Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Παγκοσμιοποίηση και εθνικισμός

του Αντώνη Λιάκου

Διαβάζουμε κουραστικές, ανούσιες και επαναλαμβανόμενες αναλύσεις για την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία της Αμερικής. Η έννοια του λαϊκισμού με τη χρόνια κατάχρησή της έχασε κάθε ερμηνευτική δύναμη και ιδιαίτερα για τη χώρα της οποίας το Σύνταγμα αρχίζει εμβληματικά με τη φράση «We the people». Εκείνο που έχει σημασία ενδεχομένως να τονισθεί είναι ότι η Δεξιά στον αγγλοσαξονικό κόσμο, εκείνη που με το δίδυμο Ρίγκαν - Θάτσερ πραγματοποίησε τη θεαματικότερη πολιτική στροφή στον δυτικό μεταπολεμικό κόσμο δημιουργώντας -ισμούς με το όνομά τους, τώρα με τον Τραμπ και τη Μέι κάνει κάτι επίσης αδιανόητο: σηκώνει τη σημαία της κοινωνικής ανισότητας, της υπεράσπισης των φτωχών, την προστασία της εθνικής οικονομίας από τον κίνδυνο της παγκοσμιοποίησης και των ανέργων από τους μετανάστες. Δεν έχει σημασία που οι Τόρηδες συνώνυμο του ελιτισμού παρά του λαϊκισμού είναι, ή πως ο Τραμπ είναι βαθύπλουτος και επιδειξίας του πλούτου του. Στο κάτω-κάτω, η «Δυναστεία» ήταν η πιο δημοφιλής τηλεσειρά.

Γιατί όχι, αφού η ευπρεπής και καλλιεργημένη μεσαία τάξη, οι πολιτικοί και οι διανοούμενοί της, κεντροαριστερής ή κεντροδεξιάς απόχρωσης, κόπτονται μεν για τα δικαιώματα και τη διαφορετικότητα, αδιαφορούν δε εκκωφαντικά για οτιδήποτε αφορά  την κοινωνική ανισότητα; Μοιάζει πια αγεφύρωτη η διάσπαση ανάμεσα σε αυτές τις δύο έννοιες. Η αδιαφορία για την κοινωνική ανισότητα οδηγεί σε μια ελιτίστικη αντίληψη της δημοκρατίας, στο άδειασμά της από κάθε λαϊκό περιεχόμενο. Υπήρξαν σχολιαστές που υποστήριζαν ότι και ο Σάντερς συνέβαλε στην εκλογή του Τραμπ, γιατί εξήπτε το ακροατήριό του με την κοινωνική κριτική. Είναι οι ίδιοι που θεωρούν ότι καμιά σοβαρή πολιτική απόφαση δεν πρέπει να τίθεται σε λαϊκή ετυμηγορία. Οι θιασώτες της μεταδημοκρατίας. Από την άλλη, η αδιαφορία για τα δικαιώματα, και κυρίως για τους μετανάστες, σημαίνει αδιαφορία για τις ελευθερίες και τη διαφορετικότητα, πολιτικό αυταρχισμό, αστυνομική αυθαιρεσία, εθνικισμό και Ακροδεξιά, ακυρώνει πολιτισμικές κατακτήσεις μισού αιώνα.   

Αυτός ο διχασμός διαπερνά οριζόντια τις χώρες αλλά έχει διεισδύσει στις πολιτικές παρατάξεις και της Δεξιάς και της Αριστεράς, όπως ορίστηκαν ιστορικά. Και συνήθως κρύβεται κάτω από επίπλαστα διλήμματα που παρουσιάζονται ως εθνολαϊκισμός εναντίον μεταρρυθμίσεων, ως ορθός λόγος εναντίον ανορθολογισμού, ως η υπευθυνότητα εναντίον ανεύθυνων υποσχέσεων. Και καθώς οι μόνοι με μαζικό ακροατήριο που έμειναν για να καταγγέλλουν την κοινωνική αδικία, μετά και την παραδειγματική πειθάρχηση της ελληνικής Αριστεράς, είναι οι εθνικιστικές δυνάμεις, τότε η άνοδος του Τραμπ πιθανότατα θα σημάνει την ανασύνταξή τους.

Το στυλ Καμμένου, κακώς διακωμωδείται ως ελληνικό καπρίτσιο γιατί, όπως βλέπουμε και θα δούμε στις προσεχείς ευρωπαϊκές εκλογές, ανταποκρίνεται σε άποψη εμπεδωμένη και με έρεισμα. Η αυταπάτη τους βέβαια είναι ότι ο Τραμπ, το Brexit, η απευκταία μεν αλλά ενδεχόμενη επικράτηση της Λεπέν θα σταματήσουν την πορεία της παγκοσμιοποίησης για να επαναφέρουν την εθνική κυριαρχία και επομένως την προστασία της εργατικής τάξης από την παγκοσμιοποίηση. Η αυταπάτη αυτή βασίζεται στην αντίληψη, αρκετά διαδεδομένη και στην Αριστερά, ότι η παγκοσμιοποίηση είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά πολιτικών αποφάσεων. Αν επομένως αρθούν, όπως π.χ. η απόσυρση της Αμερικής από τις διαπραγματεύσεις ελευθέρου εμπορίου του Ειρηνικού και τη NAFTA, αν υιοθετηθούν πολιτικές ενίσχυσης του εθνικού νομίσματος και της εθνικής αγοράς, τότε η εσωτερική παραγωγή θα ανακάμψει, η ανεργία θα περιοριστεί και οι παλιές καλές ημέρες θα επιστρέψουν.

Εκείνο που ένας ιστορικός θα είχε να αντιτείνει είναι ότι η παγκοσμιοποίηση περνά μέσα από πολιτικές αποφάσεις, επιταχύνεται ή επιβραδύνεται, ωστόσο δεν αναστέλλεται. Γιατί αποτελείται από διαδικασίες οι οποίες δεν άρχισαν βέβαια στη δεκαετία του 1990 αλλά πολύ νωρίτερα. Πρόκειται για βαθιές τεχνολογικές, παραγωγικές, πολιτισμικές αλλαγές που υπερβαίνουν γεωγραφικούς και πολιτισμικούς καταναγκασμούς. Αγκαλιάζουν το σύνολο της ζωής των σύγχρονων κοινωνιών, μειώνοντας το βάρος των πολιτικών αποφάσεων, αν και χρησιμοποιούν ως όργανο το κράτος. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο εθνικισμός και ο προστατευτισμός κάλπαζαν. Αυτό όμως καθόλου δεν εμπόδισε την παγκοσμιοποίηση να τυλίγει τον πλανήτη με σιδηροδρομικά δίκτυα, ατμοπλοϊκά δρομολόγια, τηλεγραφικά σύρματα, διεθνή ομόλογα, εναρμονισμένα μέτρα και σταθμά, και ένα σωρό άλλα, αυτονόητα σήμερα. Δεν εμπόδισε η έξαρση του εθνικισμού τον Φιλέα Φονγκ το 1873 να κάνει τον γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες, ούτε ο πόλεμος του 1914-18 τα ρολόγια των στρατιωτών που αλληλοσκοτώνονταν να δείχνουν ίδια ώρα.

Παγκοσμιοποίηση και εθνικισμός μπορούν να προχωρήσουν χέρι-χέρι. Οι πολιτικές αποφάσεις μπορούν να επιβραδύνουν ή να καθυστερήσουν αυτή τη διαδικασία, ή να επιχειρήσουν να θέσουν κανόνες, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Δεν μπορούν να την αναστείλουν ή να την ανατρέψουν. Οταν αλλάζει μια εποχή, πολλές εκδοχές δραστηριοποιούνται. Αλλά εν τέλει αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις της μετάβασης αυτής. Χρειάζεται να καταλάβουμε ψύχραιμα τη νέα εποχή χωρίς ναρκισσιστικές επιδείξεις αγανάκτησης. Παγκοσμιοποίηση δεν σημαίνει διεύρυνση της ευημερίας και της ελευθερίας, όπως πίστευαν οι μεν, δεν σημαίνει όμως και μια ιδεολογική-πολιτική απόφαση που την αναιρείς βολονταριστικά με μιαν άλλη απόφαση.

Για να επιβιώσει η δημοκρατία χρειάζεται να κρατιούνται μαζί οι δύο άκρες του κομμένου νήματος, δηλαδή και η υπεράσπιση των δικαιωμάτων και της διαφορετικότητας, και η πολιτική καταπολέμησης των κοινωνικών ανισοτήτων, της ανεργίας, και των θυμάτων  της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Δημοκρατία σημαίνει We the people, λαϊκή κυριαρχία. Αλλά για να επιβιώσουν οι δημοκρατίες στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον χρειάζονται διεθνείς ρυθμίσεις, σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο αλλά και εμπνεόμενες από βασικά ουνιβερσαλιστικά ιδεώδη όπως ο σεβασμός της ανθρώπινης ζωής και προσωπικότητας, η καταπολέμηση της παγκόσμιας φτώχειας και η έγνοια για το περιβάλλον.  


ΒΗΜΑ 29/1/2017

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Μεταπραγματικότητα και Μεταφυσική

Του Κώστα Βεργόπουλου

Aπο τις 16 Νοεμβριου του ληξαντος ετους, το εγκυρο Λεξικο της Οξφορδης, πληροφορει το κοινο του οτι η λεξη που αναδειχθηκε το 2016, η λεξη της χρονιας, ηταν ο νεολογισμος «μετα-αληθεια».
Οπερ εστί μεθερμηνευομενο η «μεταπραγματικοτητα». Οχι λοιπον  η αντικειμενική πραγματικοτητα που υπαρχει και καθοριζει την ζωη ολων μας, ακομη και οσων μαχονται για να την αλλαξουν, αλλα η «πραγματικοτητα» που δεν υπαρχει οπωσδηποτε, αλλα αυτη που θα μπορουσε να υπαρξει,  οπως αυτή προσλαμβανεται απο την περιρρεουσα κοινη γνωμη και ενδεχομενως από μεγαλο αριθμο πολιτων. Ο ορος «πραγματικοτητα» παυει πλεον να ορίζεται ως κατι το αντικειμενικο, αφου καθοριστικωτερη σημασια για τον ορισμό και την αποδοχη της αποδιδεται στην υποκειμενικη και συλλογική προσληψη της απο τους πολιτες.
Επομενο ηταν μετα απο την σαρωτικη επελαση της «μετα-νεωτερικοτητος» να ακολουθησει και η «μετα-αληθεια» και απο κοντα η «μεταπραγματικοτητα». Απο την στιγμη που γινεται δεκτο οτι το παρελθόν δεν ειναι παρα ενα αφηγημα, γιατι αραγε να μην ισχυει το αυτο και για το παρον. Αφηγημα το ενα, αφηγημα και το αλλο. Και ακομη μεγαλυτερο αφηγημα το μελλον. Δεν υπαρχει πλεον καμια απολυτως ανάγκη τεκμηριωσης, η καθε πλευρα δικαιουται να εμφανιζει το αφηγημα της και βεβαια με τον μοναδικο κινδυνο της επικυρωσης ή της απορριψης απο τους ιδιους τους οπαδους της. Οπως ετονιζε ο δυτικος πατερας της εκκλησιας Τερτουλιανος (150-210 μ.Χ), η πιστη δεν χρειαζεται καμια αποδειξη ούτε τεκμηριωση: «πιστευω σε κατι ακριβως επειδη ειναι παραλογο».
Ωστοσο, ο νεολογισμος της «μετα-αληθειας» και της «μετα-πραγματικοτητος» δεν συνιστα πρωτοτυπια της εποχης μας. Απο τις αρχες του τρεχοντος αιωνος, ειχε αναδειχθει ο ορος «εικονικη πραγματικοτητα» με την εννοια οτι η πραγματικοτητα δεν ειναι αυτη που εμπιπτει στις αισθησεις και ελεγχεται απο αυτες, αλλα κατι που ορισμενες ελιτ μπορουν να συλλαμβανουν για λογαριασμο ολων που στερουνται φαντασιας. Εαν υπαρχει σημερα καποια πρωτοτυπια στον νεολογισμο της χρονιας, αυτη εντοπιζεται στον κυνισμο της και στην ομολογια της οτι η πραγματικοτητα δεν ειναι αυτη που ολοι υφισταμεθα, αλλα αυτη προς την οποια κατατεινουν ολες οι θυσιες και τα βασανα στα οποια εν ονοματι της υποβαλλονται οι λαοι και η ανθρωποτητα.
Φυσικα, δεν πρωτη φορα που εμφανιζεται παρομοιο εγχειρημα υποβάθμισης της πραγματικοτητος εν ονοματι καποιας αλλης που δεν υπαρχει παρα μονον στην φαντασια των προαγωγων της. Στο ιστορικο παρελθον, παρομοιος ηταν ο ρολος της θρησκειας, η οποια υποβαθμιζε τις ταλαιπωριες της πραγματικης ζωης με την επαγγελια της αιωνιοτητος για τους ταπεινους και καταφρονεμενους αυτου του κοσμου. Στην συνεχεια, ο ιδιος ρολος ανατεθηκε στις ιδεολογιες, οι οποιες επανελαβαν το θρησκευτικο σχημα, προσθετοντας οτι ο παραδεισος και η αιωνια ευτυχια θα μπορουσαν να επιτευχθουν σε αυτην εδω την ζωη και οχι πλεον στον αλλο κοσμο. Στην τριτη φαση, εξαγγελθηκε το «τελος ολων των ιδεολογιων» μαζι με το «τελος της ιστοριας», με συνεπεια την καθήλωση των κοινωνιων στην οδο της αποδομησης τους. Η λεγομενη μετα-νεωτερικη σκεψη ανελαβε να πεισει ολους οτι ειχαν βασισει τις προσδοκιες τους για ενα καλυτερο κοσμο σε απλα αφηγηματα, τα οποια ησαν πλεον νεκρα.
Σημερα, η αναδειξη του ορου της «μεταπραγματικοτητος» δεν ειναι παρα μια φυσιολογικη εξελιξη, ενα υποπροιον των προηγουμενων εννοιων, με σκοπο να αποσπα την προσοχη απο ο,τι το θλιβερο και απαράδεκτο συμβαινει γυρω μας στο παρον.
Ο νεολογισμος της «μεταπραγματικοτητος» διακινειται σημερα προς πασα κατευθυνση, ειτε με υποτιμητικη εννοια ειτε ακομη και με υπερφιαλη και αλαζονικη. Οι υποστηρικτες του Brexit στη Βρετανια, αλλα και του Τραμπ στις ΗΠΑ αρχικα εστιγματισθηκαν για αυτο απο τους αντιπαλους τους. Ομως, στην συνεχεια οι ιδιοι δεν ειχαν κανενα κομπλεξ να αναλαβουν για λογαριασμο τους τον επιμαχο ορο, βασιζομενοι βεβαια οχι στην αντικειμενικη τεκμηριωση της υπεροχης του, αλλα στην απογνωση των θυματων της παγκοσμιοποιησης και στην ευπιστια τους προς οσους την κατηγγειλαν, περα απο καθε λογικο ελεγχο με βαση τα αντικειμενικά στοιχεια. Φυσικα, ειναι αναμφισβητητο οτι η ΕΕ εχει επιλεξει την οδό της απωλειας της και ακομη περισσοτερο η παγκοσμιοποιηση την οδο της αποσυνθεσης της. Ωστοσο, υποτιθεται οτι ζουμε σε μια εποχη που απέχει πολλους αιωνες και χιλιετιες απο εκεινην των προφητων και των ευαγγελιστων. Δεν αρκει σημερα η πιστη για να αλλαξουν τα πραγματα, χρειαζεται ακομη να κατατεθει δημοσια και η επαγγελλομενη εναλλακτική πορεια που επι του παροντος δεν δειχνει καθολου οτι εχει μελετηθει με την δεουσα σοβαροτητα. Αφου στην εποχη μας μετανεωτερικοτητα μας μεταφερει στον προ-νεωτερικη, στην μεσαιωνικη περιοδο της ιστοριας, γιατι αραγε και η εκτος οιασδηποτε δυνατοτητος ελεγχου «μετα-πραγματικοτητα» να μην μας μεταφερει ακομη πιο πισω, στην περιοδο της μετα-φυσικης των πρωτων αιωνων του χριστιανισμου, τοτε που η απογνωση των ανθρωπων ειχε αναγαγει την πίστη σε ανωτερη αξια από την γνωση;

TVXS.GR  18/1/2017

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Συνειδητοποιώντας την αλλαγή εποχής

του Νικόλα Σεβαστάκη

Μια Ευρώπη ζαλισμένη από το Brexit, την καινούργια ιταλική αβεβαιότητα, την ανακύκλωση της ελληνικής εκκρεμότητας. Με σοβαρές κρίσεις ταυτότητας που έχουν γεννήσει νέα κινήματα «ταυτοτικής» Δεξιάς. Και στο μεταξύ, παντού να κυριαρχεί η εντύπωση πως οι πάνω έχουν χάσει την  επαφή με τους κάτω. Και την ίδια στιγμή να βλέπει κανείς την ισοπεδωτική αποκήρυξη των ελίτ από... άλλες ελίτ (γιατί τι άλλο είναι οι καταγγέλλοντες διανοούμενοι;) και στην πολιτική σκηνή να παρατάσσονται τόσα αμέτρητα «εγώ» σε βάρος των οικείων πολιτικών παραδόσεων. Αρκεί, ας πούμε, να δει κανείς τον πολλαπλασιασμό των υποψηφίων για τις προκριματικές εκλογές του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος ή τις αμέτρητες, πια, φιλοδοξίες στην ελληνική Κεντροαριστερά για να πάρει μιαν ιδέα του προβλήματος.

Και όμως, πολλά από αυτά τα παρακμιακά της Ευρώπης δείχνουν πολυτέλειες, αν σκεφθεί κανείς το Χαλέπι, τη Μοσούλη, τη Λιβύη (που έχει ξεχαστεί). Και αν το βλέμμα στραφεί και δίπλα μας, στην αλλοπρόσαλλη και βίαιη Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν όπου ο αυταρχισμός και η τρομοκρατία ανταλλάσσουν τεχνογνωσία σε συνθήκες πολιτικής ασφυξίας.

Ισως λοιπόν η παραδοσιακή λέξη αστάθεια είναι ευφημισμός για το ιστορικό τοπίο του παρόντος. Φαίνεται πως έχουμε κάτι περισσότερο: το ξήλωμα των ραφών του κόσμου που είχε διαμορφωθεί στον ύστερο 20ό αιώνα. Τα σύνορα, τα κράτη, οι αγορές, οι ιδεολογίες ζουν μια περίοδο απρόβλεπτης αναδιάταξης, χωρίς κάποιο «καθοδηγητικό κέντρο» και με πλήθος χαοτικά επεισόδια.

Δεν είναι όμως απροσδιόριστη και η κατεύθυνση των αλλαγών που συντελούνται. Κακά τα ψέματα, η τωρινή φάση των απορρυθμίσεων δείχνει ότι θα ζήσουμε νέους ριζοσπαστισμούς και συντηρητισμούς. Το παιχνίδι παίζεται στα όρια των θεσμών και των πρακτικών που γνωρίζαμε για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες της «κανονικότητας». Λέξεις οικείες από την ιστορία των πολιτικών ιδεών, ο ριζοσπαστισμός και ο συντηρητισμός ενώνουν πλέον τις δυνάμεις τους και φτιάχνουν υβρίδια ανθεκτικά στην παραδοσιακή κριτική.

Το κοινό των νέων ρευμάτων είναι η περιφρόνηση για τους κανόνες δικαίου, η απέχθεια για τους «τύπους», η λοιδορία για το πνεύμα των συμβιβασμών. Το βλέπουμε στην Αμερική που ετοιμάζεται για την προεδρία Τραμπ και το αναδυόμενο επιτελείο του γεμίζει από φιγούρες που ενσαρκώνουν την ωμότητα χωρίς φιλελεύθερες περιφράσεις. Το αισθανόμαστε, στην ακραία του μορφή, σε ζοφερά πρόσωπα όπως ο Ροντρίγκο Ντουτέρτε, ο νέος πρόεδρος των Φιλιππίνων, που παραπέμπει σε βασανιστή της ειδικής ασφάλειας αλλά, παρ' όλα αυτά, δεν υπολείπεται δημοφιλίας. Το υποψιαζόμαστε με τη διάχυση φιλο-αυταρχικών τάσεων σε όλη σχεδόν την Ευρώπη και στα μέρη μας. Και εδώ πρέπει να διακρίνουμε την επιθυμία των ανθρώπων για ευνομία και ασφάλεια από τις δημαγωγικές εκτροπές μιας ιδεολογίας που υπόσχεται την εύκολη πρόσβαση σε αυτά τα αγαθά.

Προφανώς, το κράμα ριζοσπαστισμού και συντηρητισμού ποτίζει δεξιά και αριστερά εδάφη, ειδικά όταν έχουν φθαρεί κληρονομημένοι ηθικοί κώδικες και πολιτικά σύνορα. Η  εντύπωση, για παράδειγμα, πως όλα είναι εν τέλει ψεύδος και υποσχέσεις χωρίς αλήθεια, εντύπωση που χαράχθηκε βαθιά στο κοινωνικό σώμα με την αποφασιστική συμβολή του ΣΥΡΙΖΑ, είναι βασικός τροφοδότης ενός πολιτικού μηδενισμού. Είτε μιλάμε για  την παθητική αναδίπλωση των ατόμων στις βιοποριστικές τους έγνοιες, είτε για το ενδεχόμενο να δούμε καινούργιες εφεδρείες αγανακτισμένης βίας που θα επικαλούνται την πολιτική ματαίωση και τη διαιώνιση της κρίσης. Και οι δύο στάσεις, η μοιρολατρική και η βίαιη, ενισχύονται από τα ψεύδη και την απουσία αυτοκριτικής στο πολιτικό σύστημα.

Η ελληνική σκηνή της κρίσης έχει άλλωστε τα δικά της χαρακτηριστικά. Συναντά μεν τη γενικότερη ευρωπαϊκή δυσθυμία και την παγκόσμια αβεβαιότητα αλλά η πρωτοτυπία της βρίσκεται στην πρωτοφανή διάβρωση της εμπιστοσύνης. Ενα μεγάλο απόθεμα τυχοδιωκτισμών και μικροπολιτικής μεγεθύνει τις συνέπειες που ήδη έχει η κρίση στην οικονομία και στην απασχόληση. Και βλέπουμε πως οι ρουτίνες αλληλοσπαραγμού που έχουν ένα ιστορικό βάθος επανεμφανίζονται, έστω με ρητορικούς ανένδοτους και απειλές στο Κοινοβούλιο.

Είναι καλό, από την άλλη, να έχει κανείς επίγνωση ότι είναι αδύνατη η επιστροφή σε μια «κανονικότητα» τύπου δεκαετίας του '90. Οτι η κατάργηση της λιτότητας ή το νέκταρ της θεάς Ανάπτυξης πρέπει να καταχωρηθούν στην προϊστορία των κομματικών υποσχέσεων. Και πως το πιθανότερο είναι ότι οι άγριες μεταβολές στην οικονομία, στις πολιτικές συμπεριφορές, στις λαϊκές ιδεολογίες θα συνεχιστούν. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι η αγνόηση αυτών των αλλαγών, ούτε η ψεύτικη και καιροσκοπική προσαρμογή στις νέες μόδες (λ.χ. σε εθνικοσυντηρητικές λογικές).

Πιο χρήσιμη είναι νομίζω η συνειδητοποίηση πως συμβιώνουμε με άγνωστους παλαιότερα υπαρξιακούς και πολιτικούς κινδύνους. Διότι τίποτα πλέον δεν είναι δεδομένο: ούτε η Ευρώπη και η προστασία της, ούτε η επιστροφή της ευημερίας, ούτε η συρρίκνωση των εθνικιστικών παθών στην εποχή της δικτύωσης κ.λπ. Ολα μοιάζουν αναστρέψιμα ή, έστω, υπερβολικά ευάλωτα. Τι σημαίνει όμως πρακτικά αυτή η συνειδητοποίηση; Νομίζω ότι θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη για όσους αφήνουν πίσω τις απλουστευτικές και μονοσήμαντες ερμηνείες της κρίσης: τον γενικόλογο αντινεοφιλελευθερισμό ή αυτόν τον χύμα και οριζόντιο αντιγερμανισμό από τον οποίο πιανόμαστε κάθε φορά που δυσκολεύουν τα πράγματα.

Αν το 2017 είναι χρόνος με ισχυρότερους ακόμα κλονισμούς στο ευρύτερο περιβάλλον μας θα μπορούσε, παρ' όλα αυτά, να γνωρίσει μια άλλη ελληνική τροχιά: την αναζήτηση μιας νέας ορθολογικότητας που θα έχει αφυπνιστεί πραγματικά (και όχι διακηρυκτικά) από τις απειλές και θα έχει μάθει να απευθύνεται, ξανά, στην κοινωνία. Χωρίς τους περιορισμούς του ελιτισμού αλλά και δίχως την πανικόβλητη μίμηση του λαϊκισμού, σε μια προσπάθεια «προσαρμογής» στο ρεύμα.

Οταν η αβεβαιότητα γίνεται πια ο κανόνας δεν έχει κανένα όφελος ούτε ένας ορθολογισμός που δεν τον καταλαβαίνουν οι πολίτες ούτε ένας πολιτικός συναισθηματισμός που εκμεταλλεύεται απλώς τη δυσφορία και τα μίση.

Βημα 31/12/2016