Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Ουαί υμίν Φαρισαίοι υποκριτές

του Γιώργου Παπανικολάου

Οι κωλοτούμπες πολιτικών, επιχειρηματιών και δημοσιογράφων που ζητούν την πίττα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Πώς καλλιεργείται η λογική «μεταρρυθμίσεις για... τους άλλους». Οι φιλελεύθερες κορώνες, η αναζήτηση αντιπάλου και ο κίνδυνος κυριαρχίας του λαϊκισμού.
Πολιτικοί που από μνημονιακοί γίνονται αντιμνημονιακοί και τούμπαλιν, πολίτες που γνωρίζουν ότι πρέπει να γίνουν θυσίες και το αποδέχονται, αρκεί να πληρώσουν τη νύφη κάποιοι… άλλοι.
Συνδικαλιστές που ζητούν τον ουρανό με τα άστρα, απλώς για να ικανοποιήσουν το ακροατήριο τους. Δημοσιογράφοι με μακρά θητεία σε κρατικά μέσα, που γίνονται όψιμοι αρνητές του… κρατισμού. Επιχειρηματίες που θέλουν «κρατική ενίσχυση», μα όχι και τους φόρους!
Μέχρι στιγμής φαίνεται ότι η κρίση αντί να φέρει την μεγάλη αφύπνιση στη χώρα μας, απλώς ενισχύει την υποκρισία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο σάλος που ξέσπασε γύρω από τις προσωπικές απόψεις του υπουργού Παιδείας Νίκου Φίλη, για τη γενοκτονία των Ποντίων, ακόμη και από ανθρώπους που αν τους ρωτήσεις ποια είναι η νομική και επιστημονική διαφορά ανάμεσα στη γενοκτονία και την εθνοκάθαρση (αμφότερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, με σημαντική εννοιολογική επικάλυψη), είναι βέβαιο ότι δενξέρουν να απαντήσουν.
Ο επικοινωνιακός παροξυσμός που έχει δημιουργηθεί γύρω από αυτό το θέμα και η εμφανής προσπάθειαπολιτικής πατριδοκαπηλείας είναι εντυπωσιακά για τον οιονδήποτε ψύχραιμο παρατηρητή, ιδίως εφόσον γνωρίζει ότι η πρακτική σημασία του όλου θέματος είναι μάλλον περιορισμένη. Αλλού βρίσκονται τα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας και της χώρας, αλλά και των υπερήλικων Ποντίων προσφύγων που μόλις δύο χρόνια πριν στερήθηκαν τις συντάξεις τους, λόγω μνημονίου.
Δεν είναι όμως το μόνο παράδειγμα. Πολύ σοβαρότερη είναι η συνεχής αλλαγή θέσης (ανάλογα με το συμφέρον) της εκάστοτε κυβέρνησης και αντιπολίτευσης γύρω από τα θέματα του μνημονίου. Μια τακτική που έχει φτάσει στο αποκορύφωμα της με τη στάση της σημερινής «ευρωπαϊκής» αντιπολίτευσης που προσπαθεί με κάθε τρόπο να ξεχάσει ότι το τρίτο μνημόνιο, αυτό που έφερε ο Τσίπρας, το πέρασε η Βουλή με τον ψήφο όλων ανεξαιρέτως των βουλευτών της.
Οι ίδιοι δε, λένε ότι τότε το έκαναν για τη σωτηρία της χώρας, αλλά τώρα εμποδίζουν την εφαρμογή του (καταψηφίζοντας κεντρικά σημεία εφαρμογής του και προσφέροντας πολιτική ομπρέλα στις αντιδράσεις διαφόρων συμφερόντων), λες και δεν γνωρίζουν ότι στην πράξη η σωτηρία της χώρας δεν εξαρτάται μόνο από την ψήφιση του, αλλά και από την εφαρμογή του!
Τα φαινόμενα όμως αυτά δεν περιορίζονται στην πολιτική. Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι λεγόμενοι «διαμορφωτές» της κοινής γνώμης, όπου βεβαίως κυριαρχούν τα Μέσα Ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι.
Κι εδώ η αλλαγή ρόλων είναι εντυπωσιακή. Ακριβώς όπως διάφοροι πέρασαν από το «δεν πληρώνω» στην άλλη όχθη, μέσω της εξουσίας, έτσι και κάποιοι «φιλελεύθεροι» εμφανίζονται σήμερα ως απολογητές των... φοροφυγάδων!
Διαβάζω με κατάπληξη ομολογουμένως, δήθεν «φιλελεύθερα» άρθρα στα οποία γίνονται συνειδητές απόπειρες δικαιολόγησης των ελευθέρων επαγγελματιών και επιχειρηματιών που φοροδιαφεύγουν συστηματικά, με το επιχείρημα ότι το κάνουν για να επιβιώσουν, λες και πριν την κρίση, τότε που δέναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα, τα δήλωναν όλα και ήταν υποδείγματα φορολογούμενου.
Φαίνεται θα έχουν ξεχάσει ότι η Ελλάδα ήταν ίσως η μοναδική χώρα στον κόσμο, όπου οι μισθωτοί εμφανίζονταν κατά μέσο όρο να έχουν μεγαλύτερα εισοδήματα από τα… αφεντικά τους, ενώ οι ελεύθεροι επαγγελματίες εμφανίζονταν ως πένητες!!!
Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Διότι ακόμη και σήμερα πολιτική και δημοσιογραφία αρέσκονται να χαϊδεύουν τα αυτιά του εκάστοτε ακροατηρίου τους, προσπαθούν να δημιουργήσουν τη δική τους «αγορά», μικρή ή μεγάλη κι ένα μέρος αυτού που αποκαλούμε «κοινή γνώμη», ένα μέρος του κόσμου, συνεχίζει να το αποδέχεται.
Να αποδέχεται πρακτικά την κοροϊδία, τον λαϊκισμό και το «είμαι ότι δηλώνω», ακόμη και την λιγότερο ή περισσότερο επιτηδευμένη διαίρεση του σε αντιμαχόμενες ομάδες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι απόπειρες διαίρεσης των πολιτών με διαχωριστική γραμμή τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, όπου οι μεν εμφανίζουν το κράτος ως πηγή όλων των δεινών και οι δε συνδέουν την ιδιωτική πρωτοβουλία με την αισχροκέρδεια, τα καρτέλ και τα μονοπώλια.
Κατά την ταπεινή μου άποψη όλα αυτά δεν είναι τίποτε περισσότερο από προσπάθειες εφεύρεσης ενός «αντιπάλου» που θα χρησιμεύει είτε ως μέσο συσπείρωσης, είτε ως μέσο αύξησης της άτιμης της… αναγνωσιμότητας.
Η αλήθεια βρίσκεται αλλού. Στο γεγονός ότι αυτή η χώρα έχει βαθιά προβλήματα, που προέκυψαν από την πορεία που ακολουθήσαμε –κοινή συναινέσει- επί δεκαετίες. Ότι όχι μόνο ο δημόσιος αλλά και ο ιδιωτικός τομέας χρειάζονται ριζική αναδιάρθρωση, διότι κτίστηκαν σε σαθρές βάσεις με ευθύνη των πολιτικών που κυβέρνησαν επί δεκαετίες και ημών των ιδίων που ήμασταν κατά κανόνα απαθείς παρατηρητές (με σημαία το γνωστό «ώχ αδερφέ»).
Κι ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να βγει από την κρίση, αν δεν βρεθούν σημεία συναίνεσης –και όχι αντιπαλότητας- για την επίλυση των «δομικών» προβλημάτων της. Είτε πρόκειται για την Οικονομία, είτε για την Παιδεία, την Υγεία την Δικαιοσύνη και γενικότερα, τη λειτουργία των θεσμών.
Μπορούν αυτά να συμβούν ενόσω καλλιεργούνται ο φαρισαϊσμός και η αντιπαλότητα, ακόμη κι από εκείνους που επιφανειακά διεκδικούν δάφνες ωριμότητας και υπευθυνότητας;
Φοβάμαι πως όχι.
Κι ακόμη περισσότερο φοβάμαι ότι αυτές οι συμπεριφορές ανοίγουν το δρόμο για πολύ πιο ακραίεςλαϊκιστικές εκφράσεις, που ακόμη και οι σημερινοί υποκριτές θα δυσκολευτούν να παρακολουθήσουν.
www.euro2day.gr  5/11/2015

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Η εσωτερική λογική των Μνημονίων


Του Κώστα Καλλίτση

Η ανάπτυξη είναι δική μας δουλειά. Που θα την κάνουμε μόνο αν έχουμε ένα εθνικό σχέδιο, που θα υπερβαίνει το Μνημόνιο και θα προσδιορίζει τρόπους υλοποίησής του. Γιατί κανένα Μνημόνιο δεν έχει στόχο την ανάταξη και ανάπτυξη της χώρας. Τα Μνημόνια έχουν συγκεκριμένο στόχο: Να περιορίσουν τους κινδύνους που δημιουργεί η Ελλάδα για τον υπόλοιπο κόσμο και δη την Ευρώπη, και να διασφαλίσουν ότι θα αποπληρώσουμε τα χρέη μας. Ετσι, θα μπορέσουμε να βγούμε πάλι στις αγορές. Με αυτήν την έννοια, τα Μνημόνια διασφαλίζουν τους δανειστές, όχι την ανάταξη και την ανάπτυξη της Ελλάδας. Αυτά, επαφίενται σε εμάς.
Πώς περιορίζονται οι κίνδυνοι από την Ελλάδα; Με αρκετούς τρόπους, μεταξύ των οποίων είναι:
(α) Η σμίκρυνση της ελληνικής οικονομίας, ώστε να μειωθεί ο αντίκτυπος στις άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες από απρόβλεπτες αρνητικές εξελίξεις. Τα επιτελεία της τρόικας έχουν επεξεργαστεί αναλυτικά συναρτήσεις μείωσης του κινδύνου σε κάθε επίπεδο συρρίκνωσης της οικονομίας μας. Σε αυτό το πλαίσιο, μάλιστα, το ΔΝΤ έχει υπολογίσει ότι το ελληνικό ΑΕΠ μπορεί να συρρικνωθεί έως τα 180 δισ. δολάρια, δηλαδή λίγο κάτω από 165 δισ. ευρώ. Η ανάπτυξη είναι δικό μας (όχι δικό τους...) πρόβλημα και ζητούμενο.
(β) Η αποστείρωση των διεθνών δικτύων από τους κινδύνους της ελληνικής αγοράς. Ηδη, ορισμένες πολυεθνικές μεταφέρουν τα στρατηγεία τους από την Ελλάδα σε γειτονικές χώρες. Αλλες, που σχεδίαζαν να τα εγκαταστήσουν εδώ, ακυρώνουν τις αποφάσεις τους και τα πηγαίνουν, π.χ., στη Ρουμανία. Αλλες, περιορίζουν τη δραστηριότητα τους στη χώρα μας – ορισμένες ούτε καν εισάγουν τα τελευταία μοντέλα προϊόντων τους. Τέλος, καμιά εισαγωγή δεν γίνεται χωρίς εκ των προτέρων εξόφληση. Η συρρίκνωση φέρνει μεγαλύτερη συρρίκνωση.
(γ) Το stop loss που αποφάσισαν να θέσουν οι δανειστές μας: Δεν δίνουν ούτε ευρώ επιπλέον στην Ελλάδα αν δεν υπάρξει πρόσθετη εγγύηση. Από τα 86 δισ. που θα μας δοθούν στην 3ετία, περίπου τα 50 αποτελούν διευκόλυνση της αποπληρωμής όσων ήδη έχουμε δανειστεί (δεν είναι πρόσθετη χρηματοδότηση) ενώ τα υπόλοιπα θα δοθούν μόνο με νέα κρατική εγγύηση. Εγγύηση είναι το Ταμείο στο οποίο θα υπαχθούν έως 50 δισ. ευρώ περιουσιακά στοιχεία του κράτους. Περί αυτού πρόκειται – όλα τα άλλα είναι για να χρυσώνεται το χάπι ή για ευτελές θέατρο στα τηλεπαράθυρα.
Τελευταίος αλλά ιδιαίτερα σημαντικός κρίκος στην αλυσίδα του περιορισμού κινδύνων από την Ελλάδα, είναι η σταθεροποίηση των ελληνικών τραπεζών. Βεβαίως, αυτή είναι προϋπόθεση για την άρση της αβεβαιότητας που ταλανίζει την ελληνική οικονομία – και τους καταθέτες. Αλλά, αν κάποιος νομίζει ότι αρκεί η νέα (τρίτη) κεφαλαιοποίηση ώστε να επιλυθεί το πρόβλημα της ρευστότητας και να χρηματοδοτηθεί η ανάπτυξη, λάθος νομίζει. Για δύο λόγους:
(α) Δεν νοείται ρευστότητα για υγιείς επιχειρήσεις, αν τα επιτόκια παραμείνουν 4πλάσια των ευρωπαϊκών. Με επιτόκια 8 ή 9%, ούτε τα λεφτά του ΕΣΠΑ δεν απορροφούνται εύκολα. Αν επιδιώκουμε να γίνουν σοβαρές επενδύσεις (κι όχι κάποια ακόμη αεριτζήδικα εγχειρήματα υψηλής και γρήγορης απόδοσης...) θα πρέπει να γίνει μια πραγματική διαπραγμάτευση με στόχο τη μείωση του κόστους του χρήματος, από κάθε πρόσφορη ευρωπαϊκή πηγή.
(β) Και στα επόμενα δύο χρόνια θα σημειωθεί αρνητική πιστωτική επέκταση, ήτοι θα συνεχιστεί (αν δεν επιταθεί) ο περιορισμός στη χορήγηση δανείων. Διότι, μαζί με τα νέα κεφάλαια, οι τράπεζες θα αναλάβουν την υποχρέωση να εξοφλήσουν, εντός μιας διετίας, τα δάνεια που έλαβαν από το Ευρωσύστημα μέσω του Μηχανισμού Εκτακτης Χρηματοδότησης (ELA). Ούτε η επιστροφή καταθέσεων επαρκεί για να αντισταθμίσει αυτήν την εξέλιξη.
Βλέπετε, η εξόφληση αυτών των δανείων και, παράλληλα, η ταχεία εκκαθάριση των «κόκκινων» δανείων, είναι δύο προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση σε ιδιώτες (στο τέλος της διετίας) του ποσοστού που θα κατέχει το κράτος στις τράπεζες. Ποσοστού που, μετά τη νέα κεφαλαιοποίηση, προβλέπεται ότι θα περιοριστεί κάτω από 20%, έως πολύ λιγότερο – με αποτέλεσμα, ο φορολογούμενος να μην πάρει ποτέ πίσω όσα δανείστηκε και προσέφερε στις τράπεζες.
Το Μνημόνιο έχει μια δική του εσωτερική λογική. Δεν είναι μοιραία. Αλλά χωρίς ένα ευρύτερο σχέδιο που θα το διαπερνά μια δική μας, εθνική αναπτυξιακή λογική, με σαφείς στόχους, διαφανές πλαίσιο σταθερών κανόνων για όλους (μακριά από τον παλαιοκομματισμό των «δικών μας» και των «άλλων»!), που θα εμπνέει συναινέσεις και θα διεκδικεί ευρύτερη κοινωνική στήριξη, φοβούμαι ότι αδίκως θα ανιχνεύουμε τον ορίζοντα αναζητώντας κάποιο αληθινά καλό σημάδι. Ανευ σχεδίου, διατρέχουμε τον κίνδυνο να εφαρμόσουμε το Μνημόνιο αλλά (αντίθετα με την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Κύπρο) να χάσουμε την ανάπτυξη. Να μείνουμε με πιο εξασθενημένη οικονομία, μια κοινωνία που δεν θα μπορεί ούτε καν να διαμαρτύρεται στα σοβαρά. Γιατί, μπροστά στο «μοιραίο» της μαζικής ανεργίας, θα έχει υποστείλει σημαία. Με σιωπητήριο.
Καθημερινή 1/11/2015