Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Πες μου Ποιοι θα ψηφίσουν , να σου πω Πως θα ψηφίσουν».


Μια ακόμα ανεπάρκεια από τις πολλές του δημόσιου λόγου, είναι να κατανοήσει και να συμπεριλάβει στην προβληματική του ότι η ερμηνεία των εξελίξεων δεν μπορεί να  γίνει με αυτούσιους τους όρους των «καλών καιρών», αλλά ότι οι όροι αυτοί  σε φάση κρίσης αναδιαμορφώνονται , ανατρέπονται και πριν βρεθεί μια νέα ισορροπία κινούνται σε ασταθή και αμορφοποίητα (άρα  ρευστά και με ακανόνιστες κινήσεις) ρεύματα .
Μοιάζει το τοπίο με ένα μαγνητικό πεδίο , σχετικά τακτοποιημένο ,με μαγνητικές γραμμές σχετικά ομαλές, με μικρές μετατοπίσεις στα φορτία που το ορίζουν και με σχετικά προβλέψιμα αποτελέσματα των μετατοπίσεων αυτών στο σχηματισμό της νέας ισορροπημένης κατανομής και διευθέτησης των δυναμικών γραμμών. Αν στο πεδίο αυτό εφαρμοστούν ισχυρές δυνάμεις με τρόπο βίαιο, σχετικά τυχαίο και ακατάστατο , η πρόβλεψη της νέας διάταξης είναι εξαιρετικά δύσκολη , το φαινόμενο σχετικά χαοτικό και παίρνει χρόνο στο να ξεκαθαρίσει η νέα ισορροπία.Αν πάμε με τους παλιούς κανόνες να ερμηνεύσουμε και να προβλέψουμε, την έχουμε πατήσει.

                                            

Όλες οι εκτιμήσεις για τις Ευρωεκλογές βασίζονται ακριβώς σε παλιά σχήματα , όπου πολιτικοί και επικοινωνιακοί χειρισμοί (λίγο πιο δεξιά εγώ, λίγο πιο αριστερά εσύ κ.λ.π) θεωρούνται  προανάκρουσμα πολιτικών μετατοπίσεων του εκλογικού σώματος, εκ του ασφαλούς προβλέψιμων.
Αλλά για πιο εκλογικό σώμα μιλάμε; Για αυτό που ξέραμε έως το 2011 περίπου, για αυτό των εκλογών του 2012, για κάτι άλλο; Στη φάση βίαιων και σύνθετων ανακατατάξεων , όπως αυτή που είναι υπό εξέλιξη, πρέπει να σκάψουμε λίγο βαθύτερα από την επιφάνεια των λεγόμενων πολιτικών αναλυτών των δελτίων ειδήσεων.

Ας δούμε μερικά δεδομένα
           1.     Σε επίπεδο καθαυτό κοινωνικής διαστρωμάτωσης , μπορούμε να εντοπίσουμε πολλά νέα στοιχεία (και μάλιστα σε φάση διαμόρφωσης και όχι τελικής διευθέτησης), ανάμεσα στα οποία θα επικεντρώναμε σε τρία (αν και όχι μοναδικά)
Το τουλάχιστον 1,5 εκατομμύριο ανέργων, την κατακρήμνιση του τρόπου ζωής μεγάλων τμημάτων του μεσοστρωμάτων, την διαφορετική επίδραση της κρίσης σε αστικά κέντρα(πολύ έντονη) και περιφέρεια( λιγότερο αισθητή)
       2.   Σαφής διαφοροποίηση του τρόπου αντίληψης-βίωσης από τα διάφορα στρώματα του «πολιτικού γεγονότος», το οποίο εκλαμβάνεται ως μεταβολή (ή εικαζόμενη μεταβολή) του κοινωνικού του status και όχι απλά σαν μεταβολή πολιτικού προσωπικού, όπως εν γένει εκλαμβάνονταν στην μεταπολιτευτική περίοδο (εξ αυτού και οι αλήστου μνήμης επικοινωνιακές στρατηγικές του τύπου «φως-σκότος»).Στρατηγικές τύπου μνημόνιο-αντιμνημόνιο σε αυτό κολλάνε και αδυνατούν να δημιουργήσουν ρεύμα, βρίσκοντας απέναντί τους στρατηγικές τύπου σταθερότητα –διάλυση, που σαφώς είναι πιο ταιριαστές (βασίζονται στον  φόβο απέναντι στο ακόμα χειρότερο).Ακόμα πιο σύνθετη γίνεται η κατάσταση αν λάβουμε υπόψη μας το ειδικό χαρακτηριστικό της Ελληνικής κοινωνίας , που είναι η «πολυσθένεια» κατά Κωνσταντίνο Τσουκαλά στην κοινωνική-ταξική σήμανση (ο άνεργος μπορεί να είναι ταυτόχρονα και ιδιοκτήτης με χαράτσι,ο αγρότης «καλλιεργητής φωτοβολταϊκών», το εκπεσόν πρώην golden boy καταθέτης και ραντιέρης, αλλά και με κοκκινισμένο δάνειο στην τράπεζα και πάει λέγοντας)

Σε αυτή την βάση, είναι κατανοητή η αποστροφή προς το «πολιτικό γεγονός», ή άρνηση συμμετοχής σε δημοσκοπήσεις, η απαξίωση των πάντων , η αυτοθυματοποίηση και η απόδοση  κάθε ευθύνης τους 300 και το πολιτικό σύστημα.
Συνήθως ο δημόσιος διάλογος , οι αναλύσεις και οι δημοσκοπήσεις (πειραγμένες ή όχι, δεν έχει σημασία) αναφέρονται μόνο σε ένα μέρος του κοινωνικού σώματος , αυτό που το λιγότερο έχει επηρεαστεί από τα αποτελέσματα της κρίσης ή ακόμα αυτό το τμήμα που έχει κάτι ακόμα σημαντικό να χάσει ή αυτό που ακόμα βιώνει τις εκλογές ως παίγνιο πολιτικού προσωπικού, το πιο «τακτοποιημένο» ας το πούμε άκομψα.

Και το υπόλοιπο; Αυτά τα κομμάτια που βιώνουν βουβό θυμό, αίσθημα απόγνωσης, ανυπαρξίας μέλλοντος (ειδικά το νεανικό κοινό), αδυναμία συντονισμού με τον τρέχοντα πολιτικό λόγο και ακόμα περισσότερο αδυναμία ταύτισης ή παρακολούθησης προοπτικών;Που θέλει να «εκδικηθεί» τους φταίχτες (αν και δεν μπορεί να τους ορίσει συγκεκριμένα), που ούτε η απειλή του χειρότερου τους αγγίζει , ούτε η προοπτική επανάκαμψης σε παλαιότερες καλές ημέρες  τους πείθει;
Άρα μιλάμε για έναν διχασμό του εκλογικού σώματος, ας πούμε σε insiders και outsiders(εντελώς σχηματικός ο διαχωρισμός για τις ανάγκες της κουβέντας)
Ποια θα είναι η στάση των δεύτερων ;(των πρώτων περίπου θα είναι αυτή που λίγο ως πολύ απεικονίζεται σε δημοσκοπήσεις, σαν γενική τάση τουλάχιστον, άσχετα με την τελική διαμόρφωση των αριθμών)
Για το λόγο αυτό , σχηματικά λέμε «πες μου ποιοι θα ψηφίσουν , να σου πω πως θα ψηφίσουν».

Αν υπάρξει μικρή συμμετοχή θα πάνε κυρίως οι πρώτοι και οι πολιτικές μετατοπίσεις μπορεί να είναι και σημαντικές, αλλά εντός του τρέχοντος πολιτικού σκηνικού. Όσο θα αυξάνεται η συμμετοχή, τόσο θα συμμετέχουν περισσότερο οι δεύτεροι και οι οργισμένες πολιτικές συμπεριφορές θα τείνουν να ανατρέψουν εκ θεμελίων το υπάρχον, με διάφορες μορφές (όχι απαραίτητα μόνο με άνοδο της Χ.Α, με σχήματα όπως το Ποτάμι που στη φάση αυτή λειτουργεί εκτονωτικά, αλλά και με άλλες μη προβλέψιμες συμπεριφορές).Μια διαλυτική κατάσταση πλήρους αποδιάρθρωσης  δεν αποκλείεται και η επόμενη ημέρα θα είναι έτσι και αλλιώς δύσκολη.
Γιατί ακόμα και αν αυτό δεν συμβεί σε αυτές τις εκλογές θα εμφανιστεί παρακάτω, δε γίνεται να το εξαφανίσει κανείς.


Και τελικά στην Δημοκρατία πρέπει να συμμετέχουν όλοι, έτσι δεν είναι;

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Για τις απώλειες


Για όλες τις απώλειές μας-ζωντανές ή μη-που προσπαθούμε αστόχαστα να αναστήσουμε...
Για το αίσθημα της απώλειας που μένει...
Για τις καθημερινές μικρές και μεγάλες απώλειές μας..


                     



Όπως του Δημήτρη που πέθανε σαν σήμερα

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Σεβαστάκης:Στην Αριστερά κυριαρχεί ένας ριζοσπαστισμός αμφιθεάτρου

Γιατί παρατείνεται το τέλμα, κύριε Σεβαστάκη;
«Επειδή δεν έχει γίνει συνείδηση ότι είναι ανέφικτη μια ενιαία και κοινά αποδεκτή αφήγηση της κρίσης και της σωτηρίας. Το γεγονός όμως ότι δεν μπορεί να υπάρξει ενιαία αφήγηση δεν σημαίνει ότι πρέπει σώνει και καλά να συνεχιστεί αυτός ο απλοϊκός μανιχαϊσμός. Στην πολιτική πρέπει να υπάρχουν επάλληλες συναινέσεις. Ανεξάρτητα από τις βαθιές διαφορές χρειάζεται να σκεφτόμαστε και την πολιτική μας κοινότητα, εκείνα τα σημεία σύγκλισης που δεν αναιρούν τις διαφορές αλλά τις εγγράφουν στον ορίζοντα αυτού που έρχεται. Αυτό για εμένα αποτελεί το μείζον κενό της περιόδου. Υπήρξε μια περιχαράκωση του "φιλομνημονιακού" λόγου στη λογική της ενοχής και του στιγματισμού κάθε κοινωνικής διαμαρτυρίας και, από την άλλη πλευρά, η έξαρση της αντιστασιακής μυθολογίας, η κατασκευή ενός λαού ως ενιαίας και πάντοτε θετικής έννοιας. Κοντολογίς, επικράτησε το δίπολο σύστημα - αντισύστημα, το σάπιο πολιτικό κατεστημένο και το Κίνημα. Αυτό το δυαδικό σχήμα μπορεί να υπήρξε, σε αρκετές περιπτώσεις, αποδοτικό πολιτικά. Αλλωστε η πολιτική τείνει να απλοποιεί τα πράγματα, δεν σέβεται τις αποχρώσεις. Μπορεί όμως και να σε παγιδεύσει με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η ερμηνεία των αλλαγών που συμβαίνουν γύρω σου. Αυτή η διαρκής συζήτηση στην Αριστερά, ας πούμε, για έναν λαό που κατά κάποιον τρόπο θα φτιάξει ένα νέο ΕΑΜ, τις δομές αλληλεγγύης "τύπου ΕΑΜ", γίνεται πρόβλημα πλέον. Επαναφέρει εκ του πλαγίου τη νοσταλγία για ένα πολεμικό/ θυσιαστικό πνεύμα παραδοσιακού τύπου σε μια κοινωνία που, με όλες τις στρεβλώσεις και τις ιδιομορφίες της, είναι μια αστική κοινωνία. Η ελληνική κοινωνία έχει προχωρήσει στο επίπεδο της εξατομίκευσης, έχουν εγκαθιδρυθεί πολλαπλές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της και δεν μπορεί να ενοποιηθεί στη βάση ενός ιδεώδους μαζικής κινητοποίησης. Επιπλέον, πρέπει να αντιληφθούμε ότι το σημερινό αντισύστημα δεν είναι ένα αλλά πολλά, δεν είναι μονάχα αριστερό, μπορεί να είναι ακροδεξιό και συνωμοσιολογικό, το είδαμε άλλωστε αυτούς τους τελευταίους μήνες».

Δεν διαφοροποιήθηκε επαρκώς, λέτε, η Αριστερά και ο λόγος της σε αυτό το πλαίσιο;
«Νομίζω ότι η κοινωνία μας δεν μπορεί να ριζοσπαστικοποιηθεί με τα υλικά τού χύμα "αντιμερκελικού" αντισυστημισμού. Γιατί; Μα γιατί ακριβώς οι υβριδικές εκδοχές της δεξιάς αγανάκτησης είναι πολύ πιο διεισδυτικές στο κοινωνικό σώμα. Από την άλλη, υπάρχει βεβαίως στην Αριστερά και ένας αφηρημένος ταξικός λόγος ο οποίος μοιάζει με "ριζοσπαστισμό αμφιθεάτρου": εξηγεί με άνεση τα πάντα στα ειδικά του κοινά ενώ συγχρόνως δυσκολεύεται να συνομιλήσει με την πραγματικότητα. Το ερώτημα ετέθη αναπόφευκτα και για τον ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά μετά την εκλογική του εκτίναξη. Τι είσαι; Πολιτική συμπύκνωση ενός μεταβατικού θυμού ή κάτι περισσότερο; Θεωρώ ότι ένα κόμμα που θέλει να βρίσκεται στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να διαθέτει κινηματική ταυτότητα αλλά να συνθέτει το "εκτός" με το "εντός", τις μη συμβατικές πρακτικές συμμετοχής με τη μέριμνα για την πολιτική αντιπροσώπευση. Κατά την άποψή μου δεν μπορεί να νοηθεί Αριστερά η οποία να μην περιλαμβάνει στη στρατηγική της εύλογους συμβιβασμούς. Οταν ένα κόμμα της ανανεωτικής ή ακόμη και της ριζοσπαστικής Αριστεράς θέλει να κυβερνήσει σε μια χώρα του δυτικού κόσμου κινείται εξ ορισμού μέσα σε έναν ορίζοντα σοσιαλδημοκρατικό, ακόμη και αν μισεί τη λέξη. Οι όροι φυσικά έχουν αλλάξει. Υπάρχει  μεγάλη συζήτηση για το αν η σοσιαλδημοκρατία πέθανε ή έχει αποτύχει. Θεωρώ πράγματι ότι κάποιες μορφές της δεν μπορούν να επανέλθουν, λόγου χάρη, οι κρατικές/ κοινωνικές συμμαχίες που αναπτύχθηκαν στη χρυσή τριακονταετία του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας. Και να το ήθελε κανείς δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα».

Νομίζω, κύριε Σεβαστάκη, ότι και μόνο η λέξη σοσιαλδημοκρατία προκαλεί αλλεργία στον ΣΥΡΙΖΑ...
«Υπάρχει, αναμφίβολα, μια δαιμονοποίηση κάθε σοσιαλδημοκρατίας. Αλλά νομίζω ότι υπάρχουν γενικότερα προβλήματα ταυτότητας στην ελληνική Αριστερά. Μου έκαναν εντύπωση, για παράδειγμα, οι αντιδράσεις έναντι των πρόσφατων κρίσεων στην Ουκρανία αλλά και στη Βενεζουέλα. Ο τρόπος με τον οποίο σήμερα τοποθετείται κανείς απέναντι σε αυταρχισμούς, σε βοναπαρτισμούς, είτε αυτοί έχουν τον μανδύα της προόδου και του σοσιαλισμού είτε όχι, είναι καίριο θέμα. Δεν συνιστά πολυτέλεια ή "εποικοδόμημα". Σήμερα άλλωστε κάθε αθωότητα έχει χαθεί διότι γνωρίζουμε το κόστος που είχαν πολλές επιλογές οι οποίες στον εικοστό αιώνα θεωρήθηκαν απελευθερωτικές ενώ αποδείχτηκαν βάρβαρες. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, επί παραδείγματι, υπήρξε όντως ένα πρόβλημα κακής διαχείρισης από την πλευρά Ευρωπαίων και Αμερικανών, διότι κανείς δεν έθεσε όρια στην νεοναζιστικού τύπου Ακροδεξιά η οποία και αποτέλεσε τον "μαχητικό" πυρήνα της εξέγερσης κατά του καθεστώτος Γιανουκόβιτς. Από την άλλη μεριά όμως είναι σκανδαλώδης και ανήθικη η ταύτιση - για ένα μεγάλο και σιωπηλό κομμάτι αριστερών και δεξιών Ελλήνων - με το καθεστώς Πούτιν και τις στρατηγικές του επιλογές. Αυτή η άρνηση τήρησης των αποστάσεων εμένα με ενοχλεί πολύ. Τίθενται εδώ νομίζω ζητήματα ευρύτερου πολιτισμικού προσανατολισμού, ζητήματα ταυτότητας και όχι απλώς "πολιτικής". Οταν, ας πούμε, συνδέεις την κριτική σε πλευρές του σύγχρονου καπιταλισμού με έναν βαθύ αντιδυτικισμό, εκεί υπάρχει ζήτημα. Νομίζω ότι ένα βασικό πρόβλημα στον ελληνικό αριστερό χώρο είναι ότι δεν συζητήθηκε ποτέ στα σοβαρά η σχέση της Αριστεράς με πολλές, μη μαρξιστικές, παραδόσεις της ελευθερίας και της ισότητας (πολιτικός φιλελευθερισμός, ρεπουμπλικανισμός). Κριτική σημαίνει ωστόσο να μπορείς να διακρίνεις και να φτιάχνεις διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στα διαφορετικά φαινόμενα. Ο ιμπεριαλισμός, ας πούμε, δεν είναι πλέον μόνο δυτικός. Το φιλελεύθερο δεν είναι εξ ορισμού φιλοκαπιταλιστικό».

Μπορεί να αλλάξει κάτι σε ευρωπαϊκό επίπεδο μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις επερχόμενες ευρωεκλογές;
«Μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να παίξει θετικό ρόλο, υπό την προϋπόθεση ότι θα συμπέσει με το πέρασμα σε μιαν άλλη ευρωπαϊκή πολιτική στιγμή, μια στιγμή μετά τη λιτότητα ή τουλάχιστον μια νέα φάση όπου η οικονομική σταθεροποίηση δεν θα έχει τα χαρακτηριστικά που βλέπουμε αυτά τα τελευταία χρόνια. Η συντηρητική Ευρώπη κάνει λάθος όταν φοβάται άλλες, ετερόδοξες οικονομικές πολιτικές, γιατί μια μετατόπιση θα μπορούσε ενδεχομένως να μετριάσει τα συμπτώματα απαξίωσης της ευρωπαϊκής ιδέας και των πολιτικών θεσμών. Πρέπει όμως και ο ριζοσπαστικός πόλος να συμφιλιωθεί με την ιδέα και την πρακτική των συγκρουσιακών συμβιβασμών και όχι των "μετωπικών" ρήξεων. Είναι μια διπλή κίνηση αυτή, δεν αφορά μόνο τον έναν παίκτη».

Συνέντευξη του Νικόλα Σεβαστάκη στο Βήμα 13/4/2014

Υ.Γ από anestios: Καπάκι στα παραπάνω ο ΣΥΡΙΖΑ βασανίζεται μεταξύ Κρίτωνα και Λάκη...
Άντε τώρα να κάνεις κάτι σοβαρό...


Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Έξοδος στις αγορές: Για να ψαχτούμε λίγο...

Εισαγωγή από anestios: Για να ερμηνεύσουμε τα τεκταινόμενα γύρω μας και να μην πέσουμε στην συσκότιση του άσπρου-μαύρου, ή στην οπαδοκεντρική φιλολογία των τηλεοπτικών "διαλόγων", απαραίτητο-αν και κοπιώδες- είναι να ψάχνουμε, να το βασανίζουμε και λίγο.
Για το επίμαχο θέμα της"εξόδου στις αγορές", ας δώσουμε σημασία στην παρακάτω συνέντευξη του Πάνου Παναγιώτου στοtvxs.gr
Δεν είναι απαραίτητο να το καταπιούμε όπως παρουσιάζεται, αλλά ας το λάβουμε υπόψη μας ,όσο προσπαθούμε να σχηματίσουμε εικόνα.Είναι χρήσιμο αν και, κατά τη γνώμη μου, παραλείπει κρίσιμους παραμέτρους (πχ. την πλημμυρίδα χρήματος προς την Ε.Ε και τις χώρες του Νότου ,σαν αποτέλεσμα της απόσυρσης κεφαλαίων από τις αναδυόμενες αγορές και την ακριβώς αντίστροφη πορεία κίνησης κεφαλαίων κατά το 2010, όταν συγκρίνει τις 2 περιόδους).
Αλλά αφού αποφασίσαμε -όσοι αποφασίσαμε - να μην συνταχθούμε με εύκολες "γραμμές", ας χρησιμοποιήσουμε όλα τα όπλα της κριτικής μελέτης.Αλλιώς, αν δεν θέλουμε κάτι τέτοιο, υπάρχουν και οι αναλύσεις του Γιάννη Πρετεντέρη...

Υπήρξε ξαφνικά ένας αισιόδοξος καταιγισμός από διεθνή μέσα ενημέρωσης περί εξόδου της Ελλάδας στις αγορές την επόμενη εβδομάδα. Την ίδια ώρα το υπ. Οικονομικών λέει ότι θα βγούμε στις αγορές «το πρώτο εξάμηνο του έτους» ενώ ο Γιάννης Στουρνάρας υποστηρίζει ότι «δεν βιαζόμαστε»...
 Μιλώντας σαν οικονομολόγος πρέπει κατ’ αρχήν να πω ότι αυτό που η κυβέρνηση ονομάζει έξοδο στις αγορές ένας αναλυτής δεν μπορεί να το ονομάσει με τον ίδιο τρόπο. Για κάποιον που βλέπει τις αγορές και τις μελετά επαγγελματικά πρόκειται για κάτι εντελώς διαφορετικό. Κι αυτό πρέπει να το καταλάβει ο κόσμος.
Ποια είναι αυτή η ουσιώδης διαφορά;
 Το επιτόκιο - το οποίο είναι η βάση και στο οποίο γίνονται αναφορές από την κυβέρνηση κι από τα διεθνή μέσα που αναφέρατε -  είναι αυτό που βαθμολογεί που δίνει δηλαδή το κόστος δανεισμού ενός ομολόγου δεκαετούς μακροπρόθεσμου δανεισμού δηλαδή. Αυτό αποτυπώνει το σύνολο του μακροπρόθεσμου δανεισμού μιας χώρας. Εν προκειμένου για την Ελλάδα είναι στο 6,15%. Η περίπτωση της Ελλάδας όμως είναι πολύ ιδιαίτερη. Το χρέος της χώρας δεν είναι πλέον μεταφρασμένο σε ομόλογα είναι μεταφρασμένο σε χρήματα από πακέτα στήριξης. Άρα το 6,15% του επιτοκίου των σημερινών μακροπρόθεσμων ομολόγων δεν έχει καμία σχέση με το επιτόκια προ πακέτων στήριξης, πριν το 2010 δηλαδή. Το 2010 η Ελλάδα είχε ομόλογα ύψους περίπου 300 δισ. ευρώ τα οποία έπαιρναν μια αξιολόγηση και από αυτή έβγαινε με ειδικές φόρμουλες και το επιτόκιο το οποίο αντιστοιχεί σε αυτά τα ομόλογα. Σήμερα έχουμε 20 δισ. ευρώ. Το 2010 το 99% του δανεισμού ήταν από ομόλογα όπως συμβαίνει σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες. Σήμερα το 5% είναι σε ομόλογα. Άρα λοιπόν σύγκριση του σημερινού επιτοκίου των ομολόγων με το επιτόκιο προ τεσσάρων ετών είναι αναληθής, ανακριβής και λανθασμένη καθώς δεν συγκρίνουμε όμοια πράγματα. Πριν από τέσσερα χρόνια είχαμε ομόλογα στο σύνολο του δανεισμού όπως συμβαίνει με την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Γερμανία, την Γαλλία. Σήμερα έχουμε μόνο 20 δισ. ευρώ.
 Τι σημαίνει αυτό στην περίπτωση εξόδου στις αγορές;
 Τα ομόλογα αυτά των 20 δισ. ευρώ είναι τα ομόλογα μετά το PSI. Άρα είναι ομόλογα ξένου δικαίου. Σε αυτά έχουν μπει ειδικές νομικές ρήτρες με πιο σημαντική αυτή που τα εξισώνει με τα ομόλογα του επίσημου τομέα. Αν έστω κι ένα ευρώ από αυτά τα ομόλογα  - που βρίσκονται στα χέρια ιδιωτών - δεν πληρωθεί, δεν έχουμε πιστωτικό γεγονός στη συγκεκριμένη σειρά ομόλόγων όπως συνέβαινε μέχρι τη στιγμή που έγινε το PSI, αλλά θα έχουμε ταυτόχρονη πτώχευση όλων των ομολόγων και του επίσημου και του ιδιωτικού τομέα.
 Επομένως οι όροι του δανεισμού δεν είναι ευνοϊκοί;
 Όταν μιλάμε για έξοδο στις αγορές μιλάμε για δανεισμό. Κι όταν μιλάμε για δανεισμό μιλάμε για έναν δανειστή κι έναν δανειζόμενο. Όταν οι όροι του συμβολαίου του δανείου είναι εξαιρετικά καλοί για τον δανειζόμενο τότε αυτό αποτιμάται από τον δανειστή και ζητά κάτι παραπάνω. Όταν όμως οι όροι είναι υπερβολικά καλοί για τον δανειστή – όπως συμβαίνει για τους δανειστές της Ελλάδας – τότε αυτό αφαιρεί κάτι από το κόστος.
 Άρα λοιπόν η σημερινή κατάσταση έχει ως εξής: Πέρα από το γεγονός ότι είναι λίγα τα ομόλογα και η πιθανότητα πτώχευσης της Ελλάδας γίνεται πολύ μικρή καθώς αν διανοηθεί η Ελλάδα να μην πληρώσει έστω κι ένα ευρώ από αυτά θα πτωχεύσει στα πάντα. Αυτή είναι η νομική ρήτρα που έχει μπει. Οδηγούμαστε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι δεν μιλάμε για έξοδο στις αγορές έτσι όπως τη γνωρίζουμε τα τελευταία 200 χρόνια για όλα τα ανεπτυγμένα κράτη του κόσμου. Μιλούμε για κάτι τελείως διαφορετικό.
 Τι είναι αυτό το διαφορετικό; Πρόκειται για την προσπάθεια μιας χώρας η οποία χρωστά σε επίσημους τομείς, δηλαδή σε κράτη και η οποία έχει ως εγγυητές του χρέους της τα κράτη αυτά να αποδείξει ότι μπορεί να δανειστεί κάτι τις κάτω από αυτές τις περίεργες συνθήκες. Χωρίς βέβαια και πάλι να εξηγήσει για πιο λόγο θέλει εκτάκτως - χωρίς να είναι μέσα στον προγραμματισμό - να βγει να δανειστεί και κυρίως για πιο λόγο πανηγυρίζει για το δανεισμό αυτό. Να σημειώσουμε ότι είναι ο υπερβολικός δανεισμός που μας έφερε εδώ και μάλιστα κατά τα λεγόμενα των ιθυνόντων. Εδώ έχουμε λοιπόν τα εξής:
 
  • Καμία σχέση δεν έχει η συγκεκριμένη έξοδος με την έξοδο που κάνει η Πορτογαλία ή η Ιρλανδία που έχουν το 90% και πλέον του χρέους τους στους ιδιώτες κι όχι σε επίσημους τομείς.

  • Καμία σχέση δεν έχει το επιτόκιο το σημερινό 6,15% με το αντίστοιχο 6,1% που είχαμε για παράδειγμα το 2000 ή το 1999 διότι εκείνο το επιτόκιο αντανακλούσε το σύνολο του δανεισμού της Ελλάδας ενώ σήμερα αντανακλά μόνο ένα απειροελάχιστο ποσοστό.

  • Τότε το χρέος ήταν σε ελληνικό δίκαιο – όπως είναι στο τοπικό δίκαιο σε κάθε ανεπτυγμένη χώρα – ενώ σήμερα είναι σε ξένο δίκαιο κι αυτό γιατί δεν μας εμπιστεύονται.

  • Σήμερα υπάρχουν ειδικές ρήτρες που κάνουν πάρα πολύ δυσμενή τη θέση του δανειζόμενου (σ.σ. της Ελλάδας) και τον εξαναγκάζουν ουσιαστικά να πληρώσει με μέτρα λιτότητας στην περίπτωση που προκύψει το παραμικρό.
 Άρα τι εξασφαλίζουμε για τους δανειστές μας; Για να δανειστούμε έστω και στο ελάχιστο δίνουμε την εγγύηση ότι ακόμη και το παραμικρό να συμβεί θα προτιμήσουμε να πάρουμε τα χειρότερα μέτρα λιτότητας παρά να χάσουν οι δανειστές μας έστω κι ένα ευρώ. Χωρίς αυτές τις ρήτρες και τις εγγυήσεις και αξιολογώντας τα ελληνικά ομόλογα με τον τρόπο που αξιολογούνται στην Ιταλία -  αν λόγου χάρη μεταφράσουμε  το δανεισμό των 30 δισ. που βρίσκεται σε επίσημα χέρια σε ιδιωτικό δανεισμό και τον μετατρέψουμε σε ομόλογα – αν ζητήσουμε αξιολόγηση με χρέος 170% του ΑΕΠ η Ελλάδα θα έβγαινε επιτόπου default και το επιτόκιο θα εκτινασσόταν ξανά στο 40%.
 Οι αγορές με χρέος 120% μας έκλειναν έξω. Πως είναι δυνατόν με χρέος 170% να κάνουμε έστω κι αυτή την έξοδο που περιγράφετε; Και γιατί να την κάνουμε;
 Διότι απλούστατα οι αγορές δεν βαθμολογούν το χρέος μας. Βαθμολογούν μόνο το χρέος που είναι σε ιδιωτικά χέρια. Επομένως μόνο τα 20 δισ. και αυτά έχουν μεταφερθεί για να πληρωθούν αργότερα και έχουν εξασφαλιστεί με τέτοιες ρήτρες που δεν υπάρχει περίπτωση να μην τα πληρώσουμε. Ο δανειστής πάντα ενδιαφέρεται για ένα και μόνο πράγμα: το πως θα πάρει πίσω τα λεφτά του και για τον τόκο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε και υψηλό τόκο και εξασφάλιση νομική με τις παραπάνω ρήτρες που ισχύουν μόνο για την Ελλάδα και για καμία άλλη χώρα του πλανήτη. Άρα εδώ δεν μας δίνουν οι αγορές δώρο γιατί πήγαμε καλύτερα ως οικονομία. Απλώς εφόσον αξιολογούν μόνο τα 20 δισ. και με δεδομένες τις ρήτρες το επιτόκιο πηγαίνει στο 6,15% με μαθηματικές φόρμουλες. Και δεν έχει καμία σχέση το επιτόκιο αυτό με το επιτόκιο της Γερμανίας ή της Γαλλίας. Γιατί όπως προείπα αν μετατρέψουμε το ελληνικό χρέος σε ομόλογα τότε το κόστος δανεισμού θα φτάσει στο 40%. Γιατί το χρέος είναι μη βιώσιμο.
 Επομένως αυτή η έξοδος στις αγορές μπορεί να είναι αρνητική για τη χώρα;
 Όλα τα αρνητικά για την Ελλάδα έρχονται από δυο πράγματα. Από ανικανότητα και από αναλήθειες. Η ανικανότητα μπορεί να συνδέεται με το γεγονός ότι γίνεται προτεραιότητα η ικανοποίηση και η εξυπηρέτηση συμφερόντων που δεν είναι εθνικά. Για τους οποιουσδήποτε λόγους επιχειρηματικούς, πολιτικούς ή οτιδήποτε άλλο. Αυτό μπορεί να μεταφράζεται σε ανικανότητα. Ανικανότητα να βοηθήσω τη χώρα. Και το δεύτερο είναι οι αναλήθειες που γίνονται για να καλυφθεί αυτή τη ανικανότητα. Δεν μπορεί η Ελλάδα να πάει μπροστά με αυτόν τον τρόπο γιατί εξακολουθούν να λέγονται αναλήθειες, εξακολουθούν να καλύπτονται με όμορφα περιτυλίγματα τα όσα γίνονται σε πολιτικό επίπεδο και γίνεται προσπάθεια να πειστεί ο κόσμος για κάτι που δεν ισχύει ακριβώς. Δεν αλλάξαμε. Η κρίση δεν μας άλλαξε. Δεν μας έκανε πιο ειλικρινείς. «Ανοίγουν οι αγορές για την Ελλάδα». Ποιες αγορές ανοίγουν για την Ελλάδα; Ανοίγει απλώς η δυνατότητα με τεράστιες νομικές ρήτρες, μέσα από ένα εκατομμύριο δεσμεύσεις και με την εγγύηση κρατών όπως η Γερμανία αλλά και ολόκληρης της ΕΕ να επιχειρήσουμε να δανειστούμε με το υψηλότερο επιτόκιο της Ευρώπης.
 Γιατί το κάνουμε;
 Γιατί το κάνουμε; Για να εξυπηρετήσουμε τις οικονομικές ανάγκες. Απέτυχε η πολιτική. Η ύφεση είναι τεράστια. Η ανεργία είναι φοβερή. Τα χρηματοδοτικά κενά είναι δεδομένα. Λέει το ΔΝΤ ότι είναι 20 δισ. ευρώ για τις τράπεζες κι εμείς λέμε ότι δεν είναι και προσπαθούμε με πολιτική διπλωματία να καλύψουμε τα προβληματικά οικονομικά μας. Τι κάνουμε λοιπόν αυτή τη στιγμή με τα περί εξόδου στις αγορές; Ζητάμε να πάρουμε κι άλλα δανεικά. Αν πάρουμε άλλα δυο δισ. ευρώ εκτός προγραμματισμού δεν θα αυξηθεί το χρέος; Δεν θα προστεθεί στο ήδη υπάρχον; Καλά εμείς δεν θέλουμε να μειώσουμε το χρέος μας; Από πότε κάναμε σκοπό μας να αυξήσουμε το χρέος μας; Από πότε είναι λόγος πανηγυρισμού το ότι θα δανειστούμε παραπάνω; Αν αρχίσουμε να δανειζόμαστε το χρέος θα γίνει λιγότερο βιώσιμο, αφού από το 171% θα φτάσουμε στο 175%. Εδώ έρχεται η κυβέρνηση και λέει: «αν καταφέρω να δανειστώ, αν καταφέρω να ανοίξω το δρόμο για τις αγορές δεν θα έχω ανάγκη αύριο αν χρειαστώ λεφτά να ζητήσω από την Ευρώπη και να πάρω παραπάνω μέτρα λιτότητας». Σύμφωνα όμως με τις προβλέψεις που υπέγραψαν και με αυτά που εξακολουθούν να λένε δεν υπάρχει κανένα χρηματοδοτικό κενό για το 2014, 2015 και 2016. Αυτό ισχυρίζονται. Ότι είναι πλήρως χρηματοδοτημένο το πρόγραμμα, ότι με την ανάπτυξη που θα επιτευχθεί και το πρωτογενές πλεόνασμα δεν θα χρειαστεί να πάρουμε ούτε ένα ευρώ από πουθενά. Γιατί τώρα ξαφνικά χρειαζόμαστε χρηματοδότηση; Γιατί απέτυχε η πολιτική και πάλι καλύπτουμε τα κενά με δανεικά. Μόνο που τώρα ξέρουμε ότι δεν μπορούμε τα δανεικά να τα πάρουμε από την Ευρώπη και παλεύουμε να τα πάρουμε με χίλια δυο νομικά τερτίπια από τις αγορές. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι ότι βγήκαμε πάλι για λεφτά.
 Η κυβέρνηση λέει ότι η έξοδος στις αγορές σημαίνει έξοδος από το Μνημόνιο...
 Το Μνημόνιο είναι μια συμφωνία που δεσμεύει τη χώρα υποχρεωτικά για πάρα πολλά χρόνια. Αυτά που έχουν συμβεί κατά τη διάρκεια του Μνημονίου υποχρεωτικά μας δεσμεύουν τουλάχιστον μέχρι όταν θα λήξουν τα ομόλογα που είναι από τα πακέτα στήριξης. Δηλαδή μέχρι το 2040 και το 2050. Αυτό που προσπαθεί να πει η κυβέρνηση είναι – επειδή θα έχουμε οπωσδήποτε χρηματοδοτικά κενά – ότι προσπαθεί να πάρει λεφτά με άλλους όρους για να μην αναγκαστεί να πάρει πάλι μέτρα λιτότητας. Παλεύει να βρει από αλλού δανεικά.
 Αυξάνοντας το χρέος;
 Ακριβώς. Το παιχνίδι όλο είναι από που θα βρούμε λεφτά. Γιατί κλείνει η στρόφιγγα δανεισμού από την Ευρώπη. Η Ευρώπη για να δώσει χρήματα θα ζητήσει νέα μέτρα. Και ρωτώ: Εφόσον αυτή η πολιτική ήταν τόσο επιτυχημένη και τα Μνημόνια τόσο καλά γιατί ξαφνικά θέλουν να ψάξουν από αλλού λεφτά; Φάσκουν και αντιφάσκουν στα πάντα. Πρόκειται για ένα συνονθύλευμα ανακριβειών και αναληθειών. Ο κ. Στουρνάρας έχει γίνει ένας πολιτικός οικονομολόγος. Γιατί πανηγυρίζουμε που ψάχνουμε λεφτά; Να μη λέμε ότι βγαίνουμε στις αγορές και κοροϊδεύουμε τον κόσμο. Ψάχνουμε απλώς λίγα λεφτά για να καλύψουμε τις τρύπες. Έχουν πάρει τόσα πολλά από τον κόσμο και δεν φτάνουν. Αναζητείται νέος τρόπος για να πληρώσουμε με δανεικά τα λάθη των πολιτικών επιλογών. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Ζούμε το αναπόφευκτο. Το ψέμα, την αναλήθεια και τη συγκάλυψη την ακούς στην οικονομική ανάλυση από πολιτικούς. Κάθε τι που λένε περνάει από έναν ειδικό μηχανισμό για να ειπωθεί με τέτοιο τρόπο που να προκαλέσει όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες ψηφοφόρων και όσο το δυνατόν περισσότερα κέρδη σε ψηφοφόρους. Όταν το πρώτο που σκέφτεσαι είναι πως θα κερδίσεις ψηφοφόρους με τα λόγια κι όχι με τις πράξεις τότε η χώρα έχει πρόβλημα. Και η Ευρώπη εδώ είναι συνένοχη. Με κυρίαρχη τη Γερμανία έχουν γίνει τραγικά λάθη για τα οποία υπάρχει παραδοχή. Από τη μία βέβαια τα παραδέχονται και από την άλλη συνεχίζουν. Γι’ αυτό και οι πιέσεις προς τον τύπο και τις εταιρείες γίνονται όλο και μεγαλύτερες. Για να γλυκάνουν το χάπι.
tvxs.gr 10/4/2014

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Μια πολιτική κρίση διηγείται τον εαυτό της

Μια  νέα φάση στην  προδιαγεγραμμένη  διάλυση-ανασύνθεση του πολιτικού συστήματος ξεκίνησε ήδη.Εδώ που τα λέμε άργησε κιόλας, επέδειξε μια μάλλον μη αναμενόμενη ανθεκτικότητα.Σε χώρες όπως η Ιταλία και  η Γαλλία , με πολύ μικρότερη ένταση της κρίσης που χειμάζει την Ευρώπη (μόλις υποκρυπτόμενη κάτω από το «whatever it takes»του Μάριο Ντράγκι, υπό την ομπρέλα  του οποίου θα «βγούμε» και εμείς στις αγορές), και οι αναταράξεις έχουν πάρει ήδη εκρηκτική και  αποσταθεροποιητική τροπή.Ας σκεφτούμε λίγο πόσες κυβερνήσεις έχουν πέσει από το 2008 στην ήπειρό μας και μάλλον θα ξαφνιαστούμε για την λεγόμενη «σταθερότητα» στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.

Πολύ σύντομα να ανασκοπήσουμε σημεία σταθμούς αυτής της διαδρομής:
-Καλοκαίρι του 2011 , όταν ο ΓΑΠ ετοιμάστηκε να μοιραστεί την εξουσία με τον «Ζαπειακό» Σαμαρά, για να την μοιραστεί τελικά με το Βενιζέλο(κάπου εκεί αρχίζει η διαδρομή διάλυσης του ΠΑΣΟΚ)
- Τέλος του 2011, ο ΓΑΠ εγκαταλείπει εξ ανάγκης το προσκήνιο και προ της διάλυσης, ανακύπτει η λύση Παπαδήμου με συνεργασία του καταρρέοντος ΠΑΣΟΚ με τον «μη-Ζαπειακό» πια Σαμαρά.
-Ιούνιο του 2012, το ΠΑΣΟΚ μπαίνει στην τελική φάση διάλυσης και σχηματίζεται η τρικομματική , ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να προελαύνει επί αέρος , καθώς άνευ προσπάθειας καβαλάει το κύμα της διαμαρτυρίας (από άλλη μεριά κουτσοκαβαλάει και η Χ.Α, ως το μόνο υπαρκτό αντισυστημικό πολιτικό ρεύμα)

Και φτάνουμε στην άνοιξη του 2014 , προ εκλογικών αναμετρήσεων αλλά και  με  σχετική ανεξαρτησία από αυτές , όπου ίσως να μπαίνουμε και στην τελική φάση διάλυσής του.
Από την αρχή της κρίσης τα ερωτήματα που είχαμε θέσει σε προηγούμενες αναρτήσεις μας (δες  κάπως μαζεμένες εδώ) μένουν ακόμα αναπάντητα.Το κεντρικό δε ερώτημα  περί  της δυνατότητας ανάδειξης κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που θα τραβήξουν μπροστά, ούτε κατά διάνοια δεν έχει προσεγγιστεί παρά τις επιμέρους –ατυχείς από γεννησιμιού τους οι περισσότερες-κινήσεις περί αυτό.

Πιθανότατα η πολιτική κρίση θα βαθύνει και άλλο μετά τις εκλογές- με διόλου αμελητέα πιθανότητα αυτό να συμβεί και πριν από αυτές. Κεντρικό ρόλο σε αυτή την έκρηξη θα παίξουν οι εξελίξεις στην Αριστερά-Κεντροαριστερά.Το ιστορικά πλειοψηφικό αυτό ρεύμα, αδυνατεί να εκφραστεί παραγωγικά. Βολοδέρνει περί  ένα ΣΥΡΙΖΑ που επιδιώκει- σε επίπεδο ηγετικής ομάδας – να εκφράσει το σύνολο του χώρου αλλά αδυνατεί,προσπαθεί να ωριμάσει αλλά δεν ξέρει πως και σε ποια κατεύθυνση, θέλει να σχηματίσει μια αφήγηση αλλά δεν την μπορεί και ίσως ούτε την αντέχει.Και δυσπραγεί περί τα σπαράγματα μιας ιστορικής  Κεντροαριστεράς, σε ένα πραγματικό πεδίο τραγωδίας, που αδυνατεί να αναμετρηθεί με το παρελθόν της και να αντιμετωπίσει το μέλλον της, αναζητώντας απέλπιδα  την διάσωση όπου μπορεί. Ενίοτε δε τσαλαβουτάει και σε «ποταμίσια» απολίτικα μορφώματα, από απελπισία ή ανάγκη να πιαστεί από κάπου.Τραγωδία πραγματική, ανάλογη της τραγωδίας της οικονομικής και κοινωνικής μας ζωής.

Από τη Δεξιά μεριά, όλο και  τίθεται το αγωνιώδες ερώτημα «πως δεν θα έχουμε και εμείς την τύχη του ΠΑΣΟΚ;»Τελικά, ίσως αυτός ο χώρος να έχει περισσότερες πιθανότητες να επιχειρήσει μια ανασύνθεση –για λόγους κοινωνικών αναφορών, παράδοσης, τρόπου συγκρότησης και πολιτικών συσχετισμών διεθνώς-που θα έχει κάποια στοιχεία επιτυχίας , έστω και αν περάσει μέσα από πολλές αποτυχίες.
Εκτός αν το επόμενο κύμα τραγωδίας προλάβει και συμπαρασύρει όλους μαζί στο βυθό, έστω διαβαθμισμένα.


Υ.Γ. Ας δούμε ένα κεντρικό ζήτημα πολιτικής τακτικής: Πόσοι και τελικά ποιοι θα ψηφίσουν στις εκλογές; Θεωρώ αυτό ίσως το πιο κρίσιμο ζήτημα, που ξεπερνά τις συνήθεις τακτικές και  επικοινωνιακές εκλογικές στρατηγικές .Θα προσπαθήσουμε σε ένα επόμενο σημείωμα να το αναλύσουμε σε βάθος, αλλά προς το παρόν ας αναρωτηθούμε πως θα κινηθούν μεγάλες μάζες πολιτών που αρνούνται να συμμετάσχουν σε δημοσκοπήσεις ( ή δηλώνουν σε ποσοστά 20-30% των υπολοίπων ότι είναι  αναποφάσιστοι) και ανήκουν σε όλο το πολιτικό φάσμα, κάνοντας τους επαγγελματίες δημοσκόπους να τρέμουν εν όψει εκλογικών αποτελεσμάτων.