Κυριακή 17 Μαΐου 2015

Συμφωνία, αλλά με τραγική καθυστέρηση

του Κώστα Καλλίτση

Η κατάσταση θα ήταν πολύ διαφορετική, αν δεν είχαν σπαταληθεί τρεις μήνες. Αν αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, η κυβέρνηση είχε τη διανοητική ενέργεια για νηφάλια επανεκτίμηση δεδομένων και συσχετισμών και τη δύναμη να πει την αλήθεια. Αν είχε καταστείλει το σύνδρομο «εδώ και τώρα!» που πλημμύριζε τις γραμμές της. Αν ιεραρχούσε προτεραιότητες με στόχο τη σταθερή υλοποίηση σε βάθος 4ετίας των προεκλογικών δεσμεύσεων για ανάπτυξη εντός της Ευρωζώνης. Αν διέθετε ένα σχέδιο που (δεν θα πέταγε σε ροζ σύννεφα, αλλά) θα πάταγε στη πραγματικότητα. Αν όλες οι αναλύσεις ήταν επί του πραγματικού κι όχι επί κάποιου φανταστικού κόσμου.

Η κατάσταση θα ήταν πολύ διαφορετική αν ο πρωθυπουργός, για παράδειγμα, δεν περίμενε να περάσουν τρεις μήνες για να πει όσα είπε στην κοινή δήλωσή του με τον κ. Γιουνκέρ, ότι το ασφαλιστικό δεν είναι βιώσιμο, χρειάζεται μεταρρύθμιση κι ότι οι εξελίξεις στους μισθούς πρέπει να υπηρετούν τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική συνοχή. Αν η κυβέρνηση δεν περίμενε να περάσουν 100 ημέρες για να πει ότι μεγάλο μέρος των μεταρρυθμίσεων του Μνημονίου οφείλαμε να τις είχαμε υλοποιήσει χωρίς να το ζητήσουν οι εταίροι. Κι αν τις είχε θέσει εξαρχής στη διαπραγμάτευση (αν δεν πήγαινε σ’ αυτήν με καραγκιοζιλίκια και με λόγια της πλάκας) όταν ακόμη υπήρχαν λεφτά στα ταμεία κι όχι μόνο όταν η χώρα βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο - όπως τώρα.

Θα πείτε, η Ιστορία δεν γράφεται με «αν». Σωστά. Γι’ αυτό, σήμερα έρχεται ο λογαριασμός της καθυστέρησης, με δύο βαριά κονδύλια.

Το ένα αναφέρεται στην πραγματική οικονομία, όπου η ύφεση και η καταστροφή θέσεων εργασίας συνεχίζονται αδιατάρακτες διότι δεν υπάρχει συμφωνία και είναι αβέβαιη η θέση της χώρας στην Ευρωζώνη. Το δεύτερο, συνέπεια της ύφεσης, καταγράφεται ως διευρυμένο δημοσιονομικό κενό, εξαιτίας του οποίου (α) επίκειται υπερβολική αύξηση στα φορολογικά βάρη που σηκώνουν τα συνήθη υποζύγια και, αυτή τη φορά, με κοινωνικά περισσότερο άδικη κατανομή - λόγω αύξησης του ΦΠΑ. (β) Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση φέρεται να έχει αποφασίσει να αμνηστεύσει το «μαύρο χρήμα» για να καλύψει το κενό εσόδων που προκάλεσε, ένα ηθικό πλεονέκτημα χάνεται εξαιτίας του μεγάλου λάθους – εξαιτίας αυτής της καθυστέρησης.

Η κυβέρνηση καθυστέρησε δραματικά να συνειδητοποιήσει ορισμένες στοιχειώδεις αλήθειες, όπως: (α) Η πολιτική που θα αποφασίζει ο ελληνικός λαός να ασκείται, όπως συμβαίνει σε κάθε χώρα της Ευρωζώνης, θα συνδιαμορφώνεται με τους εταίρους (β) Ο έλεγχος κι η εποπτεία από τους εταίρους, δεν συνιστά υποτέλεια αλλά είναι στοιχείο ύπαρξης της Ευρωπαϊκής Ενωσης και βεβαίως της Ευρωζώνης. (γ) Η Ευρωπαϊκή Ενωση και η Ευρωζώνη είναι σύνολα από θεσμούς και κανόνες άνευ των οποίων δεν υπάρχουν, όλοι οφείλουν να τους τηρούν, η μη τήρησή τους εισάγει τους κανόνες της ζούγκλας, πλήττει ιδιαίτερα τους πιο αδύναμους. (δ) Αυτοί οι κανόνες γεμίζουν με πολιτικό περιεχόμενο που δίνουν οι ευρωπαϊκοί λαοί μέσω των γενικών εκλογών - αλλά όχι μόνο από τις εκλογές σε μία χώρα. Η Ευρώπη προχωρά με συμβιβασμούς.

Μέσα στις επόμενες ημέρες αναμένεται η υπογραφή συμφωνίας με τους εταίρους μας, καθώς το κράτος δεν έχει ρευστότητα ούτε για το πρώτο 15ήμερο του Ιουνίου αλλά εξαντλούνται και οι εγγυήσεις που δίνουν οι τράπεζες στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για να δανείζονται από τον ELA. Η συμφωνία πρακτικά είναι μονόδρομος. Χωρίς συμφωνία, τα σενάρια που σκιαγραφούνται είναι (α) άμεση επιβολή ελέγχων σε κίνηση κεφαλαίων-καταθέσεις (β) επιβολή κάποιας μορφής «κουρέματος» στις καταθέσεις (γ) εισαγωγή διπλού νομίσματος, που θα είναι η χαρά του μαυραγορίτη. Ολα τα σενάρια μη συμφωνίας περιέχουν γενικές εκλογές με κλειστές τράπεζες, πιθανότατα σε περιβάλλον ακραίας ανομίας και τυφλού τρόμου και σε όλα συνδυάζονται εξελίξεις που πυροδοτούν βίαιες ανατροπές (και) του πολιτικού σκηνικού. Ολοι τα φοβούνται, ουδείς τα θέλει, ούτε η κυβέρνηση (που σε αυτήν την περίπτωση θα καταστεί μια σύντομη παρένθεση...) ούτε η αξιωματική και άλλη αντιπολίτευση.

Η συμφωνία είναι αναγκαία. Ωστόσο, αν και αναγκαία, δεν είναι και ικανή συνθήκη για ένα καλύτερο αύριο. Είναι προϋπόθεση για να παραμείνουμε στην Ευρωζώνη, για να αποτραπεί μεγάλη δυστυχία του ελληνικού λαού από μια στρατηγική ήττα της Ελλάδας. Δεν είναι, όμως, ικανή για την ευημερία του ελληνικού λαού, δεν επαρκεί για την επιτακτικά αναγκαία στροφή προς οικονομική μεγέθυνση, προς ένα πρότυπο βιώσιμης ανάπτυξης με βιώσιμες θέσεις εργασίας. Αυτό θα είναι το στοίχημα της επόμενης ημέρας, μετά την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας.

Καθημερινή 17/5/2015

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Oταν πρέπει να κάνεις την πάπια…

του Κώστα Καλλίτση

Τα success stories ήταν ιστορίες της πλάκας. Ολοι πλην (ολίγων) Μεσσηνίων το γνωρίζαμε. Οταν ανέλαβε καθήκοντα η κυβέρνηση, η χώρα ήταν παγιδευμένη λόγω του βραχύτατου της παράτασης που είχε επιδιωχθεί, η οικονομία σε διαδικασία αποεπένδυσης, το πρωτογενές πλεόνασμα εν πολλοίς λογιστικό και φθίνον, ενώ το κράτος ήταν σε αποσύνθεση, οι διεθνείς αγορές κλειδωμένες, η αδυναμία πληρωμής μιας δόσης στους πιστωτές ή μισθών και συντάξεων στους δικαιούχους ήταν ο άμεσος κίνδυνος. Η σύναψη συμφωνίας με τους εταίρους ήταν επιτακτικά αναγκαία. Βεβαίως, η διαπραγμάτευση θα γινόταν με μια ευρωπαϊκή ηγεσία που ζει στην εποχή του νεοσυντηρητικού παγετώνα.

Τούτων δοθέντων, σε συνθήκες πραγματικής, μεγάλης αδυναμίας, όταν είσαι με την πλάτη στον τοίχο, τι ΔΕΝ κάνεις;

Δεν επιδίδεσαι σε ρητορείες ότι η επιτυχία σου θα πυροδοτήσει το τέλος του «μερκελισμού» στην Ευρώπη και ριζικές ανατροπές σε Ισπανία, Ιρλανδία κ.λπ. ηρωικά. Φροντίζεις τα του οίκου σου – μόνο. Γιατί, αν τις απειλείς, το καλύτερο που μπορείς να προσδοκείς είναι οι ευρωπαϊκές ηγεσίες να σε αγνοήσουν. Διότι, αν σε πάρουν σοβαρά, δεν θα περιμένουν με σταυρωμένα χέρια την ανατροπή τους. Προφανώς, θα αντιδράσουν.

Δεν διακηρύσσεις στα funds στο Λονδίνο ότι με τη μείωση του χρέους σου θα ανοίξει ο δρόμος για τη μείωση του (τεράστιου) χρέους της Ιταλίας κι άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Αν το κάνεις, το καλύτερο που μπορείς να περιμένεις είναι να σε αγνοήσουν. Γιατί, αν σε πάρουν σοβαρά, οι ισχυροί δανειστές θα βρεθούν απέναντί σου. Θα έχεις δυσχεράνει την επίλυση του προβλήματός σου.

Δεν διακηρύσσεις ότι είσαι χρεοκοπημένο κράτος, που ανασαίνει επειδή οι τράπεζές του δανείζονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για να αγοράζουν έντοκα γραμμάτια, διότι αυτός είναι ο ορισμός της νομισματικής χρηματοδότησης, που απαγορεύεται από τις Συνθήκες. Κι αν το διακηρύξεις, φροντίζεις να το μαζέψεις, αντί να στοχοποιείς τον Ντράγκι. Διαφορετικά, το καλύτερο που μπορείς να περιμένεις είναι να σε αγνοήσει. Γιατί, αν σε πάρει σοβαρά, θα εισπράξεις πλαφόν στον ELA και περιορισμούς.

Τι κάνεις, λοιπόν, όταν είσαι με την πλάτη στον τοίχο; Κοινώς (αλλά σύμφωνα και με τις διδαχές του Β.Ι. Λένιν...) κάνεις την πάπια, δηλαδή κάτι σαν κι αυτό: Καταπίνεις τα παχιά λόγια, επικεντρώνεσαι στη σωτηρία της χώρας σου (διότι η επιτυχία σου θα επιταχύνει την αλλαγή στην Ευρώπη και όχι το αντίστροφο), αποσαφηνίζεις τις μεταρρυθμίσεις που θα κάνεις, λες την αλήθεια στον λαό (όχι παραμύθια ότι η λιτότητα έληξε...) και σπεύδεις να κλείσεις μια συμφωνία για να σταθείς στα πόδια σου και να έχεις την ευκαιρία να προχωρήσεις. Συμφωνία με υποχωρήσεις, ακόμα και επώδυνες, για να κερδίσεις το μείζον: (α) Σταθεροποίηση της χώρας εντός της Ευρωζώνης και (β) ρευστότητα για να κινηθεί η οικονομία και να σταματήσει η καταστροφή θέσεων εργασίας. Τώρα - τον Ιούνιο θα είναι αργά.

Διότι άνευ τούτων, ανεργία και λιτότητα θα εντείνονται, η κοινωνία θα απειλείται με ρήξη συνδέσμων, η κλεπτοκρατία θα σαρκάζει τις βροντερές απειλές, η κατάρρευση θα συνεχίζεται δίχως να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία...

Καθημερινή 29/3/2015

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Περί διαπραγμάτευσης και άλλων τινών


Μετά τις εκλογές τα δύο πρώτα διακυβεύματα που είχαμε θέσει στο προηγούμενο σημείωμα, δρομολογήθηκαν γρήγορα , επιτυχώς και  μάλιστα με αξιοσημείωτη αποδοχή, πριν καν αρχίσει με τον ένα ή άλλο τρόπο η λεγόμενη διαπραγμάτευση.Παρά τις φωνασκούσες υπερβολές κάποιων υπουργών πριν καλά καλά τοποθετηθούν (φορτωμένα ήταν τα παιδιά, άντε  ας  το χαρούν λίγο, αλλά με ρέγουλα), οι  σημαντικές σε επίπεδο ψυχολογίας προσδοκίες στο κοινωνικό σώμα παραμένουν προσγειωμένες στο επίπεδο της  ελπίδας  με ωριμότητα πολύ υπέρτερη πολλών στελεχών.

Το τρίτο διακύβευμα (διαπραγμάτευση ας την πούμε του λοιπού για λόγους ευκολίας) ξεκίνησε με μια επιλογή , αυτή του Γιάννη Βαρουφάκη που προϊδέασε για την μορφή της.
Εκτιμώ εξαιρετικά τον Γ.Β. για την αναλυτική ικανότητα  και την ευφυΐα του, αλλά δεν θα έλεγα το ίδιο για την πολιτικότητα του.Η πληθωρικότητα της προσωπικότητάς του σε ακαδημαϊκό και αναλυτικό  επίπεδο και  κυρίως η εμμονή του σε σχήματα οικονομικά πιθανώς ορθά, αλλά μεταφερμένα εντελώς αναγωγιστικά στο πολιτικό πεδίο, δεν μας ενθουσίασε εξ’ αρχής.Ας ελπίσουμε η ευφυΐα του να υπερισχύσει  άλλων ιδιοτήτων του και να μάθει γρήγορα από την βίαιη πρόσκρουσή του με την πολιτική διαπραγμάτευση.

Εν γένει πάντως είμαστε της αρχής ότι ο πιο αδύναμος προσέρχεται στον πόλεμο πιο μετρημένος και πολύ  λιγότερο θορυβώδης, κρατώντας τα όπλα του για τις κρίσιμες στιγμές και μη σπαταλώντας τα από την αρχή( Ο Γολιάθ έκανε φασαρία όχι ο Δαυίδ, αυτός είχε συγκεντρωθεί με την σφεντόνα του στον στόχο μιας και μόνο μία βολή είχε διαθέσιμη).
Εν πάσει περιπτώσει, πολλά μπορεί να πει κανείς αλλά μιας και έτσι ξεκίνησε τώρα πια δεν γυρίζει πίσω , αν και  μπορεί να διορθωθεί σταδιακά καθ΄οδόν (κράτα και ένα σιωπηλό Δραγασάκη από δίπλα καλού κακού)

Αξιοσημείωτη είναι πάντως η πολιτικότητα που εμφανίζει η περί τον Αλέξη Τσίπρα ηγετική ομάδα, με αρκετά καλή αίσθηση της πραγματικότητας και  προσεγμένες κινήσεις.Δεν τσίμπησε για παράδειγμα στην τάση του πονηρού Ιταλού να τον βγάλει μπροστά σαν λαγό για δικό του λογαριασμό . Κρατά αποστάσεις από υπερβολές και κραυγαλέες αντιδράσεις, ενώ έχει οικοδομήσει ταχύτατα μια σημαντικής εμβέλειας πολιτική ηγεμονία.

Αλλά στην ζωή και στην πολιτική το αποτέλεσμα μετράει  (και πολύ εύκολα  το «ωσσανά»γίνεται «σταύρωσον αυτόν»). Δεν θέλουμε να παραστήσουμε τους καθοδηγητές εξ αποστάσεως στην συντελούμενη διαπραγμάτευση, αλλά ας μας επιτραπεί να κάνουμε  κάποιες  παρατηρήσεις:

-    *    Πολύς χρόνος δεν υπάρχει ακόμα και  αν λέγεται το αντίθετο, έστω για διαπραγματευτικούς λόγους ελπίζω. Αναγκαίο είναι να επιτευχθεί μια  όσο γίνεται γρήγορη συμφωνία που να διαφυλάσσει τα απαραίτητα  (μικρό πλεόνασμα, δημοσιονομική ανάσα, ανοιχτά τα υπόλοιπα ζητήματα για αργότερα) που θα θέτει έναν «φράχτη ασφαλείας» γύρω από την χώρα και το τραπεζικό σύστημα.

-     *   Έμφαση στην παράθεση επιχειρημάτων που να συνάδουν με την αντίληψη των συνομιλητών  (π.χ η δήλωση του Γ.Β ότι θα τους πείσουμε εφ όλης της ύλης με όπλο τον ορθό λόγο που δημιούργησε ο Διαφωτισμός , προφανώς δεν συνάδει με την πολιτική πραγματικότητα  που δεν λειτουργεί με τον ορθό λόγο και μόνο).

-       *  Δεν έχει κανένα λόγο η περί τον Α.Τ. ηγετική ομάδα να φοβάται τα περί κωλοτούμπας και  άλλα τινά (εδώ δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πειρασμό να σχολιάσουμε ότι σε αυτή την χώρα υπάρχει προφανώς και ανεξήγητα , ένα τεράστιο ποσοστό πληθυσμού που δεν έχει κάνει καμία προσαρμογή , καμία υποχώρηση μπρος στα ξεροκέφαλα γεγονότα, παρέμεινε με τις ίδιες αντιλήψεις και πρακτικές  σε όλη την ενήλικη τουλάχιστον ζωή του και πορεύεται  καθημερινά και επί χρόνια  με αυτές  χωρίς το παραμικρό βήμα μετατόπισης. Αναζητούνται  ειδικοί για την διερεύνηση του φαινομένου!!!).
       Όπως αποδεικνύεται  καθημερινά η κοινωνία καταλαβαίνει στην πράξη πολύ  περισσότερα πράγματα , από ότι οι ομιλούσες κεφαλές στα παράθυρα και κατανοεί την πραγματικότητα και τις ανάγκες της.Οι αναγκαίοι χειρισμοί όσο έχουν την ηγεμονία αυτή θα είναι εύκολοι και επιτυχείς, αρκεί να μην χαθεί η δυναμική της και σκορπιστεί άσκοπα σε μικροχειρισμούς και επικοινωνιακές φούσκες.


-     *   Το πιο σημαντικό από όλα όμως είναι να μην μπούμε σε μια ατελείωτη διαπραγμάτευση με καθημερινά επεισόδια , που δεν θα συνεισφέρουν τίποτε στη μεγάλη εικόνα.Απαιτείται γρήγορα να αξιοποιηθεί η όποια ανάσα για να γίνουν αναγκαίες παρεμβάσεις στο εσωτερικό μέτωπο.Να τεθεί επί τάπητος το πραγματικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, γιατί  καμία ρύθμιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν πρόκειται να το λύσει αυτό.Το πολύ πολύ να δημιουργήσει ένα πιο ευνοϊκό πλαίσιο.Αλλά αυτό δεν αρκεί.



Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

Tι τελικά διακυβεύεται στις εκλογές;


Ας  ξεπεράσουμε τις αναμενόμενες και σε μεγάλο  βαθμό φυσιολογικές προεκλογικές αντιπαραθέσεις και ας προσπαθήσουμε να δούμε τη μεγάλη εικόνα.

Στην πραγματικότητα η χώρα εδώ και 5 χρόνια έχει υποστεί μια μεγάλη καταστροφή-χρεωκοπία, με απώλεια του 30% του παραγόμενου προϊόντος και ισοδύναμη απώλεια εργατικού δυναμικού.Επίσης , δεν αναμένεται να αποκαταστήσει έστω και στοιχειωδώς τις απώλειες αυτές για αρκετά χρόνια, ακόμα και με τα πιο αισιόδοξα σενάρια, ενώ η ανάκαμψή της εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή  Ένωση και εκεί τα πράγματα δεν προοιωνίζονται και τόσο λαμπρά.

Δεδομένων αυτών , το μείζον θέμα που τίθεται και θα συνεχίσει να τίθεται σε όλη αυτή την ιστορική περίοδο, είναι η διαχείριση της κατάστασης αυτής εντός δημοκρατικού πλαισίου.Τόσο με την έννοια της μη διάρρηξης του πλαισίου αυτού όσο άσχημα και να είναι τα κοινωνικά δεδομένα , όσο και της αναγκαίας ανασυγκρότησης  με όρους μακροοικονομικής επιβίωσης και  προόδου, αλλά και με όρους κοινωνικής σταθερότητας και αποφυγής ακροτήτων.

Μέχρι το 2011-2012 , η κατάσταση αυτή επιδιώχθηκε να αντιμετωπιστεί μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο που όριζαν τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα και βεβαίως η βούληση των δανειστών και οι δικές τους ευρύτερες  επιδιώξεις.Μέσα από αναταράξεις υψηλού κινδύνου (διάχυτος κοινωνικός θυμός στα όρια του αυτοκαταστροφικού, διάλυση του υπάρχοντος πολιτικού σκηνικού και απαξίωση της έννοιας της πολιτικής  στα όρια της απαξίωσης  της δημοκρατίας) έφτασε στο όριό της  η δυνατότητα της διαχείρισης αυτής και αποφεύχθηκαν τα χειρότερα μέσα από πολιτικούς χειρισμούς διαδοχικών κυβερνήσεων στο διάστημα 2012-2014.Το ίδιο διάστημα, αναδείχθηκε ως μείζων πολιτικός εκφραστής των στρωμάτων εκείνων που  χτυπήθηκαν (ή έστω θεώρησαν ότι έτσι έγινε) ως επί το πλείστον από τα αποτελέσματα της κρίσης και της διαχείρισής της ,ο ΣΥΡΙΖΑ. Χωρίς να κάνει κάτι ιδιαίτερο σαν πολιτική προσπάθεια για αυτό, καβάλησε ένα ρεύμα που τον έφερε ψηλά. Έτσι και αλλιώς κάποιος θα το έκανε.

Η διαχείριση αυτή μέσα στο 2014 έφτασε το όριό της.Επί της ουσίας όλο το έτος αυτό η κατάσταση σέρνονταν τόσο οικονομικά και κοινωνικά , όσο και πολιτικά και χωρίς να είναι πια σε θέση να προσφέρει κάτι επιπλέον σε σχέση με το κεντρικό αίτημα , όπως  το διατυπώσαμε  από την αρχή αυτού του σημειώματος. Η αίσθηση του φόβου για τα χειρότερα που έφερε στην εξουσία την συγκεκριμένη κυβέρνηση το 2012, δεν επαρκούσε για να την κρατήσει εκεί επί μακρόν. Η πτώση της , προκειμένου να αποφευχθούν εκρηκτικές καταστάσεις, ήταν θέμα χρόνου που οι χειρισμοί της στο θέμα της εκλογής προέδρου απλώς επιτάχυναν.

Ταυτόχρονα ,στην άλλη πλευρά, αυτή του ΣΥΡΙΖΑ, υπήρξε μια προσπάθεια μιας μικρής ηγετικής ομάδας να προχωρήσει (έστω χωρίς αυτό να αγγίξει και πολύ το υπόλοιπο κομματικό σώμα) σε κάποιες από εκείνες τις  μετατοπίσεις-ωριμάνσεις που απαιτούνταν ,ώστε να είναι εφικτό να αποτελέσει την βάση διαχείρισης στην επόμενη φάση.Με ασάφειες, με τρομακτικά κενά,με ανακολουθίες , με πολύ περιορισμένα υποστηρίγματα  εντός του κορμού του ΣΥΡΙΖΑ , η προσπάθεια αυτή είναι σε εξέλιξη και  έστω και  πρόωρα ως προς την ωρίμανσή της είναι προ των πυλών της εξουσίας ( έτσι και αλλιώς η εξουσία δεν παραδίδεται σε κανέναν κατόπιν ραντεβού όταν  θα είναι έτοιμος)

Αυτά που διακυβεύονται  στις επερχόμενες εκλογές είναι:
1       Η ομαλή εναλλαγή στην εξουσία εντός δημοκρατικού πλαισίου.Από την άποψη αυτή , κραυγές του τύπου «πάσει θυσία ο ΣΥΡΙΖΑ εκτός εξουσίας» δεν εναρμονίζονται με τη λειτουργία του δημοκρατικού πλαισίου (θυμίζουν δε πολύ , εκτός από παλιές εποχές και την περίοδο του αυριανισμού που έθετε την  τυχόν επαναφορά της επάρατου δεξιάς , ως ισοδύναμο του να ανοίξουν πάλι τα Μακρονήσια)

2       Η δυνατότητα του ΣΥΡΙΖΑ (δηλαδή της μικρής ηγετικής του ομάδας) να κάνει  άμεσα τολμηρές πολιτικές επιλογές( ανεξαρτήτως αυτοδυναμίας ή όχι) που ταυτόχρονα να επιτυγχάνουν σε μεγάλο βαθμό:
-          Την αποκατάσταση της  αίσθησης  στο τμήμα εκείνο της κοινωνίας που νιώθει outsider, ότι  συμμετέχει ομαλά  στην κοινωνική και πολιτική ζωή και εκπροσωπείται  πολιτικά.Αυτό είναι το μείζον θέμα για την πολιτική σταθερότητα και όχι απλά η αριθμητική των εδρών στο Κοινοβούλιο.
-          Την ανάπτυξη μιας  αύρας θετικών προσδοκιών (όχι φυσικά περί αποκατάστασης των απολεσθέντων που είναι ανέφικτο)  που θα λειτουργήσει συνθετικά και πολλαπλασιαστικά.
-          Την διασφάλιση «ασφαλούς πλού» σε μια σειρά αναταράξεων και θαλασσοταραχών που είναι αναπόφευκτες, τόσο σε εσωτερικό  επίπεδο όσο και στο Ευρωπαϊκό πλαίσιο.


Δυστυχώς σε αυτές τις εκλογές δεν κρίνεται ένα σχέδιο ανασυγκρότησης του παραγωγικού  και κοινωνικού δυναμικού, γιατί κανένα τέτοιο  έστω και πρωτόλεια δεν έχει τεθεί επί τάπητος.Αυτό εκκρεμεί ακόμα και θα είναι το πεδίο κρίσης  στο διάστημα αμέσως μετά την αποκατάσταση των νέων ισορροπιών.



Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Λόντρα, Παρίσι...και η τσούλα η Ιστορία


«Η τσούλα η Ιστορία» κατά Κώστα Τριπολίτη, για μια φορά ακόμα σε μια εβδομάδα επανήλθε σε ημέρες που θα θέλαμε να έχουμε ξεπεράσει.Η επανάληψή της ας ελπίσουμε ότι ήταν σε μια light εκδοχή και ότι θα έχει το χαρακτήρα μιας μικρής φάρσας-παρένθεσης και δεν θα εξελιχθεί σε ακόμα μεγαλύτερη  τραγωδία.

Παρίσι:Η πόλη του φωτός, εξελίχθηκε για την κυβέρνηση σε μια light εκδοχή Κανών  του 2011, τέτοιες μέρες περίπου.Η από τον Σεπτέμβρη εξελισσόμενη άγαρμπη και αυτοσχέδια προσπάθεια περί «καθαρής εξόδου», αφού πήρε την απάντηση στο πεδίο της οικονομίας (εκτίναξη spreads) , πήρε και την πολιτική της απάντηση με τρόπο που δεν σηκώνει και πολλά .Η λογική του μαθητή που κάνει τα μαθήματά του και μετά σαν επιβράβευση τον πάνε εκδρομή, για μια φορά ακόμα απεδείχθη ανόητη σαν σύλληψη και εκτέλεση.

Ο αλήστου μνήμης ΓΑΠ  στις Κάννες στριμωγμένος στον τοίχο έκανε μια απέλπιδα προσπάθεια να ξεγλιστρήσει.Εδώ το στρίμωγμα ήταν πιο χαλαρό και η προσπάθεια διαφυγής πιο ήπια.Το αποτέλεσμα το ίδιο με το θήραμα που πιασμένο στα δόντια του θηρευτή, όσο πιο σπασμωδικά κινείται τόσο πιο άγρια ξεσκίζει το ίδιο τις σάρκες του.

Όπως και να το δει κανείς, και υπάρχουν μπόλικες ερμηνείες διαθέσιμες και όχι αλληλοαποκλειόμενες μεταξύ τους, η ουσία είναι σε τελική ανάλυση μία.Άρνηση ανάγνωσης των συσχετισμών  στο πεδίο του πολέμου.Είτε βάλλει κανείς μπροστά σαν ερμηνεία την εμμονή του ΔΝΤ να μείνει και να συνεχίζει να  παίζει ρόλο στην Ευρώπη, είτε την προσπάθεια να μείνει η Ελλάδα εκτός πλαισίου κρίσης , μπρος στο τσουνάμι σε Ιταλία, Γαλλία που επέρχεται  και ασφαλώς παίρνει προτεραιότητα (για να μην αναφερθούμε στην εγκατάσταση της ύφεσης για τα καλά στον σκληρό πυρήνα και κυρίως στην Γερμανία), είτε την διαπίστωση ότι με τον Σαμαρά δεν πάει παραπέρα, δεν αποτελεί πια λύση,είτε τα βάλλει όλα μαζί (που δείχνει να είναι και το πιο πειστικό σαν ερμηνευτικό σχήμα), τίποτε δεν αλλάζει.

Λόντρα: Το περιώνυμο Σίτυ ανεδείχθη σε μια light εκδοχή του Νταβός( αρχές του 2010) για τον Σύριζα, ευτυχώς έγκαιρα και πριν αναλάβει την διακυβέρνηση.Η διατύπωση θεωρητικών σχημάτων περί διαχείρισης του χρέους- ενδεχομένως πολύ ενδιαφερόντων όταν θα έρθει ο κατάλληλος πολιτικός χρόνος και σίγουρα σε οικονομικά συνέδρια-δεν σημαίνει πολιτικά τίποτε, εκτός αν σε πάρουν για αφελή οπότε ακόμα χειρότερα.

Μάθαμε, αν και έπρεπε να το ξέρουμε πολύ νωρίτερα, ότι το  «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» δεν είναι καν πρόγραμμα και μόνο στο περιθώριο ενός πραγματικού προγράμματος μπορεί να συζητηθεί.

Μάθαμε ακόμα για μια φορά, ότι ο πολιτικός κύκλος αλλαγής κυβερνήσεων δεν ταυτίζεται οπωσδήποτε με μεταβολές στον οικονομικό κύκλο.Άμα είσαι τυχερός και ταυτιστεί έχει καλώς , αν όχι τι κάνεις; Πάντως δεν απαντάς «η πολιτική θα βαράει τον ζουρνά κι οι αγορές θα χορεύουν» και άλλα τέτοια φληναφήματα.Ο τελευταίος που τα χρησιμοποίησε, μαζί με κάτι άλλα περί διαφθοράς και πράσινης ανάπτυξης , λίγο μετά υπέγραφε μνημόνια.

Η τσούλα η Ιστορία( 2009-2010).vs.(2014-2015): Αναδεικνύεται λοιπόν ένα διπλό αδιέξοδο και για τις 2 διαθέσιμες στην πολιτική ζωή αφηγήσεις.Και δεν αναδεικνύεται στα λόγια , αλλά με το πιο πρακτικό τρόπο, εκεί που βρίσκεις τοίχο.Η εκδοχή Σαμαρά και τα αναμασήματα περί μεταρρυθμίσεων που πρόκειται να αντικαταστήσουν το αποτυχημένο παραμύθι περί success story , τέλος των μνημονίων και άλλων τινών, έχει τελειώσει από καιρό, τώρα ακούμε τον επιθανάτιο ρόγχο του.
Η  κατά πάσα πιθανότητα (αλλά ας κρατήσουμε και μια πισινή, περί τσούλας συζητάμε τώρα) επερχόμενη αδύναμη αφήγηση του Σύριζα, αν έγκαιρα δεν διαμορφωθεί σε  πραγματική πολιτική στρατηγική με εσωτερική συνοχή και με πνεύμα διαχείρισης μεγάλης κρίσης , κινδυνεύει να αποδειχθεί σε καταστροφική τόσο για την κοινωνία όσο και για την Αριστερά που θα φορτωθεί το τελειωτικό σκάσιμο της χώρας στα χέρια της, έστω και αν δεν θα έχει την μεγαλύτερη ευθύνη αντικειμενικά.

Η ιστορία όμως δεν εξελίσσεται με αντικειμενικότητες , καλές προθέσεις , θεωρητικές και αξιακές προσεγγίσεις  και άλλα συναφή.Γράφεται εν θερμώ στο πεδίο της μάχης , είναι αμείλικτη για τους αποτυχημένους και συχνά διαστροφική.

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

Πάλι στη μαύρη λίστα των αγορών

του Κώστα Καλλίτση

Η Ελλάδα είχε μπει σε πρόγραμμα διάσωσης (Μνημόνιο) αφού είχε δανειστεί, για τελευταία φορά, με περίπου 6%, σε μια εποχή που υπήρχε σπάνις κεφαλαίων διεθνώς, εξαιτίας της μεγάλης κρίσης. Υστερα από 4 ½ χρόνια, σήμερα, παρότι υπάρχει αφθονία διεθνών κεφαλαίων που αναζητούν κερδοφόρες τοποθετήσεις, η χώρα μας βρίσκεται πάλι στη μαύρη λίστα των διεθνών αγορών.

Αυτό δείχνουν τα στοιχεία: προχθές, οι αποδόσεις του ελληνικού 3ετούς ομολόγου ήταν 6,85% ενώ της Πορτογαλίας ήταν 1,06%, της Ιταλίας 0,73% και της Ισπανίας 0,57%. Του ελληνικού 5ετούς ήταν 7,1%, της Ιρλανδίας 0,44%, της Πορτογαλίας 1,63%. Και οι αποδόσεις του 10ετούς ομολόγου κινούνται σταθερά στην περιοχή του 8% συν, ενώ του πορτογαλικού στην περιοχή του 3% και του ιταλικού και ισπανικού στη ζώνη του 2%.

«Με το σπαθί μας», δεν μπορούμε να δανειστούμε από τις αγορές. Θα υπογραφεί νέο Μνημόνιο. Και το ΔΝΤ θα είναι επιτηρητής, μαζί με την Ευρώπη – δεν υπάρχει «πίσω κάθισμα» (απαγορεύεται από το καταστατικό του…) παρά μόνο μπροστινό. Είτε αποφασιστεί να μας δώσει κι αυτό μια γραμμή πίστωσης είτε όχι. Κι αν δεν μας τη δώσει, πάλι θα μας ελέγχει ανά τετράμηνο. Το ενδεχόμενο να «τα σπάσουμε» αποκλείεται – καμιά χώρα δεν θα άντεχε τις συνέπειες.

Η Ελλάδα βρίσκεται εγκλωβισμένη. Οδηγείται σε μια συμφωνία με δύο χαρακτηριστικά: (α) Δεν θα περιέχει φτηνή χρηματοδότηση. Θα δανειζόμαστε από τις αγορές με επιτόκια πολύ υψηλότερα από τα επιτόκια (2%) του ESM. (β) Θα επιβάλλεται πολύ αυστηρότερος έλεγχος, με μοχλό τις αγορές. Αυτές δεν διαπραγματεύονται (ούτε επί 7 ημέρες ούτε, βεβαίως, επί 7 μήνες…). Είτε σε δανείζουν είτε όχι. Αν όχι, κινδυνεύεις να φτάσεις να εκλιπαρείς για μια τρόικα…

Για να σε δανείσουν, η διεθνής πρακτική δείχνει τις προϋποθέσεις. Μεταξύ αυτών είναι να διαπιστώσουν ότι διαθέτεις ένα πρόγραμμα με τέσσερα χαρακτηριστικά: (α) Να είναι αξιόπιστο – με την τρόικα διαπραγματευόμαστε το δημοσιονομικό κενό, με τις αγορές όχι. (β) Να είναι υλοποιήσιμο – δεν θα συζητούν μαζί μας αν είναι φρούδες οι ελπίδες για τα κρατικά έσοδα ή δεν είναι. (γ) Να είναι αποδεκτό από την ελληνική κοινωνία, να στηρίζεται σε ευρύτερη κοινωνική συναίνεση που θα αντανακλάται και στη Βουλή – δεν τους αρκεί μια «σταθερότητα» που στηρίζεται σε κοινοβουλευτικά νταραβέρια.

Υπάρχει και μια τέταρτη προϋπόθεση. Οι διεθνείς αγορές (όπως το φωνάζει ήδη το Λονδίνο…) δεν είναι διατεθειμένες να δανείσουν μια χώρα απλώς και μόνο για να αποπληρώνει τα δάνειά της σε άλλα κράτη. Θα δανείσουν μια χώρα εφόσον εκτιμήσουν ότι υπάρχουν ρεαλιστικές προοπτικές οικονομικής μεγέθυνσης, δημιουργίας νέου παραγωγικού δυναμικού και νέου πλούτου. Τέταρτη προϋπόθεση, το αξιόπιστο, υλοποιήσιμο και ευρύτερα κοινωνικά αποδεκτό πρόγραμμα να είναι, επίσης, αναπτυξιακό.

Φτάσαμε στο τέλος της αδιέξοδης πολιτικής «τροχάδην επιτόπου», που αποδυνάμωσε την οικονομία, διέλυσε την αγορά και συνέθλιψε τον κόσμο της εργασίας, εξάντλησε την κοινωνία ενώ επέτεινε τις στρεβλώσεις του (ληγμένου) παραγωγικού μοντέλου. Τα αδιέξοδα κορυφώθηκαν με την κυβερνητική στρατηγική του 2014 και ειδικά των τελευταίων μηνών – ένα απίθανο συνονθύλευμα τακτικισμών προεκλογικού χαρακτήρα, παντελώς έωλων, με άγνοια ακόμη και των ορίων που θέτουν και των διαθέσεων που έχουν οι δανειστές μας.

Η κοινωνία πάσχισε να προσαρμοστεί – δεν είχε επιλογή. Εμεινε, όμως, πεισματικά απροσάρμοστο το πολιτικό σύστημα. Τώρα, όλα έχουν καταστεί πιο δύσκολα, πιο σύνθετα.

Καθημερινή 23/11/2014

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

Το κόστος του αναβαλλόμενου για τους φορολογούμενους

 του Ανδρέα Κούτρα*

Η πρόσφατη τροπολογία για τον αναβαλλόμενο φόρο, που κατέθεσε η κυβέρνηση, έχει εγείρει πολλά ερωτήματα ως προς το αν υπάρχει κόστος για τον Ελληνα φορολογούμενο και, αν ναι, γιατί δεν υπολογίστηκε.

Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης οι ζημίες των τραπεζών που προέρχονται από το δανειακό χαρτοφυλάκιο μπορούν να συμψηφιστούν με τα κέρδη μελλοντικών χρήσεων, έτσι ώστε να μειωθεί η φορολογική απαίτηση.

Στην Ελλάδα, το δικαίωμα αυτό επεκτάθηκε στα 30 χρόνια για τις ζημίες που προήλθαν από το «κούρεμα» του PSI. Με άλλα λόγια αν οι τράπεζες έχουν κέρδη, θα μπορούν να τα συμψηφίσουν με τις ζημίες του PSI (37,7 δισ.) για τα επόμενα 30 χρόνια και με αυτό τον τρόπο δεν θα πληρώσουν φόρους 9,8 δισ. (συντελεστής 26%).

Ως εδώ τα πράγματα είναι λογικά και σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική. Εκεί που αποκλίνουν είναι ως προς την αναγνώριση αυτών των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών.

Σύμφωνα με τη Βασιλεία ΙΙΙ, που πλέον ισχύει σε όλη την Ευρώπη, ακριβώς επειδή η αναγνώριση αυτών των αναβαλλόμενων φόρων εξαρτάται από τη μελλοντική κερδοφορία των τραπεζών, δεν θα πρέπει να λογίζεται στα κεφάλαια. Ομως η Βασιλεία αφήνει το παραθυράκι της αναγνώρισης, αν αυτές οι φορολογικές απαιτήσεις είναι σίγουρες.
Αυτό το παραθυράκι εκμεταλλεύτηκαν πρώτοι οι Ιταλοί και αργότερα οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι για να περάσουν νόμους που ούτε λίγο ούτε πολύ εγγυώνται αυτούς τους αναβαλλόμενους φόρους ώστε να μετρηθούν στα κεφάλαια των τραπεζών. Τελευταία το έκανε και η Ελλάδα, βάζοντας όχι μόνο τις ζημίες του PSI αλλά και αυτές από το δανειακό χαρτοφυλάκιο έως το τέλος του 2014.
Ποιο είναι λοιπόν το κόστος για τον φορολογούμενο; Η τροπολογία ουσιαστικά πουλάει ασφάλεια στις τράπεζες χωρίς όμως το κράτος να εισπράξει ασφάλιστρα. Λέει, δηλαδή, αν έχεις αρκετά κέρδη, τότε κανένα πρόβλημα, αν όμως όχι ή αν χρεοκοπήσεις, τότε τη διαφορά στον αναβαλλόμενο θα τη βάλει το κράτος με αντάλλαγμα μετοχές.

Το ανάλογο παράδειγμα θα ήταν για μια ασφάλεια να πει πως, επειδή πιστεύει ότι δεν θα τρακάρεις στα επόμενα 30 χρόνια, δεν θα πληρώσεις ασφάλιστρο, και αν τρακάρεις, θα πληρώσει τη ζημία και θα πάρει ως αντάλλαγμα το τρακαρισμένο αυτοκίνητο. Δεν γνωρίζω πολλές ασφαλιστικές εταιρείες που να κάνουν τέτοια πακέτα και να είναι κερδοφόρες.

Το πρόβλημα λοιπόν είναι πως το κράτος δεν εισπράττει τίποτα σε αντάλλαγμα αυτής της ασφάλειας που παρέχει στις τράπεζες. Αντ’ αυτού, θα πάρει μετοχές στο τέλος των 30 ετών αν υπάρχει υπόλοιπο. Το ίδιο έγινε στην Ιταλία και στην Ισπανία. Στην Πορτογαλία ήταν πιο δίκαιοι. Το κράτος αποζημιώνεται με έκδοση δικαιωμάτων που μπορεί να πουλήσει όποτε θέλει.

Ποια είναι όμως η μέγιστη ζημία για το κράτος; Αν και δύσκολο, ένας πρόχειρος υπολογισμός μπορεί να γίνει. Γνωρίζουμε ότι οι ζημίες από το PSI είναι 37,7 δισ. Οσον αφορά τις ζημίες από τα δάνεια, αν υποθέσουμε ένα σχετικά γενναιόδωρο 40% επιστροφή, τότε έχουμε περίπου 60 δισ. συνολικές ζημίες. Δηλαδή για να μην πληρώσει το ελληνικό Δημόσιο, πρέπει οι τράπεζες τα επόμενα 30 χρόνια να έχουν συνολικά κέρδη περί τα 97,7 δισ. ή 3,2 δισ. τον χρόνο. Δύσκολο, αν σκεφτεί κανείς πως ο μέσος όρος των κερδών του τραπεζικού συστήματος τη χρυσή εποχή 2003-2008 ήταν περίπου τόσο. Αρα δυνητικά έχουμε ένα εύρος ζημιών για τον φορολογούμενο μεταξύ μηδέν και 26 δισ. περίπου.

Αυτά βλέπει η ΕΚΤ και για αυτό στη γνωμοδότησή της στην περίπτωση της Πορτογαλίας αναφέρει πως θα υπάρχουν κόστη για τα κράτη που ψήφισαν παρόμοιες τροπολογίες. Το πρόβλημα είναι πως στην Ελλάδα είναι πολύ μεγαλύτερα λόγω του PSI αλλά και λόγω του υψηλού ποσοστού μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η κυβέρνηση πρέπει να βοηθήσει τις τράπεζες, όχι όμως χωρίς αντάλλαγμα. Οι τράπεζες χρειάζονται πραγματικά κεφάλαια από ζεστό χρήμα και όχι λογιστικές αλχημείες. Επιπροσθέτως η τροπολογία του αναβαλλόμενου αλλάζει ριζικά τον ηθικό κίνδυνο (moral hazard) για τις διοικήσεις των τραπεζών και τις κάνει στόχο νόμιμης φοροαποφυγής από άλλες που έχουν κέρδη.
*Οικονομολόγος.
Καθημερινή 18/10/2014

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Το χαρούμενο και λυπηρό στρίμωγμα της Aριστεράς

Του Δημήτρη Σεβαστάκη
Ψάχνει άκρες. Έναν παλιό συμμαθητή από το 60ό Γυμνάσιο της Κυψέλης, έναν σύντροφο από τη «Σπουδάζουσα» . Απ' τα μέσα της δεκαετίας του '80, βρέθηκε στην Πολεοδομία και «πούλαγε» άδειες ή στην τράπεζα και «πούλαγε» επιχειρηματικά δάνεια. Μπόρεσε να χωθεί αφού είχε πλησιάσει την Τοπική του ΠΑΣΟΚ. Λίγο μετά -επί Δεξιάς- έβαλε και τη γυναίκα του στο τότε ΥΠΕΧΩΔΕ. Πέρασαν «φανταστικά», όπως λέει. Ήσυχα και παχιά, με κυριακάτικες εξορμήσεις στη Χασιά (αγριογούρουνο ή προβατίνα), καλά αμάξια (ένα σεντάν 2.000 κυβικών εκείνος, η γυναίκα τζιπάκι και ο γιος Gt-i), εύκολο δάνειο (για φορολογικούς λόγους, τα λεφτά τα είχε), μεγάλο σπίτι (πέντε χιλιάδες, μόνο τα ιταλικά έπιπλα κουζίνας).
Τώρα πιέζεται πολύ. Τα χαράτσια, ο ΕΝΦΙΑ, οι δόσεις (είχε φουσκώσει πολύ τις κάρτες), δεν βρίσκει και κάτι για τον γιο (άνεργος, όλη μέρα με φραπέδες στο Στοίχημα και το smartphone). Έκανε τα χαρτιά του για σύνταξη, είχε τα χρόνια άλλωστε, έχωσε και κάποια πλασματικά. Παίρνει «έναντι» και μαζί μια σημαντική κάτω βόλτα. Φέτος δεν πήγε -πρώτη φορά- στο χωριό. Του προσέχει ένας γείτονας το κτήμα.
Το απόγευμα του Σαββάτου μελαγχολεί στο σούπερ μάρκετ. Όλα ακριβά. Παλιά έπαιρνε τρία - τρία τα μπουκάλια ουίσκι. Μεγαλεία... Τόσα χρόνια είχε εκπαιδευτεί να βρίσκει άκρες, να βρίσκει τις τρύπες του συστήματος, να τις αναπαράγει με τη σειρά του, να τρυπώνει, να ελίσσεται. Μια με τον έναν, μια με τον άλλον -αλλά στον καθένα έλεγε ότι ήταν δικός του. Έπειθε με μια καπάτσα κακομοιριά.
Ανακαλεί σήμερα μια πολιτική αργκό, για να πλησιάσει ξανά τον ΣΥΡΙΖΑΙΟ, «να θυμηθούνε τα παλιά». Είχαν χαθεί τόσα χρόνια. Είναι ένας διαψευσμένος, φοβισμένος, τσαντισμένος μικροαστός. Όχι ριζοσπαστικοποιημένος. Στο προηγούμενο κείμενό μου (Η στροφή προς τον ΣΥΡΙΖΑ είναι και προς την Αριστερά;) είχα ισχυριστεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πλησιάζει μεν την εξουσία (με τον ΕΝΦΙΑ και την αυτοδυναμία), αλλά, παραδόξως, στενεύει το πεδίο πολιτικής του παρέμβασης. Εννοούσα περίπου αυτό που αφηγούμαι.
Ο ανεξέλικτος μικροαστός, χωρίς εγερτικό σθένος, χωρίς καμιά πολιτική ποιότητα, παραγγέλνει από τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ αυτό που του λείπει. Ασφάλεια και φράγκα. Ανασυγκροτεί μια συντηρητική νοοτροπία, μια υπερδεξιά πλαστικότητα. Όχι την καιροσκοπική που ξέρουμε, ούτε αυτή που διακρίναμε πίσω από τις επιστρώσεις του νεόπλουτου τυχοδιωκτισμού. Αλλά μια πιο μίζερη και καταθλιπτική πολιτική «ευλυγισία», εξίσου δουλική και στασιμοποιητική με τις παραδοσιακές.
Έτσι βέβαια γράφεται η ιστορία. Αυτά τα άθλια υπήρξαν τα υλικά της. Ο Μαρξ θεμελίωσε την ανάγκη ως μοχλό της (το πήρε κι ο ΣΥΡΙΖΑ και το πιπιλίζει). Ποια όμως ανάγκη; Γιατί δεν υπάρχουν ανάγκες εκτός ιστορίας, αλλά η κάθε περίοδος συγκροτεί τις δικές της ιεραρχήσεις. Ολόκληρο το δικό μας οικοδόμημα βασίζεται σε ψευδοανάγκες, σε πολιτισμικές επιστρώσεις, όπου ο μικροαστός νομίζει, θεωρεί, παρανοεί. Ως γνωστόν ανάγκη γι' αυτόν υπήρξε η κοινωνική εγγραφή μέσα απ' την καταναλωτική επέκταση, τη μεγέθυνση.
Στην περίπτωση της χώρας μας αυτό έδινε βέβαια δουλειά στους εισαγωγείς αυτοκινήτων και κουζινών, αλλά δεν διαμόρφωνε ίχνος παραγωγικής αυτοσυνείδησης. Διαμόρφωνε νεόπλουτους αυτο-απασχολούμενους τεχνίτες, κατασκευαστές κατοικιών, επιχειρηματίες μάντρας αυτοκινήτων και πωλητές φαρμάκων σε νοσοκομεία, καθώς και μια παρασιτική μεγαλοαστική τάξη. Διαμόρφωσε μια φοροφυγάδα επινοητικότητα, αλλά δεν συγκρότησε ίχνος συλλογικής αλλά και εργασιακής συνείδησης. Ναι, αυτό το απίθανο κοινωνικό υλικό προδεσμεύει την Αριστερά στο πρώτο διάβημά της προς την εξουσία. Και αυτή η προδέσμευση αναπαράγεται.
Πόσες από τις πολιτικές εκφωνήσεις έχουν τον σπασμωδικό χαρακτήρα της αποδοχής ενός τυχαίου λομπίστικου αιτήματος, πόση ρητορική ξοδεύεται για να μην γίνει μισή κουβέντα για τα δύσκολα! Ολόκληρο το αίτημα παραγωγικής ανασυγκρότησης παραμένει δέσμιο συμβάσεων που εγκατέστησε ο ανθρωπότυπος που περιγράφω. Παραγγέλνεται ακόμα μια φορά στην ιστορία μας μια θεότητα που διανέμει αγαθό, αντί να συγκροτηθεί ή ευνοηθεί ο «δύσκολος», αυτόβουλος, ενεργός πολίτης, που παράγει το αγαθό και διεκδικεί την πολιτική του κάρπωση ως συλλογική αναδιανομή, δηλαδή ως δικαιοσύνη, ως θεμελιακό στοιχείο ιστορικής συνείδησης, ταυτότητας,. Όχι ως θυρίδα, αλλά ως ανοικτή διεκδικητική συνθήκη. Γιατί αυτό που παράγεις το μοιράζεσαι. Και αυτό δεν είναι αφαίρεση από το δικαίωμά σου, αλλά τοκισμός της σχέσης σου με τον άλλο.
Αυτό νομίζω είναι η Αριστερά. Φοβάμαι ότι μια τυφλά δικαιωματική Αριστερά καπελώνει την ιστορικά αναγκαία Αριστερά. Σχεσιακή Αριστερά έχουμε ανάγκη, όχι δικαιωματική. Το κακό είναι ότι κρίσιμα επίδικα, όπως η μεταρρύθμιση, οι νέες θεσμικές ποιότητες, η αναδιαμόρφωση του κράτους, των συνδικάτων, το νέο συνεταιριστικό και αυτοδιοικητικό κίνημα (όχι τα διεφθαρμένα κρατικοδίαιτα υβρίδια) διαστράφηκαν από τα παλιά κόμματα σε επαίσχυντο ρουσφέτι (που μάλιστα πολλοί αναπαράγουν και τώρα) και στην εκδικητική μανία που έχει καταλάβει δημόσιο λόγο και χώρο.
Νομίζω μια παρεμφερής με τη δική μου στενοχώρια (για το ότι χαμένοι, εν τέλει, θα είναι οι ίδιοι οι υποδειγματικοί πολίτες) τυλίγει πολλούς, άσχετα αν ο πόθος αλλαγής διασκεδάζει και μεταθέτει. Αλλά είναι σίγουρο ότι στην αναπόφευκτη καμπύλη που θα ακολουθήσει θα εκδηλωθούν όλα. Όσα δεν θέλουμε να δούμε...
Σημείωση 1η. Ο τύπος που περιγράφω μπορεί να έχει και συνέχεια. Π.χ. έγινε μέλος της νομαρχιακής, αφού κατέβασε τους παλιούς συναδέλφους του στην οργάνωση και τον ψήφισαν. Έκανε δικό του μπλογκ και ανεβάζει ανέκδοτα για τον Σαμαρά. Σιγά - σιγά θα μοιράζει δουλειές ΕΣΠΑ.
Σημείωση 2η: Αλήθεια, το ΕΣΠΑ είναι το νέο παραγωγικό όνειρο που θα κτίσει και το νέο ιστορικό υποκείμενο;
Σημείωση 3η: Επιφυλάσσομαι, ελπίζοντας.

* Ο Δημήτρης Α. Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, αν. καθηγητής ΕΜΠ
Αυγή 28/9/2014

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Ας δώσουμε λίγο χώρο

Του Νίκου Ξυδάκη

Το μίσος και η τυφλότης έχουν πολλούς τρόπους έκφρασης. Κάποιοι είναι φρικτοί, μες στην ωμότητά τους και τη δύναμη που έχουν να μας υπενθυμίζουν οδυνηρά το θηρίο που ενυπάρχει στον άνθρωπο. Τέτοια φρικτή έκφραση μίσους είναι, ας πούμε, οι παραδειγματικοί αποκεφαλισμοί που τελούν φονταμενταλιστές με φόντο την έρημο και έναν πυλώνα. Αλλη έκφραση είναι η σιωπηλή βία που υφίστανται οι ανά την Γη περιθωριοποιημένοι και καταφρονεμένοι, οι τρόφιμοι των γκέτο, οι αιωνίως χαμένοι και άτυχοι της Ιστορίας. Αλλη έκφραση βίας είναι οι άμυαλες τελετουργίες νέων ανθρώπων που παραδίδονται στη λατρεία της κτηνώδους δύναμης και του ολοκληρωτισμού, και εντέλει πέφτουν θύματα αυτής της λατρείας.

Ολα συμβαίνουν, στις πολιτισμένες ζώνες και στις απολίτιστες, στις πόλεις, στις ερήμους, όλα μαζί και ταυτοχρόνως, μεταδιδόμενα ακαριαίως και πολλαπλασιαζόμενα από συμβατικά και καινοφανή μίντια, ως εικόνες. Μεταφέρουν μηνύματα οι εικόνες; Μετουσιώνονται σε σκέψη; Δεν μπορώ να πω, κανείς δεν μπορεί να πει τελεσίδικα. Μπορεί οι εικόνες μίσους και βίας να λειτουργούν ως υπομνήσεις της ανθρώπινης φύσεως, ως υπομνήσεις για την ανάγκη διαρκούς αγώνα για αποθηρίωση και ενανθρώπιση. Μπορεί. Μπορεί όμως να μένουν εικόνες, να καταναλώνονται ως εικόνες, από ένα παγκόσμιο κοινό μιθριδατισμένο, που προσεγγίζει πλέον τη φύση του ως διαδοχή εικόνων μέσα από το σμάρτφον και την ταμπλέτα, μέσα από τις οθόνες που κατακλύζουν τράνζιτ αυτοκινητόδρομων και αεροδρομίων. Εικόνες.

Μα και η διάχυτη κακία στον επιπολής βίο, χωρίς καν τα ακραία φαινόμενα της θανάτωσης, της σωματικής βίας. Ενταση, φθόνος, μοχθηρία, στρατοπεδικός χωρισμός του κόσμου σε άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, δικός μας-εχθρός. Η κρίση δεν ρήμαξε μόνο τις υλικές προϋποθέσεις του βίου, αλλά και τα ηθικά του θεμέλια, τις δυσκολοκατορθωμένες ψυχοπνευματικές προϋποθέσεις του έλλογου συλλογικού βίου. Η πενία, η δυσχέρεια, η ανασφάλεια, η διευρυνόμενη ανισότητα και αδικία κατατρώγουν και κλονίζουν το πλαίσιο ειρηνικής συμβίωσης, την ανεκτικότητα, την αμοιβαία αποδοχή, την καταλλαγή και την αλληλοπεριχώρηση. Ολα αυτά υποχωρούν, σβήνουν. Φουντώνουν οι συγκρούσεις ― υπαρκτές βεβαίως και θεμιτές σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, αλλά τώρα θεριεμένες και άσβεστες, άλλοτε από την ανάγκη και τη δίκαιη αγανάκτηση, αλλά συχνά και από την τυφλή οργή, τον ξαναμμένο φθόνο, την παμφάγο κατάκριση.

Αυτές τις δεύτερες δεν θα τις ονόμαζα καν συγκρούσεις, αλλά έριδες, νείκος, μανίες των αδερφοφάδων. Διότι στην κοινωνική σύγκρουση υπάρχουν ομάδες, συμφέροντα, διαχωριστικές γραμμές, υπάρχει υπολογισμός ή και σεβασμός του αντιπάλου, υπάρχει λόγος, και υπάρχει τέλος. Στη διάχυτη Εριδα επικρατούν η μισαλλοδοξία, ο φθόνος, η μοχθηρία, η τυφλή απόρριψη, η μνησικακία, η έλλειψη αυτοσεβασμού. Η τυφλότης.

Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω λεπτομερέστερα, ενδελεχώς. Δεν μπορώ. Είναι περισσότερο μια αίσθηση, για τη δυσφορία που απλώνεται σαν μύκητας στο κοινωνικό σώμα, το κατατρώει και το εξασθενεί, το γεμίζει πυρετό. Μια ασθένεια ανάλογης βαρύτητας με την υλική πενία και την πολιτική αστάθεια. Ισως γιατί σιγοκαίει μέσα μας και γύρω μας· δεν μας επιτρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω για να δούμε την όλη εικόνα, τον μακρύτερο χρόνο, τον όλο τόπο, τους εαυτούς μας ανάμεσα στους άλλους.

Κι εν τω μεταξύ μας κατακλύζουν οι εικόνες βίας κατά ριπάς. Ας σταθούμε για λίγο, να πάρουμε μιαν ανάσα. Ας δώσουμε λίγο χώρο στον εαυτό μας και στον άλλο. Λίγο χώρο.

Καθημερινή 22/8/2014

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Και τώρα, πού πάμε;

Του Νικόλα Σεβαστάκη

Τέσσερις δεκαετίες ζούμε στο κατόπι της Μεταπολίτευσης και των χρονικών της. Μας απασχολούν τα ανώγια και τα κατώγια, οι επίσημες κι οι παράτυπες όψεις της ελληνικής κοινωνικοπολιτικής ζωής του ύστερου 20ού αιώνα. Οι απολογισμοί, περισσότερο πικροί παρά γενναιόδωροι, περισσεύουν. Ζούμε, κυρίως, με την απορία για το πού ακριβώς κατευθυνόμαστε, για τον προσανατολισμό αυτού του κράτους και της συγκεκριμένης κοινωνικής του ενδοχώρας.
 Τα τελευταία χρόνια, η κρίση πυροδότησε ουσιαστικά όλες τις εκδοχές παρωδιακής αναβίωσης ή δογματικής αποκήρυξης της Μεταπολίτευσης. Εχει έλθει η ώρα να τεθεί και το πραγματικό ερώτημα, πέρα από το άγχος για την ανάσταση παλαιάς κοπής αγωνιστικών ριζοσπαστισμών αλλά και δίχως εχθρότητα προς τον δημοκρατικό άνεμο των χρόνων μετά το ’74, αίσθημα φανερό ακόμα σε ορισμένους κύκλους της πολιτικής και της διανόησης.
 Το πραγματικό ερώτημα νομίζω ότι αφορά τη νέα επινόηση της δημοκρατίας μας ως πολιτικής κοινότητας αλλά και ως κοινωνικών πρακτικών που συναποτελούν τον ελληνικό δημόσιο χώρο. Τι σημαίνει όμως «επινόηση» όταν αναφερόμαστε σε δημόσια πρότυπα και πολιτικές συλλήψεις; Υπάρχει, ως γνωστόν, ο πειρασμός να δοθεί μιαν απάντηση στο ερώτημα με ένα «ούτε δεξιά ούτε αριστερά», λύση που προωθεί πλέον έναν ακραίο εκλεκτικισμό σερφάροντας, δίχως ιεράρχηση, απ’ τα αντικρατικά στερεότυπα της νεοφιλελεύθερης Κεντροδεξιάς ώς την πολιτισμική Αριστερά. Σε αυτή την περίπτωση, η νέα επινόηση της δημοκρατίας συνδέεται κυρίως με μια «μεταπαραδοσιακή» ατζέντα διαλόγου που βγάζει εκτός συμμαχίας μόνο τους φασίστες ή τους απροκάλυπτα αντιδραστικούς.
Την ίδια στιγμή, η δεσπόζουσα εκλογικά και πολιτικά έκφραση της Αριστεράς στον τόπο μας συνεχίζει να υποτιμά τα αδιέξοδα και τις σημαντικές στρεβλώσεις που γιγαντώθηκαν και στο έδαφος προοδευτικών ή «φιλολαϊκών» κοινωνικών θεσμών των προηγούμενων δεκαετιών. Συχνά εκπέμπεται το μήνυμα πως το μοναδικό πρόβλημα από το 1974 και έπειτα υπήρξαν κάποιες κακές ολιγαρχίες, αθωώνοντας με αυτόν τον τρόπο ένα σύνθετο πλέγμα ηθών και πρακτικών που ιδιωτικοποίησαν την ελληνική δημοκρατία πριν ακόμα προβληθούν θεσμικά οι λεγόμενες πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων.
 Από τη μία βλέπουμε να προωθείται η «υπέρβαση» του παλαιοκομματισμού με όρους μεταπολιτικής και επιτροπών σοφών. Από την άλλη, είναι ορατή η αδυναμία ή και η απροθυμία του αριστερού ριζοσπαστισμού να προτείνει μια νέα πολιτική ενότητα μακριά από τη μυθολογική χρήση των «ανένδοτων αγώνων» ή την αυταπάτη για ηγεμονικές αυτοδυναμίες.
 Παρ’ όλα αυτά, οι συλλογικές μας αναπαραστάσεις δεν είναι στατικές. Είναι περισσότεροι σήμερα όσοι έχουν καταλάβει ότι μια ανάπτυξη με τοξικούς Ασωπούς, μπαζωμένα ρέματα και σπατάλες Ολυμπιακών διαστάσεων θα ήταν ανεπιθύμητη. Πολύ περισσότεροι, επίσης, είναι εκείνοι οι οποίοι εκτιμούν τη σημασία ενός κοινωνικού κράτους που διαθέτει σοβαρές υποδομές αλλά και το ευρύτερο κόστος που έχει η υποτίμηση της εργασίας. Πολλοί, τέλος, είναι και όσοι αποδέχονται ένα νέο πλαίσιο κανόνων δικαιοσύνης έχοντας επίγνωση της μη επιστροφής στα θέσμια του προηγούμενου μοντέλου. Από αυτόν εξάλλου τον κόσμο μπορεί και μόνο να στηριχτεί μια αριστερή πολιτική που θα έχει αυξημένη αίσθηση των δυσκολιών και του τραγικού ιστορικού περίγυρου. Και μιλώ για μια απαραίτητη αίσθηση του τραγικού, διότι διαβάζω άπειρες αναλύσεις που περιγράφουν έναν φανταστικό κόσμο χωρισμένο σε νεοφιλελευθερισμό και σοσιαλισμό παρ’ ότι σε ένα μεγάλο μέρος της γης δεν υφίσταται καν πολιτική Αριστερά (σοσιαλιστική), ενώ λίγο πιο μακριά από το χωριό μας την «ηγεμονία» την κερδίζουν με ποταμούς αίματος… σουνίτες τζιχαντιστές που ιδρύουν Χαλιφάτα!
 Και στο εσωτερικό όμως επιβάλλεται η παραδοχή της πραγματικότητας: ότι αναπτύσσεται ένας υδροκέφαλος ματαιωμένος εθνικισμός, ένας αντιπολιτικός πρωτογονισμός και ένας αντιδημοκρατικός «ριζοσπαστισμός» που ονειρεύεται την ανόρθωση του έθνους ως εθνοκάθαρση (των κάθε λογής εχθρών και διαφωνούντων). Πληθαίνουν οι συμπολίτες μας που έχουν απολέσει κάθε ίχνος εμπιστοσύνης, που χειρίζονται απλώς διαφορετικά διαπροσωπικά ή επαγγελματικά μίση ή κινούνται αποκλειστικά στη βάση της αντεκδίκησης κατά πάντων.
 Σαράντα χρόνια έπειτα από την τομή του 1974 όλα είναι λοιπόν πάνω στο τραπέζι. Υπάρχει ο λαός του Μπέου και του Κασιδιάρη αλλά και εκείνοι οι πολλοί Ελληνες που αντιστέκονται στις νέες μορφές βάναυσης χειραγώγησης των λαϊκών αισθημάτων. Και μέσα στην Αριστερά γίνεται πιο επιτακτική, ακόμα και αν δεν συζητείται ανοιχτά, η ανάγκη ενός σαφούς ηθικοπολιτικού διαχωρισμού από τις κουλτούρες του αυταρχικού ριζοσπαστισμού και της ιδεολογικής μισαλλοδοξίας που μας έρχονται από το παρελθόν. Ακριβώς για να μην περάσει το δημαγωγικό μήνυμα «ούτε δεξιά ούτε αριστερά» μοιάζει πιο απαραίτητη από ποτέ η ανάγκη να ξανασκεφτούμε τη διαιρετική τομή Δεξιάς και Αριστεράς με τους όρους του έτους 2014, όχι με τους όρους του 1944, του 1965 ή και του 1989.
 Ανάμεσα στο «όλοι οι καλοί Ελληνες χωρούν» και στη φαντασίωση μιας κάθετης διαίρεσης φίλων και εχθρών, ανάμεσα στην έλλειψη ιδεολογικού συνόρου και στον ιδεολογικό αναχρονισμό των εμφυλίων, ανοίγεται το πεδίο των πραγματικών και επισφαλών αναμετρήσεων. Οχι μόνο με την παγίωση της ύφεσης αλλά με την επικίνδυνη παραγωγική, ποιοτική και οικολογική καχεξία του ελληνικού καπιταλισμού. Για να μην προχωρήσει περισσότερο η απαξίωση της ευρωπαϊκής και δυτικής μας ταυτότητας που κατοχυρώθηκε μετά το 1974. Και για να μην κυριαρχήσει στον κοινό νου ο εθνικισμός ως μοναδικός χειριστής της συλλογικής αγωνίας και της ιδέας του γενικού συμφέροντος.
 Μια τέτοια πολύπλευρη, διανοητική και πολιτική, αναμέτρηση με τους κινδύνους τού σήμερα και τα ιδεολογικά παραπροϊόντα της κρίσης θα ήταν ο καλύτερος τρόπος να μην ξεχάσουμε τη Μεταπολίτευση αλλά, θάβοντας όσα πρέπει επιτέλους να ταφούν, να ανανεώσουμε τη θετική της κληρονομιά. Οσο, αντίθετα, η εμπειρία αυτών των χρόνων –που υπήρξαν για πολλούς από εμάς τόσο η πολιτική όσο και η αισθηματική μας αγωγή– θα γίνεται απλώς πρόσχημα για να διεξάγουμε ανόητους πολιτικούς και πολιτισμικούς πολέμους, όσο δηλαδή θα λείπει ο ειλικρινής αναστοχασμός, τόσο θα μεγαλώνει και ο κίνδυνος μιας δυσάρεστης έκπληξης: εκεί που περιμένουμε τη νέα Μεταπολίτευση να προκύψει μια εποχή διαλυτικής αστάθειας και νεοσυντηρητικών οπισθοδρομήσεων. Το ζήτημα είναι να έχουμε πλήρη συνείδηση και αυτού του ρίσκου.

*Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών στο ΑΠΘ
 Εφημερίδα των Συντακτών 21/7/2014