Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2015

Το Μνημόνιο είναι το τέλος της Πολιτικής;

του Κώστα Καλλίτση

Οταν έκλεισαν οι αγορές, το 2010, στις δεδομένες συνθήκες μιας νεοφιλελεύθερης, ανέτοιμης και διστακτικής Ευρώπης, δύο δρόμοι υπήρχαν. Ενας ήταν η έξοδος από το ευρώ, με αλλεπάλληλες υποτιμήσεις του νέου νομίσματος και ακαριαία επιβολή ακραίας σκληρότητας πολιτικών, ενός ακραία σκληρού «Μνημονίου». Ο άλλος ήταν η παραμονή στην Ευρωζώνη, η εσωτερική υποτίμηση, ο δανεισμός με χαμηλά επιτόκια στη βάση μιας συμφωνίας με την Ευρώπη και η επεξεργασία ενός εθνικού σχεδίου πραγματικών ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων με στόχο ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα βιώσιμης ανάπτυξης και την αναγέννηση της δημοκρατίας, με την απαλλαγή της από το πελατειακό πλέγμα. Αργήσαμε πολύ να τα κατανοήσουμε αυτά. Με κόστος...

Η χώρα ταλαιπωρήθηκε από διαδοχικά Ζάππεια δημαγωγίας, από συνονθυλεύματα (δήθεν αριστερών...) κραυγών και φαντασιώσεων, από διαδοχικά success stories και δημαγωγούς που είχαν για κάθε πρόβλημα μια σαφή, απλή και βαθιά λαθεμένη λύση και μοίραζαν υποσχέσεις ότι αρκεί να αναλάβουν τη διακυβέρνηση για να μας απαλλάξουν από τα δεινά, αφού θα επαναδιαπραγματεύονταν τις επαχθείς συμφωνίες κι όλοι οι υπόλοιποι θα απολαμβάναμε τους καρπούς του δικού τους σκληρού αγώνα. Με μεγάλες αδικίες και διευρυνόμενες ανισότητες, με άτσαλες περικοπές δαπανών, με αποδιάρθρωση (αντί μεταρρύθμιση) του κράτους, τα ελλείμματα μαζεύτηκαν αλλά πελατειακό κράτος, διαφθορά, παρασιτισμός και κομματισμός, στέκουν ολόρθα. Λες και ήταν χθες...

Και τώρα; Μέσα σε αυτά τα βασανιστικά χρόνια ο ελληνικός λαός έχει αποκτήσει μια νέα ωριμότητα, που αποτελεί το πρώτο θεμέλιο για μια νέα προσπάθεια. Δεύτερο, παρά τις καταστροφές, η χώρα μας παραμένει μια από τις πλουσιότερες του κόσμου, η Παγκόσμια Τράπεζα την κατατάσσει στην 23η θέση μεταξύ δύο εκατοντάδων χωρών, με βάση το κατά κεφαλήν εισόδημα σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης.

Σχεδόν τα δύο τρίτα της κοινωνίας έχουν καταφέρει να στέκονται στα πόδια τους και πολλοί απλώνουν το χέρι και βοηθούν να σηκωθούν όσοι από εμάς έχουν ηττηθεί. Ο πλούτος της χώρας και το κίνημα αλληλεγγύης (ό,τι πολυτιμότερο έχει γεννηθεί στα χρόνια της κρίσης!) είναι το δεύτερο θεμέλιο για μια πολιτική υπέρβασης της κρίσης σταθερά – άρα, με δικαιοσύνη. Το τρίτο είναι η νέα συμφωνία που έχει επιτευχθεί με την Ευρώπη. Η συμφωνία προκρίθηκε της καταστροφής με μια συντριπτική πλειοψηφία όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις. Και, γι’ αυτό, υπερψηφίστηκε όχι από ένα (όπως η πρώτη) ούτε από τρία (όπως η δεύτερη) αλλά από πέντε κόμματα, μεταξύ των οποίων τα δύο μεγαλύτερα. Δεν είναι η χειρότερη. Το ασφαλιστικό είναι το πιο επώδυνο, αλλά αυτό έπρεπε να αντιμετωπιστεί έτσι ή αλλιώς γιατί, απλά, δεν είναι βιώσιμο. Είναι δύσκολη, γιατί (α) περιέχει όλες τις μεταρρυθμίσεις που απέφυγαν να κάνουν οι κυβερνήσεις επί 5 χρόνια, (β) έρχεται μετά από ένα σερί αποτυχίας και αναξιοπιστίας προς τους έξω και προς τους μέσα και (γ) επειδή πολλά πρέπει να γίνουν σε βραχύτατο χρόνο: Το 60% των μέτρων εντός του 2015, το υπόλοιπο 40% μέσα στο πρώτο 3μηνο του 2016. Εδώ μπαίνει η Πολιτική. Πολλά μείζονος σημασίας θέματα είναι ανοικτά, το Μνημόνιο δεν προσδιορίζει πώς θα αντιμετωπιστούν. Δεν ορίζει πώς θα γίνει η νέα κεφαλαιοποίηση των τραπεζών: Μέχρι σήμερα ο ελληνικός λαός χρεώθηκε κι έδωσε περίπου 40 δισ. ευρώ, οι ιδιώτες έβαλαν 12 δισ. ευρώ με αυξήσεις κεφαλαίου, τώρα φαίνεται θα δοθούν κι άλλα 20 δισ. περίπου από τους φορολογούμενους, σε τράπεζες που όλες μαζί έχουν αξία μικρότερη από 5,5 δισ. ευρώ, δεν δίνουν δάνεια και θωρούν ακίνητες τα «κόκκινα» δάνεια και θαλασσοδάνεια που είχαν δοθεί. Τι θα γίνει τώρα; Αλλο θέμα είναι η ρύθμιση του δημόσιου χρέους: Αν θα επιτευχθεί, με ποιον τρόπο θα επιτευχθεί. Ή, το θέμα των αγροτών: Θα σχεδιαστούν πολιτικές ενίσχυσης της παραγωγής ώστε οι αγρότες να μπορούν να πληρώνουν ίσο φόρο με εκείνον που πληρώνουν τα κατεξοχήν θύματα της κρίσης, τα αστικά στρώματα, ή θα επιχειρηθεί να τους προσφερθεί μία ακόμη πελατειακή ρύθμιση;

Αλλά, πέραν πολλών θεμάτων του Μνημονίου που επιδέχονται διαφορετικές πολιτικές απαντήσεις (δυστυχώς, απουσίασαν από τον προεκλογικό διάλογο...) υπάρχει το μείζον θέμα της μετά-την-κρίση-Ελλάδας.

Βασική επιδίωξη και του Γ΄ Μνημονίου είναι να διασφαλιστεί ότι η Ελλάδα θα καταστεί ικανή να πληρώσει τα χρέη της. Κι αν εφαρμόσουμε πλήρως -όπως οφείλουμε τιμώντας την υπογραφή μας- το Γ΄ Μνημόνιο, πάλι δεν θα ανοίξει ο δρόμος της βιώσιμης ανάπτυξης της χώρας, με δημοκρατία, δικαιοσύνη και προοπτική. Γιατί κανένα Μνημόνιο και κανένας δανειστής δεν έχει μέλημα πώς θα είναι η Ελλάδα που θέλουμε να ζήσουμε και να κληροδοτήσουμε στις νέες γενιές. Ούτε τους πέφτει λόγος. Αυτό το σχέδιο θα το κάνουμε εμείς ή δεν θα γίνει. Κι αυτό, όπως και τα ανοικτά θέματα του Μνημονίου, θα έχει προοδευτικό ή συντηρητικό πρόσημο. Μια διάκριση που εμφανίζεται όταν σπάει η φούσκα των ονειροφαντασιών. Οπως τώρα.
 Καθημερινή 20/9/2015

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Εκλογές και κυβέρνηση ευρωπαϊκού δρόμου

Με βάση καθαρά κομματικές τακτικές αναδείχθηκε σε ένα από τα μείζονα ζητήματα προεκλογικού αγώνα. Να συνεννοηθούν με σχηματισμό κοινής κυβέρνησης όλα τα κόμματα του Ευρωπαϊκού δρόμου ή όχι; Το θέμα αυτό πήρε διάφορες μορφές ,ελάχιστες φορές σοβαρού διαλόγου και κυρίως εξυπνακίστικου συνδικαλιστικού χαρακτήρα αντιπαράθεσης. Ας το δούμε τόσο από άποψη πολιτικής λειτουργίας, όσο και από άποψη στόχων των όσων το συζητούν.

Ας θυμίσουμε την βασική λειτουργία της δημοκρατίας, συνοπτικά το δίπολο πλειοψηφία-μειοψηφία ή αλλιώς συμπολίτευση-αντιπολίτευση. Σε πλαίσιο δημοκρατικής συνεννόησης πέρα από την ένταση και την σφοδρότητα της αντιπαράθεσης, το σχήμα αυτό τείνει να εξασφαλίσει την εκλογίκευση της σύγκρουσης, την πολιτική διαπάλη εντός δημοκρατικού πλαισίου και τελικά την παραγωγή εναλλακτικών λύσεων, που είναι και η ουσία της πολιτικής. Σχήματα διακυβέρνησης πέρα από αυτό το πλαίσιο (δηλαδή αυτά που με διάφορους τρόπους ονομάζουμε κυβερνήσεις εθνικής ενότητας ή όπως αλλιώς) μόνο κατ ‘εξαίρεση και σε όλως ιδιαίτερες στιγμές  και για περιορισμένα χρονικά διαστήματα δικαιολογούνται και επιλέγονται. Γιατί αν κρατήσουν για πολύ τείνουν να παράγουν «αντιπολιτεύσεις » όχι σε μια ορισμένη πολιτική αλλά στο υπέρτερο σκοπό τον οποίον δήθεν υπηρετούν.

Εν προκειμένω, κυβέρνηση ευρωπαϊκού δρόμου επί μακρόν σημαίνει δημιουργία ισχυρού αντιπολιτευόμενου πόλου αντιευρωπαϊκού δρόμου.Αν μάλιστα ο πόλος αυτός είναι και εκτός δημοκρατικού πλαισίου(Χ.Α.) καταλαβαίνουμε  όλοι τι φίδι όχι απλά τρέφουμε αλλά και κάνουμε κάθε προσπάθεια να το παχύνουμε μέχρι να μας πνίξει όλους μαζί.
Υπάρχει κάποιος λόγος να λειτουργήσει ένα τέτοιο σχήμα για μικρό  χρονικό διάστημα έστω; Και να πάμε πάλι σε εκλογές δηλαδή σε λίγους μήνες; Σαφέστατα όχι από άποψη πολιτικού στόχου.(μόνο ο Μειμαράκης το πέταξε κάποια στιγμή «ας πάμε ρε παιδί μου ως τον Δεκέμβρη» μέσα στον τακτικισμό του, αλλά μάλλον δεν θα το ξαναπεί)

Ας λειτουργήσουμε λοιπόν κανονικά , με το πρώτο κόμμα και τα μικρότερα του ενδιάμεσου χώρου, στον άξονα Δεξιά-Αριστερά αφού αυτό υπαγορεύει η αριθμητική και ας αναζητήσουμε συναινέσεις στο σχήμα συμπολίτευση-αντιπολίτευση και από εκεί και πέρα δημοκρατική συνεννόηση με τα υπόλοιπα κόμματα εντός δημοκρατικού πλαισίου που δεν θα συναινέσουν σε μια γενική στόχευση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά η αναζήτηση των στοχεύσεων αυτών που με πάθος πρωτόγνωρο και συχνά ασύμβατο με την γενικότερη πολιτική τους αντίληψη υποστηρίζουν μια τέτοια κυβέρνηση.
Η πρώτη κατηγορία είναι πολίτες καλής προαίρεσης από όλο το πολιτικό φάσμα, που απογοητευμένοι από πρακτικές, αναποτελεσματικότητες, παλινωδίες και αντιλαμβανόμενοι την πραγματική κρισιμότητα της περιόδου, αναζητούν σε ένα τέτοιο σχήμα την λύση  απέναντι στη φτώχεια του πολιτικού μας συστήματος. Θα τους πρότεινα να το ξανασκεφτούν με βάση τα ανωτέρω και ίσως αλλάξουν άποψη.

Η δεύτερη κατηγορία είναι ο αφόρητος λαϊκισμός από εκείνους που μάλιστα καταγγέλλουν καθημερινά τον όντως πραγματικό λαϊκισμό του Τσίπρα επί χρόνια τώρα. Ο «λαϊκός» Βαγγέλης λαϊκίζοντας ασύστολα , είναι διατεθειμένος να υποσχεθεί τα πάντα .Και αφού δεν υπάρχουν λεφτά να υποσχεθεί,παλεύει με όλα όσα βγάζουν οι δημοσκοπήσεις ότι θέλουν οι πολλοί.Και συναίνεση πουλάμε και εθνική κυβέρνηση δίνουμε και την πρωθυπουργία παραχωρούμε, αρκεί να φανούμε καλοί και να κοντράρουμε τον Τσίπρα που λέει τα αντίθετα.
Ο δε «μεταρρυθμιστής » Σταύρος με τον ιδρυτικά και διακηρυκτικά απολίτικο λόγο ,του τύπου «να μαζευτούμε 20 καλοί να κάνουμε μιαν ομορφιά», δεν μπορεί παρά να νιώθει σαν το ψάρι στο νερό σε αυτή την συζήτηση. Αλλά πλανάται πλάνην οικτρά.Την έχει πατήσει ήδη.Περισσότερα λίαν προσεχώς.

Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία .Αξιόλογοι κατά τα λοιπά άνθρωποι από τον λεγόμενο «μεταρρυθμιστικό» χώρο ( ο θεός να τον κάνει δηλαδή, αλλά τέλος πάντων),αφού αδίκως προσπάθησαν μέσα από τους «58», την Ελιά και άλλα εκ των προτέρων καταδικασμένα σχήματα να ανασυγκροτήσουν την Κεντροαριστερά, νομίζουν ότι βρήκαν πεδίο δόξης λαμπρό να την ανασυγκροτήσουν σε συνεργασία με την κεντροδεξιά και σε κόντρα με τον Τσίπρα. Αναμασώντας την ζύμωση περί εθνικολαικισμού (καλά βρε παιδί μου και άλλοι μελετάμε τον  Ταγκιέφ, αλλά δεν κάνουμε και έτσι), κηρύττουν έναν αγώνα που κανείς δεν καταλαβαίνει σε τι αποσκοπεί και δεν συντάσσεται μαζί τους.Δεν έμαθαν ακόμα.


Απέναντι σε αυτό το μέτωπο «συνεργασίας»  στέκεται ο Τσίπρας χωρίς ακόμα να έχει καταλάβει τι ακριβώς του έχει συμβεί και με αδυναμία να χαράξει μια νέα πορεία  που αναγκαστικά περιλαμβάνει μια νέα πολιτική ανασύνθεση στο χώρο Αριστερά-Κεντροαριστερά, αλλιώς το έχασε το τρένο. Παίζει τακτικίστικα και ότι καταφέρει. Η ενστικτώδης  άρνησή του σε σενάρια συγκυβέρνησης  αφορά το ότι –σωστά το καταλαβαίνει- αυτόν έχουν σαν στόχο και πριν και μετά τις εκλογές. Αλλά η δική του αδυναμία δεν του επιτρέπει να αναδείξει ένα νέο πολιτικό λόγο που να στέκεται πειστικά και ελπιδοφόρα.Επιτρέπει έτσι να παίζει στα σοβαρά όλη αυτή η πολιτική φιλολογία.Επιτρέπει σε διάφορους να παίζουν σε σενάρια δήθεν αρίστων, ικανών, τεχνοκρατών κλπ δηλαδή στην άρνηση της πολιτικής διαδικασίας .Και στον βαθμό αυτό είναι και αυτός υπεύθυνος και ας το αρνείται.