Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Το κόστος του αναβαλλόμενου για τους φορολογούμενους

 του Ανδρέα Κούτρα*

Η πρόσφατη τροπολογία για τον αναβαλλόμενο φόρο, που κατέθεσε η κυβέρνηση, έχει εγείρει πολλά ερωτήματα ως προς το αν υπάρχει κόστος για τον Ελληνα φορολογούμενο και, αν ναι, γιατί δεν υπολογίστηκε.

Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης οι ζημίες των τραπεζών που προέρχονται από το δανειακό χαρτοφυλάκιο μπορούν να συμψηφιστούν με τα κέρδη μελλοντικών χρήσεων, έτσι ώστε να μειωθεί η φορολογική απαίτηση.

Στην Ελλάδα, το δικαίωμα αυτό επεκτάθηκε στα 30 χρόνια για τις ζημίες που προήλθαν από το «κούρεμα» του PSI. Με άλλα λόγια αν οι τράπεζες έχουν κέρδη, θα μπορούν να τα συμψηφίσουν με τις ζημίες του PSI (37,7 δισ.) για τα επόμενα 30 χρόνια και με αυτό τον τρόπο δεν θα πληρώσουν φόρους 9,8 δισ. (συντελεστής 26%).

Ως εδώ τα πράγματα είναι λογικά και σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική. Εκεί που αποκλίνουν είναι ως προς την αναγνώριση αυτών των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών.

Σύμφωνα με τη Βασιλεία ΙΙΙ, που πλέον ισχύει σε όλη την Ευρώπη, ακριβώς επειδή η αναγνώριση αυτών των αναβαλλόμενων φόρων εξαρτάται από τη μελλοντική κερδοφορία των τραπεζών, δεν θα πρέπει να λογίζεται στα κεφάλαια. Ομως η Βασιλεία αφήνει το παραθυράκι της αναγνώρισης, αν αυτές οι φορολογικές απαιτήσεις είναι σίγουρες.
Αυτό το παραθυράκι εκμεταλλεύτηκαν πρώτοι οι Ιταλοί και αργότερα οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι για να περάσουν νόμους που ούτε λίγο ούτε πολύ εγγυώνται αυτούς τους αναβαλλόμενους φόρους ώστε να μετρηθούν στα κεφάλαια των τραπεζών. Τελευταία το έκανε και η Ελλάδα, βάζοντας όχι μόνο τις ζημίες του PSI αλλά και αυτές από το δανειακό χαρτοφυλάκιο έως το τέλος του 2014.
Ποιο είναι λοιπόν το κόστος για τον φορολογούμενο; Η τροπολογία ουσιαστικά πουλάει ασφάλεια στις τράπεζες χωρίς όμως το κράτος να εισπράξει ασφάλιστρα. Λέει, δηλαδή, αν έχεις αρκετά κέρδη, τότε κανένα πρόβλημα, αν όμως όχι ή αν χρεοκοπήσεις, τότε τη διαφορά στον αναβαλλόμενο θα τη βάλει το κράτος με αντάλλαγμα μετοχές.

Το ανάλογο παράδειγμα θα ήταν για μια ασφάλεια να πει πως, επειδή πιστεύει ότι δεν θα τρακάρεις στα επόμενα 30 χρόνια, δεν θα πληρώσεις ασφάλιστρο, και αν τρακάρεις, θα πληρώσει τη ζημία και θα πάρει ως αντάλλαγμα το τρακαρισμένο αυτοκίνητο. Δεν γνωρίζω πολλές ασφαλιστικές εταιρείες που να κάνουν τέτοια πακέτα και να είναι κερδοφόρες.

Το πρόβλημα λοιπόν είναι πως το κράτος δεν εισπράττει τίποτα σε αντάλλαγμα αυτής της ασφάλειας που παρέχει στις τράπεζες. Αντ’ αυτού, θα πάρει μετοχές στο τέλος των 30 ετών αν υπάρχει υπόλοιπο. Το ίδιο έγινε στην Ιταλία και στην Ισπανία. Στην Πορτογαλία ήταν πιο δίκαιοι. Το κράτος αποζημιώνεται με έκδοση δικαιωμάτων που μπορεί να πουλήσει όποτε θέλει.

Ποια είναι όμως η μέγιστη ζημία για το κράτος; Αν και δύσκολο, ένας πρόχειρος υπολογισμός μπορεί να γίνει. Γνωρίζουμε ότι οι ζημίες από το PSI είναι 37,7 δισ. Οσον αφορά τις ζημίες από τα δάνεια, αν υποθέσουμε ένα σχετικά γενναιόδωρο 40% επιστροφή, τότε έχουμε περίπου 60 δισ. συνολικές ζημίες. Δηλαδή για να μην πληρώσει το ελληνικό Δημόσιο, πρέπει οι τράπεζες τα επόμενα 30 χρόνια να έχουν συνολικά κέρδη περί τα 97,7 δισ. ή 3,2 δισ. τον χρόνο. Δύσκολο, αν σκεφτεί κανείς πως ο μέσος όρος των κερδών του τραπεζικού συστήματος τη χρυσή εποχή 2003-2008 ήταν περίπου τόσο. Αρα δυνητικά έχουμε ένα εύρος ζημιών για τον φορολογούμενο μεταξύ μηδέν και 26 δισ. περίπου.

Αυτά βλέπει η ΕΚΤ και για αυτό στη γνωμοδότησή της στην περίπτωση της Πορτογαλίας αναφέρει πως θα υπάρχουν κόστη για τα κράτη που ψήφισαν παρόμοιες τροπολογίες. Το πρόβλημα είναι πως στην Ελλάδα είναι πολύ μεγαλύτερα λόγω του PSI αλλά και λόγω του υψηλού ποσοστού μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η κυβέρνηση πρέπει να βοηθήσει τις τράπεζες, όχι όμως χωρίς αντάλλαγμα. Οι τράπεζες χρειάζονται πραγματικά κεφάλαια από ζεστό χρήμα και όχι λογιστικές αλχημείες. Επιπροσθέτως η τροπολογία του αναβαλλόμενου αλλάζει ριζικά τον ηθικό κίνδυνο (moral hazard) για τις διοικήσεις των τραπεζών και τις κάνει στόχο νόμιμης φοροαποφυγής από άλλες που έχουν κέρδη.
*Οικονομολόγος.
Καθημερινή 18/10/2014