Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Οι αμηχανίες της πολιτικής


του Νικόλα Σεβαστάκη

Ζούμε έναν νέο ιστορικό κύκλο. Στη διεθνική, πολύμορφη αγανάκτηση που άλλοτε κατορθώνει να ενσαρκωθεί πολιτικά κι άλλοτε διασπείρεται στο κοινωνικό σώμα σαν μια μάζα από δυσαρέσκεια και ανημπόρια.

Η δυναμική του Τραμπ ήταν μια ιδιαίτερη, αμερικανική παραλλαγή αυτού του κύματος. Η νίκη του προξένησε κατάπληξη στους περισσότερους, αν και όλοι είχαν μια ιδέα για το ρεύμα που τον έφερε στην Προεδρία.

Υπάρχει όμως καιρό τώρα ένα πρόβλημα στους παρατηρητές των δημόσιων πραγμάτων, ειδικά σ' όσους προέρχονται από τους παραδοσιακούς χώρους της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς: βλέπουν ένα φαινόμενο, αναλύουν, κάποτε εύστοχα, τον χαρακτήρα του αλλά την ίδια στιγμή υποτιμούν το βεληνεκές του. Γιατί; Ισως επειδή μοιράζονται μια συγκεκριμένη αντίληψη για το βάρος της κοινής λογικής στις αποφάσεις των ανθρώπων, για τη συναίνεση και την απόρριψη των έντονων παθών στην πολιτική. Γι' αυτό δεν μπορούν να διανοηθούν πως οι πολλοί μπορεί να προτιμήσουν έναν «τσαρλατάνο», έναν «ρατσιστή» κ.λπ. Αντιλαμβάνονται τις ανορθόδοξες τάσεις ως δομικά μειοψηφικές, αν όχι περιθωριακές.

Αλλά ο κύκλος στον οποίο έχουμε μπει μοιάζει να διαψεύδει τις ορθολογικές και συνετές συντεταγμένες της σκέψης μας. Περιμένουμε ας πούμε κάτι κακό εδώ κι εκεί αλλά κατά βάθος δεν πιστεύουμε ότι μπορεί να συμβεί το χειρότερο διότι διατηρούμε την πεποίθηση πως το κατάλληλο επιχείρημα νικάει στο τέλος τους σκοταδιστικούς λόγους και πως η ψύχραιμη διάγνωση των πραγμάτων θα στείλει στον αγύριστο τους «ακραίους».

Πρέπει πια να αφήσουμε πίσω μας αυτές τις μεταφυσικές σιγουριές της ανάλυσης. Οχι εγκαταλείποντας το αίτημα για μια πιο ορθολογική και δίκαιη κοινωνία αλλά διαβάζοντας πιο σωστά τις αντιθέσεις και τους μετασχηματισμούς της εποχής.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έγινε βεβαίως Πρόεδρος από την εκλεκτορική και όχι από τη λαϊκή ψήφο (οι ιδιαιτερότητες του αμερικανικού συστήματος). Θα μπορούσε - λένε πολλοί - να έχει βγει η Χίλαρι Κλίντον, αν, ας πούμε, πήγαιναν στην κάλπη περισσότεροι Αφροαμερικανοί ή αν η ίδια ήταν μια πιο συμπαθής και κοντά στον απλό άνθρωπο, φυσιογνωμία. Παρ' όλα αυτά, η ύλη της αγανάκτησης και των αντιφιλελεύθερων στάσεων θα ήταν παρούσα και θα γεννούσε σημαντικά φαινόμενα και εξελίξεις. Ο,τι και αν είχαμε σήμερα, αυτό που έφερε στο κέντρο της σκηνής ο Τραμπ (πέρα από την περσόνα του) θα ήταν η κυρίαρχη «κινηματική» πραγματικότητα.

Και αυτό είναι το δεύτερο σημείο που δυσκολεύονται να κατανοήσουν οι περισσότεροι παραδοσιακοί αναλυτές: οι νέες μορφές διαμαρτυρίας δεν φαίνεται να είναι συγκυριακές λοξοδρομήσεις μιας κανονικής πορείας. Μπορεί να ήρθαν για να μείνουν. Είναι πιθανόν να αποτυπώνουν μια πιο δομική κρίση της φιλελεύθερης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και όχι απλώς κάποια έκτακτη, λαϊκιστική παρέκκλιση.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από το γεγονός ότι οι ανορθόδοξες λογικές και τα παράξενα μείγματα πολιτικής έχουν ανέλθει στην επιφάνεια. Κάτω από την ίδια σημαία, συνωθούνται ο οικονομικός προστατευτισμός, οι αγωνίες ταυτότητας, το μίσος για τους φιλελεύθερους και αριστερούς «διεθνισμούς» αλλά και η επιστροφή στον μύθο μιας απλής, αδιατάρακτης, παραγωγικής κοινότητας. Στο ίδιο χωνευτήρι συναντώνται οι φόβοι για ορισμένες ανομικές τάσεις του χρηματιστικού καπιταλισμού και η επιθυμία για σύνορα και ισχυρές περιφράξεις. Στο ίδιο στρατόπεδο βρίσκει κανείς την αντιπάθεια για (κάποιους) ολιγάρχες και τον δουλικό θαυμασμό για κάποιους άλλους ισχυρούς και πλούσιους.
Σχήματα και φέτες ιδεών από την εθνικιστική δεξιά μέχρι και έναν λαϊκίστικο αντικαπιταλισμό μπορεί να γίνονται συνθήματα στο στόμα ενός δισεκατομμυριούχου που ζει σε ουρανοξύστη ο οποίος φέρει το όνομά του.

Μαζί λοιπόν με την αναρρίχηση Τραμπ στην κορυφή της αμερικανικής δημοκρατίας καλό θα ήταν να περιοριστούν και οι ψευδαισθήσεις της ανάλυσης: να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτά τα φαινόμενα δεν αντιμετωπίζονται με επιθέσεις στο κακό γούστο των οπαδών τους ή με σκανδαλισμό για τις ανάρμοστες και βρώμικες λέξεις που χρησιμοποιούνται. Το ρήγμα ανάμεσα στις προοδευτικές δυνάμεις και στους «λησμονημένους» (όπως τους αποκαλούσε ο Τραμπ) είναι βαθύ και διαρκεί αρκετά χρόνια. Υπάρχει και στην Ευρώπη, λ.χ. ανάμεσα στους σοσιαλδημοκράτες προύχοντες και στα «παλαιάς κοπής» λαϊκά και μικροαστικά στρώματα. Πρόχειρες απαντήσεις δίχως τη σωστή διάγνωση των κινδύνων δεν οδηγούν πουθενά. Και ούτε ο ηθικός εξάψαλμος εναντίον των «αναχρονιστικών δυνάμεων» δεν αποδίδει. Ο πολιτισμικός φιλελευθερισμός, ο αφηρημένος διεθνισμός, οι βεβαιότητες για τον θρίαμβο της κοινής λογικής, όλα αυτά μοιάζουν αδύναμα μπροστά στην απέχθεια για την παγκοσμιοποίηση.

Υπάρχει όμως και μια άλλη λάθος απάντηση. Το να θεωρήσει κανείς πως με έναν αριστερό «τραμπισμό» θα μπορούσαν να διορθωθούν τα πράγματα. Μερικοί το προτείνουν ή το αναλογίζονται εδώ και καιρό: απέναντι στον δεξιό λαϊκισμό να ορθωθεί ένας άλλος αντιφιλελευθερισμός, «προοδευτικός και πατριωτικός».

Αυτή ωστόσο η απάντηση πολλαπλασιάζει την τοξική επίδραση του κύκλου της αγανάκτησης. Δεν μεταστρέφει θετικά το εθνικιστικό κύμα αλλά μάλλον το νομιμοποιεί και το καθαγιάζει ως τη μοναδική, σθεναρή λύση στις αποτυχίες των «συστημικών ελίτ».

Δεν ξέρουμε ποιες συνέπειες θα έχει ο σεισμός Τραμπ στα πολιτικά πράγματα της Αμερικής αλλά και στην Ευρώπη και στο διεθνές σύστημα. Η ρητορική είναι ένας δείκτης, όχι όμως και το μοναδικό κριτήριο για να καταλάβει κανείς το πώς θα πολιτευτεί κάποιος. Οποια εκδοχή και αν κατισχύσει στη συνέχεια, είτε αυτή της εξημέρωσης ελέω εξουσίας, είτε εκείνη των τυχοδιωκτικών επιλογών, το ζήτημα είναι να ανακοπεί το ευρύτερο κύμα, η γενικότερη ιστορική και πολιτική τάση.

Χωρίς εστέτ περιφρόνηση στους «παρωχημένους» ψηφοφόρους αλλά και δίχως αυτομαστίγωμα και άτακτη υποχώρηση ως προς τον φιλελεύθερο, δημοκρατικό οικουμενισμό, πολιτικές μπορεί και πρέπει να διορθωθούν και οι αναποτελεσματικές και φαύλες ηγεσίες να παραμεριστούν. Αν το ιστορικό κύμα της νέας Αντίδρασης ήλθε για να μείνει, οι εναλλακτικές λύσεις δεν θα φτιαχτούν με τα υλικά μιας άλλης αγανάκτησης (προοδευτικής κ.λπ.) αλλά με το βλέμμα στους πολλούς: και στους αποταγμένους της προόδου και σ' όσους βρίσκονται, προσωρινά, σε καλύτερη μοίρα. Θα είναι όμως μακρύς ο δρόμος.

ΒΗΜΑ 13/11/2016

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Μια ήττα και το κόστος της


Από τον Νικόλα Σεβαστάκη 



Η απόφαση του ΣτΕ, έτσι όπως την έχουμε στη γενικότητά της και χωρίς το σκεπτικό, είναι σημαντική πολιτική ήττα της κυβέρνησης. Αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εκείνη και ο Νίκος Παππάς έχουν την ευθύνη γι’ αυτό το στραπάτσο. 

Στην πολιτική κουλτούρα της συριζαϊκής Αριστεράς, το δίκαιο και οι δικαιϊκοί κανόνες πρέπει να υποχωρούν πάντα για να διαβεί η αγαθή (κατά την κρίση τους) βούληση «μιας προοδευτικής κυβέρνησης». Επειδή ξεκινούν από μια τελείως λάθος αντίληψη για την απόλυτη προτεραιότητα της «λαϊκής βούλησης» –στην ερμηνεία που της δίνει, βεβαίως, η συγκεκριμένη κυβερνητική πλειοψηφία– επί των κανόνων, είδαν πρόχειρα και με πολύ άστοχες κινήσεις τα λεπτά ζητήματα ρύθμισης και το θέμα της τάξης στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο. 

Στην πρεμούρα και στο πάθος  για επιβεβαίωση αυτού που η κυβέρνηση ονομάζει μάχη κατά της διαπλοκής, υπονομεύτηκε η πραγματική ανάγκη για ρύθμιση του ανταγωνισμού των συχνοτήτων και των άλλων θεμάτων στην αγορά των media.   Το κακό είναι ότι τα στοιχήματα της κυβέρνησης χάνονται αλλά αυτός που κερδίζει είναι η ιδέα πως κάθε ρύθμιση είναι ύποπτη για αυταρχισμό και πως όποιος μιλάει για δημόσια αγαθά συγκαλύπτει τον πιο ιδιοτελή κρατικό-κομματικό επεμβατισμό. 

Όπως συμβαίνει συχνά, ένας δημαγωγικός και ρητορικός «αντινεοφιλευθερισμός» νομιμοποιεί στα μάτια πολλών την αντίληψη πως οι αγορές μόνες τους μπορεί  να λύνουν τα προβλήματα.Η αντίληψη πως ο καλός κυβερνητικός νομοθέτης γνωρίζει καλύτερα από όλους το λαϊκό και κοινωνικό  συμφέρον, βγάζει λοιπόν  στο ακριβώς αντίθετο: στην ιδέα πως τη δημοκρατία την εγγυώνται μόνο οι Ανεξάρτητες Αρχές και τα δικαστήρια.

 Η μια μονομέρεια ενδέχεται να οδηγήσει σε μιαν άλλη. Η πολιτική αφλογιστία και οι αυταρχικοί αυτοσχεδιασμοί να οδηγήσουν στο κράτος των δικαστών. Και η ρητορική της αντι-διαπλοκής (τελευταίο χαρτί του ριζοσπαστικού λαϊκισμού) να γίνει το καλύτερο δώρο στις δυνάμεις της «πιάτσας». Κρίμα. 



Πηγή: www.lifo.gr

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Οι δύο «πόρτες» της Ευρώπης και η… δραχμή!

του Γιώργου Παπανικολάου

Μια κι έγινε πάλι πολύς λόγος τις προηγούμενες μέρες περί Grexit και δραχμής, θα ήταν ίσως σκόπιμο να επισημάνουμε ορισμένες κρίσιμες παραμέτρους.
Κάθε υπερεθνική προσπάθεια ενισχύεται όταν ολοένα και περισσότερα κράτη θέλουν να προσχωρήσουν σε αυτή κι αντίστοιχα υποσκάπτεται όταν υφιστάμενα μέλη αποχωρήσουν. Υπό αυτή την έννοια, το Brexit ήταν ένα σοβαρότατο πλήγμα για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην περίπτωση των νομισματικών ενώσεων, τα πράγματα είναι ακόμη πιο «σφικτά».
Αντίθετα με ότι εμφανίζεται να πιστεύει ο κ. Σόιμπλε, οι νομισματικές ενώσεις δεν μπορούν να λειτουργήσουν «αλά κάρτ». Τουναντίον, αν ένα μέλος αποφασίσει ή πιεστεί να αποχωρήσει, αμέσως θα δημιουργηθούν αμφιβολίες για τη συνεκτικότητα της ένωσης αυτής και τα «γεράκια» των αγορών, θα ψάξουν να βρουν τον επόμενο αδύναμο κρίκο.
Στη περίπτωση της Ευρωζώνης, το άλογο ήταν εξ αρχής «κουτσό» και… παραμένει. Εκλαϊκεύοντας ως ένα βαθμό, η αχίλλειος πτέρνα της βρίσκεται στο γεγονός ότι ενώ οι ισχυροί οικονομικά Βόρειοι της ένωσης επωφελούνται (με πρώτη και καλύτερη την Γερμανία) από το γεγονός ότι το ευρώ είναιλιγότερο «σκληρό» από το εθνικό νόμισμα που θα είχαν, εν τούτοις δεν είναι πρόθυμοι να προχωρήσουν σε «δημοσιονομικές μεταβιβάσεις», αγγλιστί fiscal transfers, προς τις πιο αδύναμες χώρες, οι οποίες αναγκάζονται να κινηθούν με πιο σκληρό νόμισμα από αυτό που κανονικά θα είχαν.
Με ακόμη λιγότερα λόγια, υπάρχει ένα κοινό νόμισμα, χωρίς όμως να υπάρχει κοινή δημοσιονομική πολιτική, αλλά και πραγματικά ενιαίες αγορές και συνθήκες ανταγωνισμού, είτε λόγω διαφοράς στα επιτόκια, είτε λόγω διαφορών στα επιμέρους θεσμικά πλαίσια.
Οι πλέον ρεαλιστές μεταξύ των αναλυτών, (και των πολιτικών) αναγνωρίζουν ότι εκεί που έχουν φτάσει τα πράγματα, οικονομικά και πολιτικά, (με χαρακτηριστικά παραδείγματα το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου αλλά και τα τεράστια προβλήματα που δημιούργησαν το προσφυγικό και η τρομοκρατία), η Ευρώπη (και η Ευρωζώνη) θα έχουν να διαλέξουν ανάμεσα σε δύο «πόρτες». Είτε την περαιτέρω ενοποίηση, είτε την αποσύνθεση του εγχειρήματος.
Σε ότι αφορά την περαιτέρω ενοποίηση (που προϋποθέτει βεβαίως περαιτέρω εκχώρηση εθνικών εξουσιών σε υπερεθνικά όργανα), οι ίδιες οι κρίσεις που μεσολάβησαν, έχουν δημιουργήσει πλέονισχυρές αντιστάσεις, όπως αυτές καταγράφονται στην ραγδαία άνοδο του «ευρωσκεπτικισμού», σε αντίθεση με ότι συνέβαινε την περίοδο της ευρωπαϊκής «ευμάρειας».
Ωστόσο ούτε η λύση της αποσύνθεσης, είναι εύκολη όπως κάποιοι νομίζουν. Κι όχι μόνον εξαιτίας του τεράστιου πολιτικού και κοινωνικού κεφαλαίου που δαπανήθηκε στην ανέγερση του πανευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Η έξοδος από το εγχείρημα δεν είναι απλή ακόμη κι όταν πρόκειται για την έξοδο μιας ισχυρής χώρας, όπως η Μεγάλη Βρετανία, από το πιο «χαλαρό» σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα πράγματα είναι εξαιρετικά πιο δύσκολα όταν πρόκειται για την Ευρωζώνη, η οποία πρακτικά σχεδιάστηκε για να λειτουργήσει ως ένα εγχείρημα χωρίς επιστροφή!
Κι αυτό εξηγεί ίσως, εν μέρει το φαινόμενο της «αδράνειας» που παρατηρείται τόσο συχνά, μέσα σε αυτούς τους ομόκεντρους ευρωπαϊκούς κύκλους. Πολύ απλά, με τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, ο δρόμος δεν είναι καθόλου εύκολος, όποια από τις «πόρτες» κι αν ανοίξει η Ευρώπη, ούτε προς τα εμπρός, είτε προς τα πίσω!
Κατά την ταπεινή άποψη του υπογράφοντος, το τι θα συμβεί, θα κριθεί κατά κύριο λόγο από τη στάση των τριών μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών που μετέχουν στην Ευρωζώνη: της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας.
Η Ιταλοί έχουν ήδη αρχίσει να αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να ανταγωνιστούν οικονομικά τη Γερμανία, κι ότι αν δεν αλλάξει η «αρχιτεκτονική» λειτουργίας της Ευρωζώνης, ενδεχομένως να μην συμφέρει τις παραγωγικές τους τάξεις.
Οι Γερμανοί, δεν φαίνονται διατεθειμένοι, κι όχι μόνο για «ηθικούς» λόγους, όπως συνηθίζουν να διατυμπανίζουν, να δεχτούν δημοσιονομικές μεταφορές, ή μια δομή στην οποία δεν θα έχουν τον πρώτο και εν πολλοίς τον τελευταίο λόγο.
Οι Γάλλοι, μέχρι στιγμής, πιθανώς και για λόγους εθνικής υπερηφάνειας, δεν φαίνεται να έχουν αντιληφθεί πως ότι ισχύει για την Ιταλία, ισχύει λίγο πολύ και για τους ίδιους. Τους είναι δύσκολο -ψυχολογικά- ως Εθνος, να παραδεχτούν ότι ενώ η Ενωση στηρίχθηκε στο κεντρικό δίπολο Γερμανίας-Γαλλίας, σταδιακά αλλά νομοτελειακά, μετατρέπονται, κυρίους για λόγους οικονομικούς, σε δεύτερο «βιολί».
Εκτιμώ όμως ότι αργά ή γρήγορα θα το καταλάβουν. Και τότε θα επέλθει ο μεγάλος κίνδυνος ενός πραγματικού ρήγματος στον άξονα Βορρά-Νότου, με την Γαλλία να αποδέχεται ηγετικό ρόλο στη δεύτερη παράταξη. Ένα ρήγμα που δεν θα προξενούσε έκπληξη αν οδηγούσε τελικά στην διάσπαση της Ευρωζώνης στα δύο.
Ο κίνδυνος, θα πρέπει όλοι να το συνειδητοποιήσουμε, είναι υπαρκτός. Όπως υπαρκτός είναι και ο κίνδυνος διάλυσης κι όχι διάσπασης, ενδεχομένως εξ αιτίας ενός «μεγάλου ατυχήματος» στο τραπεζικό σύστημα, η κάποιας άλλης απρόβλεπτης σήμερα κρίσης με οικονομικά η γεωπολιτικά αίτια.
Εν ολίγοις, όσοι επιθυμούμε την περαιτέρω ενοποίηση της Ευρώπης, διαβλέποντας την ευρύτερη σημασία του εγχειρήματος, με όρους όχι απλά οικονομικούς αλλά και γεωπολιτικούς, ακόμη και πολιτισμικούς, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, θα πρέπει να έχουμε κατά νου μερικά απλά πράγματα.
1. Ότι αυτό προϋποθέτει την σταδιακή αλλά συνεχή μεταβίβαση εξουσίας σε υπερεθνικά όργανα, τα οποία όμως πρέπει να εκλέγονται κι όχι να διορίζονται, είτε εμμέσως, είτε αμέσως. Ούτε βεβαίως μπορεί η Ευρωζώνη να συνεχίσει επ' άπειρον να διοικείται από θεσμούς όπως το Eurogroup, στο πλαίσιο του οποίου εκφράζονται ξεκάθαρα επιμέρους εθνικά συμφέροντα και ισορροπίες -οικονομικών κυρίως- δυνάμεων.
2. Ότι η προώθηση μιας «γερμανοκεντρικής» Ευρώπης, το πιθανότερο είναι να αποδειχθείκαταστροφική για το όλο εγχείρημα.
3. Ότι όσο ογκώδη θεμέλια κι αν έχει η ευρωπαϊκή ενοποίηση, το πιθανότερο είναι ότι θα καταρρεύσει, εάν σταματήσει να αντιπροσωπεύει μια ιδέα και μια προοπτική στηριγμένη στα δημοκρατικά ιδεώδη και στο κοινωνικό συμφέρον ώστε να είναι θελκτική για την μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών στις χώρες που συμμετέχουν σε αυτό.
4. Ότι η προοπτική αναγκαστικής de facto μετάβασης σε μια άλλη κατάσταση, (ακόμη και μιας επιστροφής στη δραχμή) αποτελεί ενδεχόμενο που δεν μπορεί να παραβλέπεται από καμία εθνική ηγεσία, τουναντίον πρέπει να υπάρχουν σχεδιασμοί αντίδρασης δια «παν ενδεχόμενο», έστω κι αν αυτοί κρατούνται ως επτασφράγιστα μυστικά.
Ουδείς υποθέτω θα ήθελε έναν πόλεμο με γειτονική χώρα, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις και οι πολιτικές ηγεσίες απαλλάσσονται της υποχρέωσης να έχουν όσο το δυνατόν καλύτερα αμυντικά σχέδια εξουδετέρωσης μιας πιθανής απειλής.
www.euro2day.gr 17/10/2016

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Η οδυνηρή διέξοδος για την οικονομία


του Γιώργου Παπανικολάου

Σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις της χώρας τα τελευταία χρόνια μιλούν για την ανάγκη αλλαγής οικονομικού μοντέλου. Τι σημαίνει όμως αυτό πρακτικά και κυρίως τι σημαίνει για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού – κι εν μέρει του δημόσιου τομέα- ουδείς έχει επιχειρήσει να εξηγήσει.
To ίδιο δε συνέβη και με τις ομιλίες του πρωθυπουργού αλλά και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης επ’ ευκαιρία της φετινής ΔΕΘ. Μίλησαν για ανάπτυξη, αλλά απέφυγαν τις... λεπτομέρειες και τις εξηγήσεις, παρότι τα πράγματα είναι αρκετά απλά.
Επί δεκαετίες η ελληνική οικονομία στηρίχθηκε σε ένα μοντέλο που βασίστηκε στην υπερβολική κατανάλωση και τις συχνά σπάταλες δημόσιες επενδύσεις. Πίσω από αυτό το μοντέλο κρύβονταν βεβαίως τα «δανεικά» που ελάμβανε ο δημόσιος και-λιγότερο- ο ιδιωτικός τομέας.
Πέρα από το ξεχείλωμα των κρατικών ελλειμμάτων και την εκτόξευση του χρέους, το αποτέλεσμα αυτού του μοντέλου, ήταν και η εκτόξευση του ισοζυγίου συναλλαγών με το εξωτερικό.
Με απλά λόγια, η χώρα ξόδευε μεγάλο μέρος των διαθεσίμων της για να εισαγάγει προϊόντα και υπηρεσίες, ενώ οι εξαγωγές της ήταν πολύ μικρότερες, συγκριτικά θα λέγαμε μηδαμινές.
Ταυτόχρονα, δεδομένου του «εύκολου» κέρδους στο εσωτερικό, ο ιδιωτικός τομέας, στράφηκε κυρίως στην κάλυψη της εσωτερικής ζήτησης (κυρίως καταναλωτικής) την ίδια ώρα που η διεθνής ανταγωνιστικότητα του περιοριζόταν συνεχώς.
Κοινώς, σε πολύ μεγάλο βαθμό η ελληνική οικονομία λειτουργούσε ως κλειστό κύκλωμα, αλλά με χρηματοδότηση (δανεικά) από εξωτερικές πηγές! 
Το πόσο ηχηρά κατέρρευσε αυτό το μοντέλο, το έχουμε νοιώσει όλοι στο πετσί μας. Κι όμως τα βασικά συστατικά του στοιχεία παραμένουν σχεδόν ίδια, ενώ εμείς, ως κοινωνία δεν φαίνεται να έχουμε αντιληφθεί τις συνέπειες των επιλογών μας!
Κι αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα η συντριπτική πλειονότητα των νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων επικεντρώνεται στους χώρους που παραδοσιακά «έχουμε μάθει».Μαγαζιά, φαγάδικα, παροχή υπηρεσιών και γενικώς δραστηριότητες που απευθύνονται στην εσωτερική κατανάλωση, παρότι η τελευταία συνεχώς περιορίζεται!
Το κωμικοτραγικό της ιστορίας είναι ότι ακόμη κι αν με κάποιο μαγικό τρόπο μπορούσε να αυξηθεί η εσωτερική κατανάλωση κάτω από τις σημερινές συνθήκες, θα δημιουργούσε τεράστιο πρόβλημαστο εξωτερικό ισοζύγιο το άνοιγμα του οποίου έχει περιοριστεί δραστικά, αλλά όχι τόσο λόγω της αύξησης των εξαγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών, όσο λόγω της μείωσης των εισαγωγών που επέφερε ο περιορισμός του εισοδήματος και της κατανάλωσης!
Με απλά και πάλι λόγια, για να πάρει μπροστά η οικονομία, χωρίς να διαταράξει βλαπτικά τα μακροοικονομικά μεγέθη της χώρας, απαιτείται αλλαγή των διαμορφωμένων ισορροπιών στο εξωτερικό ισοζύγιο, ήτοι σημαντική ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας.
Δηλαδή αύξηση των ξένων επενδύσεων, αύξηση των εξαγωγών προϊόντων και υπηρεσιών, και σε όποιο βαθμό μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, υποκατάσταση των εισαγωγών από εγχώρια παραγόμενα προϊόντα, με μεγάλη εγχώρια προστιθέμενη αξία.
Προφανώς το τουριστικό προϊόν της χώρας, η έμφαση σε real estate development, που θα απευθύνεται σε πελάτες εξωτερικού, αποτελούν τους πιο «βατούς» δρόμους για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού, αλλά όχι τους μόνους.
Η στοχευμένη προσπάθεια υποκατάστασης εισαγομένων προϊόντων, σε τομείς που αυτό έχει πιθανότητες να πετύχει στην πράξη, αλλά και η έμφαση στη δημιουργία εξαγώγιμων προϊόντων, προϋποθέτουν όχι απλά χρηματοδοτικούς πόρους, αλλά και αλλαγή νοοτροπίας στον ελληνικό επιχειρηματικό κόσμο, που συνήθισε σε μορφές οργάνωσης και λειτουργίας οι οποίες κατά κανόνα δεν μπορούν να σταθούν στο διεθνές περιβάλλον.
Προϋποθέτει επίσης και σημαντική αναδιάταξη του εργασιακού δυναμικού της χώρας προς άλλες κατευθύνσεις, από εκείνες που κυριάρχησαν με βάση το προηγούμενο μοντέλο. 
Πρόκειται για διαδικασία δύσκολή, επίπονη και βεβαίως οδυνηρή για εκείνους που είτε ως εργοδότες, είτε ως εργαζόμενοι έχτισαν τη ζωή τους με βάση τα παλαιότερα δεδομένα.
Εν τούτοις πρόκειται και για μονόδρομο καθώς οι συνθήκες έχουν αλλάξει ανεπιστρεπτί. 
Για την πλειονότητα των επιχειρήσεων, μικρών ή μεγαλύτερων, που κινούνται σήμερα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, (με οφειλές σε τράπεζες, φόρους, μισθούς και εισφορές) η προσδοκία ανάκαμψης της εσωτερικής ζήτησης, αποτελεί φρούδα ελπίδα.
Η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος όμως, δεν έχει ακόμη επέλθει, ακριβώς διότι οι πολιτικο-οικονομικές ηγεσίες αρνούνται να πουν τη σκληρή αλήθεια: Μιλούν για την ανάπτυξη αορίστως και χωρίς να θίγουν τις δυσάρεστες πτυχές που αυτή θα έχει, για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, προκειμένου να είναι πραγματικά βιώσιμη.
Η αλλαγή του οικονομικού μοντέλου, δεν θα επέλθει χωρίς σημαντική περαιτέρω αναταραχή, καθώς παραδοσιακοί τομείς θα συνεχίσουν να φθίνουν και οι μετάβαση των απασχολούμενων στους «νέους» τομείς, είτε πρόκειται περί εργαζομένων, είτε περί εργοδοτών και αυτοαπασχολούμενων, ακόμη και υπό τις καλύτερες συνθήκες, δεν θα γίνει με ευκολία, από την μια μέρα στην άλλη. Η διαδικασία, ακόμη και στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα είναι πολυετής.
Τα πράγματα θα ήταν βεβαίως κάπως πιο εύκολα αν υπήρχαν μελέτες, σχεδιασμός για τις βασικές παραμέτρους του νέου οικονομικού μοντέλου, αλλά κι αν κτίζονταν σταδιακά οργανωμένες δομέςγια την επιμόρφωση του ανθρώπινου δυναμικού που θα διευκόλυναν αυτή την «στοχευμένη» μετάβαση.
Δυστυχώς όμως έως στιγμής το μόνο που υπάρχει είναι η αδράνεια, η αντίσταση στην (αναπόφευκτη) αλλαγή και η εμμονή σε δεδομένα περασμένων εποχών!
19/6/2016
www.euro2day.gr

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

O καιρός της αυταπάτης.


Του Νικόλα Σεβαστάκη

Παραφράζοντας τη διαβόητη, στην ανοησία της, φράση του Πάολο Κοέλιο, μπορούμε να πούμε ότι όλος ο κόσμος φαίνεται να συνωμοτεί για να χάσουμε την εμπιστοσύνη μας στον ορθολογισμό. Δημοσκόποι και ειδικοί που αποτυγχάνουν οικτρά, προβλέψεις κάθε λογής που πέφτουν έξω, στοιχήματα που χάνονται. Και αυτή είναι η μία, η πιο ελαφριά εκδοχή.

 Η άλλη πλευρά είναι η εκτίναξη της κτηνώδους βίας στη μακρά σειρά των τρομοκρατικών χτυπημάτων, τώρα στο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης. Διάφορα φαινόμενα και καθημερινά επεισόδια «συνωμοτούν», λοιπόν, για να πιστέψουμε πως ζούμε σε μια συγκυρία τελείως παράλογη και άναρχη. Για να περάσουμε στη συνοπτική απόρριψη ή στην κυνική παραίτηση, με διάφορους, χωρίς αρχές συμβιβασμούς, αφού στο κάτω-κάτω «δεν γίνεται τίποτα». 

  Η ήττα της κριτικής και ορθολογικής σκέψης γεννάει πολιτικά τέρατα. Γι' αυτό και πια έχει πολύ περισσότερο νόημα να υπερασπίζεται κανείς τα θεμελιώδη. Σε αυτήν, όμως, τη συγκυρία έχει μεγαλύτερη σημασία η επιμονή στον ορθολογισμό και στην κριτική σκέψη. Σ' εκείνον τον ορθολογισμό που θα αναγνωρίζει τα όρια, τα κενά του, τις αμηχανίες του. Όπου μπορεί κανείς να παραδεχτεί πως δεν διαθέτει απαντήσεις σε πολλά, από τη στιγμή μάλιστα που οι τεκτονικές πλάκες των ιδεολογιών έχουν μετατοπιστεί ή δημιουργούνται διαρκώς νέα σεισμικά ρήγματα. 

Πάνω σε αυτά τα σεισμικά ρήγματα παίζουν, εξάλλου, οι νέοι τυχοδιώκτες. Όσοι ιδίως δανείζονται από την Αριστερά το εγκώμιο του απλού εργαζόμενου λαού και από τη Δεξιά τη ρητορική του εθνικού μεγαλείου. Όσοι χτίζουν διασημότητα, διεγείροντας τα κοινωνικά πάθη και οργανώνοντας εκστρατείες μίσους, χωρίς ορίζοντα για το μέλλον, χωρίς ουσιαστική πρόταση. Σε αυτούς ακριβώς αφήνουμε το πεδίο ελεύθερο, χάνοντας την εμπιστοσύνη μας στην κριτική, ορθολογική σκέψη. Όπως έχει παρατηρηθεί και στο παρελθόν, οι ακροδεξιοί εθνικιστές συνδυάζουν το πληβειακό με το αριστοκρατικό στοιχείο. Είναι εκκεντρικοί αστοί που μπορούν να μιλούν καλά τη γλώσσα της πιάτσας. Συνενώνουν, κατά κάποιον τρόπο, τον βαθύ συντηρητισμό με γραφικές και κλοουνίστικες χειρονομίες.

 Δεν έχουν όρια, ούτε κανόνες οι νέοι τυχοδιώκτες. Εκτός από τον ναρκισσισμό τους και την αγάπη που δείχνουν στα μεγάλα κενά λόγια. Και στη μανία τους να επιδιώκουν τη σύγκρουση χωρίς καμιά ιδέα για το μετά και για τις πιθανές συνέπειες. Η τωρινή περιπέτεια του brexit, όμως, δείχνει πού μπορεί να οδηγήσει αυτό το παιχνίδι. Σε ποια σημαντικά πολιτικά αδιέξοδα.

 Η ήττα της κριτικής και ορθολογικής σκέψης γεννάει πολιτικά τέρατα. Γι' αυτό και πια έχει πολύ περισσότερο νόημα να υπερασπίζεται κανείς τα θεμελιώδη. Αναφέρω εδώ κάποια από αυτά, που μερικοί τα βρίσκουν λίγα, ξεπερασμένα ή πολύ «αστικά»: 

Την κοσμική πολιτεία που διατηρεί αποστάσεις από κάθε θρησκευτική και ομολογιακή αντίληψη. 

Την πολιτική δημοκρατία που δεν πρέπει να την μπερδεύουμε με τη δημοψηφισματική «λαϊκή κυριαρχία» ή, αντίθετα, με την ηγεσία μικρών, φωτισμένων ελίτ. 

Τον πλουραλισμό. Αυτόν, όμως, τον πλουραλισμό που δεν αφήνει ασύδοτα τα ειδικά συμφέροντα ή τα σχέδια επιμέρους ομάδων και κοινοτήτων αλλά εγγυάται τη δημόσια ελευθερία και την ατομική αυτονομία όλων. 

Τη μέριμνα, τέλος, για τους λιγότερο «ανταγωνιστικούς», για τον κόσμο της κρίσης που έχει βρεθεί εκτός κοινωνικού συμβολαίου. Ο κόσμος της επισφάλειας και της εύθραυστης επιβίωσης, όπως τώρα οι χιλιάδες του Μαρινόπουλου, δεν μπορεί να είναι θέμα αδιάφορο για μια κριτική και ορθολογική σκέψη. Όσο, μάλιστα, ο ορθολογισμός θα συνδέεται αποκλειστικά με τους εξασφαλισμένους και τους εύπορους, θα κερδίζουν έδαφος οι άλλοι, οι τυχοδιώκτες του κραταιού έθνους και οι δημαγωγοί των λαϊκιστικών υποσχέσεων.

 Το πιο τρωτό σημείο μερικών οπαδών του ορθολογισμού είναι η πίστη τους στην «επιστημονικά σχεδιασμένη» πολιτική. Η ιδέα που έχουν ότι μπορεί να υπάρξει μια θετική επιστήμη της κοινωνικής οργάνωσης, ένα σοφό δημόσιο μάνατζμεντ που θα αχρηστεύσει τις παλιές μορφές πολιτικής και θρησκείας. Αυτή η πίστη έλαβε στην Ιστορία διάφορες μορφές: κομμουνιστικές, αστικές-τεχνοκρατικές, σοσιαλδημοκρατικές. Φτάνει, όμως, μέχρι πολλούς απ' τους ιθύνοντες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πιστεύουν πως οι επιλογές των ατόμων και των λαών υπακούνε σε ορθολογικούς υπολογισμούς κόστους/οφέλους. Μέχρι που έρχονται τα όχι και τα exit που δείχνουν πόσο απρόβλεπτες είναι οι συλλογικές συμπεριφορές και πόσο πιο σύνθετο το παιχνίδι των συλλογικών παθών. Με άλλα λόγια, δεν είναι όλα οικονομία, stupid!

 Συμπέρασμα: αν όλα συνωμοτούν για να απογοητευτούμε και να αφήσουμε τα πράγματα να ακολουθήσουν τη μοίρα τους, είναι και γιατί ένας ορισμένος ορθολογισμός έκλεισε τα μάτια και σταμάτησε να παρατηρεί και να ερευνά τα φαινόμενα. Διάφοροι της «λογικής» κατακάθισαν στις δόξες του παρελθόντος, στα ευρωπαϊκά τρόπαια των καλών ημερών και των μερισμάτων ευημερίας. 

Πιο πολύ απ' όλα χρειάζεται να μην υποκύψουμε στα κύματα των παραλογισμών. Σύμφωνοι. Ας μην έχουμε, όμως, την αυταπάτη ότι η κοινή λογική θα βρει δουλειά σε εκατομμύρια ανέργους, θα σταματήσει τους τζιχαντιστές ή θα κάνει τους λαϊκούς ανθρώπους να μην ψηφίζουν πια Φάρατζ και Τραμπ.   


Πηγή: www.lifo.gr

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

Με αφορμή την υπόθεση της «Μαρινόπουλος Α.Ε.»


του Κώστα Καλλίτση
Πώς έφτασε στο σημερινό σημείο μια τόσο μεγάλη αλυσίδα όπως η «Μαρινόπουλος Α.Ε.»;
Πώς εξηγείται το γεγονός ότι μια εταιρεία που εισέπραττε τοις μετρητοίς αλλά πλήρωνε επί πιστώσει, που εισέπραττε άμεσα ρευστό από τους πελάτες της και πλήρωνε εκ των υστέρων τους προμηθευτές της, έφτασε να έχει χρέη ίσα με μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ της χώρας;.. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη πολλών, το κεντρικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί.
Πώς, επίσης, εξηγείται η εταιρεία να μην έχει δημοσιεύσει ισολογισμό επί τρία συναπτά έτη, να έχει αρνητική καθαρή θέση, αλλά οι τράπεζες να τη χρηματοδοτούν κανονικά (as usual...) λες και δεν έτρεχε τίποτα; Και, ενώ εδώ και πολύ καιρό περίμεναν ότι θα συμβεί κάποιο «κακό», δεν ανακοίνωναν ότι έχουν σφραγιστεί επιταγές της εταιρείας, σχεδόν αδρανείς παρακολουθούσαν την κατολίσθησή της.
Αλλά, πέραν των όποιων διαχειριστικών ευθυνών, γεννά απορίες η πρόταση της εταιρείας: Πόσο εναρμονίζεται με αυτά που νοούνται ως χρηστά συναλλακτικά ήθη, να καταρτίζεται σχέδιο διάσωσης που προβλέπει το κόστος που θα κληθούν να πληρώσουν σχεδόν όλοι οι άλλοι, αλλά δεν περιλαμβάνει μία και ουσιαστική δέσμευση των μετόχων της, να υποστηρίξουν την εταιρεία τους βάζοντάς της φρέσκα κεφάλαια;..
Ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις. Πρόκειται για μια πολύ μεγάλη εταιρεία, με 12.500 μισθωτούς, με 1,6 δισ. ευρώ τζίρο, με 2.000 προμηθευτές, με 823 καταστήματα στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της περιοχής.
Ως εκ τούτου, η αρνητική πορεία της αυτονόητα προκαλεί γενικότερους προβληματισμούς για την κρίση, για την ελληνική επιχειρηματικότητα και, ίσως, για κάποια από τα «παράδοξα» του ελληνικού καπιταλισμού.
Η αλήθεια είναι ότι από το 2008 έως τώρα έχει μπει λουκέτο σε 244.000 επιχειρήσεις, που μαζί τους έσυραν στην καταστροφή 843.000 θέσεις εργασίας και 30 δισ. ευρώ εισοδήματα. Αυτό ήταν το άμεσο κόστος που προκάλεσε η κατάρρευση του παρασιτικού μοντέλου, της οικονομικής μεγέθυνσης μέσω της κατανάλωσης με δανεικά, της επιδεικτικής αδιαφορίας για την παραγωγικότητα (είχαμε γίνει ουραγοί διεθνώς), των δραματικά καθυστερημένων παραγωγικών δομών, με κρατικοδίαιτες μεγάλες επιχειρήσεις κι ένα αρχιπέλαγος από μικρομεσαίες, εκτός αλυσίδας παραγωγής (ουσιαστικά, βιτρίνες...) που επιβίωναν κυρίως με τη φοροδιαφυγή και την εισφοροδιαφυγή. Και με ένα κράτος και τις τράπεζες, μαζί να δημιουργούν την τέλεια «φούσκα», την ελληνική. Αυτή έσπασε, ο λογαριασμός ήρθε. Μαζί και τα λουκέτα.
Αυτό είναι το γενικό περιβάλλον. Αλλά δεν μπορούν να αποδοθούν όλα όσα συμβαίνουν, ευθέως και μόνο σε αυτό. Ούτε στα capital controls που, πέρα από τις γνωστές θλιβερές συνέπειές τους, συχνά γίνεται επίκλησή τους για να καλυφθούν άλλες ευθύνες. Η κρίση ήταν και είναι μια πραγματικότητα για όλους.
Υπάρχουν επιχειρήσεις με αφοσιωμένους μάνατζερ, που απλώς έπεσαν έξω – συμβαίνουν και χρεοκοπίες, ούτε αμαρτία είναι ούτε ειδικά ελληνικό φαινόμενο. Κάποιες από αυτές τις επιχειρήσεις έχουν τελειώσει – δεν μπορούν να επιβιώσουν. Υπάρχουν όμως και άλλες, που θα μπορέσουν να γυρίσουν σε κερδοφορία μετά μια γενναία αναδιάρθρωσή τους, εφόσον μπουν σε αυτές φρέσκα κεφάλαια. Αν αυτό δεν γίνει, θα συνεχίσουν να σέρνονται, να μολύνουν και άλλες επιχειρήσεις, να διευρύνεται η καταστροφή θέσεων εργασίας και, σε μερικούς μήνες, ίσως χρειαστεί μια νέα κεφαλαιοποίηση των τραπεζών – με bail in και όσα συνεπάγεται.
Η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος εκκρεμεί επί χρόνια. Υπάρχει μια διάχυτη «απροθυμία» – παρά τα πρώτα θετικά βήματα, προσφάτως. Ισως, γιατί πίσω από αυτό το πρόβλημα βρίσκεται ένα «βαρύ» πελατειακό σύστημα, ένα διαδεδομένο και άρρωστο μοντέλο, υπερδανεισμού των επιχειρήσεων και μετατροπής των δανείων σε ατομικό πλούτο. Είτε με υπερτιμολογήσεις, οι οποίες πλούτιζαν τους επιχειρηματίες και τσάκιζαν τις επιχειρήσεις από τη γέννησή τους, είτε με καταδολίευση, με συστηματική λεηλασία των επιχειρήσεων, η οποία συνοδευόταν από αντίστοιχο, άλογο και με ενίοτε με τελείως παράδοξα κριτήρια υπερδανεισμό τους – ώστε να κλείνουν οι «μαύρες τρύπες».
Θέλω να είμαι σαφής: Στη χώρα, υπάρχουν επιχειρηματίες που προσδίδουν ουσιαστικό περιεχόμενο στην έννοια της υγιούς επιχειρηματικότητας, που αναζητούν την καινοτομία, παλεύουν μέσα στον ανταγωνισμό (δεν ζητούν προστασία από αυτόν...), σέβονται τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, τηρούν τη νομοθεσία της Ελληνικής Δημοκρατίας. Υπάρχει, ωστόσο (κακά τα ψέματα...) κι ένα άρρωστο, δήθεν επιχειρηματικό σύστημα, κακομαθημένο από κυβερνήσεις, από τράπεζες, από δημοσιογράφους και μέσα ενημέρωσης. Η πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει ότι υπάρχουν και λειτουργούν εκείνοι οι θεσμοί που διακρίνουν την ήρα από το στάρι. Ωστε να μπορεί να ανασαίνει και να αναπτύσσεται η υγιής επιχειρηματικότητα και να αποδυναμώνεται το άρρωστο σύστημα. Αυτή είναι η ευθύνη της.
Καθημερινή 4/7/2016

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Το Brexit, οι πραγματικές αιτίες και το... Grexit

Του Γιώργου Παπανικολάου (www.euro2day.gr)


Όσοι χρεώνουν στους «λαϊκιστές» την απόφαση για το Brexit, ηθελημένα ξεχνούν τις αιτίες που κάνουν τον κόσμο να τους ακολουθεί. Αιτίες που λειτουργούν εδώ και χρόνια στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, αλλά αγνοήθηκαν από το «σύστημα». Το Grexit και το μέλλον της Ε.Ε.

Η απόφαση των πολιτών της Μεγάλης Βρετανίας να αποχωρήσουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί αναμφίβολα ιστορικής σημασίας γεγονός, καθώς η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία αυτής της «χαλαρής» πολιτικής και οικονομικής ένωσης αποχωρεί, αντιστρέφοντας με εντυπωσιακό τρόπο μια διαδικασία συνεχούς μεγέθυνσης που κράτησε επί πολλά χρόνια.
Η αναταραχή που προκαλεί, όχι μόνο στο νόμισμα της ίδιας της χώρας αλλά και στο ευρώ καθώς και σε όλες τις αγορές ανά τον κόσμο, δίνει το στίγμα της αμηχανίας και της ανασφάλειας που προκάλεσε αυτή η απροσδόκητη εξέλιξη, παρά το γεγονός ότι η Μεγάλη Βρετανία δεν ήταν μέλος της πολύ πιο «στενής» νομισματικής ένωσης, δηλαδή της Ευρωζώνης.
Υπό αυτή την έννοια, δίνει ένα μικρό μόνο δείγμα του τι θα επακολουθήσει εάν αρχίσουν να υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα είτε της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε της Ευρωζώνης, δύο εγχειρημάτων που και στη θεωρία και στην πράξη είναι πολύ στενά συνδεδεμένα.
Σε αυτές τις συνθήκες, όσοι υποστηρίζουν ότι το Brexit αυξάνει τις πιθανότητες για Grexit, με πρωτοβουλία των εταίρων μας, κάνουν σοβαρό λάθος. Εάν μετά το «χτύπημα» του βρετανικού δημοψηφίσματος, δοθούν ισχυρές ενδείξεις ότι ούτε η νομισματική ένωση είναι εγχείρημα «χωρίς επιστροφή», αλλά είναι μια ένωση «αλά καρτ» (ας μην ξεχνάμε ότι πρόβλεψη αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει στις συνθήκες, όχι όμως και για αποχώρηση από την Ευρωζώνη), οι κραδασμοί θα απειλήσουν άμεσα όλο το οικοδόμημα.
Οι πιθανότητες είναι ότι η απόφαση του λαού της Μεγάλης Βρετανίας θα δώσει βραχυμεσοπρόθεσμα «αέρα στα πανιά» των απανταχού ευρω-σκεπτικιστών, εντός και εκτός της Ευρωζώνης, άρα αυτό που τίθεται πλέον σε κίνδυνο είναι η ίδια η συνεκτικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ίδιας της Ευρωζώνης.
Πολλά θα εξαρτηθούν από την πορεία εξόδου της Μεγάλης Βρετανίας, δηλαδή από τις θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις που θα υπάρξουν εκεί σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο.
Αυτό που σίγουρα πρέπει να μελετηθεί σε βάθος είναι οι αιτίες που οδήγησαν τον λαό της Μεγάλης Βρετανίας σε αυτή την απόφαση, όσο κι αν κάποιοι επιχειρούν να τη χρεώσουν απλώς σε κάποιους λαοπλάνους τοπικούς ηγέτες όπως ο Νάιτζελ Φάραντζ.
Παρότι δεν έχουν γίνει μέχρι τώρα αναλυτικές έρευνες, αυτό που προκύπτει είναι ότι η εξέλιξη αυτή οφείλεται κατά βάση σε τρεις λόγους που εν μέρει συνδέονται.
- Στην πεποίθηση μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης ότι η ζωή του και η οικονομική του κατάσταση δεν έχει επηρεαστεί θετικά από τη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για μια απόφαση που ουσιαστικά στρέφεται εναντίον της διεθνοποίησης στη λήψη των αποφάσεων και πρακτικά αποτελεί άρνηση απέναντι και στο ευρύτερο εγχείρημα της «παγκοσμιοποίησης».
Στον φόβο των μεταναστευτικών ροών, που αναζωπυρώνει τον εθνικισμό και κάνει μεγάλο μέρος των πολιτών να αποζητά περισσότερη εξουσία για το «εθνικό κράτος» (του).
Στον θυμό των λιγότερο προνομιούχων, των λιγότερο μορφωμένων και των ηλικιωμένων απέναντι σε ένα κυρίαρχο σύστημα που εδώ και πολλά χρόνια εμφανίζεται να λειτουργεί προς όφελος των λίγων, προσφέροντας στους πολλούς ένα διαρκές «πιάτο» λιτότητας και μειούμενου βιοτικού επιπέδου.
Αυτοί οι βαθύτεροι παράγοντες δεν δρουν βεβαίως μόνο στη Μεγάλη Βρετανία αλλά σε πάρα πολλές χώρες, τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και στην Ευρωζώνη. Το ότι η αρχή θα μπορούσε να γίνει από τη Μεγάλη Βρετανία, που πάντα είχε πιο «χλιαρή» σχέση με το εγχείρημα της ενωμένης Ευρώπης, ήταν εύλογο. Το αν θα υπάρξει συνέχεια όμως -και πού θα εκδηλωθεί- θα εξαρτηθεί από πολλούς, συχνά απρόβλεπτους, παράγοντες.
Το βέβαιο είναι ότι η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων που παρατηρείται με μεγάλη ευκρίνεια, ιδίως δε στα χρόνια μετά την τραπεζική κρίση του 2008, αλλά και οι αρνητικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης σε συνδυασμό με την αίσθηση σε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης ότι το σύστημα είναι «σάπιο» και λειτουργεί προς όφελος των μεγάλων συμφερόντων, έχει αρχίσει να λειτουργεί καταλυτικά στις μεγάλες δημοκρατίες της Δύσης.
Το κίνημα «Leave» που επικράτησε στη Μεγάλη Βρετανία, από αυτής της πλευράς, παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με το «φαινόμενο» Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Είναι ώρα λοιπόν να γίνει αντιληπτό ότι οι παράγοντες που προκαλούν αυτές τις εξελίξεις είναι οικονομικοί και κοινωνικοί, ακόμη και «αξιακοί», προκειμένου να γίνει προσπάθεια αναίρεσής τους.
Οι λαοπλάνοι απλώς καβαλούν το κύμα. Κι όλα δείχνουν ότι θα ενισχύονται συνεχώς, αν δεν αλλάξουν οι συνθήκες που διογκώνουν το κύμα.
ΥΓ: Το γεγονός ότι ως επιχείρημα επιτυχίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιείται κατά κόρον η διασφάλιση της ειρήνης στην Ευρώπη, επί δεκαετίες, δεν φαίνεται να αρκεί για ολοένα μεγαλύτερο μέρος των πολιτών, ίσως διότι έχουν περάσει ήδη επτά δεκαετίες από τη λήξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Έτσι για τους περισσότερους, που δεν έχουν «βιώματα» του πολέμου, έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία τι συμβαίνει τώρα στην τσέπη τους και στη ζωή τους.

ΥΓ από anestios: στην παραπάνω ενδιαφέρουσα και θεμελιωμένη ανάλυση, ας αντιπαραθέσουμε την ανακοίνωση από το Ποτάμι :
«Δυστυχώς ηττηθήκαμε. Οι λαϊκιστές, με όπλο τον φόβο, «κατέκτησαν» την Αγγλία και την Ουαλία...
Η a priori και αυτοπροσδιοριζόμενη "μεταρρυθμιστική" ανοησία σε όλο της το μικρομεγαλισμό.Τα πάντα στη ζωή είναι "εμείς οι μεταρρυθμιστές" και "αυτοί οι λαικιστές". Στη μέση ο "εχθρός λαός", που καλό θα ήταν αν τον αλλάξουμε με έναν άλλον της επιλογής μας.Αυτά είναι....


Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Μπορεί «να βγει» αυτό το Πρόγραμμα;

του Κώστα Καλλίτση
Μπορεί «να βγει» το Πρόγραμμα ή είναι μία σισύφεια προσπάθεια, με προδικασμένη αποτυχία; Καταγράφω τέσσερις εκτιμήσεις.
Πρώτη: Δεν λύθηκε το πρόβλημα του χρέους. Θα αντιμετωπιστεί στα τέλη του έτους, εφόσον εφαρμόσουμε όσα συμφωνήσαμε με τους δανειστές μας.
Υπάρχουν, ωστόσο, δύο καινούργια, θετικά στοιχεία: (α) Πετύχαμε (ακριβέστερα, το ΔΝΤ πέτυχε..) να τεθεί βιώσιμο πλαφόν στην εξυπηρέτησή του. Να μην πληρώνουμε πάνω από το 15% του ΑΕΠ έως το 2038 – λιγότερα από όσα πληρώνουν για το χρέος τους οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες. (β) Τα ελληνικά ομόλογα θα γίνονται δεκτά ως ενέχυρο από τον κ. Ντράγκι και θα ενταχθούμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE). Το όφελος δεν είναι στενά οικονομικό (οι τράπεζες θα γλιτώσουν 150 εκατ. ευρώ κόστος δανεισμού, ενώ ο κ. Ντράγκι δεν μπορεί να αγοράσει άνω του 33% των ελληνικών ομολόγων, διότι ήδη έχει το 25%, από το 2010-12). Το μεγάλο όφελος είναι ότι η εμπιστοσύνη με την οποία περιβάλλει τα ελληνικά ομόλογα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σε μεγάλο βαθμό εξουδετερώνει την αβεβαιότητα γύρω από το χρέος μας.
Δεύτερη: Δεν είναι αναπόφευκτο τα νέα μέτρα, που προστίθενται στα μέτρα της προηγούμενης 6ετίας, να μας βυθίσουν σε ύφεση.
Θα επιβληθούν μέτρα 5,4 δισ. ευρώ σε βάθος μιας 3ετίας. Ητοι, φέτος θα αφαιρεθούν από τη ζήτηση περίπου 1,8 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το κράτος θα λάβει από τους δανειστές και θα ρίξει στην αγορά 3,5 δισ. ευρώ εντός του έτους, σε μηνιαίες δόσεις 700 εκατ. ευρώ. Αυτά θα τονώσουν τη ζήτηση. Μαζί με αυτά, λογικά θα τονώσουν την οικονομία και τα 6,75 δισ. που είναι διαθέσιμα από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων – εφόσον εκτελεστεί με ταχύτητα και ευθύνη. Περαιτέρω ύφεση δεν μπορεί να αποκλειστεί. Αλλά δεν καθίσταται αναπόφευκτη εξαιτίας, δήθεν, των μέτρων.
Τρίτη: Δεν είναι αναπόφευκτο να οδηγηθούμε στον «κόφτη» των δαπανών, την άνοιξη του 2017.
Ορισμένα έκτακτα φορολογικά έσοδα θα προκύψουν λόγω των δαπανών που θα γίνουν. Παράδειγμα, γύρω στο 20% των 3,5 δισ. που θα πέσουν στην αγορά, ήτοι περίπου 800 εκατ. ευρώ, θα επιστρέψουν στα κρατικά ταμεία ως έκτακτα φορολογικά έσοδα. Αντιστοίχως, πρόσθετα φορολογικά έσοδα θα προκύψουν αν ζωντανέψει η οικονομική δραστηριότητα, με την αξιοποίηση των πόρων που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε – από EBRD, ΕΤΕΠ, από το λεγόμενο «σχέδιο Γιούνκερ».
Ωστόσο, αυτά δεν αρκούν. Ο «κόφτης» είναι εφικτό να αποφευχθεί αν, επιπλέον, (α) κοπούν δαπάνες. Αν, παράδειγμα, ο υπουργός Αμυνας (που βγάζει κωδικούς από το μανίκι…) είχε κόψει 400 εκατ. ευρώ ως όφειλε, δεν θα χρειάζονταν νέοι φόροι ούτε στον τουρισμό, ούτε στα καφενεία, ούτε στις μπίρες, ούτε στα τσιγάρα, ούτε θα αναζητούνταν 70 εκατ. για να μην επιστραφεί το ΕΚΑΣ. Θα υπήρχαν τα λεφτά για όλα αυτά!
Και (β) αν ληφθούν μέτρα για τη φοροδιαφυγή. Αν πληγεί το λαθρεμπόριο καυσίμων (από το οποίο ευημερούν ολόκληρες «φαμίλιες» και στρατοί της νύχτας…), αν καταστεί υποχρεωτική η πληρωμή με κάρτα για ιδιωτικές δαπάνες, όχι από τα 500 αλλά από τα 50 ευρώ – και άλλα μέτρα που μένουν στα συρτάρια.
Τέταρτη και πιο σημαντική: Η κρίση της ελληνικής οικονομίας δεν είναι κυκλικού αλλά διαρθρωτικού χαρακτήρα. Το πρόβλημά μας δεν είναι πρόβλημα ζήτησης αλλά παραγωγής, παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας. Μετά την κρίση (2010) το εθνικό εισόδημα προσαρμόστηκε στο επίπεδο των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας, βίαια (έτσι συμβαίνει πάντα με τις κρίσεις: Επωάζονται για μακρύτερο χρόνο από όσο προβλέπεται και ξεσπούν σε χρόνο dt). Το σημερινό επίπεδό του δεν είναι δεδομένο. Αν δεν καταφέρουμε να ανασυγκροτηθεί ο παραγωγικός ιστός, θα μειωθεί περισσότερο. Ούτε μαγικό χαλί υπάρχει για να σηκωθεί ούτε κάποιος αυτόματος «πάτος», για να σταματήσει η πτώση του. Και για την παραγωγική ανασυγκρότηση (ως χώρα που πάσχει από αρνητική αποταμίευση μακράς διαρκείας…) χρειαζόμαστε ξένα ιδιωτικά μακροπρόθεσμα κεφάλαια. Αυτό είναι το κλειδί.
Οι πρώτες κινήσεις για να ξεκλειδώσουμε την ανάπτυξη είναι (α) η υλοποίηση των συμφωνημένων αποκρατικοποιήσεων, (β) η ταχεία απελευθέρωση του παραγωγικού δυναμικού που μένει θαμμένο κάτω από τα κόκκινα επιχειρηματικά δάνεια και (γ) η απεμπλοκή επενδύσεων ύψους 14 δισ. ευρώ, που είναι έτοιμες να ξεκινήσουν (υπάρχουν τα σχέδια, υπάρχουν τα κεφάλαια, υπάρχουν όλα!..) αλλά μένουν μπλεγμένες στα γρανάζια μιας επικίνδυνης –πλέον– κρατικής γραφειοκρατίας.
Είναι αναγκαίο και, αντικειμενικά, εφικτό ένα αναπτυξιακό σοκ. Αν όλα αυτά «τρέξουν», το δύσκολο Πρόγραμμα μπορεί να βγει σε πέρας, να αναπληρώσουμε τον χρόνο που (όλα αυτά τα χρόνια…) χάθηκε και να μην πάνε χαμένες οι θυσίες του ελληνικού λαού. Αν δεν «τρέξουν», η χώρα θα συνεχίσει να σέρνεται με την κοιλιά στα υπόγεια της Ευρωζώνης. Και η ελληνική δημοκρατία, όσο αντέξει.
Καθημερινή 29/5/2016

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Ο Μάγος, η Ιέρεια και ο Αλκιβιάδης

Μύθος Διδακτικός για Παρακμιακούς

του Ιωσήφ Σηφάκη

Ολα πια έδειχναν ότι η Επάρατη Φάρα εξάντλησε τα περιθώρια, ότι νομοτελειακά της πληρωμής σήμανε η ώρα, και πέσαμε ανυπεράσπιστοι στα χέρια της μισητής Τριανδρίας: του Ενεχυροδανειστή, του Τραπεζίτη και του Μεγάλου Αδερφού. Τότε μες σε βαθειά απόγνωση καλέσαμε την Σπείρα, τον θίασο των περιθωριακών που χρόνια σάρκαζαν στα σκαλοπάτια του Βουλευτηρίου. 


Υπόσχονταν ότι αν ποτέ ανέβαιναν στα πράγματα, γρήγορα θα αποκαθιστούσαν την πληγωμένη μας αξιοπρέπεια, και η χώρα δεν θα ήταν πια το ξέφραγο αμπέλι που ξέραμε. Nα μπαίνουν οι ξένοι και να αποφασίζουν ασύδοτα ακόμα, άκουσον άκουσον, και για το πόσους φόρους θα πληρώνουμε, αν δεν μας έλεγαν και πότε θα κατουρούμε.
Τους ένωνε έχθρα σφοδρή για την Επάρατη Φάρα, που ήταν προφανώς υπεύθυνη για την τραγική μας κατάντια. Της καταλόγιζαν όχι άδικα, από ελαφρότητα έως εγκληματικότητα, ακόμη και προδοσία στην διαχείριση των κοινών.
Τους ένωναν κι’ αναζητήσεις κοινές εναλλακτικών λύσεων, χωρίς να ξέρουν ακριβώς τι. Απαρτίζονταν από συνιστώσες κινήσεων όπως «Άλλος Δρόμος», «Άλλος Τόπος» ή και «Άλλος Τρόπος», που φύτρωναν κατά καιρούς στο περιβόλι της αμφισβήτησης. Αρχηγός ήταν ο Αλκιβιάδης παρέα με τον Μάγο, την Ιέρεια και πλήθος άλλων ηθοποιών με πρόγραμμα τόσο πλατύ κι’ ελαστικό που άνετα χωρούσαν το σενάριο και ο ρόλος καθενός.
Έτσι όταν πια εκφράστηκε η ταλαίπωρη λαϊκή ετυμηγορία, η Φάρα να μας αδειάσει τη γωνιά, στο πυρ το εξώτερο, και βγήκε η Σπείρα στο γκουβέρνο, μια γλυκιά προσμονή ανάμικτη με ανατριχίλα ελπίδας εγκαταστάθηκαν μεσοχείμωνα στις καρδιές. Άντε και να δούμε. Δύσκολα να πάμε χειρότερα λέγαν οι πολλοί. Κι άλλοι λιγότερο ενθουσιώδεις έβλεπαν κιόλας τις αξεπέραστες δυσκολίες. Πράγματι, μετά τους πρώτους πανηγυρισμούς, τα μαζικά ζήτω, τους βρυχηθμούς των νικητών και τις ρητορικές τους κορώνες, η πραγματικότητα ξαναπήρε την κατηφή της όψη. Τα περιθώρια στένεψαν εκ των πραγμάτων μια και στην πολιτική σκηνή κάπου τα δρώμενα συναντούν τα γεγονότα που από φύση ξεροκέφαλα, στο τέλος δαμάζουν κάθε παράλογο.
Ο Χαρισματικός Μάγος
Ο Μάγος είπε ξέρει να μας βγάλει απ’ τον εφιάλτη τούτο κόσμο. Να μας μεταφέρει συλλήβδην σ’ έναν άλλο φιλικό, χωρίς Ενεχυροδανειστές και Τραπεζίτες. Μόνοι να διαφεντεύουμε την τύχη μας. Χωρίς αφεντικά ξενόφερτα χωρίς σατράπες. Που θα μετρά η καπατσοσύνη και το κέφι μας. Μη μας φορολογούν και το χαμόγελο ακόμα.
Αν και πολλοί δεν πείθονταν στα λόγια, τα πλήθη έβρισκαν τα νούμερα χαριτωμένα. Ήταν μια απόδραση, μια ανακούφιση. Είχαν πια βαρεθεί τα πρέπει και τα δήθεν, τα ξινά και τα αυταρχικά της Φάρας. Ο Μάγος τους έβγαζε από σενάρια αβάσταχτα, αγχωτικά. Είχε το χάρισμα να λέει από καθέδρας, σοβαροφανώς τα πιο κουφά, με σιγουριά δόκτορα διαπρεπούς με περγαμηνές και τα τοιαύτα. Κουνούσε το ραβδάκι κι’ έβλεπαν τον αντικατοπτρισμό μιας άνοιξης μες το χειμώνα, κι αυτό αρκούσε. Όταν μάλιστα τόλμησε να σαρκάσει δημόσια τον Ενεχυροδανειστή ουρλιάζοντας ψιθυριστά κάτι στο αυτί του που όλοι εξέλαβαν ως σιχτίρισμα, τα πλήθη απογειώθηκαν, ενθουσιάστηκαν. Να είπαν, επί τέλους ξεπλύνονται χρόνια ντροπής και καταφρόνιας. Έκανε κι’άλλες διασκεδαστικές αποκοτιές. Όμως το νταιλήκι του μας στοίχιζε ακριβά. Ιδιοτελώς ανέβαζε κασέ, δημοφιλία, μα έκανε πυρ και μανία την Τριανδρία τη σκληρή - της είχαμε παραδοθεί σώματι τε και ψυχή. 
Έτσι τα μαγικά δεν ήταν να κρατήσουνε καιρό. Κι οι μάγοι από πείρα το γνωρίζουνε αυτό. Κάποτε υποκλίνονται και φεύγουν βιαστικά. Πριν η γοητεία τους ξεφτίσει στα μάτια του κοινού, τους αποπάρει με βρισιές και προπηλακισμούς. Μετά κανείς δεν πίστευε πως θα τα καταφέρναμε μονάχοι – είχαμε πάντοτε ανάγκη από προστάτες σε ό,τι λάχει.
Μοιραία έφυγε ο Μάγος ένα βράδυ, καθώς ήρθε. Καβάλα σε υπέροχο άρμα, με εκείνο το χαρακτηριστικό ειρωνικό χαμόγελο υπεροχής. Επαγγελματική διαστροφή των μάγων η αυταρέσκεια. Να επιδεικνύονται, να δείχνουν ότι ξέρουν κάτι παραπάνω, να εντυπωσιάζουν με απάτες, ψευδαισθήσεις. Και φυσικά να μη στεριώνουν πουθενά, περιπλανώμενοι ανά την οικουμένη για να πουλήσουνε πιασάρικη πραμάτεια, οι καημένοι.
Η άτεγκτη Ιέρεια
Η Ιέρεια ήταν σοβαρή καθώς αρμόζει. Δεν αστειευόταν με κανόνες και αρχές. Στιγμάτιζε δημόσιες αμαρτίες. Τόνιζε ότι από δω και μπρος ακέραια το γράμμα των νόμων θα τηρείται. Και φυσικά το ιερατείο μόνο ξέρει να ερμηνεύει αλάνθαστα, να κρίνει το σωστό, το λάθος. Χωρίς πάθος, με σοφία, να απονέμει ανάλογα επιβράβευση ή τιμωρία.
Είπε ξεκάθαρα δεν θέλουμε αλισβερίσι με τη βδελυρή τη Τριανδρία, τη διαφθορά και την εξάρτηση.
Ας μείνουμε ενάρετοι, στις αξίες πιστοί. Και τούτα άρεσαν στο πλήθος που είδε επί τέλους κάτι ίσιο μέσ’ στη ρεμούλα τη γενική.
Βέβαια λίγο πολύ συνέπλεε με τον Μάγο, που όμως φάνταζε ατσίδας, σαλτιμπάγκος, αρκούντως αγιογδύτης ενώ αυτή το έπαιζε άμωμη παρθένος, δεν καθόταν μύγα στο σπαθί της.Τα ίδια περίπου προοιωνίζονταν, αλλά λιγότερο διασκέδαζε τα πλήθη. Ποτέ δεν έχανε ευκαιρία να δίνει καθωσπρεπισμού μαθήματα σε όλους, άτεγκτη προς πάσα παρατυπία. Όμως σύντομα φάνηκε, όπως συμβαίνει απ’ τα χρόνια τα παλιά, υπέρμετρη ιεροπρέπεια, τυπολατρεία είναι απλά προκάλυμμα στα χέρια ιεροκάπηλων, αρχομανών. Άχθος ασήκωτο γίνηκε στους συντρόφους. Εξάντλησε τα όρια με καπρίτσια αυθαιρεσίες, βάζοντας τροχοπέδη στις ιερατικές διαδικασίες, με ανούσια τερτίπια επιβραδύνοντας τις λειτουργίες. Έτσι μια μέρα προς γενική ανακούφιση, έφυγε παραιτούμενη μελοδραματικά κι’απεγνωσμένα, αφήνοντας ύστατες παθητικές τσιρίδες που δεν συγκίνησαν κανένα. Κλείστηκε σε σιωπή ερμητική ίσως διότι ενδόμυχα πιστεύει πως κάποτε θα δικαιωθεί και θα κληθεί μετά φανών και λαμπάδων, να ανέλθει επι Σκηνής, η αφελής.
Το βλέμμα του Αλκιβιαδη
Ο Αλκιβιάδης – το επάγγελμα υπνωτιστής - ήταν προσεκτικός εκ φύσεως, ή και εξ επαγγέλματος- αν υπνωτιστής μπορεί επάγγελμα να νοηθεί. Δεν είχε τίποτε σπουδαίο να πει για μαγικά, για νόμους ή κανόνες. Μόνο ένα ωραίο παιδικό χαμόγελο - λίγο στερεότυπο αλήθεια – που όμως έκανε μπαμ στα σώψυχα μας , κάτι σαν εξομολόγηση, ομολογία: «ένας είμαι κι’εγώ από εσάς», «σας νοιώθω», «σας καταλαβαίνω», «σας πονώ». Τίποτε άλλο. Κι’ είδαμε στο βλέμμα του τον εαυτό μας. Γίναμε ξέγνοιαστα παιδιά σε διάλειμμα, σε σχολική γιορτή, σε πανηγύρι. Μιας ευφορίας ανακούφιση ζεστή μας έπεισε – «μπορεί να μας προδώσει ο εαυτός μας;». Έλεγε κι’ άλλα το χαμόγελο που άρεσαν «άλλου υψηλότερου από σε δεν έχεις χρεία, εσύ ο δρόμος, εσύ κι’ η σωτηρία» ή «μακριά ας μένουμε απ’ τους ξένους, συχνά-πυκνά μας έχουν προδομένους». Κι έστερξε ο κόσμος και έδωσε γενναία ακόμα αυτά που αρνιότανε στη Φάρα λυσσαλέα.
Ας μείνουμε λοιπόν πιστοί σ’ αυτό που είμαστε – τι είμαστε ακριβώς, κανένας δεν ρωτήθηκε. Οικτρά παθόντες φωνάζαν οι πολλοί, δεν είναι ώρα για αναλύσεις, για φιλοσοφικές διερευνήσεις. Ο κόσμος έτσι πορευόταν και έτσι θα’ ναι. Είδαμε και της Φάρας τη προκοπή που δήθεν πάσχιζε δεκαετίες, για μιαν Ανώτερη Ζωή. Ετούτο υπάρχει μόνο στα τρελλά, τα κολασμένα ονειρά τους. Πάθαμε και μάθαμε απ’ τα καμώματά τους. Αρκεί μικρές φιλότιμες προσπάθειες να γίνονται, ν’ αλλάζουν μαλακά τα πράγματα με δίχως άλματα, ίσως και λίγο εκβιάζοντας εταίρους, καταστάσεις. Αν χρειαστεί, ας φτάσει βρε αδερφέ, στο χτένι ο κόμπος. Δεν θα’ μαστε ούτε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι των ανθρώπων. Ποτέ δεν θα γνωρίσουμε τι φταίει. Έξω βαριές σκοτούρες μέλλοντος αβεβαίου μακρυνού. Ας ζούμε μέρα με τη μέρα. Τίποτε μονιμότερο του προσωρινού.
‘Ετσι με αναγκαστική σύμπνοια εθνική τα βρήκαμε και με την Τριανδρία. Διαπραγμάτευσης καμιά ελευθερία, εκτός κοσμητικές επιλογές – πώς μας φορούν το χαλινάρι ή πώς καλύτερα μας πάει το σαμάρι.
Επιμυθιο Διδαγμα:
Σοφότερος απ’ όλους ο Αλκιβιάδης αποδείχτηκε εν τέλει. Σωστά διέγνωσε το πρόβλημα και βρήκε θεραπεία. Όλα θέλουν τον τρόπο τους, να αισθανθεί ασφάλεια ο κοσμάκης, να πεισθεί. Με λογική όχι βέβαια, πολύπλοκους συλλογισμούς – δεν έχει συνηθίσει κάτι τέτοια –το πάθημα μας δεν χωρά ανθρώπου νους. Να χρυσωθεί το χάπι. Χρειάζεται χαμόγελο, γοητεία. Και βέβαια ικανότητα υποκριτική και ψυχραιμία. Έχεις να παίξεις ρόλο ιστορικό. Τηρώντας το πολιτικά σωστό και τα προσχήματα. Δείχνοντας κατανόηση κατά το δυνατό, συμπάθεια για τα ανυπέρβλητα αιώνια προβλήματα. Τον Έλληνα να πιάνεις απ’ τα αισθήματα, στο μαλακό, όχι από κει που πήγαν να τον πιάσουν της Φάρας οι αγέλαστοι χολερικοί. Κοιτάχτηκαν ποτέ τους στον καθρέφτη; Κάτι σαν νεκροθάφτες, θλιμμένοι συγγενείς, γεμάτοι αναστολές κομπλεξικοί, μάντεις κακών, μας τρέλαιναν στα θλιβερά μαντάτα. Και πάντα υποτελείς, πρόθυμα συναινούντες. Λίγη μαγκιά δεν βλάφτει, φίλε μου - άσχετο αν στο τέλος δεις, πως δε σε παίρνει και χρειαστείς, απότομη στροφή να κάνεις να μη γκρεμοτσακιστείς.

Ο κόσμος έρχεται σιγά-σιγά με τα νερά σου. Βοηθούν οι μύθοι, οι παραβολές, τα οραματά σου. Μετρούν οι τρόποι, τα αισθήματα, οι συμπεριφορές. Κι’ ως προς αυτό, οι Σπείρες υπερέχουνε σαφώς, κλάσεις ανώτερες από τις Φάρες διεθνώς. Όταν η άμαξα της αλλαγής σκαλώνει στον ανήφορο, ο αμαξάς δεν σπάει στο ξύλο το υποζύγιο. Λέει γλυκά το παίνεμα, το παρακάλι. Χτυπά το καμουτσίκι όσο χρειάζεται – να δυναμώσει η θέληση για πάλη. Δεν γίνεται αλλαγή χωρίς συναίνεση. Το θύμα ίσως στέρξει με αυταπάρνηση τελεία, αν σεβαστείς την προσφορά του στη θυσία.

Έβαλε η Σπείρα στο κρασάκι της νερό. Τέρμα στην διχόνια, στο διχασμό, διαιρετικοί καυγάδες: από τη μιά επαναστάτες, πατριώτες - από την άλλη συνεργάτες και προδότες.
Κατάλαβε κι η Τριανδρία, σκυλί που γαυγίζει δεν δαγκώνει. Είδαν την χώρα επί τέλους, να καλμάρει, να μερώνει. Παλιά η συνταγή, όταν σε δέρνουν απεργίες, καταλήψεις, αναρχίες, ταραχώδεις καταστάσεις, μια και καλή για να ξεγνοιάσεις, να εξαλειφθούν οι αντιστάσεις: δώσε στην Αμφισβήτηση κυβέρνηση, να αμπώθουν όλοι προς την ίδια την κατεύθυνση.

Όλοι συναίνεσαν, συμφώνησαν. Ανάγκη να απαλύνουμε τον πόνο, να ελαφρύνουμε το άγχος. Πρόβλημα δίχως λύση, πρόβλημα δεν είναι. Θαύματα μην προσμένουμε σε τούτη τη ζωή. Αν χρειαστεί, ας ζήσουμε με χρέη διηνεκή. Υπνώσα ας διάγει η χώρα, σε καταστολή, το κατά δύναμη παλεύοντας για τα προσωρινά κι’ επείγοντα. Βέβαια χάρις και στης Τριανδρίας την ευαισθησία, στο αίσθημα ευθύνης, στην ευθυκρισία. Σίγουρα δεν θα είχαν την αφέλεια να διακυβεύσουν του ευρωπαϊκού οικοδομήματος την αρτιμέλεια.

(Ξέρω, σας βασανίζει ήδη ερώτημα καυτό: «εάν αυτός ο δόλιος Αλκιβιάδης μας τελειώσει;». Σας απαντώ με πάσα βεβαιότητα: «ιστορική αναγκαιότητα άλλον Αλκιβιάδη θα μας δώσει».
Βέβαια έτσι κάποτε θα διαγνώσει η Ιστορία πως πέσαμε ασυμπτωτικά σε ανυπαρξία. Διάγνωση ερήμην μας κι αυτή. Δεν θα υπάρχει αλίμονο, πια Έλληνας κανείς για να πονεί.)
(Σ’εκείνους που τον Μύθο μου απαισιόδοξο τον βρήκαν και είπαν πρέπει πάντα να ελπίζουμε σε θαύματα αναστάσεων, πως ως λαος επιβιώσαμε και χειροτέρων καταστάσεων, θα αντέτεινα πως συντελούνται θαύματα μόνο με θέληση και πίστη των ανθρώπων, όταν το μέγεθος της απειλής νοήσουν βρίσκουν τρόπο να νικήσουν ραστώνη και μικροψυχία. Είπερ ποτέ και άλλοτε, θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.)
Ο Ιωσήφ Σηφάκης είναι εκ των κορυφαίων επιστημόνων στον τομέα της Πληροφορικής σε παγκόσμιο επίπεδο. Το 2007 τιμήθηκε με το Βραβείο Τούρινγκ από κοινού με τον Έντμουντ Κλαρκ και τον Έρνεστ Άλλεν Έμερσον, για τις εργασίες τους στον έλεγχο μοντέλων, μία μέθοδο τυπικής επαλήθευσης υλικού ή λογισμικού υπολογιστών. Το Βραβείο Τούρινγκ  θεωρείται ως το Νομπέλ της Πληροφορικής.
ΒΗΜΑ 18/5/2016

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Αξιολόγηση ή εκλογές;

του Κώστα Καλλίτση

Ο ελληνικός λαός έχει αποφασίσει ότι επιθυμεί να είναι η χώρα μας μέλος της Ευρωζώνης. Το έχει διατρανώσει σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις, δίδοντας το 90% των κοινοβουλευτικών εδρών σε φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις, περιθωριοποιώντας όσους νόμισαν ότι θα κάνουν καριέρα τοκίζοντας τυχοδιωκτικά στην απομόνωση της χώρας μας από την Ευρώπη. Με συντριπτική πλειοψηφία είπε «Οχι» στην πρόταση Σόιμπλε για προσωρινή έξοδο της χώρας μας από το ευρώ έναντι ανθρωπιστικής βοήθειας λίγων δεκάδων δισ. ευρώ, γιατί κατανοεί ή υποψιάζεται τι σημαίνει αυτή η «προσωρινότητα» και, κυρίως, γιατί πιστεύει ότι μπορεί να τα καταφέρει, όπως ήδη τα κατάφεραν Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρος. Θα το πιστεύει πάντα;..
Αυτήν την πεποίθησή του έχει βαλθεί, λες, να κλονίσει το πολιτικό σύστημα. Ακολουθώντας μια αδιέξοδη πολιτική, αποσπασματικών και αντιφατικών μέτρων, με αφορμή την κάθε φορά αξιολόγηση και με ορίζοντα μέχρι την επόμενη αξιολόγηση ύστερα από λίγους μήνες, χωρίς ούτε υποτυπώδες σχέδιο για τη μετά-την-κρίση-Ελλάδα και χωρίς στοιχειώδη μέριμνα για το μείζον, που είναι η μεγέθυνση της οικονομίας και η αντιμετώπιση της μαζικής ανεργίας, το πολιτικό σύστημα (παρότι έχει ευρωπαϊκό προσανατολισμό) «παράγει» την αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας μέσα στην ίδια τη χώρα. Με ευθύνη του, πλάι στη συζήτηση για Grexit στο εξωτερικό, η ταχέως διευρυνόμενη απογοήτευση δουλεύει για το Grexit στο εσωτερικό. Αυτό δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις.
Η ατμόσφαιρα μπορεί να καταστεί απροσδόκητα επικίνδυνη και να αποδειχτεί καθοριστική για την πορεία της χώρας αν συμβεί ένα κάποιο «ατύχημα» στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις για την πρώτη αξιολόγηση του γ΄ μνημονίου.
Προφανώς, τα μέτρα στα οποία έχει καταλήξει η κυβέρνηση και επιχειρεί να συμφωνήσει με τους εκπροσώπους των (μοναδικών στο κόσμο) δανειστών μας, πλήττουν βάναυσα μια ήδη βαρύτατα ταλαιπωρημένη κοινωνία και δη τα πιο αδύναμα, φτωχά τμήματά της (πρώτα όσες/όσους είναι άνεργοι) ενώ σε μεγάλο μέρος είναι μέτρα ατελέσφορα και μη διατηρήσιμα – νομίζω ότι δεν θα αργήσει η κατάργησή τους στην πράξη και νομοθετικά. Τούτων δοθέντων, η αξιολόγηση πρέπει να κλείσει και, μάλιστα, αμέσως. Και μετά, να αξιοποιηθεί ο χρόνος έως το 2018, έτσι ώστε να γίνουν οι όποιες αλλαγές προσφέρονται και να μη χρειαστεί να επιβληθούν νέα μέτρα – ενδεχόμενο που προβλεπόταν στη συμφωνία που σχεδόν ομόφωνα είχε εγκριθεί πέρυσι το καλοκαίρι.
Εναλλακτική στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης δεν υπάρχει.
Ούτε η διεξαγωγή «εδώ και τώρα» εκλογών συνιστά εναλλακτική. Δεν χρειάζεται φαντασία για να υποψιαστεί κάποιος ότι διεξαγωγή εκλογών χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, συνεπάγεται άνοιγμα του δρόμου στην πρόταση Σόιμπλε, για έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη. Αλλά και αν γίνονταν εκλογές και αναδείκνυαν μια κυβέρνηση της Ν.Δ. ή με κορμό τη Ν.Δ., βέβαιο είναι ότι και η νέα κυβέρνηση το πρώτο που θα έκανε θα ήταν αυτή η ολοκλήρωση της αξιολόγησης, στην καλή περίπτωση με τα ίδια μέτρα στα οποία ήδη καταλήγουν κυβέρνηση - θεσμοί είτε με ακόμη βαρύτερα μέτρα λόγω της επιπλέον καθυστέρησης.
Αρα, το προκείμενο είναι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Εκλογές, αν διεξάγονταν, θα ήταν για να λυθούν άλλοι λογαριασμοί – όχι τα προβλήματα της χώρας.
Από αυτήν την άποψη λειτουργεί θετικά το ότι η κυβέρνηση κάνει ό,τι μπορεί για να τις αποτρέψει. Ο ηγετικός πυρήνας της κυβέρνησης (στον οποίο, όπως σε όλες τις κομματικές ηγεσίες, πολύ αρέσει η κυβερνητική εξουσία...) δεν θέλει εκλογές. Εύλογα· γιατί (α) καμία κυβέρνηση δεν προκαλεί πρόωρες εκλογές εάν δεν είναι βεβαία ότι θα τις κερδίσει, και η σημερινή, σε αυτήν τη φάση (διαφορετικά από το κλίμα που υπήρχε πέρυσι, Ιούλιο και Αύγουστο...), είναι περίπου βέβαιο ότι θα τις χάσει. (β) Αν ήθελε ή εξέταζε το ενδεχόμενο των εκλογών δεν θα κατέθετε τα νομοσχέδια-λίστες με επαχθή μέτρα στη Βουλή, τώρα. Θα μετέθετε τη λήψη των όποιων μέτρων μετά, από τον νικητή των εκλογών. (γ) Πολύ περισσότερο, δεν θέλει εκλογές που θα κινδυνεύσει να χάσει γιατί εάν ηττηθεί σήμερα, το κυβερνητικό κόμμα δεν θα αντιμετωπίσει τα συνήθη προβλήματα που προκαλεί μια εκλογική ήττα, αλλά, λόγω της ιδιομορφίας αυτού του κομματικού σχηματισμού, θα αντιμετώπιζε υπαρξιακό πρόβλημα, άμεσες απειλές διάλυσής και συρρίκνωσής του.
Εφόσον προτεραιότητά μας είναι η ευρωπαϊκή θέση της Ελλάδας και εφόσον παραμένει ισχυρή η βούληση να δίνεται η μία μετά την άλλη μάχη για τη διασφάλιση αυτής της θέσης, αυτήν την ώρα προηγείται κατά κράτος η ανάγκη ολοκλήρωσης της αξιολόγησης του γ΄ μνημονίου. Συμφέρει τη χώρα, η κυβέρνηση να αναλάβει με επιτυχία και μέχρι τέλους τις ευθύνες της και να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις χωρίς άλλη χρονοτριβή. Και η αξιωματική αντιπολίτευση να ανακτήσει την ψυχραιμία της και να βάλει, με τον τρόπο της και από την ιδιαίτερη θέση της, αν και όσο χρειαστεί, πλάτη – απομονώνοντας τους πικραμένους εραστές της δικής τους δικαίωσης. Οι εκλογές ας περιμένουν. Η αξιολόγηση προηγείται.

Καθημερινή 24/4/2016

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Νέες ψηφίδες στο χάος

του Νικόλα Σεβαστάκη

Με πένθη προχωράει τώρα τελευταία η Ιστορία, αν και ίσως πάντα έτσι πήγαινε. Πολύ λίγα να χαιρόμαστε, πολλά περισσότερα για να ανησυχούμε και να θυμώνουμε. Ετσι και η 22α Μαρτίου με τον φριχτό θάνατο δεκάδων ανθρώπων στο μετρό και στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών. Τα ρεπορτάζ έχουν ήδη δώσει τις λεπτομέρειες των εξελίξεων, τα περιγράμματα και τα χαρακτηριστικά στιγμιότυπα. Η ανάληψη της ευθύνης από το Ισλαμικό Κράτος επισφραγίζει απλώς ό,τι γνωρίζαμε καλά και από το Παρίσι του «Charlie Hebdo» και του «Bataclan» και από άλλες τζιχαντιστικές επιθέσεις. Οι δράστες των Βρυξελλών είναι «ουρά» των δολοφόνων του Παρισιού τον Νοέμβριο. Μέρος της ίδιας ανθρωπογεωγραφίας.

Το ζήτημα είναι όμως ότι κάθε καινούργιο συμβάν τρόμου αποσταθεροποιεί ένα ήδη κλονισμένο πλαίσιο. Δεν είναι μια επανάληψη αλλά ορίζει μια νέα κατάσταση. Προσθέτει μια ψηφίδα στο χάος και με αυτή την έννοια αλλάζει ποιότητες το γνωστό δεδομένο. Αυτός ο τύπος τρομοκρατίας λειτουργεί ως ακολουθία πολεμικών προκλήσεων· δοκιμάζει τις αντοχές των κοινωνιών και τα θεσμικά συστήματα, τους κρατικούς μηχανισμούς αλλά κυρίως το ήθος της καθημερινότητας. Αυτές οι πράξεις είναι «προκλήσεις» με την αστυνομικο-στρατιωτική σημασία του όρου καθώς αμφισβητούν με ριζικό τρόπο θεμελιώδεις όρους ασφαλείας και ελευθερίας των σωμάτων. Αλλά έχουμε από καιρό βρεθεί μπροστά σε προβλήματα πολύ πιο μακροπρόθεσμης υφής: να κατανοήσουμε, ας πούμε, τη σημασία της ιδεολογίας του ισλαμισμού και των ιδιαίτερων σχηματισμών του. Να μάθουμε περισσότερο για τους τρόπους ριζοσπαστικοποίησης στα ευρωπαϊκά αστικά κέντρα. Προσπαθώντας, τέλος, να ανιχνεύσουμε τη σχέση όλων αυτών με την καταστροφή κρατικών δομών και τοπικών συστημάτων οργάνωσης στη Μέση Ανατολή ή στη Βόρεια Αφρική. Εδώ τον πρώτο λόγο τον έχουν οι ειδικοί και όσοι έχουν αφιερώσει πολύτιμο χρόνο και μόχθο στην έρευνα. Ολοι οι υπόλοιποι κινούμαστε στη σφαίρα της δημόσιας γνώμης.

Και η Ελλάδα; Η δική μας αποσυντονισμένη επικράτεια με τα δικά της πάθη; Εδώ το συνεχιζόμενο οικονομικό μαράζι, η απουσία του κρατικού μηχανισμού και η ντροπιαστική Ειδομένη έχουν δημιουργήσει ένα πολύ ανησυχητικό μείγμα.

Μπορούμε να συμφωνήσουμε στο εξής: η μεταναστευτική πίεση, το Προσφυγικό και η ισλαμιστική απειλή δεν αποτελούν ένα πράγμα, δεν συνιστούν μια αλληλένδετη πραγματικότητα. Οσοι ενοποιούν τα πάντα φτιάχνοντας έναν πολτό με άγνοια και γενικεύσεις δικαιώνουν απλώς τη συνωμοσιολογική ρητορεία περί «εισβολής».
Υπάρχει όμως μια άλλη και πιο άβολη διαπίστωση: ότι αποδεικνύονται βαθιά προβληματικές και εκείνες οι ιδεολογικές κατασκευές που εξωραΐζουν καταστάσεις. Είναι ας πούμε απαράδεκτη και εξοργιστική η ιδεολογική χρήση των εμπειριών του μετανάστη ή της συνθήκης του πρόσφυγα. Το να αξιοποιούνται εργαλειακά οι επώδυνες εμπειρίες τους ως «τεκμήρια ενοχής» της Δύσης σε ένα διαρκές έκτακτο δικαστήριο. Η διαχείριση γεγονότων όπως του Παρισιού τον Νοέμβριο και των Βρυξελλών τώρα φανερώνει ότι στη δημόσια σφαίρα της χώρας μας δεν έχουν ξεπεραστεί κατάλοιπα ενός πρωτόλειου τριτοκοσμισμού ή παλιές «αντιιμπεριαλιστικές» ευκολίες που διατηρούνται τεχνητά στη ζωή. Και το θέμα είναι ότι αυτές οι δικογραφίες και τα αντίστοιχα αντιευρωπαϊκά κατηγορητήρια εμποδίζουν την κατανόηση των νέων φαινομένων.  

Φτάνει όμως και στο όριό της μια αμήχανη και χαλαρή προσέγγιση στο ριζοσπαστικό Ισλάμ και στις απειλές που αντιπροσωπεύει. Πολλοί καταφεύγουν σε αφηρημένες εκθέσεις περί «φανατισμού» για να μην κατονομάσουν το συγκεκριμένο πρόβλημα. Μετά από κάθε αιματοκύλισμα από το Ισλαμικό Κράτος ή άλλες οργανώσεις του χώρου βλέπει κανείς γενικές διδακτικού τύπου τοποθετήσεις περί θρησκειών, φανατισμού και ρατσισμού. Ο εξωραϊσμός περνάει κυρίως από την άρνηση να παραδεχθεί κανείς τη σχετική αυτονομία ενός προβλήματος. Αλλά και σε ένα άλλο επίπεδο, μια μαξιμαλιστική ρητορική περί «ανοιχτών συνόρων για όλους» έχει ένα κυρίως αποτέλεσμα: όχι μόνο δεν απαντά στην ανασφάλεια και στις ανησυχίες των πολιτών αλλά μοιάζει να περιφρονεί αυτή την ανασφάλεια σαν να πρόκειται για κουσούρι κάποιων «ισλαμόφοβων».

Και τότε, πάνω σε αυτά τα κενά και τις αφέλειες, φτάνει η ώρα των πρόθυμων δημαγωγών. Ερχεται, δηλαδή, η στιγμή των ακροδεξιών που αντικαθιστούν παγίως την πολιτική με την Αστυνομία και τις σύνθετες προσεγγίσεις με λογικές πογκρόμ και μύθους μαζικής, αδιάκριτης απέλασης.

Αυτές τις ημέρες η Ειδομένη βράζει. Μπορεί ως τη στιγμή δημοσίευσης του κειμένου να έχει εκτραχυνθεί περισσότερο η κατάσταση. Η Συμφωνία ΕΕ - Τουρκίας φαίνεται με πρόχειρη και ενδεχομένως νομικά προβληματική απάντηση στο επείγον. Ολοι σχεδόν συμφωνούν ότι δεν ρυθμίζει το προσφυγικό -μεταναστευτικό ζήτημα αλλά επιχειρεί να ελέγξει κάπως μια δυναμική που δείχνει να ξεφεύγει. Με κλειδί την τουρκική συμμετοχή στη λύση.

Δεν έχω τα εργαλεία να κρίνω αν αυτή η Συμφωνία είναι εφαρμόσιμη ή όχι. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί - κυρίως από εκείνους που μίλησαν αμέσως για «επαίσχυντη» και αντιπροσφυγική συμφωνία - είναι αν πρέπει τελικά να υπάρχει ένα ρυθμιστικό πλαίσιο, να υφίστανται κρατικά σύνορα και κριτήρια αποδοχής και απόρριψης. Ή αν, αντιθέτως, μοναδική ανθρωπιστική θέση είναι αυτή που διαβάζει κανείς εδώ κι εκεί: μια αποδοχή όλων όσοι δηλώνουν πως έχουν ανάγκη να φτάσουν στη Βόρεια Ευρώπη και να εγκατασταθούν όπου και όσο επιθυμούν. Θέση η οποία πρακτικά νομιμοποιεί a priori κάθε προσδοκία μετανάστευσης όχι μόνο από βομβαρδισμένα χωριά και πόλεις της Συρίας αλλά από οιαδήποτε περιοχή της Περιφέρειας και του Νότου. Σαν να απαιτεί κανείς από την Ελλάδα και την ΕΕ να θεραπεύσουν με αυτόν τον τρόπο τις μεγάλες ανισότητες του διεθνούς συστήματος ή να πάρουν επάνω τους όλα τα προβλήματα ανάπτυξης και σταθερότητας μιας τεράστιας γεωγραφικά και πληθυσμιακά έκτασης. Εχουμε εδώ την πιο κλασική εκδοχή μιας ηθικής της πεποίθησης που αδιαφορεί ή δεν διευκρινίζει τίποτα για τις συνέπειες της υποθετικής πραγμάτωσής της: για τις πολιτικές, θρησκευτικές, κοινωνικο-εκπαιδευτικές περιπλοκές, τις αντιθέσεις που οξύνει κ.τ.λ.

Επιστρέφω όμως στο πρώτο θέμα, στο τραύμα των Βρυξελλών.  Ποιες συνέπειες θα έχει αυτό στις πολιτικές ισορροπίες της Ευρώπης; Θα γίνει ένα ακόμη «τρόπαιο» για την επιβεβαίωση των ακροδεξιών δημαγωγών ή θα γεννήσει ωριμότερες πολιτικές απαντήσεις; Θα ενισχύσει την απόλυτη εθνική μονομέρεια (ως προς τους πρόσφυγες) ή όχι;

Οι αρνητικές πιθανότητες είναι πιο κοντά, πιο ορατές. Αν όμως άλλες πολιτικές δυνάμεις και στην Αριστερά συνειδητοποιήσουν το βάθος του προβλήματος και δεν μείνουν στο εφέ της στιγμής, τότε μπορεί να φανταστεί κανείς καλύτερες εκδοχές. Οχι πως θα εξαλειφθεί η τζιχαντιστική τρομοκρατία (ανέφικτο) αλλά ίσως επανακτηθεί ο έλεγχος των «αποσχισμένων» κοινοτήτων. Το ενδιαφέρον για έναν τέτοιον έλεγχο, ορθότερα. Είναι άλλωστε αυταπάτη να πιστεύει κανείς πως Μόλενμπεκ υπάρχει μόνο στις Βρυξέλλες.  

ΒΗΜΑ 26/3/2016