Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Υφεση και Δημοκρατία

Της Ζέζας Ζήκου
Απεργίες, διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις. Ο στόχος της λαϊκής οργής είναι «η ευρωπαϊκή παράνοια της λιτότητας», έγραψε πρόσφατα ο Πολ Κρούγκμαν στους New York Times. Ομως, όλες αυτές οι εκδηλώσεις εκφράζουν την ευρύτερη απόρριψη μιας πολιτικής ελίτ που καταργεί βασικά δημοκρατικά δικαιώματα, όπως η προστασία της εργασίας και η στήριξη της κοινωνίας.
Η Ευρωζώνη έχει παγιδευθεί σε ένα ζοφερό φαύλο κύκλο λιτότητας και ύφεσης. Η δυναμική της ύφεσης είναι ανησυχητική. Σύμφωνοι, δεν είναι ένα ολοκληρωμένο ριπλέι της Μεγάλης Υφεσης του ’30, αλλά αυτό δεν είναι παρηγοριά. Η ανεργία τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη, παραμένει καταστροφικά υψηλή. Ηγέτες και θεσμοί απαξιώνονται όλο και περισσότερο. Και οι δημοκρατικές αξίες βρίσκονται υπό πολιορκία.
Οπως κάθε κατεστημένη εξουσία διαχρονικά, έτσι και οι πολιτικοί ηγέτες αναγκάζονται να δίνουν μάχες, συμμαχώντας με πρόσκαιρους και αμφιλεγόμενους συμμάχους. Οι πολιτικοί δεν τολμούν να τονώσουν τη ζήτηση, την κατανάλωση ή την απασχόληση. Δεν τολμούν ούτε να προσφέρουν ρευστότητα στην πραγματική οικονομία. Θεωρούν πως έχουν το «χρυσό κλειδί» της ευρωπαϊκής ανάκαμψης, κάτι όμως που δεν ισχύει. Πρόσφατα, ο επικεφαλής της ΕΚΤ, η γερμανική ηγεσία και η Ιταλία, τόνισαν ότι θα κάνουν τα πάντα για να σωθεί το νόμισμα. Το μόνο που άλλαξε είναι η γενικευμένη λιτότητα που καλύπτει την Ευρώπη και που έχει σκοπό να σώσει τα δάνεια των τραπεζών και να τις προστατέψει σε περίπτωση κάποιας χρεοκοπίας κράτους. Για να σωθεί όμως η Ευρωζώνη, η Ευρώπη θα πρέπει να ζει σε μόνιμη ύφεση, με τις χώρες της Μεσογείου σε οικονομική σκλαβιά, για χάρη ενός υπερτιμημένου νομίσματος.
Οχι, δεν πρόκειται για κινδυνολογίες. Τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό μέτωπο είναι σημαντικό να μην πέσουμε στην παγίδα της σύγκρισης με το κραχ. Η υψηλή ανεργία δεν είναι «καλή», μόνο και μόνο επειδή δεν έχει φτάσει στα επίπεδα του 1933: και οι δυσοίωνες πολιτικές τάσεις δεν πρέπει να απορρίπτονται, μόνο και μόνο επειδή δεν έχει εμφανιστεί ακόμη κάποιος Χίτλερ.
Η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία οφείλουν να συγκλίνουν σε μια πολιτική οικονομία και η καθεμιά να ανταγωνίζεται επί ίσοις όροις τη Γερμανία. Ομως, κάτι τέτοιο είναι ακατόρθωτο.
Η σύγκρουση των διαφορετικών απαιτήσεων που έχει η κοινή γνώμη της Ευρώπης θέτει σε κίνδυνο τη συνέχιση της ευρωπαϊκής πορείας. Ενώ η επιφυλακτικότητα μεταξύ των Ευρωπαίων δεν σταματάει να αυξάνεται, η αληθινή ευρωπαϊκή πρόκληση είναι πρωτίστως πολιτική. Αν δεν γίνουν γρήγορα πρόοδοι που θα δώσουν οξυγόνο στους Ευρωπαίους πολίτες που ασφυκτιούν από την ύφεση, την άνοδο της ανεργίας, την πολιτική και οικονομική περιθωριοποίηση της ηπείρου στη διεθνή σκηνή, η Γαλλία και η Γερμανία θα βρεθούν αντιμέτωπες με ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες ο λαϊκισμός θα θέτει σε κίνδυνο την κοινή ευρωπαϊκή πορεία.
Ναι. Η κρίση του ευρώ σκοτώνει το ευρωπαϊκό όνειρο. Οι απαιτήσεις για όλο και σκληρότερη λιτότητα, χωρίς καμιά αντισταθμιστική αναπτυξιακή προσπάθεια, έχουν κάνει διπλή ζημιά. Εχουν αποτύχει ως οικονομική πολιτική, επιδεινώνοντας την ανεργία χωρίς να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη: μια πανευρωπαϊκή ύφεση μοιάζει πλέον πιθανή, ακόμη κι αν η άμεση απειλή μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης έχει απομακρυνθεί. Και επίσης έχουν δημιουργήσει ένα τρομερό κύμα οργής, καθώς πολλοί Ευρωπαίοι έχουν εξοργιστεί, δικαίως ή αδίκως (ή και τα δύο), με αυτό που θεωρούν «υπερβολική εξάσκηση της γερμανικής ισχύος». Ουδείς γνώστης της ευρωπαϊκής Ιστορίας μπορεί να δει αυτήν την επιστροφή του κλίματος εχθρότητας χωρίς να νιώσει ρίγος

Καθημερινή 13/10/2012

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Δημοκρατία ή βαρβαρότητα

Του Γιώργου Σιακαντάρη, Αthens Voice
 Tα τρία τελευταία χρόνια όσο περισσότερο ανθεί η πραγματική βία στην ελληνική κοινωνία, τόσο και πολλαπλασιάζονται τα κείμενα και οι απόψεις, που αντί να επιχειρούν να εξετάσουν πολιτικά το φαινόμενο της βίας, το ανάγουν σε ζήτημα ηθικής και ηθικολογικής διάστασης, του τύπου δεν «επιτρέπεται να δέρνουμε τους άλλους». Οι ανιστόρητες ταυτίσεις των διαφόρων μορφών βίας, ταυτίσεις που υποτίθεται ότι καταδικάζουν τη βία απ’ όπου και αν αυτή προέρχεται, το μόνο που κατορθώνουν είναι να αναπαράγουν τις κυρίαρχες αντιλήψεις μιας εποχής που σηματοδοτούσε το λυκόφως της προνεωτερικής κοινωνίας και το λυκαυγές της νεωτερικής. Ο Χόμπς έκανε τότε το πρώτο βήμα δείχνοντας πως η πολιτική πράξη είναι ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ ατόμων και εξουσίας. Αυτό το βήμα όμως περιορίζονταν από την αντίληψή του, πως τα άτομα για να αποφύγουν τη ενυπάρχουσα μέσα στη κοινωνία βία οφείλουν υπό όλες τις συνθήκες να υποτάσσονται στις επιταγές και διαταγές του μονάρχη.
Ήταν όμως το 1688 όταν ο πρώτος πραγματικά φιλελεύθερος φιλόσοφος Τζων Λοκ με το έργο του Δεύτερη Πραγματεία περί Κυβερνήσεως (στα ελληνικά από εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση και εισαγωγή του Πασχάλη Κιτρομηλίδη) νομιμοποιούσε την πολιτική- όχι τη διαπροσωπική ή την αντικοινωνική όπως είναι αυτή που ζούμε στη σημερινή Ελλάδα- ανυπακοή. Εκείνη δηλαδή την ανυπακοή που προάσπιζε τα ατομικά δικαιώματα και το συνταγματικό δημοκρατικό πολίτευμα.
Ο Λοκ, ακριβώς τις μέρες που πραγματοποιούνταν η ένδοξη ή η αναίμακτη Αγγλική Επανάσταση του 1688 και περίπου 100 χρόνια πριν τις αιματηρές Επαναστάσεις στην Αμερική πρώτα και στη Γαλλία στη συνέχεια, αλλάζει το παράδειγμα και θέτει στην ημερήσια διάταξη την προτεραιότητα της έννοιας του πολίτη, του συνταγματικού και δημοκρατικού κράτους. Μπροστά στο μείζον που για την εποχή ήταν ο αγώνας για την επικράτηση της αστικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αυτός αναγνωρίζει το δικαίωμα άσκησης βίας, σ’ όσους πλήττονται από τον κρατικό αυταρχισμό.
Μέχρι να μετατραπεί το κράτος στον -κατά Βέμπερ- νόμιμο φορέα άσκησης βίας οι πολίτες είχαν το νόμιμο και ηθικό δικαίωμα, όπως αυτό απορρέει από το κοινωνικό τους συμβόλαιο, να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο, συμπεριλαμβανόμενης και της πολιτικής ανυπακοής ή της βίας, ώστε να φθάσουν μέχρι τη δημοκρατία.
Η περίφημη πολιτική ανυπακοή δεν είναι ανακάλυψη ούτε του Λένιν, ούτε του Καρλ Σμιτ. Είναι ανακάλυψη των αστικών νεωτερικών κοινωνιών και απαίτηση του δημοκρατικού συνταγματισμού. Οι δυο μεγάλες επαναστάσεις που προανέφερα έθεσαν τα θεμέλια αυτού που είναι η σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Αυτό που έκαναν και οι δυο Επαναστάσεις ήταν να διευρύνουν το πεδίο της πολιτικής συμμετοχής μέσα από την ανάδειξη του αιτήματος της λαϊκής κυριαρχίας. Αίτημα που μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο στο πλαίσιο του ενιαίου μεγάλου έθνους-κράτους και μόνο μέσα από τη σταδιακή και συνεχή διεύρυνση της εκλογικής βάσης, ώστε να προσεγγίζεται με σύγχρονους όρους το αίτημα της λαϊκής συμμετοχής.
Επομένως είναι διαφορετικό πράγμα η βία που καλούνται να χρησιμοποιήσουν οι πολίτες για να ανατρέψουν τυραννικά και αυταρχικά καθεστώτα ή για να επιβάλλουν την αστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία και πολύ διαφορετική η βία την οποία κάποιοι επικαλούνται, όταν κανείς δεν τους εμποδίζει να εκφράσουν τις ιδέες τους, όταν κανείς δεν τους εμποδίζει να γίνουν πλειοψηφία.
Αυτό όμως είναι και το κρίσιμο ζήτημα. Η δημοκρατία έχει τρόπους και μέσα να προστατευτεί απ’ όσους την χρησιμοποιούν με σκοπό να την καταργήσουν; Αντιμετωπίζουμε εδώ με σύγχρονους όρους το θέμα που έθεσε ο Λοκ. Πως πρέπει να αντιδρούν όσοι εκτιμούν τη δημοκρατία ως εκείνο το πολίτευμα που επιτρέπει σ’ όλους να κυβερνήσουν, έναντι εκείνων που θεωρούν πως μπορούν να την καταργούν, όταν οι ίδιοι έρχονται στην εξουσία;
Αυτό το ζήτημα είναι κάτι το τελείως διαφορετικό από την καθημερινή διαπροσωπική βία, η οποία αναπτύσσεται με ραγδαίους ρυθμούς στην ελληνική κοινωνία. Καθημερινή βία που όχι απλά φουντώνει, αλλά και νομιμοποιείται από τα δύο άκρα, τα οποία βεβαίως και δεν είναι ίδια. Στο βαθμό όμως που μισούν τη δημοκρατία, που τους επιτρέπει να αναπτύσσονται, είναι άκρα.
Για αυτούς ακριβώς τους λόγους, η πολιτική δημοκρατία πρέπει να έχει πάντα εκείνες τις ασφαλιστικές δικλείδες που θα την προστατεύουν απ’ όσους την απειλούν. Απ’ ότι δείχνουν τα πράγματα η ελληνική δημοκρατία δεν τις έχει. Το όχι στη βία, γενικά, ηθικοποιεί μια πολιτική έννοια και εντέλει βοηθά και δεν αποδυναμώνει τα άκρα.
Έτσι όμως το πραγματικό ερώτημα είναι όχι το βία ή μη βία, αλλά το δημοκρατία ή βαρβαρότητα. Χωρίς βία καμία νεωτερική κοινωνία δεν θα ήταν εφικτή και ακόμη θα ζούσαμε σε εποχές βαρβαρότητας. Αν όμως οι νόμιμοι φορείς δεν κάνουν αυτό το οποίο νομιμοποιούνται να κάνουν για να υπερασπίσουν τη δημοκρατία, αν δεν πείθουν πως είναι ικανοί να υπερασπίζουν το δημόσιο συμφέρον, τότε θα επικρατήσει είτε η νεοναζιστική είτε η βαρβαρότητα της 17ης Νοέμβρη. Σ’ αυτή όμως την περίπτωση καλείται το κράτος ως νόμιμος φορέας άσκησης βίας και οι ίδιοι οι δημοκρατικοί πολίτες ως άμεσα θιγόμενοι, να υπερασπίσουν αυτό που τους κάνει δημοκρατικό κράτος και δημοκρατικούς πολίτες: να υπερασπίσουν τη δημοκρατία έναντι της βαρβαρότητας των άκρων, με κάθε μέσο του κράτους ως του νόμιμου θεσμού οργανωμένης βίας. Και όπως έδειξε σ’ άρθρο του στην Καθημερινή ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος τέτοια μέσα υπάρχουν.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Βία, δημοκρατία και φρούτα εποχής

Του Γιάννη Βούλγαρη

Η εθνική γιορτή που απειλείται από τα γιουρούσια των κόκκινων και των μαύρων «αγανακτισμένων», γήπεδα που γίνονται πεδία μάχης, το αθηναϊκό κέντρο που καίγεται και βανδαλίζεται, διαχεόμενη εγκληματικότητα, σπείρες δημοσίων υπαλλήλων που κάνουν μπάζες ιδιοποιούμενες τους κρατικούς θεσμούς, η αριστερή ιδεολογική νομιμοποίηση και παρακίνηση στην «ανυπακοή» προς ένα κράτος υπό διάλυση, τα εγγόνια των ταγματασφαλιτών που κηρύσσουν από το Δίστομο αντιγερμανικό αγώνα, η δικαστική επιβεβαίωση των παρανομιών μεγαλοπαραγόντων του δημόσιου βίου. Η ανομία, η αύξουσα διάλυση του συντεταγμένου πολιτικού και κοινωνικού βίου, χτυπά όλο και πιο συχνά πλέον το καμπανάκι. Η κρίση διαβρώνει συστηματικά τη νομιμοποίηση του κράτους και τη συμβολική ενοποιητική λειτουργία του έθνους.

Εκ πρώτης όψεως οι ανησυχητικές αυτές δυναμικές εξηγούνται με το μέγεθος και τις επιπτώσεις της εθνικής κρίσης. Οι διαστάσεις όμως που προσλαμβάνουν δείχνει ότι κάτι σάπιο προϋπήρχε και δούλευε ως πρόβλημα ή έρπουσα παρακμή του «μεταπολιτευτικού δημοκρατικού κεκτημένου». Πολλά άλλωστε από τα ανωτέρω φαινόμενα είχαν ήδη εκδηλωθεί προ της κρίσης: από τη διάχυτη διαφθορά των «πάνω» και των «μεσαίων», από τον αντιδημοκρατικό λαϊκισμό που διέτρεχε τις πρακτικές όλων των πολιτικών παρατάξεων, ώς το μηδενιστικό καταστροφικό μένος του «νεοαναρχισμού» και των «μπαχαλάκηδων». Πώς η περίοδος της ομαλότερης λειτουργίας της Δημοκρατίας παρήγαγε και παράγει τέτοιες αντιδημοκρατικές ανομικές συμπεριφορές; Η συζήτηση είναι μεγάλη αλλά θα πρέπει να γίνει, σαν αναστοχασμός της μεταπολιτευτικής περιόδου και με επίγνωση του λεπτού και αντιφατικού χαρακτήρα της Δημοκρατίας. Οι δημοκρατικοί θεσμοί μπορεί να ενισχύουν καλές δημοκρατικές πρακτικές, εφόσον όμως μεσολαβεί μια ανάλογη πολιτική συμπεριφορά και ένα ανάλογο δημοκρατικό ήθος. Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα αυτή η μεσολάβηση αποτυπώθηκε στη συμβίωση και στη διαπάλη αντίρροπων τάσεων και νοοτροπιών. Η δημοκρατική κουλτούρα, η ανεκτικότητα και ο ορθολογισμός ενισχύθηκαν από τη σταθεροποίηση της δημοκρατίας και την κοινωνική ανέλιξη. Ταυτόχρονα όμως συμπλέχτηκε με την κυρίαρχη πολιτικοκομματική πρακτική της δημαγωγίας και της συναλλαγής μεταξύ εξουσίας, ατόμων, οργανωμένων συμφερόντων και τοπικών κοινωνιών. Δημοκρατική κουλτούρα και εκδημοκρατισμός της πολιτικο-οικονομικής συναλλαγής συνυφάνθηκαν με διαβρωτικά αποτελέσματα για το κύρος του κράτους και των θεσμών. Ο «νέος πολιτισμός» του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστικού καπιταλισμού ενίσχυσε τις παθογένειες κορυφώνοντας τον άκρατο καταναλωτισμό, τον «κτητικό ατομισμό» και τον μεταμοντέρνο ηδονισμό. Ετσι, η νεοαποκτηθείσα ευημερία αποκοβόταν βαθμιαία από τη δημιουργική εργασία και το υγιές κέρδος, ο καταναλωτισμός από την παραγωγή και ο ατομισμός από το δημόσιο συμφέρον. Οι ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές ήταν όλο και περισσότερο ανοιχτές τόσο στην προοπτική του δημοκρατικού εκσυγχρονισμού όσο και της διάχυσης της κοινωνικής ανομίας και της διαφθοράς. Η συγκεχυμένη συμβίωση διατηρείτο όσο η ανάπτυξη και ο δανεισμός τροφοδοτούσαν όλες αυτές τις συνιστώσες της μεταπολιτευτικής κουλτούρας.

Η κρίση ανέτρεψε αυτή τη συνθήκη καθιστώντας τις αντίρροπες δυναμικές ανοιχτά συγκρουόμενες. Το κύρος του κράτους και το έθνος ως κοινότητα αλληλεγγύης δοκιμάζονται. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η δημοσκοπική προς το παρόν αποδόμηση του κομματικού συστήματος, καταλήγει να είναι σχεδόν επιφαινόμενο ευρύτερων και εν μέρει επικίνδυνων μεταβολών. Στην ουσία, αλλάζουν και κατά κανόνα φθείρονται βασικές συντεταγμένες της νομιμοποίησης της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας.

Οι θεσμοί και το πνεύμα μιας εποχής καθορίζονται από την ιστορική εμπειρία και τα τραύματα που η χώρα θέλει να υπερβεί με τη νέα θέσμισή της. Η μεταπολιτευτική Ελλάδα ήθελε να αφήσει πίσω τη δικτατορία και την «ελεγχόμενη» μετεμφυλιακή δημοκρατία των αποκλεισμών και των διακρίσεων. Στο νέο δημοκρατικό πλαίσιο οι τρεις ιστορικές παρατάξεις αλληλοαναγνωρίστηκαν ως πολιτικοί αντίπαλοι και όχι ως εχθροί. Η ομαλή εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία σταθεροποίησε το σύστημα, η παραδοσιακή Αριστερά παρά την προσκόλλησή της στο σοβιετικό μοντέλο αναγνώρισε την αξία της δημοκρατίας, ενώ από την άλλη, η Ακροδεξιά ήταν απονομιμοποιημένη λόγω του αντιφασιστικού χαρακτήρα της Μεταπολίτευσης. Στα μυαλά των πολιτών και στις τεχνικές των δημοσκόπων, ο κομματικός ανταγωνισμός μπορούσε να αναπαρασταθεί σε έναν άξονα Αριστερά-Δεξιά. Στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, αυτή η μεταπολιτευτική δημοκρατία δέχεται πολλαπλές επιθέσεις. Ο αριστερός και δεξιός εξτρεμισμός προσπαθεί να την εξομοιώσει με τη δικτατορία, η λαϊκιστική αντιπολιτική επιθετικότητα των απογοητευμένων πρώην πελατών του κομματικού κράτους, την υποβιβάζει σε «κλεπτοκρατία», η παραδοσιακή Αριστερά χωρίς πρόγραμμα και σχέδιο, σιγοντάρει την απονομιμοποίηση με τη ρητορική της ανυπακοής ή της «αντίστασης». Ο χώρος του κομματικού ανταγωνισμού μεταβάλλεται, μοιάζοντας όλο και περισσότερο με πέταλο, καθώς οι αντίθετοι εξτρεμισμοί συνυπάρχουν και συχνά επιτίθενται από κοινού σαν φαιοκόκκινο μέτωπο. Οι ιστορικές διαχωριστικές γραμμές και ευαισθησίες σβήνουν, τόσο ώστε ο κ. Καμμένος, άνετος, να μην αποκλείει τη συμμαχία του ακροδεξιού κόμματός του με το ΚΚΕ (!).

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα, διδαγμένη από την περίοδο της «εθνικοφροσύνης», έπαψε να χρησιμοποιεί το Εθνος σαν μια υπερβατική συλλογικότητα στην οποία κάποια από τις επιμέρους παρατάξεις είχε ιδιαίτερα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και μπορούσε να αποκλείσει τους πολιτικούς αντιπάλους, θεωρώντας τους «προδότες» και «μιάσματα». Στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, αναβιώνει με ευθύνη της παραδοσιακής Αριστεράς και της Ακροδεξιάς μια αποκρουστική νέα «εθνικοφροσύνη» που θέλει να αναγορεύσει και πάλι τους πολιτικούς αντιπάλους σε εχθρούς και όργανα «ξένων δυνάμεων».

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα «κατασκεύασε» το πολιτικό υποκείμενο «κυρίαρχος Λαός» σε αντιδιαστολή με τη μετεμφυλιακή πραγματικότητα στην οποία εξωθεσμικά και εξωκοινοβουλευτικά κέντρα νέμονταν μέρος τουλάχιστον της εξουσίας. Μετά τη χούντα, ο «Λαός» ήταν ανώτερος από το σύνολο των ατόμων που τον αποτελούσαν, γιατί η ίδια η συγκρότησή του ταυτιζόταν με τη Δημοκρατία και το γενικό συμφέρον. Ο λαϊκισμός αργότερα μετέτρεψε τον κυρίαρχο λαό σε πρόσχημα για τη νομιμοποίηση ποικίλων ιδιωτικών και συντεχνιακών συμφερόντων εις βάρος του γενικού. Στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, αυτός ο ιδιωτικοποιημένος λαός, που κατακερματίστηκε πριν συντεχνιακά, σκορπίζεται πολιτικοκομματικά, μέσα στη σύγχυση που έχει προκαλέσει η απότομη οικονομική πτώση. Αναζητά αλαφιασμένος τον δρόμο της εθνικής ανασυγκρότησης, αναζητά δηλαδή μια νέα σχέση του ατομικού με το γενικό συμφέρον έτσι ώστε να ανασυσταθεί και ο ίδιος ως Λαός αντί της «αγανακτισμένης» μάζας.

Ολα αυτά σημαίνουν ότι στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, η γεωπολιτική θέση της χώρας και ο πολιτισμός της Δημοκρατίας γίνονται και πάλι διακύβευμα που χωρίζει τις κομματικές δυνάμεις. Το «μεταπολιτευτικό δημοκρατικό κεκτημένο» έχει διαβρωθεί από τις δικές του αντιφάσεις, και τις επιθέσεις που δέχεται από δυνάμεις και συμπεριφορές που κινούνται πλέον εκτός αυτού του πλαισίου. Κατά τούτο, οι αναταράξεις στο κομματικό σύστημα αντανακλούν ευρύτερες μεταβολές με επικίνδυνες ενδεχομένως απολήξεις. Μπροστά στις εκλογές, το τόξο των πολιτικών δυνάμεων από τη φιλοευρωπαϊκή Δεξιά ώς τη δημοκρατική Αριστερά, τόξο που πρεσβεύει την ανασυγκρότηση της χώρας μέσα στην Ευρώπη και το ευρώ, έχει δύσκολο έργο. Δεν είναι εύκολο να καταστρώσεις μια εθνική πρόταση ανασυγκρότησης που να αντιμετωπίζει την κρίση και να αποκαθιστά την αξιοπρέπεια της χώρας στην Ευρώπη η οποία συγκροτείται πλέον πολιτικά αλλά όχι ακόμα δημοκρατικά. Ούτε είναι εύκολο να διασώσεις το «μεταπολιτευτικό δημοκρατικό κεκτημένο» ανανεώνοντάς το μέσα από τον αυτοκριτικό αναστοχασμό, πόσω μάλλον να επαναξιοδοτήσεις τη δημοκρατία ώστε να περιλάβει υλικά και ηθικά τις νεότερες ηλικίες.

Η ελπίδα είναι ότι το τόξο αυτό που εκφράζει μια ικανή πολιτικοκοινωνική πλειοψηφία και ενστερνίζεται τον ευρωπαϊκό δρόμο, θα συνειδητοποιήσει το ιστορικό διακύβευμα και θα θελήσει να περιφρουρήσει τον συντεταγμένο δημοκρατικό βίο που κατακτήθηκε, καθώς η κρίση παράγει πλέον περίεργα φρούτα εποχής
 
ΝΕΑ 24/32012

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Πυροβολώντας τη Δημοκρατία

του Γιώργου Μαλούχου

Είναι πια ζήτημα ελάχιστων εβδομάδων ο ελληνικός λαός να εκφράσει την κυρίαρχη βούλησή του στις κάλπες. Αυτό σημαίνει πολλά: σημαίνει ότι θα έχει τη δυνατότητα να επικυρώσει ή να απορρίψει την πολιτική που έχει ακολουθηθεί στη χώρα. Σημαίνει ότι μπορεί να οδηγήσει το πολιτικό τοπίο σε νέα σχήματα, ενδεχομένως και σε πλήρη αναδιάταξη. Ή, σημαίνει ότι μπορεί να επικροτήσει ότι έχει μέχρι σήμερα συμβεί. Σημαίνει ότι, περισσότερο από ποτέ, ο πολίτης έχει σήμερα τεράστια δύναμη και οφείλει να την ασκήσει, σε όποια κατεύθυνση κι αν πιστεύει ότι είναι το σωστό. Κι όσοι πιστεύουν ότι οι πολίτες είναι «ανώριμοι» και διάφορες τέτοιες μπούρδες, είναι απλώς, κρυφά ή φανερά, συνειδητά ή μη, φασίστες…


Το ότι οι κάλπες είναι πια δίπλα, σημαίνει επίσης ότι κανείς δεν έχει το άλλοθι να προσφεύγει σε βία καμίας μορφής: προπηλακισμοί, απειλές, αντιδημοκρατικές πρακτικές πάσης μορφής από όπου και αν προέρχονται και κατά οποιουδήποτε κι αν στρέφονται, αν συνεχιστούν, δείχνουν ένα και μόνο: το δρόμο προς την ήττα της δημοκρατίας.

Συντεταγμένα και με το αίσθημα ευθύνης όσο ποτέ ενεργό, πρέπει ο καθένας από εμάς να εκφράσει τη βούλησή του με την ψήφο του. Αυτό είναι το καθήκον όλων μας. Ειδικά όταν η ύπατη διαδικασία του δημοκρατικού πολιτεύματος βρίσκεται μια ανάσα μακριά, ουδείς δικαιούται να προστρέχει σε μεθόδους που υπονομεύουν τη δημοκρατία και καλλιεργούν τη διχαστικότητα από την οποία αυτή η χώρα υπέφερε όσο καμία άλλη. Οποιος το πράττει, όπως και να το πράττει, όποιος καταφεύγει σε οποιαδήποτε μορφή βίας ή απειλής, την ώρα αυτή, βλάπτει, συνειδητά ή ασυνείδητα τον τόπο. Δεν υπάρχει κανένας λόγος και καμία νομιμότητα ή νομιμοποίηση ούτε για μισαλλοδοξία, ούτε για βία. Η κάλπη είναι εδώ και σε αυτή θα γίνουν όλα…

Όμως, το ότι πλησιάζουν οι εκλογές, σημαίνει και κάτι ακόμα: ότι ουδείς πολίτης αυτής της χώρας δικαιούται να απέχει. Οι εκλογές αυτές, θα είναι από τις σημαντικότερες της ελληνικής ιστορίας. Δεν θα εκλέξουμε απλώς βουλή και κυβέρνηση. Θα αποφασίσουμε για το δρόμο που θα πάρει η Ελλάδα και όλοι εμείς μαζί της για δυο γενιές…

Κάποιοι, έχουν συνηθίσει να απέχουν – τα ποσοστά της αποχής είναι, και στην Ελλάδα, πολύ υψηλά και επίσης υψηλά καταγράφονται και τώρα στις δημοσκοπήσεις. Αυτή τη φορά, δεν δικαιούνται να το πράξουν. Το τι θα ψηφίσει κάθε πολίτης, είναι ιερό ατομικό πολιτικό του δικαίωμα. Είναι η καρδιά της δημοκρατίας. Το να μην ψηφίσει, είναι πυροβολισμός στην καρδιά της δημοκρατίας. Κάθε μία αποχή, είναι και ένας τέτοιος πυροβολισμός.

Αρκεί να θυμηθεί κανείς δύο μόνο προηγούμενα ελληνικών μαζικών αποχών και που αυτά οδήγησαν: στο νόθο δημοψήφισμα του 1935 για το πολιτειακό, μετά το κίνημα του Κονδύλη, η βενιζελική παράταξη απείχε από τις κάλπες, στις οποίες, επιπλέον, επικράτησε άγρια βία και άγρια νοθεία. Το αποτέλεσμα, ήταν η άμεση παλινόρθωση της μοναρχίας, που είχε καταλυθεί έντεκα χρόνια πριν, με άλλο δημοψήφισμα, του 1924. Ο Γεώργιος Β ήρθε στην Ελλάδα, διόρισε μεταβατικό πρωθυπουργό τον καθηγητή Δεμερτζή και, στη συνέχεια, μετά τον αιφνίδιο θάνατό του, διόρισε τον Ιωάννη Μεταξά: η βουλή του έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης με 241 ψήφους και ο δρόμος για τη δικτατορία είχε ανοίξει… Όλα αυτά, έγιναν μέσα σε λίγους μήνες και έγιναν με κεντρικό πολιτικό διακύβευμα τη ρύθμιση του χρέους από την πτώχευση του 1932 και τις απαιτήσεις των πιστωτών, του «Συμβουλίου των Ομολογιούχων»… Αλλά και το 1946, έντεκα χρόνια αργότερα, η Αριστερά απείχε από τις εκλογές: τις συνέπιες, τις γνωρίζουν όλοι…

Σήμερα, μαζικές αποχές πολιτικών χώρων δεν υπάρχουν. Δεν γίνονται. Όμως, αυτό που γίνεται, είναι οι ατομικές αποχές και μάλιστα αυτές είναι πάρα πολύ υψηλές. Το αποτέλεσμά τους, ίσως να είναι το ίδιο ή και χειρότερο…

Με τις εμπειρίες του ’35 κα του ΄46 πίσω μας και με τις τεράστιας σημασίας αποφάσεις που έχουμε μπροστά μας, το βράδυ των εκλογών, θα πρέπει να βρεθούν τόσο έγκυρα ψηφοδέλτια, όσοι είναι και οι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους πολίτες αυτής της χώρας.

Ο κάθε πολίτης πρέπει να σταθμίσει τα πράγματα και να αποφασίσει. Ο ίδιος, όχι άλλοι γι αυτόν. Και ασφαλώς όχι η ψευδαίσθηση ότι απέχοντας τηρεί μια στάση με αξιακό περιεχόμενο. Οποιος απέχει, απέχει από το καθήκον του απέναντι στην πατρίδα. Οποιος ψηφίσει, ότι κι αν ψηφίσει, είναι δικό του θέμα, πράττει αυτό το καθήκον.

Κανείς δεν δικαιούται να πει στον άλλο ότι είναι λιγότερο πατριώτης επειδή επιλέγει να ψηφίσει το α, το β, ή το γ κόμμα. Δικαιούται όμως να το πει, αν επιλέξει να μην ψηφίσει. Είτε θέλει να διαμαρτυρηθεί, είτε θέλει να επιβραβεύσει, είτε θέλει να στηρίξει την α κατεύθυνση είτε να απορρίψει τη β για το μέλλον, ο κάθε πολίτης οφείλει να ψηφίσει. Και όλοι οφείλουν να σεβαστούν το αποτέλεσμα που θα βγάλει η κάλπη.

Η δημοκρατία, είναι το τελευταίο μας οχυρό. Αν δεν το προστατεύσουμε πηγαίνοντας όλοι στις κάλπες και πηγαίνοντας ήρεμα αποτάσσοντας κάθε μορφή βίας και μισαλλοδοξίας, δεν θα μας έχει μείνει πλέον τίποτα… Ας μην την πυροβολήσουμε μόνοι μας. Θα πυροβολούμε τον εαυτό μας και το μέλλον των παιδιών μας. Η δημοκρατία και ο σεβασμός στις αποφάσεις της, όποιες κι αν είναι, αποτελεί τη μόνη μας ελπίδα. Αν την αποποιηθούμε, την αποδυναμώσουμε, ή την καταρρίψουμε, τίποτα πια δεν θα μείνει…

ΒΗΜΑ  16/3/2012



Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Εύθραυστη σχέση αγοράς και δημοκρατίας

Η παγκόσμια οικονομική κρίση θέτει σε δεινή δοκιμασία τους δημοκρατικούς θεσμούς, εκτιμά ο Σλοβένος φιλόσοφος Σλαβόι Ζίζεκ

Συνέντευξη στον Πετρο Παπακωνσταντινου

Η κρυφή γοητεία του κινεζικού μοντέλου και η Δύση

– Ο τίτλος του τελευταίου σας βιβλίου, «Ζώντας στους έσχατους καιρούς», παραπέμπει σε σκηνικό Αποκάλυψης. Πιστεύετε πραγματικά ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός, που αναδείχθηκε θριαμβευτικός με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, αγγίζει κάποια έσχατα όρια;
– Οχι με την έννοια της επικείμενης κατάρρευσης. Αποτελεί, δυστυχώς, θεμελιώδες χαρακτηριστικό του καπιταλισμού το γεγονός ότι κάθε φορά που φτάνει σε κάποια φαινομενικά «έσχατα» όρια, καταφέρνει να ανασυγκροτηθεί και να επιστρέψει δριμύτερος. Αυτό περιγράφει και η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο της «Το δόγμα του σοκ» κι αυτό περίπου γίνεται, νομίζω, και στην Ελλάδα, όπου η χρηματοπιστωτική κρίση αξιοποιείται ως ευκαιρία για τη διαμόρφωση ενός αγριότερου είδους καπιταλισμού. Επομένως, οι παλιές, αριστερές προσδοκίες ότι η κρίση θα οδηγήσει αυτόματα σε ριζοσπαστικοποίηση αποδεικνύονται φρούδες.
Είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι παραμένω κατά κάποιο τρόπο απαισιόδοξος με έναν ορισμένο τρόπο. Πιστεύω ότι μια ορισμένη εποχή του καπιταλισμού φτάνει όντως στο τέλος της. Προκειμένου να επιβιώσει, το σύστημα πρέπει να γίνει πιο «οργανωμένο», εξασθενίζοντας τη Δημοκρατία. Μέχρι τώρα, ο καπιταλισμός είχε τουλάχιστον ένα καλό στοιχείο, ότι η ομαλή αναπαραγωγή του προωθούσε τη Δημοκρατία. Μπορεί, βέβαια, σε κάποιο σημείο να χρειαζόταν τη δικτατορία, όπως στη Χιλή ή στην Ανατολική Ασία, αλλά όταν η μηχανή έπαιρνε μπροστά, γεννούσε μια ακατανίκητη ορμή προς τη Δημοκρατία.Λοιπόν, αυτή η λογική νομίζω ότι στις μέρες μας εξαντλείται. Αναδύεται ένα νέο είδος αυταρχικού καπιταλισμού, που δεν αφορά μόνο την Κίνα και την Ανατολική Ασία, αλλά και τη Δύση.

– Μου λέτε δηλαδή ότι, αν και μέχρι τώρα η Δύση ήλπιζε ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Κίνα θα φέρει κάποια στιγμή τη Δημοκρατία, μπορεί κάλλιστα να συμβεί το αντίστροφο: Το μοντέλο του κινεζικού, αυταρχικού καπιταλισμού να επιδράσει καθοριστικά στην ίδια τη Δύση.
– Δυστυχώς! Κι αυτό είναι το μάθημα που θα πάρουμε, αν δούμε την τρέχουσα οικονομική κρίση ως ιστορικό τεστ. Δεν δείχνει μήπως η εμπειρία ότι οι ασιατικές χώρες με τα αυταρχικά καθεστώτα είναι εκείνες που άντεξαν καλύτερα τη δοκιμασία της κρίσης; Το 2009 η Σιγκαπούρη είχε ανάπτυξη-ρεκόρ και η Κίνα δεν έμεινε πίσω.
Το δεύτερο σημείο που ήθελα να τονίσω είναι το εξής: Οταν πολλοί, ακόμη και οι αριστεροί επικριτές της υφιστάμενης τάξης πραγμάτων, μιλούν για τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, λησμονούν ότι πρόκειται για ιδεολόγημα και όχι για πραγματικότητα. Η ιδέα ότι η οικονομία αυτορρυθμίζεται και ότι το κράτος υπάρχει μόνο για να εγγυάται την ελεύθερη λειτουργία της αγοράς, είναι εξωπραγματική. Αυτό που βλέπουμε τελευταία είναι ολοένα και ισχυρότερος κρατικός παρεμβατισμός, σε Αμερική και Ευρώπη, με τρισεκατομμύρια δολάρια να διοχετεύονται για τη διάσωση της οικονομίας.

Παραγωγικός καπιταλισμός

– Το αόρατο χέρι της αγοράς χρειάζεται τη σιδερένια γροθιά του κράτους…
– Ακριβώς! Δεν θέλω να δώσω την εντύπωση του απλοϊκού, φανατικού αντικαπιταλιστή. Ο καπιταλισμός είναι το πιο παραγωγικό σύστημα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο κρατικός κομμουνισμός απέτυχε οικτρά. Σήμερα όμως βλέπουμε τα ιστορικά όρια του συστήματος. Δείτε τι συμβαίνει με τους μετανάστες, με τις νέες μορφές απαρτχάιντ. Εδώ βλέπουμε το ιστορικό όριο της Δημοκρατίας. Για τον Μαρξ, η πολιτική, νομική ισότητα ήταν όρος για την οικονομική εκμετάλλευση. Σήμερα όμως πλησιάζουμε ένα νέο στάδιο, όπου η ανισότητα θεμελιώνεται και στο πολιτικό, νομικό επίπεδο. Το παράδοξο του συστήματος είναι ότι, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την ανάδειξη του «Ενός Κόσμου», πολλαπλασιάστηκαν τα καινούργια, ορατά και αόρατα τείχη σε όλη τη Γη, από τις φαβέλες μέχρι τη Δυτική Οχθη.

Η εθνική αναδίπλωση δεν μπορεί να είναι λύση

– Ο νέος κόσμος δεν είναι, δηλαδή, «επίπεδος», όπως τον ήθελε ο Τόμας Φρίντμαν, αλλά κατακερματισμένος.
– Το παράδοξο αυτού του νέου κόσμου είναι ότι ο πολιτικός κατακερματισμός του αποτελεί προϋπόθεση για την οικονομική του ενοποίηση. Κι εδώ θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σε έναν κίνδυνο, που ελλοχεύει, πιστεύω και στις γραμμές της Αριστεράς. Κρίσεις σαν κι αυτές που πλήττουν σήμερα την Ελλάδα και αύριο θα πλήξουν οπωσδήποτε και τις ανεπτυγμένες χώρες (κι ας δημαγωγούν πολλοί για τους «σπάταλους» Ελληνες), δημιουργούν τον πειρασμό να πούμε: Ορίστε, η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι όργανο του παγκόσμιου κεφαλαίου, επομένως χρειαζόμαστε ένα ισχυρό έθνος–κράτος για να μας προστατέψει.
– Οντως, η τάση αυτή είναι ισχυρή.
– Ωστόσο, τη θεωρώ επικίνδυνη, γιατί από οικονομική άποψη ο κόσμος όντως ενοποιείται. Το να αποσυρθεί κανείς στο παλιό κράτος–έθνος, θα οδηγήσει όχι σε λιγότερη, αλλά σε πιο βάναυση εκμετάλλευση των εργαζομένων.
– Γιατί θέτετε το ζήτημα με απόλυτους, διαζευκτικούς όρους; Γιατί πρέπει κανείς είτε να ανήκει στη σημερινή Ευρωζώνη είτε να γίνει Αλβανία του Χότζα;
– Συμφωνώ ότι δεν πρέπει να το θέτουμε απόλυτα και ότι μπορεί να συνιστώ κάτι προβληματικό. Είχα μια παρόμοια συζήτηση με τον Σαμίρ Αμίν, που μου είπε ότι μπορείς να είσαι ανεξάρτητος, αλλά να έχεις σχέσεις με τους άλλους. Εντάξει, αλλά ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι; Αν δείτε όλες τις υπάρχουσες εναλλακτικές λύσεις, από τη Ρωσία και την Κίνα μέχρι το Ιράν, δεν προσφέρονται για έμπνευση.
– Η Σουηδία δεν έχει ευρώ και η Νορβηγία δεν ανήκει καν στην Ε.Ε.
– Οπως και η Ισλανδία, που ήταν ανεξάρτητη, αλλά υπέστη ακόμη χειρότερη κρίση. Το ζήτημα είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο· θυμίζει το ερώτημα του Φρόιντ –τι θέλει η γυναίκα; – στο οποίο δεν υπάρχει απάντηση. Η θέση μου είναι ότι πρέπει να παλέψουμε για μια άλλη Ευρώπη. Αυτή τη στιγμή έχουμε τρία διαθέσιμα μοντέλα, που διεκδικούν την ηγεμονία: το φιλελεύθερο - αγγλοσαξονικό, το ασιατικό - αυταρχικό και το πιο περίπλοκο λατινοαμερικανικό - λαϊκίστικο. Δεν νομίζω ότι μας ταιριάζει κάποιο από αυτά και δεν θα ήθελα να ζω σε έναν κόσμο όπου αυτά τα τρία μοντέλα θα είναι τα μόνα διαθέσιμα. Η Ευρώπη μπορεί να αποτύχει, αλλά νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να υπερασπιστούμε πλευρές του κεκτημένου της. Πρόσφατα διάβαζα μελέτη ενός Σουηδού μαρξιστή, ο οποίος υποστήριζε ότι, παρά την πίεση του νεοφιλελευθερισμού, η χώρα του έχει διατηρήσει τον μικρότερο βαθμό εισοδηματικών ανισοτήτων, της τάξης του 6:1 ή του 7:1. Μάλιστα, σε πείσμα των νεοφιλελεύθερων δογμάτων, το κοινωνικό κράτος όχι μόνο δεν εμπόδισε τη Σουηδία να είναι ανταγωνιστική, αλλά την ανέβασε σε μία από τις τρεις πρώτες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης.

Το σύστημα δεν θέλει στοχαστές, μόνο ειδικούς

– Στο βιβλίο σας «Βία», που έγινε μπεστ σέλερ φέτος στην Ελλάδα, γράφετε: «Τι είδους κόσμος είναι αυτός, που εμφανίζεται ως κοινωνία της ελεύθερης επιλογής, αλλά όπου η μόνη διαθέσιμη εναλλακτική λύση στην επιβληθείσα συναίνεση είναι η έκρηξη οργής; (…) Η αντιπολίτευση στο σύστημα δεν μπορεί να εκφρασθεί ως ρεαλιστική εναλλακτική λύση, ούτε καν ως έλλογο ουτοπικό σχέδιο, αλλά μόνο ως ανορθολογική έκρηξη». Δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί αυτή η θέση ως δικαιολόγηση της τυφλής βίας;
– Οχι, καθόλου. Ισα-ίσα, λέω πως θα καταλήξουμε σ’ αυτή τη μίζερη «εναλλακτική λύση», που δεν είναι εναλλακτική λύση, αν παραμείνουμε μέσα στα όρια του συστήματος. Κι αυτό γιατί το σύστημα σήμερα δεν δίνει τη δυνατότητα να εκφραστεί, μέσα από θεσμικά κανάλια, όλη αυτή η δυσαρέσκεια που συσσωρεύεται στην κοινωνία. Υπάρχει ένα «πλεόνασμα δυσαρέσκειας», που εκρήγνυται κάθε τόσο με τα καμένα αυτοκίνητα στο Παρίσι ή με άλλες μορφές αυτοκαταστροφικής βίας. Θυμάμαι τις βουλευτικές εκλογές του 2005 στη Βρετανία. Στην προεκλογική περίοδο, το BBC έκανε μια τηλεφωνική δημοσκόπηση με το ερώτημα ποιος ήταν ο πιο μισητός άνθρωπος στη χώρα. Κέρδισε ο Τόνι Μπλερ. Δύο εβδομάδες αργότερα, κέρδισε και στις εκλογές.
Νομίζω ότι το σύστημα αντιλαμβάνεται αυτό το πλεόνασμα δυσαρέσκειας και προσπαθεί να αποκλείσει προληπτικά κάθε προσπάθεια να βρει έλλογη έκφραση. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να δούμε την προσπάθεια πλήρους ιδιωτικοποίησης των ανθρωπιστικών σπουδών, π. χ. σε Βρετανία και Γαλλία. Μας λένε ανοιχτά: Αν θέλετε ανθρωπιστικές σπουδές, αναζητήστε σπόνσορες στον ιδιωτικό τομέα. Πρόκειται για μια επίθεση στην ίδια την ελευθερία της σκέψης. Γι’ αυτό είμαι τόσο αντίθετος στη λεγόμενη μεταρρύθμιση της Μπολόνια για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Το σύστημα λέει ανοιχτά ότι δεν θέλει στοχαστές, που να σκέφτονται για τις ρίζες των προβλημάτων, αλλά ειδικούς. Εχεις κάποιο πρόβλημα; Φώναξε τον ειδικό να στο λύσει. Αυτό είναι τραγωδία!

Μαρξισμός, ψυχανάλυση και η επικαιρότητα

– Παρά τη χωρίς προηγούμενο κρίση του συστήματος, η Αριστερά φαίνεται ανίκανη να επωφεληθεί, αντιθέτως είναι η αυταρχική, ξενοφοβική Δεξιά, που ενισχύεται σε πολλές περιπτώσεις.
– Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Πιστεύω ότι η παραδοσιακή αντίθεση μετριοπαθούς Δεξιάς - μετριοπαθούς Αριστεράς δίνει στις μέρες μας τη θέση της στην αντίθεση πολιτικής - μεταπολιτικής: στον ένα πόλο, της μεταπολιτικής, βρίσκεται ο τεχνοκρατικός, εκσυγχρονιστικός πόλος των κεντροδεξιών και κεντροαριστερών κομμάτων εξουσίας και στον άλλο, της «πολιτικής του πάθους», οι ριζοσπαστικές τάσεις, όπου όμως κυριαρχούν οι εθνικιστικές δυνάμεις της Δεξιάς. Αλλά εδώ βρίσκεται η μεγάλη πρόκληση για την Αριστερά: να εκφράσει τις ριζοσπαστικές διαθέσεις για μια θεμελιώδη, συνολική αλλαγή, αντί να συνεχίσει να καθηλώνεται σε έναν συντηρητικό ρόλο, διατήρησης των κοινωνικών κεκτημένων, όπως δυστυχώς σε μεγάλο βαθμό συμβαίνει σήμερα. Αν δεν το πράξει, οι συνέπειες θα είναι μοιραίες. Δείτε τι συμβαίνει στη Μέση Ανατολή: γιατί έχουμε αυτή τη μεγάλη διάδοση του φονταμενταλισμού; Γιατί η κοσμική Αριστερά, παρά τη μεγάλη δύναμη που είχε στο παρελθόν –σε πολλές αραβικές χώρες υπήρξαν πολύ ισχυρά Κ. Κ. – απέτυχε να δώσει ένα διαφορετικό όραμα, εξαφανίστηκε και άφησε ανοιχτό το πεδίο στις θρησκευτικές, αντιδραστικές δυνάμεις.
– Στο βιβλίο σας «Προς υπεράσπιση των χαμένων υποθέσεων» ισχυρίζεστε ότι, μετά το υποτιθέμενο «τέλος των μεγάλων αφηγήσεων» που κηρύσσει το μεταμοντέρνο, έμειναν μόνο δύο θεωρίες, πιστές σε μια στρατευμένη έννοια της αλήθειας, ο μαρξισμός και η ψυχανάλυση. Ωστόσο, ούτε ο ένας, ούτε η άλλη, ούτε ο προβληματικός γάμος τους φαίνεται να διανύουν μια δεύτερη νεότητα.
– Σωστά, αλλά δεν βλέπω τίποτα το ενοχλητικό εδώ πέρα. Αντίθετα, θα έλεγα ότι τα ερωτήματα που γέννησαν τον μαρξισμό και την ψυχανάλυση εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ. Η οικονομική κρίση και ο ανορθολογισμός του καπιταλισμού προσδίδουν στον μαρξισμό μια έντονη επικαιρότητα.
Από την άλλη πλευρά, ζούμε σε μια εποχή πρωτοφανούς σεξουαλικής ελευθερίας, όπου όλα επιτρέπονται εκτός από την παιδεραστία, αλλά αυτό δεν μας οδηγεί σε μεγαλύτερη απόλαυση –αντίθετα, πολλαπλασιάζονται τα άγχη, η κατάθλιψη– και αυτό είναι το αντικείμενο της ψυχανάλυσης. Μιλώντας γενικότερα, από τη δική μου οπτική γωνία βλέπω τον κομμουνισμό όχι ως απάντηση, αλλά ως το όνομα του προβλήματος. Και το πρόβλημα που γέννησε τον κομμουνισμό είναι πάντα εδώ!
– Πώς όμως μπορεί η κομμουνιστική ιδέα να αποσυνδεθεί στο φαντασιακό των ανθρώπων από την ιστορική εμπειρία του σταλινισμού;
– Ασφαλώς, η Αριστερά οφείλει να επεξεργαστεί κριτικά την εμπειρία του σταλινισμού και να δώσει εξηγήσεις – κάτι που δεν κάνει, όσο κι αν διαρρηγνύει τα ιμάτιά της, η φιλελεύθερη σκέψη. Από εκεί και πέρα, ορισμένοι θεωρούν ότι ο όρος κομμουνισμός κηλιδώθηκε τόσο από τον κομμουνισμό, ώστε η Αριστερά πρέπει να αναζητήσει υποκατάστατα, π. χ. στην «καθολική χειραφέτηση», «ριζοσπαστική δημοκρατία» ή κάτι ανάλογο. Οχι, δεν συμφωνώ. Πιστεύω ότι πρέπει να παλέψουμε γι’ αυτή τη λέξη. Γιατί το πρόβλημά μας σήμερα δεν είναι η δημοκρατία, είναι η έννοια του «commons», του κοινού, δημόσιου αγαθού, εναντίον της εμπορευματοποίησης και της ιδιωτικοποίησής του – είτε στη μορφή της φύσης είτε στη μορφή της πνευματικής παραγωγής.

Aπό την Καθημερινή 12-12-2010