Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Εγκώμιο του έρωτα

Διαβάζοντας το «Éloge de l’amour» [Εγκώμιο του έρωτα] του Αλαίν Μπαντιού

Πρέπει να ξαναεπινοήσουμε τον έρωτα, αυτό το ξέρουμε.
Αρτύρ Ρεμπώ, Μια εποχή στην κόλαση

Για τον Αλαίν Μπαντιού η ύπαρξη της φιλοσοφίας προσδιορίζεται από τέσσερις όρους, τέσσερις διαδικασίες αλήθειας, και αυτές είναι: η επιστήμη (και πιο συγκεκριμένα το μάθημα), η τέχνη (και πιο συγκεκριμένα το ποίημα), η πολιτική (και πιο συγκεκριμένα η πολιτική στην υποκειμενική της διάσταση ή πολιτική χειραφέτησης) και ο έρωτας (και πιο συγκεκριμένα η διαδικασία που εισάγει στη διάσταση της αλήθειας τη διάζευξη των έμφυλων θέσεων). Δεν είναι λοιπόν τυχαίο πως διατυπώνει ένα «Εγκώμιο του έρωτα» σε μια συζήτηση με τον Νικολά Τουόν, αρχικά στο πλαίσιο του Φεστιβάλ της Αβινιόν το 2008, κατόπιν σε βιβλίο που εκδόθηκε το 2009 στις εκδόσεις Flammarion.
Με αφετηρία μια διαφήμιση του σάιτ γνωριμιών Meetic, ο Μπαντιού προχωρά σε ένα στοχασμό πάνω στον έρωτα ως διαδικασία διακινδύνευσης, πολύ διαφορετική από τον έρωτα μηδενικού ρίσκου που διαφημίζει η εποχή του καταναλωτισμού και των διαδικτυακών γνωριμιών, και διαγιγνώσκει την ανάγκη να επανεπινοήσουμε τον έρωτα με βασικά στοιχεία του το ρίσκο και την περιπέτεια, ενάντια στην ασφάλεια του ασφαλιστικού συμβολαίου και την άνεση των περιορισμένων απολαύσεων.
Ο έρωτας απειλείται, υποστηρίζει ο γάλλος φιλόσοφος, από μια φιλελεύθερη λογική της εμπορευματοποίησης και του μηδενικού ρίσκου, από μια λογική που θεωρεί ως κινητήρια δύναμη της ζωής το ατομικό συμφέρον. Για τον Μπαντιού, ο έρωτας είναι μια κατασκευή αλήθειας, της αλήθειας του Δύο, μιας κατασκευής του κόσμου βασισμένης όχι στην ταυτότητα αλλά στη διαφορά. Η συνάντηση, τυχαίο και συγκυριακό γεγονός με μαγική διάσταση, αποτελεί συμβάν που όμως καλεί τους εραστές να εργαστούν πάνω στη διάρκεια. Και διευκρινίζει: «ως “διάρκεια” δεν εννοούμε κατά κύριο λόγο ότι ο έρωτας πρέπει να διαρκέσει, να είμαστε ερωτευμένοι πάντα, ή για πάντα. Πρέπει να αντιληφθούμε πως ο έρωτας επινοεί έναν διαφορετικό τρόπο διάρκειας μέσα στη ζωή. Ότι, στη δοκιμασία του έρωτα, η ύπαρξη του καθενός έρχεται αντιμέτωπη με μια νέα χρονικότητα». Όπως το ποίημα, λέει πιο κάτω, είναι για τον Μαλλαρμέ μια λέξη προς λέξη νίκη επί του τυχαίου, έτσι και η κατασκευή του έρωτα επιχειρεί σημείο προς σημείο να κατασκευάσει από την τυχαιότητα της συνάντησης τη διάρκεια, να εγγράψει την αιωνιότητα στο χρόνο.
Ο έρωτας ως συμβάν και διαδικασία αλήθειας συνιστά κάτι που υπερβαίνει τη μαγεία της συνάντησης, χωρίς ωστόσο να την υποτιμά. Δεν ταυτίζεται με τη στρατηγική σαγήνης του Δον Ζουάν, απαιτεί δέσμευση, καθημερινή δουλειά και πίστη για να μετατρέψει το τυχαίο, τη συμπτωματική συνάντηση σε πεπρωμένο. Δεν είναι μια ψευδαίσθηση που συγκαλύπτει την επιθυμία αναπαραγωγής, ούτε μια διαδικασία αυτογνωσίας μέσω της απόλαυσης και διά του άλλου. Και δεν είναι πάντα μια διαδικασία ειρηνική. Έχει βίαιες συγκρούσεις, αληθινά βάσανα, περιορισμούς, χωρισμούς, δράματα, φόνους ή αυτοκτονίες. Εκεί ίσως πατά και η προπαγάνδα ενός έρωτα ασφαλούς, χωρίς ρίσκο. Όμως η αλήθεια δεν μπορεί να κατασκευαστεί στην ασφάλεια ενός συμβολαίου.
Έρωτας και πολιτική
Ως διαδικασία αλήθειας ο έρωτας βρίσκεται κοντά στην πολιτική, στην τέχνη και στην επιστήμη. «Η ερωτική ευτυχία», λέει ο Μπαντιού, «είναι η απόδειξη πως ο χρόνος μπορεί να φιλοξενήσει την αιωνιότητα. Μια τέτοια απόδειξη είναι ο πολιτικός ενθουσιασμός όταν συμμετέχουμε σε μια επαναστατική δράση, η απόλαυση που προσφέρουν τα έργα τέχνης και η σχεδόν υπερφυσική χαρά που νιώθουμε όταν καταλαβαίνουμε επιτέλους, σε βάθος, μια επιστημονική θεωρία». Και στον έρωτα και στην πολιτική έχουμε επίσης συμβάντα, διακηρύξεις, πίστη. Αν ο έρωτας είναι η κατασκευή του Δύο, «η πολιτική δράση καθιστά αλήθεια αυτό για το οποίο είναι ικανό το συλλογικό. Παραδείγματος χάρη είναι ικανό για ισότητα; Είναι ικανό να ενσωματώσει το ετερογενές; Να σκεφτεί πως δεν υπάρχει ένας μόνο κόσμος;» Ό,τι είναι για την πολιτική η εξουσία, το Κράτος, είναι για τον έρωτα η οικογένεια, η ίδια ένταση, η ίδια απειλή διάψευσης της ελπίδας.
Όμως στην πολιτική υπάρχουν εχθροί, ενώ στον έρωτα δράματα. Το πρόβλημα στην πολιτική είναι ο έλεγχος του μίσους και όχι της αγάπης. Λέει ο Μπαντιού: «στην πολιτική, όπου υπάρχουν εχθροί, ένας από τους ρόλους της οργάνωσης, όποια κι αν είναι αυτή, είναι να ελέγξει, δηλαδή να εξαλείψει, κάθε φαινόμενο μίσους. Κάτι που δεν σημαίνει βέβαια επ’ ουδενί, “να κηρύξει την αγάπη”, αλλά –κι αυτό είναι ένα μείζον διανοητικό πρόβλημα– να ορίσει τον πολιτικό εχθρό με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και αυστηρότητα. Και όχι, όπως συνέβαινε σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα, με τον πιο αόριστο και ευρύ τρόπο».
Στην εποχή μας που έχουμε την αίσθηση πως πολλές από τις σταθερές καταρρέουν, οι φιλόσοφοι ξαναστρέφονται στον έρωτα, στον επαναπροσδιορισμό του ως μιας ελάχιστης σταθεράς. Ο Μπαντιού το κάνει αυτό από την πλευρά της διαφοράς. Ο έρωτας είναι γι’ αυτόν μια κατασκευή με βάση τη διαφορά, εκεί που ο συντηρητισμός αναζητά την ασφάλεια της ταυτότητας, την υπεράσπιση των «δικών μας αξιών». Ο έρωτας είναι εμπιστοσύνη στη διαφορά, ενώ η αντίδραση είναι καχύποπτη απέναντί της. Υπερασπιζόμενοι τον έρωτα έναντι της ταυτοτικής λατρείας της επανάληψης, υπερασπιζόμαστε το μοναδικό, το μη επαναλαμβανόμενο, το ξένο και το περιπλανώμενο. Μ’ αυτή την έννοια, αναγνωρίζουμε και τη δυνατότητα του συλλογικού να συμπεριλάβει ολόκληρο τον κόσμο, υπερβαίνοντας κάθε εξωπολιτική διαφορά. Και εδώ συναντά με έναν τρόπο την έννοια του κομμουνισμού. Μόνο που στον έρωτα δεν υπάρχουν εχθροί ή ο εχθρός είναι πάντα ο εαυτός μας.

Έφη Γιαννοπούλου ,RedNoteBook

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

To gamification της ζωής

του Γιάννη Μαλεγκάνου

«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή.»
Νίκος Καζαντζάκης
Η ζωή δεν έχει νόημα. Κανένα. Είμαστε αποτέλεσμα και αναπόσπαστο κομμάτι μιας υπεραιώνιας κοσμικής διαδικασίας με αμφίβολη αρχή, χαοτική εξέλιξη και βέβαιο τέλος. Δεν υπάρχει κανένα νόημα δοσμένο από καμία αρχή: ανθρώπινη, «Θεία» ή άλλη. Δεν υπάρχει «αντικειμενικό» νόημα της ζωής, όχι τέτοιο που να καλούμαστε εν τη γενέσει μας να εκπληρώσουμε μυστικιστικά με την πάροδο των χρόνων.
Το νόημά μας οφείλουμε να το επινοήσουμε. Να μπούμε στο παιχνίδι. Σε κάποιο από τα άπειρα παιχνίδια που η ζωή απλόχερα προσφέρει, και δεν το λέει. Παιχνίδια αναζήτησης, περιέργειας, τόλμης, κινδύνου, επιμονής κι υπομονής. Οφείλουμε να μπούμε στο παιχνίδι, ο καθένας στο δικό του, μπας και νοηματοδοτήσουμε «το μεταξύ (σκοτεινών αβύσσων) φωτεινό διάστημα...» που ο Καζαντζάκης αποκαλεί ζωή.
Βρεθήκαμε τυχαία εδώ στο ξέφωτο. Κανείς δε μας ρώτησε αν θέλουμε, κανείς δε μας είπε ότι το ξέφωτο νομοτελειακά οδηγεί σε γκρεμό. Τι απομένει; Το παιχνίδι. Το gamification της ζωής. Η επινόηση του νοήματος. Η δημιουργική εφεύρεσή του και το fair-play. Εδώ και τώρα, στο σπιθαμιαίο αυτό ξέφωτο.
Gamification, λοιπόν. Με δουλειά ή χωρίς. Μόνος, μοναχικός ή με «συνάφειες». Ευτυχής ή δυστυχής. Με όλα ή από το τίποτα. Παιχνίδια υπάρχουν, άπειρα κι ενδιαφέροντα, που το άθροισμά τους λέγεται «ζωή». Αρκεί κανείς να ανοίξει τις πόρτες του μυαλού, αφήνοντας λίγο φως ενόρασης να διαπεράσει τα κλειστά παραθυρόφυλλα της δοτής «πραγματικότητας», και το παιχνίδι ξεκινά... με νόημα. Αν στο παιχνίδι περάσει όμορφα κι ο άγνωστος «δίπλα», η επόμενη τερματική άβυσσος υπόσχεται να μας υποδεχτεί δίχως πόνο.
Αντί ευχών.
www.protagon.gr  26/1/2014

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Για τον Θόδωρο



                                 


TO METEΩPO BHMA TOY ΠEΛAPΓOY  (σενάριο)

Και µην ξεχνάς ότι ήρθε η ώρα πάλι για ταξίδι. 
O άνεµος φυσάει τα µάτια σου µακριά. 

Tο τζιπ του στρατού που έρχεται από το βάθος, αφήνει τον κεντρικό δρόµο και
µπαίνει προσεχτικά σ' ένα χωµατόδροµο. Στη συµβολή µια ταµπέλλα «Συνοριακή
Ζώνη. Απαγορεύεται η φωτογράφιση».
O συνταγµατάρχης που κάθεται δίπλα στο οδηγό, ένας άντρας στα 50, µε φαρδιούς
ώµους και ηλιοκαµένο πρόσωπο, γυρίζει πίσω στον Αλέξανδρο και το συνεργείο.
―Τώρα καταλαβαίνετε γιατί σας είπα ν' αφήσετε το αυτοκίνητό σας στο στρατόπεδο. H
συνοριακή ζώνη είναι
συχνά υπονοµευµένη ζώνη. Θα κινδυνεύατε να µπείτε σε ναρκοπέδια.
O Αλέξανδρος δεν απαντάει. Κοιτάει το λασπωµένο δρόµο και τα γυµνά δέντρα. O
συνταγµατάρχης µοιάζει ενοχληµένος.
―Σας περίµενα χτες. Έτσι έλεγε η διαταγή από τη µεραρχία.
―∆εν υπολογίσαµε την απόσταση, παρεµβαίνει ένας από το συνεργείο.
Κάναµε 18 ώρες!
―Τι γυρεύετε εδώ πάνω; H περιοχή δεν προσφέρεται για εκδροµές.
―∆εν σας είπαν, απορεί ο Αλέξανδρος.
―Αόριστα. Τα ρεπορτάζ στα σύνορα.
―Ξέρετε µ' αφορµή αυτό που έγινε στον Πειραιά...
―Κατάλαβα, µουρµουρίζει ο αξιωµατικός.
∆εν µοιάζει να τον ενθουσιάζει η ιδέα.
Λίγο µετά στην στροφή του δρόµου βλέπουν µια µεγάλη σιδερένια γέφυρα.
«Mπελεϋ» τις λέγανε τον καιρό του πολέµου. Ιδιόµορφη, απλώνει το σκουριασµένα
φτερά της πάνω από τον Έβρο, το πλατύ ποτάµι που αποτελεί το φυσικό σύνορο
µεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και πιο πάνω µεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας,
Βουλγαρίας. Το ελληνικό φυλάκιο βρίσκεται κρυµµένο, σχεδόν αθέατο, µέσα σε
πυκνή βλάστηση. Κοντά στο ποτάµι στην όχθη σχεδόν, το παρατηρητήριο.
Προβάλλει πανύψηλο, πάνω από τις κορφές των γυµνών δέντρων σαν παράξενο πουλί.
Φρουροί παντού µε όπλο στο χέρι.
Μια µικρή οµάδα στρατιωτών βγαίνει από το φυλάκιο και παρατάσσεται.
O συνταγµατάρχης χαιρετά τον νεαρό αξιωµατικό.
―Τι γίνεται υπολοχαγέ;
Έπειτα παρουσιάζει τους στρατιώτες.
Παιδιά από διάφορα σηµεία της χώρας. Ντροπαλοί µπροστά στην κάµερα, έπειτα
ξεθαρρεύουν και µιλάνε για την εµπειρία του να ζει κανείς στα σύνορα. Ένας απ'
αυτούς λέει ότι δεν φοβάται παρά µόνο τη βουή του ποταµού τη νύχτα. Κάποιος
άλλος, την ώρα που δεν περνάει, ένας τρίτος τη λάθος κίνηση που µπορεί να 'ναι
µοιραία.
O συνταγµατάρχης οδηγεί τον Αλέξανδρο και το συνεργείο στη γέφυρα. Τα
φαγωµένα σανίδια τρίζουν κάτω από τα πόδια τους. Περπατάνε αργά, προσεχτικά µε
το νου στους απέναντι.
O αξιωµατικός εξηγεί τι είναι γι' αυτόν σύνορο, σύνορα, ορισµός. H τουρκική
φρουρά από απέναντι βλέποντας τους να προχωρούν πάν στη γέφυρα έχει
ανησυχήσει. Ένας στρατιώτης µε το αυτόµατα σε στάση αναµονής. O αξιωµατικός
τους, παρακολουθεί το γεγονός µε τη διόπτρα. O συνταγµατάρχης µε τον Αλέξανδρο
και το συνεργείο φτάνουν στο κέντρο της γέφυρας. Κάτω από τα πόδια τους το
ποτάµι βουίζει αργοσάλευτο. Βλέπουν τότε µπροστά τους πάνω στο ξύλινο πάτωµα της γέφυρας τρεις χρωµατιστές λουρίδες, τριάντα πόντους η καθεµιά.

Άσπρη για την ουδέτερη ζώνη στη µέση. Κόκκινη για την Τουρκία και γαλάζια για
την Ελλάδα. Μια περίεργη στενόµακρη σηµαία που χωρίζει τη γέφυρα στα δυο. Τα 
σύνορα. 

O συνταγµατάρχης πατάει τη γαλάζια γραµµή. Μένει ακίνητος µια στιγµή. 
Έπειτα σηκώνει το ένα πόδι και στέκει έτσι σαν  πελαργός. 
Στρέφει το κεφάλι του στον Αλέξανδρο. 
―Αν κάνω ένα βήµα, λέει χαµογελώντας αινιγµατικά, είµαι... αλλού... 
Γυρίζει και κοιτάζει τον τούρκο φρουρό. 
―... ή πεθαίνω, συµπληρώνει. 
Σιωπή. Το βουητό του ποταµού.



Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Σκάνδαλα και αλλαγή φρουράς

Από την εποχή ακόμα της πρώτης δημοκρατίας στην Αθήνα, όταν ο Φειδίας κατηγορήθηκε για κλοπή του χρυσού του αγάλματος της Αθηνάς , για να πληγεί ο Περικλής από τους αντιπάλους του, η διάσταση του σκανδάλου σαν πολιτικό εργαλείο ήταν παρούσα στην δημόσια πολιτική πολεμική.

Ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή όχι των κατηγοριών κάθε  φορά, το παιχνίδι αυτό παίχτηκε πολλές φορές και συνεχίζει να παίζεται.Δυστυχώς δε με πολλές φορές ολέθρια αποτελέσματα (π.χ η επιχείρηση «καθαρά χέρια» στην Ιταλία οδήγησε σε 15 χρόνια Μπερλουσκονισμού, ο οποίος ήταν  ένα σκάνδαλο καθ’ αυτό).Το θέμα μας εδώ δεν είναι το αν υπάρχουν σκάνδαλα ή όχι.Προφανώς και καθημερινά εξελίσσονται μικρά και μεγάλα σκάνδαλα,μικρά τμήματα των οποίων κάποια στιγμή αποκαλύπτονται. Παρ΄ότι δεν είναι αυτό το θέμα του παρόντος σημειώματος, δύο μόνο παρατηρήσεις που κάποια στιγμή θα τις ξαναδούμε πιο αναλυτικά.

Μείζονα αιτία των σκανδάλων στην πολιτική (και δε μιλάμε εδώ για αιτίες αναγόμενες  στην ανθρώπινη φύση που προφανώς ισχύουν και αφορούν την καθημερινή ζωή δημόσια και ιδιωτική) αποτελεί το λεγόμενο «πολιτικό χρήμα», δηλαδή σε τελική ανάλυση τις απαιτούμενες δαπάνες για την διεξαγωγή από τους διάφορους φορείς της δημόσιας ζωής του πολιτικού παιγνίου.Η «χρηματοποίηση» της πραγματικής ανάγκης αυτής οδηγεί σε αυτό που ονομάστηκε διαπλοκή με την οικονομία.Είτε μισοφανερή όπως στις ΗΠΑ , είτε υποκρυπτόμενη όπως στην Ευρώπη, η χρηματοδότηση των φορέων πολιτικής είναι παρούσα σαν ζήτημα και εδώ υποκρισίες δε χωράνε.Στα πλαίσια αυτά, μικρό μερίδιο του χρήματος αυτού καταλήγει και σε προσωπικές  τσέπες.

Μια δεύτερη πλευρά  αφορά στο θέμα του ξεπλύματος του μαύρου χρήματος σε παγκόσμια κλίμακα.Είναι αφελές να πιστεύει κανείς ότι το χρήμα προερχόμενο από εγκληματικές δραστηριότητες (εμπόριο όπλων, ναρκωτικών, ανθρώπων κ.λ.π) παραμένει στα μπαούλα των εγκληματιών και δεν εισέρχεται στην κανονική οικονομική δραστηριότητα.Και είναι τόσο πολύ, που μέθοδοι όπως τα «πλυντήρια του Αλ Καπόνε» δεν επαρκούν για την διαδικασία αυτή.Μια επισκόπηση των όσων συμβαίνουν στην Τουρκία είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα που αφορά για αρχή μόνο ξέπλυμα 87 δις (!) δολαρίων της παρακαυκάσιας μαφίας.

Το εργαλείο των σκανδάλων στην πολιτική ζωή αρχίζει να δουλεύει από την ώρα που το στοιχείο του «ηθικού πλεονεκτήματος» υποκαθίσταται από  μια ατέρμονη ηθικολογία, μια εξαιρετικά σύνθετη κοινωνική διαδικασία με πολλές πλευρές που θα άξιζε να μελετηθεί.Μια ιστορική επισκόπηση μας πείθει ότι το φαινόμενο υπερδιογκώνεται όταν επίκειται μια «αλλαγή φρουράς» συνήθως όχι απλώς σε πολιτικό άλλα σε επιχειρηματικό επίπεδο, σε επίπεδο διάταξης δυνάμεων.Να μην ξεχνάμε ότι η κρίση του ’89 στην Ελλάδα (γύρω από ένα σκάνδαλο πάλι), οδήγησε σε δύο σημαντικές αποφάσεις και μάλιστα από Οικουμενική κυβέρνηση. Εκχώρηση αδειών τηλεοπτικών καναλιών που ακόμα παραμένουν προσωρινές , και εκχώρηση ψηφιακών συνδέσεων ΟΤΕ στον Κόκκαλη.Το εκ των υστέρων ονομαζόμενο «σύστημα των νταβατζήδων» θεμελιώθηκε τότε και διαρκεί ακόμα.

Μέσα στην διαδικασία χρεοκοπίας της χώρας που είναι σε εξέλιξη από το 2009 και θα διαρκέσει πολύ ακόμα, μάλλον φτάσαμε στην φάση αυτή.Αναπόφευκτα θα φτάναμε και εδώ κάποια στιγμή, σε μια ιστορική περίοδο που κρατικό χρήμα για επιχειρηματικές δραστηριότητες δεν υπάρχει και το τραπεζικό σύστημα-καίριος κόμβος κάθε δραστηριότητας – δεν μπορεί να αναπαράγει με ελευθερία το διαπλεκόμενο σύστημα των θαλασσοδανείων, μιας και αυτό χρεοκόπησε όπως και η χώρα.

Η αναδιάταξη μόλις ξεκίνησε.Στο χώρο των στρατιωτικών προμηθειών (άμεσα συνδεδεμένων με το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, αλλά και το πολιτικό χρήμα), καίγονται όλοι οι ενδιάμεσοι «αντιπρόσωποι» για να υπάρξει νέα φρουρά. Στο σκάνδαλο του ΤΤ, τα πράγματα είναι εμφανώς πιο περίπλοκα.Εδώ- δηλαδή στο σύνολο του τραπεζικού συστήματος και όχι στο από άποψη μεγέθους ασήμαντο ΤΤ-  είναι ο κόμβος που κράτος, πολιτικά συμφέροντα, επιχειρηματικές δυναστείες αλλά και οι λεγόμενες μικρομεσαίες επιχειρήσεις όλα μαζί ένα κουβάρι είναι σφιχταγκαλιασμένα .

Οι εξελίξεις είναι ακόμα μπροστά.Προς το παρόν κύρια πλευρά που διακινείται είναι η δασκαλίστικου τύπου διαπίστωση «να γιατί χρεοκοπήσαμε», που θέλει να αποκρύψει και τις πραγματικές αιτίες και τα αναδεικνυόμενα διακυβεύματα.Που θέλει δηλαδή να υποκαταστήσει την πολιτική από την ηθικολογία και την διαμάχη συμφερόντων από την ίντριγκα και το κουτσομπολιό.

Ας το πούμε καθαρά , για μην είμαστε τουλάχιστον «πεφτοσυνεφάκηδες» στην πορεία. Το μεγαλύτερο ποσοστό των επιχειρηματιών κάθε είδους και μεγέθους θα χάσουν με τη μια ή την άλλη μορφή τις επιχειρήσεις τους μέχρι το τέλος αυτού του δρόμου, μέχρι τη νέα ισορροπία.Και φυσικά το ίδιο αφορά και τους πολιτικούς σχηματισμούς και το πολιτικό προσωπικό.


Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Στο μπουρδέλο ή στο μοναστήρι;

Του Δημήτρη Καμπουράκη

Ο ψυχρά διορατικός Εμίλ Σιοράν με είχε προειδοποιήσει από πολύ νωρίς: Ο άνδρας μετά τα πενήντα του, έχει να διαλέξει ανάμεσα στον δρόμο για το μοναστήρι και τον δρόμο για το μπουρδέλο. Είναι βέβαια γνωστό το καπρίτσιο της ανάγνωσης, να μας κοινοποιεί τα πιο καθοριστικά εδάφια της στον πιο λάθος χρόνο μας. Ως ευρισκόμενος λοιπόν τότε στην πρώτη μου νεότητα, είχα καγχάσει. Οι λειψές δεκαετίες που σήκωνα στους ώμους μου, με βεβαίωναν ότι το μυστηριώδες σταυροδρόμι βρισκόταν εξορισμένο πέρα απ’ την άκρη των οριζόντων μου. Πιθανότατα να το πέρασα απλώς για φιλοσοφικό αντικατοπτρισμό, πιστεύοντας ίσως πως τέτοιο σταυροδρόμι δεν υπήρχε καν. Κι όμως, διαγενομένης της πρωτοχρονιάς, ξάφνου έφθασα.
Εδώ που τα λέμε, έκαστος εξ ημών (κατά την πνευματική του τάξη) έχει λάβει απανωτές και παντοειδείς προειδοποιήσεις. Παρά ταύτα, η άφιξη κάθε υποψήφιου γερόντιου στις παρυφές του φοβερού τρίστρατου, είναι συνυφασμένη με ένα είδος τραυματικής έκπληξης. Φρονίμως ποιών ο Πλάστης, τοποθέτησε το κρίσιμο όριο μεταξύ της (απερχόμενης) νεότητας και του (επερχόμενου) γήρατος, όχι στο ορατό τέλος κάποιας ευθύγραμμης λεωφόρου αλλά πάνω σε μια κλειστή στροφή της. Άλλως, κάθε ευταξία της «παραγωγικής» περιόδου της ζωής μας θα πήγαινε περίπατο, κακοξοδεμένη μέσα σε πρόωρα (άρα ανώφελα) υπαρξιακά ερωτήματα. Κοντολογίς, ανακαλύπτουμε το δίλημμα αιφνιδίως και με το γκάζι στο τέρμα. 
Μπουρδέλο ή μοναστήρι λοιπόν; Απόφαση που πρέπει να λάβω ακαριαία, στον ανύπαρκτο χρόνο μιας ανάσας, καθότι αποτελεί ίδιον του ανθρώπου να επιβεβαιώνει αενάως τον Αλεξανδρινό, μη όντας ποτέ έτοιμος από καιρό. Το λοιπόν, κάτω από ποια πνευματική στέγη και υπό το κράτος ποίων νόμων θα διαχειριστώ την αναβλύζουσα κατάθλιψη, η οποία αρχίζει ύπουλα να γεμίζει τα κενά κύμβαλα της τεστοστερόνης μου; Πού, άραγε, να κατευθύνω εφεξής τη διακονία μου; Στην εκ νέου ανακάλυψη της ξεχασμένης ψυχής μου ή στην πεισματική άμυνα του κορμιού μου απέναντι στον χρόνο; Εν ολίγοις, καταφυγή μου θα είναι η ευσέβεια ή ο κυνισμός; Εδώ σε θέλω.
Και μη σπεύσετε αφελώς να μου προτείνετε και τα δυο παράλληλα, διότι τότε έχετε πλήρη άγνοια των πραγματικών διλημμάτων και τρίστρατων της ζωής. Τα μπουρδέλα και τα μοναστήρια που σέβονται τον εαυτό τους, ακόμα κι αν ο διάολος κάποια στιγμή τα συστεγάσει, ποτέ δεν σμίγουν τη βαθύτερη αποστολή τους, ότι γι' αυτήν υπάρχουν. Το μπουρδέλο οδηγεί στον παράδεισο και το μοναστήρι στην κόλαση. Το ερώτημα είναι πού αξίζουμε και πού επιθυμούμε να καταλήξουμε.
www.protagon.gr