Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Η νέα αριστοκρατία

Η απομυθοποίηση της πολιτικής και η μαγεία των τεχνοκρατών

Του Κωστή Παπαϊωάννου

«Δεν χρειάζεται κάθοδος στον στίβο της πολιτικής, δεν εννοώ με τον τρόπο αυτό τη στράτευσή μου. Στο μέλλον, όμως, μπορεί να αναλάβω ευθύνες» δήλωσε ο Πρωθυπουργός Μάριο Μόντι. Δήλωσε δηλαδή διαθέσιμος για μια πρωθυπουργία χωρίς τη βάσανο των εκλογών. Συμβατή η δήλωσή του με τις δημοσκοπικές καταγραφές στην Ελλάδα. Οι Ελληνες, ερωτώμενοι για τα πρόσωπα που θα ήθελαν στην κυβέρνηση, απαντούν πως το 32% θέλει νέα πολιτικά πρόσωπα, το 23% τεχνοκράτες και το 24% ακαδημαϊκούς καθηγητές. Θα ανέθεταν θέσεις-κλειδιά της κρατικής μηχανής σε καταξιωμένους επαγγελματίες (23,8%), τεχνοκράτες (20,1%), ακαδημαϊκούς δασκάλους και πνευματικούς ανθρώπους (20,5%) και σε νέους πολιτικούς (13,9%). (Πηγή: έρευνα της Marc για την εφημερίδα «Εθνος»). Ευλόγως ο κ. Στουρνάρας φαίνεται προτιμότερος για τη θέση του υπουργού από επαγγελματίες πολιτικούς, εξαρτημένους από τις πατρωνίες που οι ίδιοι καλλιέργησαν. Λογικό ο κ. Πικραμμένος ή ο κ. Παπαδήμος να φαίνονται προτιμότεροι από πρωθυπουργούς που βούλιαξαν σε θάλασσες πολιτικής δειλίας, απύθμενης αδράνειας και προκλητικής ανικανότητας. Ομως παραβλέπουμε, απαυδισμένοι και φοβισμένοι, πως οι δημοφιλείς τεχνοκράτες είναι δημοφιλείς, μεταξύ άλλων, επειδή ποτέ δεν αντιμετώπισαν όσα τσάκισαν τους προκατόχους τους. Δεν μπήκαν στη διαδικασία να πείσουν προεκλογικά. Δεν αντιπαρέβαλε κανείς τις παλιές εξαγγελίες τους με τη μετεκλογική πρακτική τους. Δεν χρειάστηκε να συνθέσουν αντικρουόμενα συμφέροντα, να συγκροτήσουν κοινωνικές συμμαχίες, να δουν τις μυλόπετρες της κοινωνικής σύγκρουσης να αλέθουν το πολιτικό τους κεφάλαιο. Αδικη λοιπόν η σύγκριση τεχνοκρατών και πολιτικών. Διπλά άδικη όταν παραβλέπεται πως και η τεχνοκρατική αριστεία έχει τα όριά της. Για παράδειγμα, πολλές προηγούμενες προβλέψεις για την πορεία της οικονομίας κάποιων τεχνοκρατών, σημερινών υπουργών, προκαλούν πικρό γέλιο με την αστοχία τους.

Ο κυρίαρχος λόγος απορρίπτει όποιον επικαλείται το πολιτικό κόστος. Ως φόβος του πολιτικού κόστους βαφτίζονται συλλήβδην τα πάντα. Ευτελής φυσικά ο φόβος του πολιτικού κόστους όταν αφορά στην ομηρεία από συντεχνιακά συμφέροντα. Αδικαιολόγητα ονομάζεται όμως πολιτικό κόστος ο παραμικρός δισταγμός μπροστά στην ολοσχερή κοινωνική αποδιάρθρωση. Εντέλει, ποιος μπορεί να αγνοεί το πολιτικό κόστος; Μα μόνο όποιος δεν λογοδοτεί στο πολιτικό σώμα ως πολίτης και πολιτικός. Μόνο όποιος δεν λογοδοτεί ούτε στο κοινωνικό σώμα, ως κομμάτι και ο ίδιος μιας καθημαγμένης κοινωνίας. Αρα, μόνο όποιος δεν χρειάζεται δημοκρατική νομιμοποίηση. Αποτελεσματικός τεχνοκράτης υπουργός στα μάτια της κοινής γνώμης είναι ο μιντιακά παντοδύναμος. Εκείνος που παρακάμπτει τα κόμματα, τους άλλους υπουργούς, ακόμα και τον εντολοδόχο πρωθυπουργό. Από πού όμως αντλεί την εξουσία του; Από την εμπιστοσύνη του λαού; Μα δεν εκτέθηκε στη δοκιμασία της λαϊκής ψήφου. Μήπως από την επιστημοσύνη του; Μα αυτή αποτελεί εχέγγυο λαϊκής εμπιστοσύνης μόνο αν ο φορέας της την έθετε πάντα στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος. Μόνο αν υπήρξε σταθερά και αδιάλειπτα πνευματικός άνθρωπος και ταυτόχρονα ενεργός πολίτης. Μόνο αν δεν απέφυγε ποτέ τη λογοδοσία και τα φώτα του δημόσιου στίβου.
Ακούω τον αντίλογο: Μας λες λοιπόν, την ώρα που βουλιάζουμε, πως δεν χρειάζονται τεχνοκράτες; Φυσικά και χρειάζονται. Φυσικά και η αντιπρόταση αυτού του άρθρου δεν είναι ο αιώνιος Μαυρογιαλούρος. Ομως είναι ένα πράγμα η ελεγχόμενη συντεταγμένη ανάθεση της εποπτείας σημαντικών τομέων της εκτελεστικής εξουσίας και της διοίκησης σε ειδικούς και άλλο πράγμα η υποχώρηση της πολιτικά υπεύθυνης, εκλεγμένης και λογοδοτούσας εξουσίας. Ειδάλλως, αποδεχόμαστε τη δυσοίωνη προοπτική ενός μέλλοντος με Σύνταγμα, Βουλή και κυβέρνηση όπου όμως μετά τις εκλογές πρόσωπα και πολιτικές μπορούν να αλλάζουν, αρκεί να τοποθετούνται στις κατάλληλες θέσεις κατάλληλοι τεχνοκράτες με κατάλληλες διεθνείς διασυνδέσεις.

Επιστρέφουμε στην Ιταλία: περιττό να ειπωθεί πως ο Μόντι είναι σοβαρότερος και καταλληλότερος από τον θλιβερά μπουφόνικο Μπερλουσκόνι. Φτάνει αυτό; Διαβάζουμε πως στην ατζέντα του Μόντι περιλαμβάνεται η «μείωση του συνολικού κόστους της πολιτικής και η δυνατότητα να λαμβάνονται αποφάσεις που να μπορούν να εξυπηρετούν μακρόπνοα τη χώρα». Η μαγεία αυτών των λέξεων απαιτεί διπλή εγρήγορση. Γιατί η μείωση του κόστους της πολιτικής είναι επικίνδυνα κοντά στη μείωση του πεδίου επιρροής της. Και η υπέρβαση του πολιτικού κόστους είναι πολύ κοντά στην υπέρβαση της ίδιας της πολιτικής νομιμοποίησης.
Ο Κωστής Παπαϊωάννου είναι πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

 NEA 27/12/2

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Σέρνεται η «ομάδα», αλλά δεν έχει… πάγκο

 
του Γιώργου Παπανικολάου
 
Πόσες φορές σας έχει τύχει να βλέπετε κάποιον «επώνυμο» παράγοντα στην τηλεόραση και να αναρωτιέστε πως έφτασε τόσο ψηλά, μη έχοντας ούτε τα πιο βασικά προσόντα;

Αν η απάντηση είναι «συχνά», τότε μόλις αγγίξατε ένα από τα -κατά τη γνώμη μου- σοβαρότερα προβλήματα της χώρας. Οι ισχυρότατες σχέσεις εξάρτησης, διαπλοκής και «γνωριμιών» που βασιλεύουν στην Ελλάδα επί δεκαετίες, δημιούργησαν ένα πλήθος «παραγόντων» που σε άλλη χώρα θα ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, χαμηλόβαθμοι υπάλληλοι.

Το χειρότερο όμως είναι ότι δημιούργησαν στρατιές μιμητών. Που υιοθέτησαν το συγκεκριμένο μοντέλο, εκτιμώντας -δικαιολογημένα ίσως, δεδομένων των συνθηκών- ότι πρέπει κι αυτοί να αποκτήσουν ένα συγκεκριμένο μίγμα αμφιλεγόμενων «προσόντων».

Από την ανωτέρω περιγραφή πολλοί θα βγάλουν το συμπέρασμα ότι αναφέρομαι σε πολιτικούς ή πολιτευτές, συνδικαλιστές, δημοσιογράφους και άλλους «βέρους» εκπροσώπους του δημόσιου βίου.

Δεν είναι όμως έτσι.
Η τάση ήταν -και δυστυχώς παραμένει- γενικότερη, με σημαντική εμβέλεια στην ιδιωτική οικονομία και γενικότερα στην ελληνική κοινωνία, με τη φοροδιαφυγή και την παράνομη δόμηση να δίνουν απλώς ένα «στίγμα».

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι το ίδιο συνέβη και σε ελληνόπουλα που έχοντας πετυχημένες καριέρες στο εξωτερικό, επέστρεψαν στην πατρίδα μόνο και μόνο για να αφομοιωθούν, από το «κλίμα» της, ασπαζόμενοι ίσως την γνωστή αγγλοσαξονική ρήση “When in Rome, do like the Romans do”

Αν το καλοσκεφτείτε, αρχής γενομένης από τον εξαιρετικά κρίσιμο χώρο της Παιδείας, η χώρα μας άρχισε να απορρίπτει πρότυπα και αξίες που ως τότε θεωρούντο διαχρονικές, προς όφελος ενός μοντέλου που θεωρούσε αυτοσκοπό την επιτυχία με κάθε μέσο, ή δυνατόν με το μικρότερο κόπο και με βασικό όφελος την εξαργύρωση της εις χρήμα.

Δεν είναι τυχαίο ότι φτάσαμε στο σημείο να καπηλεύονται τον «πατριωτισμό» ακραία κόμματα, ή ότι σπανίως βλέπουμε στα κυρίαρχα Μέσα την αναπαραγωγή μοντέλων που συνδέουν την επιτυχία με τη σκληρή δουλειά, τη μόρφωση, την προσπάθεια, κι όλα τα προηγούμενα, με την έννοια της «αυτοπραγμάτωσης».
Το μοντέλο του «καταφερτζή» του «ευέλικτου» του «δικτυωμένου», της εύκολης επιτυχίας επικράτησε με τη βοήθεια και των ΜΜΕ, ώσπου η λέξη «λαμόγιο» έφτασε να καθιερωθεί ακόμη κι ως… αστεϊσμός μεταξύ φίλων.

«Γιατί όχι» έλεγε η κρατούσα «ηθική» της καλής εποχής, «αφού όλοι τα ίδια κάνουν». Με αποτέλεσμα ακόμη και ο σπουδαγμένος στο εξωτερικό γιός αγρότη της επαρχίας να θεωρεί απολύτως φυσιολογική την πλασματική ασφάλιση του στον ΟΓΑ και την απόλαυση των μαύρων χρημάτων από τα ιδιαίτερα με τα οποία ασχολείτο επαγγελματικά.

Δυστυχώς τα αποτελέσματα τα ζούμε σήμερα. Δεν είναι μόνο ότι πολλοί από τους «κορυφαίους» μας ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία. Είναι ότι το ίδιο συμβαίνει και με εκείνους που βρίσκονται σε ανώτερα ή μεσαία τμήματα της ελληνικής «πυραμίδας»,.ιδίως στο χώρο του δημόσιου βίου.

Διότι οι άξιοι, οι διαφορετικοί, εκείνοι που αρνήθηκαν να συμβιβαστούν με την τότε ελληνική πραγματικότητα, στην πλειονότητα τους, παραμερίστηκαν ή εξοστρακίστηκαν. Σε αρκετές περιπτώσεις σηκώθηκαν οι ίδιοι κι έφυγαν.

Γι αυτό εδώ και τρία χρόνια η «ομάδα»… σέρνεται αλλά σπανίως αλλάζει.

Διότι ο «πάγκος» είναι άδειος. Και για να γεμίσει, θα περάσει καιρός!



Από το www.euro2day.gr

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

10 Δεκεμβρίου 2012 Άλκης Αλκαίος: Απών!

                                     
                                                   Λούνα Παρκ

                                   Η πόλη άναψε τα φώτα της και φεύγει
                                 μ΄ ένα τρενάκι λούνα παρκ στο πουθενά,
                                 σαν το κορμί σου που απ΄ τα χέρια μου ξεφεύγει
                                  κι αναζητάει σε ξένα χέρια την χαρά.

                                  Τα μάτια σου έκλεισες και μ΄ άφησες απ΄ έξω
                                  άλλη μια νύχτα θα τη βγάλω στη βροχή,
                                  όλα για πάρτη σου κι απόψε θα τα παίξω
                                   και δε με νοιάζει τι θα φέρει το πρωί.

                                   Μεταμορφώνεσαι σαν μέδουσα στους δρόμους
                                    κι εγώ τα χίλια πρόσωπα σου ακολουθώ,
                                    στου έρωτά σου υποτάσσομαι τους νόμους
                                    και λίγα ψίχουλα μονάχα σου ζητώ.

                                   Τα μάτια σου έκλεισες και μ΄ άφησες απ΄ έξω
                                    άλλη μια νύχτα θα τη βγάλω στη βροχή,
                                    όλα για πάρτη σου κι απόψε θα τα παίξω
                                     και δε με νοιάζει τι θα φέρει το πρωί.