μικρότερα από αυτούς, για να μειωθεί το δημόσιο χρέος μας στο 90% του ΑΕΠ (μεσαίο κριτήριο) θα απαιτηθούν 50 χρόνια αν το πρωτογενές πλεόνασμα είναι 2% ετησίως, 30 αν είναι 3% και 22 αν είναι 4%. Ωστόσο, λιτότητα επί 10ετίες δεν αντέχεται από κανένα πολιτικό σύστημα. Αδιέξοδο; Μια ψύχραιμη ανάγνωση της πραγματικότητας οδηγεί σε άλλο συμπέρασμα. Δύο παρατηρήσεις:

Πρώτη, το χρέος μας προς τους φορολογούμενους άλλων κρατών (Official Sector), που είναι και το μεγάλο τμήμα του χρέους μας, έχει συμφωνηθεί ότι θα αρχίσουμε να το αποπληρώνουμε μετά το 2021. Μέχρι τότε, οι μόνες ουσιαστικά πληρωμές που θα κάνουμε είναι προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Κι αυτές θα τις κάνουμε με τα λεφτά που θα μας δίνει το ΔΝΤ. Το ΔΝΤ θα μας δανείζει έως τα μέσα 2016 για να πληρώνουμε τις ληξιπρόθεσμες δόσεις προς αυτό - τα λεφτά θα αλλάζουν χέρι. Οι «βαριές» πληρωμές αρχίζουν το 2022. Ετσι (το χρέος παραμένει βαρύ, αλλά) μεσολαβούν οκτώ χρόνια στη διάρκεια των οποίων η Ελλάδα δεν θα πνίγεται από τις επιβαρύνσεις για την αποπληρωμή του. Πώς θα τα αξιοποιήσουμε;

Δεύτερη, η ρύθμιση του χρέους δεν είναι ένα μονόπρακτο έργο. Κυριαρχεί η άποψη, ότι τον Νοέμβριο θα συζητηθεί η ρύθμιση του χρέους και το θέμα θα κλείσει οριστικά και αμετάκλητα. Δεν είναι ακριβές, όπως άλλωστε δείχνει η διεθνής αλλά και η (πρόσφατη) εθνική εμπειρία: Το 2010 μπήκαμε σε πρόγραμμα με ένα πακέτο δανειοδότησης, το 2011 αποσπάσαμε επιμήκυνση και μικρότερο επιτόκιο, το 2012 (ανεξάρτητα από αιτίες, κέρδη και ζημιές...) έγινε «κούρεμα», πήραμε μεγάλη επιμήκυνση και νέα δανειοδότηση με μικρό επιτόκιο. Τον προσεχή Νοέμβριο αναμένεται να επιμηκυνθεί η διάρκεια της αποπληρωμής, να μειωθεί το επιτόκιο, ενδεχομένως να μετατραπεί σε σταθερό.

Η όποια ρύθμιση υπάρξει, θα γίνει στη βάση των συσχετισμών και της αντίληψης για το μέγεθος του προβλήματος (στην Ελλάδα και συνολικότερα στην Ευρώπη) που θα επικρατούν εκείνη τη στιγμή. Αλλά, οι αντιλήψεις και οι συσχετισμοί δεν μένουν αμετάβλητοι ενώ η αποπληρωμή του δημοσίου χρέους μας εκτείνεται σε αρκετές 10ετίες. Συνεπώς, η ρύθμιση του προσεχούς Νοεμβρίου δεν θα γραφτεί σε μαρμάρινες πλάκες. Αλλωστε, το πρόβλημα δεν είναι μόνο δικό μας (δεν αφορά μόνο το 2% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ...), το χρέος αντιστοιχεί κατά μέσο όρο στο 90% του ΑΕΠ κάθε χώρας του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, η συζήτηση γι’ αυτό θα είναι στο τραπέζι και το ευρωομόλογο θα επανέλθει. Η Ευρώπη βρίσκεται εκ κατασκευής σε διαρκή διαπραγμάτευση, το στοίχημα είναι να μετέχουμε σε αυτήν όρθιοι, πολυδιάστατα και χωρίς εμμονές (στη 10ετία του 1980, αν ο Α. Παπανδρέου είχε αυτοπαγιδευτεί στα συνθήματά του, δεν θα είχε πετύχει τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα).

Αν απαλλαγούμε (α) από την εθνική μονομανία ότι οι πολίτες των άλλων κρατών πρέπει να υποχρεωθούν να μας χαρίσουν το χρέος και (β) από την αντίληψη ότι τον Νοέμβριο θα υπάρξει τελική και αμετάκλητη ρύθμιση, ως αν ήταν η ώρα της κρίσης «ή ζούμε ή πεθαίνουμε», ίσως μπορέσουμε να επικεντρωθούμε στο άμεσο, το πιο επείγον και ουσιώδες: Πώς θα αυξήσουμε το ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας, πώς θα καταστήσουμε διατηρήσιμο το πρωτογενές πλεόνασμα, πώς θα ενισχύσουμε την εξωστρέφεια ώστε να μην ανατιναχτεί το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στο πρώτο αεράκι της ανάκαμψης ή σε κάποιο φύσημα διεθνούς ανέμου. Αυτά είναι τα κεντρικά ζητήματα, απαντήσεις σε αυτές τις προκλήσεις όφειλε να επεξεργαστεί το πολιτικό προσωπικό της χώρας, σε αυτό το πεδίο να συγκρουστεί, σε αυτό να βρει σημεία συνεννόησης - αντί να αναλώνεται σε επιδείξεις αγωνιστικής ετοιμότητας επί χάρτου, με δυσδιάκριτους τους Κύκλωπες από τους ανεμόμυλους.

Κώστας Καλλίτσης, Καθημερινή 11/5/2014

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Πες μου Ποιοι θα ψηφίσουν , να σου πω Πως θα ψηφίσουν».


Μια ακόμα ανεπάρκεια από τις πολλές του δημόσιου λόγου, είναι να κατανοήσει και να συμπεριλάβει στην προβληματική του ότι η ερμηνεία των εξελίξεων δεν μπορεί να  γίνει με αυτούσιους τους όρους των «καλών καιρών», αλλά ότι οι όροι αυτοί  σε φάση κρίσης αναδιαμορφώνονται , ανατρέπονται και πριν βρεθεί μια νέα ισορροπία κινούνται σε ασταθή και αμορφοποίητα (άρα  ρευστά και με ακανόνιστες κινήσεις) ρεύματα .
Μοιάζει το τοπίο με ένα μαγνητικό πεδίο , σχετικά τακτοποιημένο ,με μαγνητικές γραμμές σχετικά ομαλές, με μικρές μετατοπίσεις στα φορτία που το ορίζουν και με σχετικά προβλέψιμα αποτελέσματα των μετατοπίσεων αυτών στο σχηματισμό της νέας ισορροπημένης κατανομής και διευθέτησης των δυναμικών γραμμών. Αν στο πεδίο αυτό εφαρμοστούν ισχυρές δυνάμεις με τρόπο βίαιο, σχετικά τυχαίο και ακατάστατο , η πρόβλεψη της νέας διάταξης είναι εξαιρετικά δύσκολη , το φαινόμενο σχετικά χαοτικό και παίρνει χρόνο στο να ξεκαθαρίσει η νέα ισορροπία.Αν πάμε με τους παλιούς κανόνες να ερμηνεύσουμε και να προβλέψουμε, την έχουμε πατήσει.

                                            

Όλες οι εκτιμήσεις για τις Ευρωεκλογές βασίζονται ακριβώς σε παλιά σχήματα , όπου πολιτικοί και επικοινωνιακοί χειρισμοί (λίγο πιο δεξιά εγώ, λίγο πιο αριστερά εσύ κ.λ.π) θεωρούνται  προανάκρουσμα πολιτικών μετατοπίσεων του εκλογικού σώματος, εκ του ασφαλούς προβλέψιμων.
Αλλά για πιο εκλογικό σώμα μιλάμε; Για αυτό που ξέραμε έως το 2011 περίπου, για αυτό των εκλογών του 2012, για κάτι άλλο; Στη φάση βίαιων και σύνθετων ανακατατάξεων , όπως αυτή που είναι υπό εξέλιξη, πρέπει να σκάψουμε λίγο βαθύτερα από την επιφάνεια των λεγόμενων πολιτικών αναλυτών των δελτίων ειδήσεων.

Ας δούμε μερικά δεδομένα
           1.     Σε επίπεδο καθαυτό κοινωνικής διαστρωμάτωσης , μπορούμε να εντοπίσουμε πολλά νέα στοιχεία (και μάλιστα σε φάση διαμόρφωσης και όχι τελικής διευθέτησης), ανάμεσα στα οποία θα επικεντρώναμε σε τρία (αν και όχι μοναδικά)
Το τουλάχιστον 1,5 εκατομμύριο ανέργων, την κατακρήμνιση του τρόπου ζωής μεγάλων τμημάτων του μεσοστρωμάτων, την διαφορετική επίδραση της κρίσης σε αστικά κέντρα(πολύ έντονη) και περιφέρεια( λιγότερο αισθητή)
       2.   Σαφής διαφοροποίηση του τρόπου αντίληψης-βίωσης από τα διάφορα στρώματα του «πολιτικού γεγονότος», το οποίο εκλαμβάνεται ως μεταβολή (ή εικαζόμενη μεταβολή) του κοινωνικού του status και όχι απλά σαν μεταβολή πολιτικού προσωπικού, όπως εν γένει εκλαμβάνονταν στην μεταπολιτευτική περίοδο (εξ αυτού και οι αλήστου μνήμης επικοινωνιακές στρατηγικές του τύπου «φως-σκότος»).Στρατηγικές τύπου μνημόνιο-αντιμνημόνιο σε αυτό κολλάνε και αδυνατούν να δημιουργήσουν ρεύμα, βρίσκοντας απέναντί τους στρατηγικές τύπου σταθερότητα –διάλυση, που σαφώς είναι πιο ταιριαστές (βασίζονται στον  φόβο απέναντι στο ακόμα χειρότερο).Ακόμα πιο σύνθετη γίνεται η κατάσταση αν λάβουμε υπόψη μας το ειδικό χαρακτηριστικό της Ελληνικής κοινωνίας , που είναι η «πολυσθένεια» κατά Κωνσταντίνο Τσουκαλά στην κοινωνική-ταξική σήμανση (ο άνεργος μπορεί να είναι ταυτόχρονα και ιδιοκτήτης με χαράτσι,ο αγρότης «καλλιεργητής φωτοβολταϊκών», το εκπεσόν πρώην golden boy καταθέτης και ραντιέρης, αλλά και με κοκκινισμένο δάνειο στην τράπεζα και πάει λέγοντας)

Σε αυτή την βάση, είναι κατανοητή η αποστροφή προς το «πολιτικό γεγονός», ή άρνηση συμμετοχής σε δημοσκοπήσεις, η απαξίωση των πάντων , η αυτοθυματοποίηση και η απόδοση  κάθε ευθύνης τους 300 και το πολιτικό σύστημα.
Συνήθως ο δημόσιος διάλογος , οι αναλύσεις και οι δημοσκοπήσεις (πειραγμένες ή όχι, δεν έχει σημασία) αναφέρονται μόνο σε ένα μέρος του κοινωνικού σώματος , αυτό που το λιγότερο έχει επηρεαστεί από τα αποτελέσματα της κρίσης ή ακόμα αυτό το τμήμα που έχει κάτι ακόμα σημαντικό να χάσει ή αυτό που ακόμα βιώνει τις εκλογές ως παίγνιο πολιτικού προσωπικού, το πιο «τακτοποιημένο» ας το πούμε άκομψα.

Και το υπόλοιπο; Αυτά τα κομμάτια που βιώνουν βουβό θυμό, αίσθημα απόγνωσης, ανυπαρξίας μέλλοντος (ειδικά το νεανικό κοινό), αδυναμία συντονισμού με τον τρέχοντα πολιτικό λόγο και ακόμα περισσότερο αδυναμία ταύτισης ή παρακολούθησης προοπτικών;Που θέλει να «εκδικηθεί» τους φταίχτες (αν και δεν μπορεί να τους ορίσει συγκεκριμένα), που ούτε η απειλή του χειρότερου τους αγγίζει , ούτε η προοπτική επανάκαμψης σε παλαιότερες καλές ημέρες  τους πείθει;
Άρα μιλάμε για έναν διχασμό του εκλογικού σώματος, ας πούμε σε insiders και outsiders(εντελώς σχηματικός ο διαχωρισμός για τις ανάγκες της κουβέντας)
Ποια θα είναι η στάση των δεύτερων ;(των πρώτων περίπου θα είναι αυτή που λίγο ως πολύ απεικονίζεται σε δημοσκοπήσεις, σαν γενική τάση τουλάχιστον, άσχετα με την τελική διαμόρφωση των αριθμών)
Για το λόγο αυτό , σχηματικά λέμε «πες μου ποιοι θα ψηφίσουν , να σου πω πως θα ψηφίσουν».

Αν υπάρξει μικρή συμμετοχή θα πάνε κυρίως οι πρώτοι και οι πολιτικές μετατοπίσεις μπορεί να είναι και σημαντικές, αλλά εντός του τρέχοντος πολιτικού σκηνικού. Όσο θα αυξάνεται η συμμετοχή, τόσο θα συμμετέχουν περισσότερο οι δεύτεροι και οι οργισμένες πολιτικές συμπεριφορές θα τείνουν να ανατρέψουν εκ θεμελίων το υπάρχον, με διάφορες μορφές (όχι απαραίτητα μόνο με άνοδο της Χ.Α, με σχήματα όπως το Ποτάμι που στη φάση αυτή λειτουργεί εκτονωτικά, αλλά και με άλλες μη προβλέψιμες συμπεριφορές).Μια διαλυτική κατάσταση πλήρους αποδιάρθρωσης  δεν αποκλείεται και η επόμενη ημέρα θα είναι έτσι και αλλιώς δύσκολη.
Γιατί ακόμα και αν αυτό δεν συμβεί σε αυτές τις εκλογές θα εμφανιστεί παρακάτω, δε γίνεται να το εξαφανίσει κανείς.


Και τελικά στην Δημοκρατία πρέπει να συμμετέχουν όλοι, έτσι δεν είναι;

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Για τις απώλειες


Για όλες τις απώλειές μας-ζωντανές ή μη-που προσπαθούμε αστόχαστα να αναστήσουμε...
Για το αίσθημα της απώλειας που μένει...
Για τις καθημερινές μικρές και μεγάλες απώλειές μας..


                     



Όπως του Δημήτρη που πέθανε σαν σήμερα

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Σεβαστάκης:Στην Αριστερά κυριαρχεί ένας ριζοσπαστισμός αμφιθεάτρου

Γιατί παρατείνεται το τέλμα, κύριε Σεβαστάκη;
«Επειδή δεν έχει γίνει συνείδηση ότι είναι ανέφικτη μια ενιαία και κοινά αποδεκτή αφήγηση της κρίσης και της σωτηρίας. Το γεγονός όμως ότι δεν μπορεί να υπάρξει ενιαία αφήγηση δεν σημαίνει ότι πρέπει σώνει και καλά να συνεχιστεί αυτός ο απλοϊκός μανιχαϊσμός. Στην πολιτική πρέπει να υπάρχουν επάλληλες συναινέσεις. Ανεξάρτητα από τις βαθιές διαφορές χρειάζεται να σκεφτόμαστε και την πολιτική μας κοινότητα, εκείνα τα σημεία σύγκλισης που δεν αναιρούν τις διαφορές αλλά τις εγγράφουν στον ορίζοντα αυτού που έρχεται. Αυτό για εμένα αποτελεί το μείζον κενό της περιόδου. Υπήρξε μια περιχαράκωση του "φιλομνημονιακού" λόγου στη λογική της ενοχής και του στιγματισμού κάθε κοινωνικής διαμαρτυρίας και, από την άλλη πλευρά, η έξαρση της αντιστασιακής μυθολογίας, η κατασκευή ενός λαού ως ενιαίας και πάντοτε θετικής έννοιας. Κοντολογίς, επικράτησε το δίπολο σύστημα - αντισύστημα, το σάπιο πολιτικό κατεστημένο και το Κίνημα. Αυτό το δυαδικό σχήμα μπορεί να υπήρξε, σε αρκετές περιπτώσεις, αποδοτικό πολιτικά. Αλλωστε η πολιτική τείνει να απλοποιεί τα πράγματα, δεν σέβεται τις αποχρώσεις. Μπορεί όμως και να σε παγιδεύσει με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η ερμηνεία των αλλαγών που συμβαίνουν γύρω σου. Αυτή η διαρκής συζήτηση στην Αριστερά, ας πούμε, για έναν λαό που κατά κάποιον τρόπο θα φτιάξει ένα νέο ΕΑΜ, τις δομές αλληλεγγύης "τύπου ΕΑΜ", γίνεται πρόβλημα πλέον. Επαναφέρει εκ του πλαγίου τη νοσταλγία για ένα πολεμικό/ θυσιαστικό πνεύμα παραδοσιακού τύπου σε μια κοινωνία που, με όλες τις στρεβλώσεις και τις ιδιομορφίες της, είναι μια αστική κοινωνία. Η ελληνική κοινωνία έχει προχωρήσει στο επίπεδο της εξατομίκευσης, έχουν εγκαθιδρυθεί πολλαπλές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της και δεν μπορεί να ενοποιηθεί στη βάση ενός ιδεώδους μαζικής κινητοποίησης. Επιπλέον, πρέπει να αντιληφθούμε ότι το σημερινό αντισύστημα δεν είναι ένα αλλά πολλά, δεν είναι μονάχα αριστερό, μπορεί να είναι ακροδεξιό και συνωμοσιολογικό, το είδαμε άλλωστε αυτούς τους τελευταίους μήνες».

Δεν διαφοροποιήθηκε επαρκώς, λέτε, η Αριστερά και ο λόγος της σε αυτό το πλαίσιο;
«Νομίζω ότι η κοινωνία μας δεν μπορεί να ριζοσπαστικοποιηθεί με τα υλικά τού χύμα "αντιμερκελικού" αντισυστημισμού. Γιατί; Μα γιατί ακριβώς οι υβριδικές εκδοχές της δεξιάς αγανάκτησης είναι πολύ πιο διεισδυτικές στο κοινωνικό σώμα. Από την άλλη, υπάρχει βεβαίως στην Αριστερά και ένας αφηρημένος ταξικός λόγος ο οποίος μοιάζει με "ριζοσπαστισμό αμφιθεάτρου": εξηγεί με άνεση τα πάντα στα ειδικά του κοινά ενώ συγχρόνως δυσκολεύεται να συνομιλήσει με την πραγματικότητα. Το ερώτημα ετέθη αναπόφευκτα και για τον ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά μετά την εκλογική του εκτίναξη. Τι είσαι; Πολιτική συμπύκνωση ενός μεταβατικού θυμού ή κάτι περισσότερο; Θεωρώ ότι ένα κόμμα που θέλει να βρίσκεται στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να διαθέτει κινηματική ταυτότητα αλλά να συνθέτει το "εκτός" με το "εντός", τις μη συμβατικές πρακτικές συμμετοχής με τη μέριμνα για την πολιτική αντιπροσώπευση. Κατά την άποψή μου δεν μπορεί να νοηθεί Αριστερά η οποία να μην περιλαμβάνει στη στρατηγική της εύλογους συμβιβασμούς. Οταν ένα κόμμα της ανανεωτικής ή ακόμη και της ριζοσπαστικής Αριστεράς θέλει να κυβερνήσει σε μια χώρα του δυτικού κόσμου κινείται εξ ορισμού μέσα σε έναν ορίζοντα σοσιαλδημοκρατικό, ακόμη και αν μισεί τη λέξη. Οι όροι φυσικά έχουν αλλάξει. Υπάρχει  μεγάλη συζήτηση για το αν η σοσιαλδημοκρατία πέθανε ή έχει αποτύχει. Θεωρώ πράγματι ότι κάποιες μορφές της δεν μπορούν να επανέλθουν, λόγου χάρη, οι κρατικές/ κοινωνικές συμμαχίες που αναπτύχθηκαν στη χρυσή τριακονταετία του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας. Και να το ήθελε κανείς δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα».

Νομίζω, κύριε Σεβαστάκη, ότι και μόνο η λέξη σοσιαλδημοκρατία προκαλεί αλλεργία στον ΣΥΡΙΖΑ...
«Υπάρχει, αναμφίβολα, μια δαιμονοποίηση κάθε σοσιαλδημοκρατίας. Αλλά νομίζω ότι υπάρχουν γενικότερα προβλήματα ταυτότητας στην ελληνική Αριστερά. Μου έκαναν εντύπωση, για παράδειγμα, οι αντιδράσεις έναντι των πρόσφατων κρίσεων στην Ουκρανία αλλά και στη Βενεζουέλα. Ο τρόπος με τον οποίο σήμερα τοποθετείται κανείς απέναντι σε αυταρχισμούς, σε βοναπαρτισμούς, είτε αυτοί έχουν τον μανδύα της προόδου και του σοσιαλισμού είτε όχι, είναι καίριο θέμα. Δεν συνιστά πολυτέλεια ή "εποικοδόμημα". Σήμερα άλλωστε κάθε αθωότητα έχει χαθεί διότι γνωρίζουμε το κόστος που είχαν πολλές επιλογές οι οποίες στον εικοστό αιώνα θεωρήθηκαν απελευθερωτικές ενώ αποδείχτηκαν βάρβαρες. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, επί παραδείγματι, υπήρξε όντως ένα πρόβλημα κακής διαχείρισης από την πλευρά Ευρωπαίων και Αμερικανών, διότι κανείς δεν έθεσε όρια στην νεοναζιστικού τύπου Ακροδεξιά η οποία και αποτέλεσε τον "μαχητικό" πυρήνα της εξέγερσης κατά του καθεστώτος Γιανουκόβιτς. Από την άλλη μεριά όμως είναι σκανδαλώδης και ανήθικη η ταύτιση - για ένα μεγάλο και σιωπηλό κομμάτι αριστερών και δεξιών Ελλήνων - με το καθεστώς Πούτιν και τις στρατηγικές του επιλογές. Αυτή η άρνηση τήρησης των αποστάσεων εμένα με ενοχλεί πολύ. Τίθενται εδώ νομίζω ζητήματα ευρύτερου πολιτισμικού προσανατολισμού, ζητήματα ταυτότητας και όχι απλώς "πολιτικής". Οταν, ας πούμε, συνδέεις την κριτική σε πλευρές του σύγχρονου καπιταλισμού με έναν βαθύ αντιδυτικισμό, εκεί υπάρχει ζήτημα. Νομίζω ότι ένα βασικό πρόβλημα στον ελληνικό αριστερό χώρο είναι ότι δεν συζητήθηκε ποτέ στα σοβαρά η σχέση της Αριστεράς με πολλές, μη μαρξιστικές, παραδόσεις της ελευθερίας και της ισότητας (πολιτικός φιλελευθερισμός, ρεπουμπλικανισμός). Κριτική σημαίνει ωστόσο να μπορείς να διακρίνεις και να φτιάχνεις διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στα διαφορετικά φαινόμενα. Ο ιμπεριαλισμός, ας πούμε, δεν είναι πλέον μόνο δυτικός. Το φιλελεύθερο δεν είναι εξ ορισμού φιλοκαπιταλιστικό».

Μπορεί να αλλάξει κάτι σε ευρωπαϊκό επίπεδο μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις επερχόμενες ευρωεκλογές;
«Μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να παίξει θετικό ρόλο, υπό την προϋπόθεση ότι θα συμπέσει με το πέρασμα σε μιαν άλλη ευρωπαϊκή πολιτική στιγμή, μια στιγμή μετά τη λιτότητα ή τουλάχιστον μια νέα φάση όπου η οικονομική σταθεροποίηση δεν θα έχει τα χαρακτηριστικά που βλέπουμε αυτά τα τελευταία χρόνια. Η συντηρητική Ευρώπη κάνει λάθος όταν φοβάται άλλες, ετερόδοξες οικονομικές πολιτικές, γιατί μια μετατόπιση θα μπορούσε ενδεχομένως να μετριάσει τα συμπτώματα απαξίωσης της ευρωπαϊκής ιδέας και των πολιτικών θεσμών. Πρέπει όμως και ο ριζοσπαστικός πόλος να συμφιλιωθεί με την ιδέα και την πρακτική των συγκρουσιακών συμβιβασμών και όχι των "μετωπικών" ρήξεων. Είναι μια διπλή κίνηση αυτή, δεν αφορά μόνο τον έναν παίκτη».

Συνέντευξη του Νικόλα Σεβαστάκη στο Βήμα 13/4/2014

Υ.Γ από anestios: Καπάκι στα παραπάνω ο ΣΥΡΙΖΑ βασανίζεται μεταξύ Κρίτωνα και Λάκη...
Άντε τώρα να κάνεις κάτι σοβαρό...