Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

Η Ευρώπη επιτέλους να αποφασίσει για Ελλάδα


Jean Pisani-Ferry*

Για τρίτη φορά μέσα σε τρία χρόνια η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στην Ελλάδα είναι ασυνεπής.

Η πρώτη φορά ήταν την περίοδο 2009-2010 όταν ο τότε πρωθυπουργός της χώρας Γιώργος Παπανδρέου δήλωσε ότι θα χρειαζόταν τη στήριξη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η ευρωπαϊκή απάντηση ήταν να απορριφθεί η αρχή της παρέμβασης του ΔΝΤ, χωρίς ωστόσο να προτείνεται κάποια εναλλακτική. Πέρασαν αρκετοί μήνες για να βρεθεί μία λύση -τον Μάιο του 2010- με τον συνδυασμό στήριξης από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ, υπό προϋποθέσεις.

Η δεύτερη φορά ήταν την περίοδο 2010-2011 όταν ο κίνδυνος για ελληνική χρεοκοπία έγινε άμεσος. Τότε προέκυψαν δύο στρατόπεδα: Το πρώτο ζητούσε άμεση αναδιάρθρωση του χρέους, τονίζοντας ότι η Ελλάδα ήταν μία μοναδική περίπτωση και πως θα μπορούσαν να πειστούν οι αγορές ότι δεν θα ακολουθήσει και άλλη χώρα τον ίδιο δρόμο. Το άλλο στρατόπεδο τόνιζε ότι θα υπάρξει κίνδυνος ντόμινο και ζήτησε να στηριχτεί η Αθήνα μέσω φθηνών δανείων.

Ο συμβιβασμός στον οποίο κατέληξαν ήταν να χρηματοδοτηθεί η Ελλάδα με επιτόκια που πρακτικά την τιμωρούν, αφήνοντας παράλληλα τις αγορές να πιστεύουν ότι ενδέχεται να υπάρξει και αναδιάρθρωση χρέους, αλλά αργότερα. Και οι δύο θέσεις, μεμονωμένα, ήταν συνεπείς. Η συμβιβαστική λύση, όμως, όχι. Πέρασε περισσότερο από ένας χρόνος, μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του 2011, για να αναγνωριστεί αυτή η αντίφαση. 
Τώρα είναι η τρίτη φορά. Και πάλι η Ευρώπη είναι διχασμένη. Το ένα στρατόπεδο, στο οποίο εκπροσωπείται σθεναρά η βόρεια Ευρώπη, θεωρεί ότι η Ελλάδα θα πρέπει να αποχωρήσει από την ευρωζώνη επειδή δεν εναρμονίζεται με αυτή οικονομικά αλλά ούτε και πολιτικά. Την άποψη αυτή συμμερίζονται τόσο οι ευρωσκεπτικιστές (που θέλουν να δείξουν ότι η έξοδος είναι εφικτή) όσο και οι ευρωπαϊστές (που ελπίζουν ότι θα κερδίσουν την αντιπολίτευση στην κατεύθυνση της περαιτέρω ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης). Το δεύτερο στρατόπεδο, που είναι πιο έντονο στη Γαλλία και στη νότια Ευρώπη, δηλώνει ανένδοτα ότι η ενότητα της ευρωζώνης θα πρέπει να διατηρηθεί, διότι η αποχώρηση της Ελλάδας θα έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις και σε άλλες χώρες του Νότου.

Και σε αυτήν την περίπτωση, η κάθε μία εξ αυτών των θέσεων είναι συνεπής. Δεν είναι όμως συνεπές το να καλείται μία χώρα να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να ανταποκριθεί στους στόχους του προγράμματος ενώ παράλληλα τροφοδοτούνται σενάρια επιβεβλημένης εξόδου.

Για τους εγχώριους παράγοντες, ο κίνδυνος οικονομικών αναταραχών που συνεπάγεται η αποβολή της χώρας λειτουργεί ως κίνητρο για την εξαγωγή κεφαλαίων ή τη συσσώρευση ρευστότητας. Για τους ξένους επενδυτές -συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων του εξωτερικού- η κατάσταση αυτή δημιουργεί αντικίνητρο για επενδύσεις στην Ελλάδα με την ελπίδα ότι θα υπάρξουν ακόμη χαμηλότερες τιμές στο μέλλον.

Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν θα πρέπει να αναρωτιέται κανείς γιατί οι επενδύσεις το πρώτο τρίμηνο ήταν στο 46% του επιπέδου που ίσχυε προ τετραετίας (αντιθέτως, απορεί κανείς πώς είναι δυνατόν να διατηρούνται σε τόσο υψηλά επίπεδα). Χωρίς επενδύσεις, όμως, και χωρίς ανάκαμψη της εμπιστοσύνης, η Ελλάδα θα παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο ύφεσης. Όσες προσπάθειες και να καταβάλει είναι αδύνατον να πετύχει τους στόχους των πιστωτών.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να αποφασίσουν. Εάν πραγματικά πιστεύουν ότι θα είναι σε καλύτερη θέση χωρίς την Ελλάδα τότε θα πρέπει να της προτείνουν ένα πακέτο εξόδου. Προφανώς, η ελληνική αποχώρηση θα τους κοστίσει σημαντικά, γιατί η απότομη υποτίμηση του εθνικού νομίσματος που αναμφίβολα θα ακολουθήσει θα αναγκάσει την Αθήνα να χρεοκοπήσει στις υποχρεώσεις της σε ευρώ. Επίσης, η Αθήνα θα εξακολουθεί να χρειάζεται οικονομική στήριξη, αν μη τι άλλο γιατί απέχει πολύ από την εξισορρόπηση του προϋπολογισμού και του εξωτερικού της ισοζυγίου. Η αξιοπιστία του ευρώ επίσης θα τραυματιστεί. Θα πρέπει να προστατευτούν και άλλες χώρες από τον κίνδυνο μετάδοσης. Και τέλος, η Ε.Ε. δεν μπορεί να ξεχάσει την Ελλάδα γιατί εξακολουθεί να παραμένει στην Ευρώπη και θα έχει σημασία για όλη την ήπειρο.

Έτσι, με μία πιο στενή ανάλυση, η επιλογή αυτή γίνεται λιγότερο ελκυστική και πιο επικίνδυνη από ό,τι μοιάζει με την πρώτη ματιά. Τουλάχιστον, όμως, έχει μία λογική.

Εάν οι Ευρωπαίοι αποδεχθούν ότι η ελληνική έξοδος δεν είναι προς το συμφέρον τους, τότε θα πρέπει να αναγνωρίσουν τις προσπάθειες που γίνονται και να δώσουν μία πραγματική ευκαιρία για προσαρμογή και ανάκαμψη εντός της ευρωζώνης. Προφανώς δεν μπορούν να απαλείψουν πλήρως τον κίνδυνο επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Μπορούν, όμως, να δείξουν ότι αυτός ο δρόμος είναι ο λιγότερο πιθανός. Αυτό σημαίνει ότι εκτός από τη λογική επέκταση του προγράμματος στήριξης θα υπάρξουν σαφή μηνύματα ότι η Ευρώπη πιστεύει στην πιθανότητα επιτυχίας.

Μία πιθανότητα, που βεβαίως ενέχει δυσκολίες, θα ήταν το κούρεμα του χρέους προς τους επίσημους πιστωτές - με άλλα λόγια στο χρέος που κατέχει ο δημόσιος τομέας. Μία άλλη πιθανότητα θα ήταν η προώθηση κρατικών και ιδιωτικών επενδύσεων μέσω ανταλλαγής τίτλων χρέους με επενδύσεις από διεθνείς χρηματοοικονομικούς οργανισμούς (όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Επενδύσεων) ή με την αναβίωση του σχεδίου Eureka που πρότεινε η συμβουλευτική Roland Berger και τόσο πολύ χλευάστηκε.

Το κλειδί είναι ότι για να πιστέψουν οι παράγοντες του ιδιωτικού τομέα στην ανάκαμψη της Ελλάδας θα πρέπει οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι να επενδύσουν σε αυτήν.

Όταν ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς θα συναντηθεί με τους Ευρωπαίους ηγέτες αυτήν την εβδομάδα θα πρέπει να τους προσφέρει ένα μικρό δώρο σε αντάλλαγμα: ένα θερινό ανάγνωσμα. Ένα αντίγραφο από το θεατρικό έργο του Alfred de Musset «Μία πόρτα πρέπει να είναι ανοιχτή ή κλειστή». Είναι σύντομο και εμπνευσμένο.


*Ο Jean Pisani-Ferry είναι Γάλλος οικονομολόγος και διευθυντής του οικονομικού ινστιτούτου Bruegel.
ΠΗΓΗ: FT.com


www.euro2day.gr  22/8/2012




Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

Τρία καρπούζια στην ίδια μασχάλη

Του Γιάννη Βούλγαρη

Τρία καρπούζια στην ίδια μασχάλη είναι υποχρεωμένη να φορτωθεί η Ελλάδα στην πιο κρίσιμη φάση της πρόσφατης ιστορίας της. Το πρώτο και μεγαλύτερο, να παραμείνει στο ευρώ. Το δεύτερο, να μάθει να λειτουργεί με συμμαχικές κυβερνήσεις. Το τρίτο, να αναμορφώσει το κομματικό σύστημα. Και τα τρία είναι αλληλεξαρτημένα, αλλά επικαθορίζονται από το πρώτο, με την έννοια ότι αν υποχρεωθούμε σε μια άτακτη μετάβαση στη δραχμή, τότε οι πολιτικές - κομματικές εξελίξεις θα σαρώσουν τόσο τη συμπολίτευση όσο και την αντιπολίτευση.
Η παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ δεν εξαρτάται τόσο από τα πακέτα και τα Μνημόνια. Εξαρτάται από την ανάκτηση της πολιτικής αξιοπιστίας ως προς τους εταίρους και από τη συνολική απάντηση που θα δώσει η ΕΕ για να σώσει το κλυδωνιζόμενο ευρώ. Με αυτή τη σειρά. Το επεισόδιο της διαφωνίας των τριών αρχηγών για το πακέτο μέτρων που παρακολουθήσαμε αυτή την εβδομάδα είναι χαρακτηριστικό. Οι προτάσεις που παρουσίασε ο κ. Βενιζέλος είναι εύλογες και συμβάλλουν στη διαδικασία αναδιαπραγμάτευσης του Μνημονίου. Μόνο που αν προέτασσε αυτόν τον στόχο, όχι αναδιαπραγμάτευση, ούτε ραντεβού δεν θα του έκλειναν οι ηγέτες της ευρωζώνης, του Ολάντ περιλαμβανομένου. Το ξέρει και ο ίδιος. Από την άλλη, η αναδιαπραγμάτευση θα γίνει και θα γίνει σύντομα, χωρίς να σημαίνει ότι η προσπάθεια θα είναι μικρότερη. Το πακέτο μέτρων θα αναθεωρηθεί πλειστάκις τους επόμενους μήνες. Επί τα χείρω αν παραταθεί η σημερινή ανασφάλεια για το ευρώ, επί τα βελτίω αν η ΕΚΤ και η ευρωζώνη «κάνουν ό,τι χρειαστεί» για να το σώσουν, κατά την άσφαιρη, όπως αποδείχτηκε, ρήση του Ντράγκι.

Οπως πριν, έτσι και τώρα, δεν αρκεί η «ανάκτηση της αξιοπιστίας», χρειάζεται εθνικό σχέδιο και αλλαγή του τρόπου τεχνικής και πολιτικής διαπραγμάτευσης (Π. Κ. Ιωακειμίδης, «ΤΑ ΝΕΑ» 27/7/2012). Γιατί δεν αρκεί η Ελλάδα «να μείνει στο ευρώ», πρέπει να ξαναγίνει έγκυρος εταίρος. Χωρίς το δεύτερο, γίνεται δυσκολότερο το πρώτο. Η επανάκτηση ενός επαρκούς βαθμού εθνικής κυριαρχίας είναι αναγκαία για να αποκατασταθεί η συμβολική ισχύς του κράτους, που με τη σειρά της ενισχύει την κοινωνική συνοχή. Ενα κράτος άθυρμα και παρίας σημαίνει μια κοινωνία σκόρπιων ατόμων, συντεχνιών και συμμοριών.
Το συνεχώς αναζητούμενο και μηδέποτε ευρισκόμενο «εθνικό σχέδιο» δεν είναι ένα σύνολο μέτρων. Είναι μια άποψη για το νέο παραγωγικό μοντέλο που χρειάζεται η χώρα και μια αναδιανεμητική κοινωνική συμφωνία. Το κρατικιστικό - πελατειακό μοντέλο της Μεταπολίτευσης παρήγαγε μια ιεραρχική κατανομή εισοδημάτων και ευκαιριών οικονομικά παθογενή και κοινωνικά άδικη. Η συνέχιση της χρηματοδότησής της με δανεικά δεν είναι πλέον εφικτή. Πώς αλλάζει αυτή η ιεραρχική κατανομή σε συνθήκες μακρόχρονης ισορροπίας εσόδων - δαπανών όπως πρέπει να είναι ο στόχος μας; Πώς θα γίνει κοινωνικά εμφανές ποιος πληρώνει τι και πόσο, για το εισόδημα ποιου, πόσο και γιατί; Πώς θα μεγαλώσει για όλους η πίττα μέσω της αύξησης της εθνικής παραγωγικότητας; Με ποια ηθικά και κοινωνικά κριτήρια θα γίνουν οι αντίστοιχες πολιτικές επιλογές; Αυτό είναι στην ουσία το εθνικό σχέδιο. Εδώ κρίνονται οι κομματικές προτάσεις και εδώ αναδεικνύονται οι ιδιαίτερες ταυτότητες των κομμάτων.

Αναγκαίος όρος για να ξαναβγεί η χώρα στην επιφάνεια είναι να υπάρχει μια ισχυρή κεντρική πολιτική βούληση που να κρατήσει σταθερά το τιμόνι. Οι συνθήκες το έφεραν ώστε ο κλήρος να πέσει σε μια συμμαχική κυβέρνηση. Η μόνη δυνατή στις δεδομένες συνθήκες και η τελευταία κυβέρνηση του ευρώ αν αποτύχει. Η σύγχρονη Ελλάδα δεν έχει εμπειρία συμμαχικών κυβερνήσεων που να μην είναι βραχύβιου ειδικού σκοπού και περιορισμένων καθηκόντων. Τώρα θα κάνει τα πρώτα μαθήματα στη νέα κατάσταση γιατί τώρα η επίτευξη του σκοπού χρειάζεται ευρύτερο χρονικό ορίζοντα. Πιστεύω ότι η σύλληψη και η λειτουργία του σημερινού σχήματος από τους κυβερνητικούς εταίρους είναι προβληματική. Είναι ένα υβρίδιο: κυβέρνηση ΝΔ με την ανοχή των άλλων δύο κομμάτων. Αυτή η μορφή δεν εγγυάται ούτε μακροημέρευση ούτε ισχυρή κεντρική πολιτική βούληση. Τα συνεργαζόμενα κόμματα πρέπει να εξετάσουν πιο συστηματικά τις πρακτικές και τα προβλήματα που έχουν τα συμμαχικά σχήματα, για τα οποία άλλωστε υπάρχει πλούσια εμπειρία καθώς αποτέλεσαν το 75% των κυβερνήσεων στη μεταπολεμική Ευρώπη. Ποια μέτρα πρέπει να πάρουν ώστε να μην εκδηλωθεί η παρατηρημένη ροπή των πολυκομματικών κυβερνήσεων προς την αύξηση των δημόσιων δαπανών; Ποιες πρακτικές ανοιχτής εκδήλωσης των διαφορετικών απόψεων θα συμφωνηθούν, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η κυβερνητική συνοχή αλλά και η αναγκαία εκδήλωση της διαφορετικότητας των κομμάτων; Πώς περιορίζονται τα ρητά και άρρητα veto που μπορεί να ασκούν οι εταίροι, έτσι ώστε να μη συρρικνωθεί ασφυκτικά η ατζέντα της κυβέρνησης; Πώς περιορίζονται οι πρακτικές της αναζήτησης εναλλασσόμενων πλειοψηφιών μέσα στη Βουλή ανάλογα με την επιμέρους ατζέντα του κάθε κυβερνητικού κόμματος, για να μην καταντήσει η κυβερνητική πλειοψηφία σκορποχώρι; Πώς επιδρά το συμμαχικό κυβερνητικό σχήμα στην εσωτερική ζωή των κομμάτων, ιδίως στις εξουσίες του αρχηγού; Τα ερωτήματα αφορούν και τους τρεις εταίρους. Φαίνεται παράδοξο, αλλά οι δύο μικρότεροι εταίροι (ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ) έχουν ίσο, αν όχι μεγαλύτερο κομματικό συμφέρον να πετύχει η συμμαχική κυβέρνηση. Η επιτυχία δεν θα χρεωθεί εξ ολοκλήρου στη ΝΔ, αντίθετα η αποτυχία θα εισπραχτεί μέχρι δεκάρας από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Τέτοια ερωτήματα και προβλήματα παραπέμπουν στην τρίτη διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Τη μετάβαση σε ένα νέο κομματικό σύστημα το οποίο δεν έχει δείξει ακόμα τη μορφή του. Θα επανέλθουμε γρήγορα σε έναν νέο δικομματισμό ΝΔ - ΣΥΡΙΖΑ; Θα παραταθεί σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα το πολυκομματικό σύστημα και οι συμμαχικές κυβερνήσεις; Οι απαντήσεις θα καθοριστούν από δύο κυρίως διαδικασίες. Η πρώτη είναι η πορεία «ενσωμάτωσης» του ΣΥΡΙΖΑ στην επιλογή της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ. Γεγονός που σημαίνει ότι θα πείσει πως είναι διατεθειμένος να λογαριαστεί με τις δυσκολίες και τα σκληρά διλήμματα που αυτό συνεπάγεται. Οι μετεκλογικές αντιδράσεις του κόμματος πηγαίνουν στην αντίθετη κατεύθυνση ενώ, όπως γράφτηκε, στο στελεχικό δυναμικό του ενισχύονται οι υποστηρικτές της επιστροφής στη δραχμή. Η δεύτερη είναι η ανασυγκρότηση του προοδευτικού πόλου μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ με όρους κοινωνίας. Ο χώρος αυτός στον οποίο κινούνται το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ και ποικίλες συλλογικότητες είναι ο πιο ώριμος να συνδέσει το στενό κομματικό συμφέρον με την ανάγκη υπέρβασης των κρατικιστικών, πελατειακών, ανομικών και καταναλωτικών παθογενειών της μεταπολιτευτικής Ελλάδας στην προοπτική ενός νέου προοδευτικού ευρωπαϊσμού. Θα αφήσει αυτός ο χώρος τον εαυτό του να συνθλιβεί μεταξύ δύο επίδοξων αλλά ακατάλληλων πόλων ενός νέου διπολισμού ή θα βρει τις δυνάμεις να ανακτήσει με νέους όρους τον πρωτοποριακό ρόλο που είχε στη διαμόρφωση της σύγχρονης δημοκρατικής Ελλάδας; Οσο πιο αποφασιστικά και καθαρά τεθεί το ζήτημα τόσο πιο γρήγορα θα εμφανιστούν οι νέες δυνάμεις, το νέο πολιτικό προσωπικό που θα αναμετρηθεί με το στοίχημα. Προς το παρόν, μοιάζει με άσκηση βολονταρισμού. Αλλά ο βολονταρισμός είναι συστατικό των βαθύτερων κοινωνικών διεργασιών.
 
NEA 8/4/2012

Ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με

Του Νικου Γ. Ξυδακη  
  
Η διανομή τροφίμων από τη Χρυσή Αυγή, στην πλατεία Συντάγματος, μόνο σε όσους επεδείκνυαν ελληνική ταυτότητα και κατεγράφοντο τα στοιχεία του αίματός τους, προσημαίνει την ώρα μηδέν για την ελληνική κοινωνία, την ώρα της ηθικής και ψυχικής της αποσάθρωσης.
Μόνο ντροπή μπορεί να νιώσει ένας Ελληνας, ακόμη και στην πληγωμένη Ελλάδα του 2012, όταν μελανοχίτωνες μοιράζουν μακαρόνια εξετάζοντας το αίμα του πεινώντος. Ντροπή, γιατί αυτή η ωμά ρατσιστική ενέργεια διεξάγεται υπό τη σκιά της δημοκρατικής Βουλής των Ελλήνων. Ντροπή, γιατί η διάκριση αίματος ποδοπατά όλες τις παραδόσεις ελληνικού πολιτισμού, όπως κι αν τις δει κανείς, από τον Ξένιο Δία και την Αθηνά Ξενία των ομόγλωσσων αρχαίων προγόνων έως τον Καππαδόκη Μέγα Βασίλειο τον ελληνοχριστιανό ομόδοξο: «Εάν εύρης εχθρόν που ευρίσκεται εις δυσκολίαν μη προσθέσης εις την οργήν που σε κατέχει την εκδίκησιν, αλλά να τον θρέψης όπως εκείνος έθρεψε τους αδελφούς που τον επώλησαν». (Μ. Βασίλειος, Εν λιμώ και αυχμώ).
Ντροπή. Και δέος για το τι περιμένει όποιον περιφρονεί ιδρυτικές συνθήκες της ανθρωπιάς: «Ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με, γυμνός και ου περιεβάλετέ με, ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ με». Ας μην αναρωτηθεί κανείς μωρός σήμερα: «Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα ή διψώντα ή ξένον ή γυμνόν ή ασθενή ή εν φυλακή και ου διηκονήσαμέν σοι;». Η απάντηση θα είναι πάντα η ίδια, τρομερή και ισχύουσα: «Εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε. Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον» (Ματθ. 25:41-46)
Κόλαση είναι ο κόσμος του αρχέγονου αίματος και της ωμής βίας, τα μακαρόνια του μελανοχίτωνα φουσκωτού. Κι όσοι προσπερνούν τέτοιες ωμότητες, με μικροδικαιολογίες και μουρμουρητά, ας ετοιμαστούν να δείχνουν εφεξής ταυτότητα και αίμα, για να μιλούν, να σκέφτονται, να αναπνέουν


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 4/8/2012

Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

Φανταζεστε έναν κόσμο με "Ελεύθερη Ενέργεια";


10 Ιουλίου 1856 :Γέννηση του Νίκολα Τέσλα

Ένας σύγχρονος Προμηθέας

           
Για μία εξαιρετική παρουσίαση για τον Τέσλα , προτείνω να απευθυνθείτε  εδω 

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

Επίκουρος ( σκέψεις για τραγικές στιγμές)


    •   Ο θάνατος δεν είναι τίποτε για εμάς, διότι αυτό που έχει αποσυντεθεί  δεν αισθάνεται   και αυτό που δεν αισθάνεται δεν είναι τίποτε για εμάς..
    • Όριο του μεγέθους των ηδονών είναι η εξάλειψη κάθε πόνου. Όπου είναι παρούσα η ηδονή και για όσο διάστημα είναι παρούσα, δεν υπάρχει τίποτε που να προξενεί πόνο ή λύπη ή και τα δύο μαζί.
    • Είναι αδύνατον να ζεις ευχάριστα χωρίς να ζεις σοφά, έντιμα και δίκαια και είναι αδύνατον να ζεις σοφά έντιμα και δίκαια χωρίς να ζεις ευχάριστα.
    • Ο δίκαιος άνθρωπος έχει ηρεμία, ενώ ο άδικος είναι γεμάτος ταραχή.
    • Από τα αγαθά που παρέχει η σοφία για τη μακαριότητα της ζωής στο σύνολό της το μέγιστο είναι η απόκτηση της φιλίας.
    •  [Οι άνθρωποι], καθώς είναι εξοικειωμένοι διαρκώς με τις δικές τους αρετές, αποδέχονται τους ομοίους τους και θεωρούν ξένο κάθε τι το διαφορετικό.
    • Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, ενώ ο θάνατος είναι ακριβώς η στέρηση της αίσθησης.
    • Ούτε όταν κάποιος είναι νέος να αργοπορεί να φιλοσοφήσει, ούτε όταν είναι γέρος να καταπονείται φιλοσοφώντας. [...] Πρέπει, λοιπόν, να φιλοσοφεί και ο νέος και ο γέρος: ο ένας ώστε, καθώς γερνά, να παραμένει νέος μέσα στα αγαθά – από ευγνωμοσύνη προς τα όσα έγιναν -, και ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος, καθώς θα είναι απαλλαγμένος από το φόβο για όσα θα γίνουν.
    • Για εκείνον που κατανόησε πραγματικά ότι δεν υπάρχει τίποτε το φρικτό στο να μη ζει, δεν υπάρχει τίποτε το φριχτό στο να ζει. Επομένως, είναι ανόητος όποιος λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι επειδή θα υποφέρει όταν έρθει ο θάνατος, αλλά επειδή υποφέρει στη σκέψη ότι θα έρθει.
    • Το πιο φοβερό από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτε για εμάς – στον βαθμό που όσο υπάρχουμε, δεν είναι παρών· κι όταν πάλι είναι παρών εκείνος, τότε δεν υπάρχουμε εμείς. Άρα ο θάνατος δεν υπάρχει ούτε για τους ζωντανούς ούτε για τους πεθαμένους – εφόσον για τους πρώτους δεν υπάρχει, ενώ οι άλλοι δεν υπάρχουν πια.
    • Πρέπει να θυμόμαστε ότι το μέλλον δεν είναι ούτε εντελώς δικό μας ούτε κι εντελώς ξένο μας, ώστε ούτε να περιμένουμε με βεβαιότητα ότι θα έρθει, ούτε να απελπιζόμαστε ότι σίγουρα δε θα έρθει.
    • Την ηδονή την έχουμε ανάγκη ακριβώς τότε, όταν πονούμε από την απουσία της∙ ενώ όταν δεν πονούμε, δεν την χρειαζόμαστε πια.
    • Θεωρούμε ότι η αυτάρκεια είναι μέγιστο αγαθό, όχι για να χρησιμοποιούμε πάντοτε τα λίγα, αλλά για να μπορούμε, όταν δεν έχουμε πολλά, να αρκούμαστε στα λίγα, πιστεύοντας στ’ αλήθεια ότι την πολυτέλεια την απολαμβάνουν ηδονικότερα εκείνοι που την έχουν μικρότερη ανάγκη και ότι κάθε τι φυσικό το αποκτούμε εύκολα, ενώ το μάταιο δύσκολα.
    • Διόλου δε μοιάζει με ζώο θνητό ο άνθρωπος που ζει μέσα σε αθάνατα αγαθά.
    • Κάθε σωματικός πόνος είναι αξιοκαταφρόνητος• αυτός που πονά πολύ διαρκεί λίγο, ενώ αυτός που χρονίζει στη σάρκα προξενεί ήπιο πόνο.
    • Αυτός που αδικεί είναι δύσκολο να ξεφύγει• αλλά να βεβαιωθεί πως θα συνεχίζει να ξεφεύγει είναι αδύνατον.
    • Η ανάγκη είναι κακό, αλλά δεν είναι αναγκαίο να ζούμε υπό καθεστώς ανάγκης.
    • Γεννηθήκαμε μια φορά και δεν γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη• και κατ’ ανάγκην δεν υπάρχει πια κάτι αιώνια. Όμως εσύ, που δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία σου: και η ζωή σπαταλιέται στις αναβολές κι ο καθένας μας πεθαίνει γεμάτος ασχολίες.
    • Αν αφαιρέσουμε την όψη, τη συνομιλία και τη συναναστροφή, σβήνει το ερωτικό πάθος.
    • Ο γέρος που λησμονεί το αγαθό που συνέβη είναι σαν να γεννήθηκε σήμερα.
    • Η φτώχεια, αν υπολογιστεί με μέτρο τον σκοπό της φύσης, είναι μεγάλος πλούτος• ενώ ο πλούτος που δεν του έχουν τεθεί όρια είναι μεγάλη φτώχεια.
    • Δεν πρέπει να αποδεχόμαστε ούτε τους πολύ βιαστικούς στη φιλία ούτε τους πολύ διστακτικούς∙ γιατί για χάρη της φιλίας χρειάζεται και να διακινδυνεύουμε.
    • Δεν έχουμε τόσο ανάγκη τη βοήθεια των φίλων μας, όσο τη βεβαιότητα για τη βοήθειά τους.
    • Είναι μικρός από κάθε άποψη ο άνθρωπος που έχει πολλούς και καλούς λόγους να εγκαταλείψει τη ζωή.
    • Φίλος δεν είναι ούτε εκείνος που διαρκώς επιζητεί το χρήσιμο ούτε εκείνος που ποτέ δεν το συνδιάζει με τη φιλία. Γιατί ο ένας, με πρόσχημα την ευεργεσία, εμπορεύεται το αντάλλαγμα, ενώ ο άλλος σκοτώνει την καλή ελπίδα για το μέλλον.
    • Η φιλία σέρνει το χορό της ολόγυρα στην οικουμένη, κηρύττοντας σε όλους μας να σηκωθούμε για το μακαρισμό.
    • Υπάρχει και στην απλότητα ένα μέτρο και όποιος δεν το λογαριάζει παθαίνει ό,τι συμβαίνει σ’ εκείνον που δεν έχει όρια.
    • Στον πόνο των φίλων συμπάσχουμε όχι θρηνώντας αλλά μεριμνώντας γι’ αυτούς.
    • Στην κοινή φιλοσοφική αναζήτηση κερδίζει περισσότερα αυτός που έμαθε περισσότερα: ο ηττημένος.
    • Η ελευθερία, ο μέγιστος καρπός της αυτάρκειας.

Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

Εντολή για ευρωπαϊκή Ελλάδα

 Του Γιάννη Βούλγαρη
Οι δύο εκλογές, της 6ης Μαΐου και της 17ης Ιουνίου, είχαν η καθεμία το δικό της κύριο χαρακτηριστικό. Οι πρώτες ήταν εκλογές αποδόμησης. Δεν είναι πολλά τα παραδείγματα τόσο βίαιης αποδόμησης κομματικών συστημάτων. Πρόχειρα θα μνημονεύαμε τις περιπτώσεις της Ιταλίας και ίσως της Ιαπωνίας στη δεκαετία του '90, εξαιτίας του τέλους του διπολικού κόσμου. Ή, από την άλλη, η έκρηξη του δεξιού λαϊκισμού στις βορειοευρωπαϊκές χώρες με αιχμή το Μεταναστευτικό και τους «τεμπέληδες του Νότου», που εκτίναξε κόμματα όπως οι «αληθινοί Φινλανδοί» από το τίποτα στο 19% μέσα σε λίγα χρόνια. Και στη δική μας περίπτωση, η βιαιότητα της ανατροπής προέκυψε από τον συνδυασμό της οικονομικοκοινωνικής και της πολιτισμικής κρίσης. Η χρεοκοπία, πέρα από τις κοινωνικές επιπτώσεις, σκοτείνιασε τον γεωπολιτικό και συμβολικό ρόλο της «Ευρώπης» που λειτουργούσε τα τελευταία 25 χρόνια ως πλαίσιο αναφοράς του κομματικού συστήματος. Αντιδιαμετρικά με τις βορειοευρωπαϊκές χώρες, εδώ η διαμαρτυρία και η οργή ενίσχυσαν τον αριστερό κυρίως λαϊκισμό που εκφράστηκε με την εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ, ταυτόχρονα όμως διεύρυνε και τον ακροδεξιό, νομιμοποιώντας μάλιστα την ακραία εκδοχή του με τη Χρυσή Αυγή. Σε κάθε περίπτωση, η εκλογική αποδόμηση άφησε θραύσματα και παρήγαγε μια διάταξη κομμάτων και πολιτικών πόλων πιο σύνθετων από την απλοποιητική εικόνα μιας διχασμένης Ελλάδας που συχνά χρησιμοποιούμε εσχάτως. Η υπαγωγή της συνθετότητας στην αντίθεση «Μνημόνιο - αντιμνημόνιο» ήταν μια νίκη στη μάχη της ορολογίας, που άρκεσε για να αποδεκατίσει κυρίως το ΠΑΣΟΚ, αλλά η διάταξη δυνάμεων που προέκυψε ήταν περισσότερο πολύπλοκη, όπως γρήγορα αποδείχθηκε.

Πράγματι, οι εκλογές της 17ης Ιουνίου έκαναν πιο σύνθετα τα διλήμματα, οργάνωσαν διαφορετικά τον προηγούμενο κατακερματισμό, δίνοντάς του διαφορετική κατεύθυνση. Κυρίως γιατί έδωσαν σαφή πολιτική και κοινοβουλευτική εντολή η Ελλάδα να αντιμετωπίσει την εθνική κρίση στο πλαίσιο του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Υπέδειξαν μια συμπαράταξη φιλευρωπαϊκών δυνάμεων για να πραγματοποιήσει τη συγκεκριμένη εντολή. Αναγνώρισαν ότι ήταν η μόνη πραγματική θετική στρατηγική επιλογή που υποβλήθηκε στο εκλογικό σώμα. Προσέφεραν μια ευρεία παραγωγική - κοινωνική βάση στην ευρωπαϊκή στρατηγική στον κόσμο τόσο των μισθωτών όσο και των αυτοαπασχολουμένων. Επισήμαναν επίσης ότι αυτή η επιλογή πρέπει να λάβει τη μορφή ενός δικού μας, αυτόνομου, εθνικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων με στόχο την ανάπτυξη, τη δημοσιονομική ισορροπία, την ανταγωνιστικότητα και σε τελική ανάλυση την αποκατάσταση της αξιοπρέπειας της χώρας. Στο εθνικό σχέδιο θα ενσωματωθούν τόσο η επαναδιαπραγμάτευση μέτρων του Μνημονίου όσο και η εφαρμογή του.

Σε αυτές τις εκλογές δεν υπήρξε άλλη πρόταση ούτε εναλλακτική στρατηγική, ούτε εναλλακτικό πολιτικοκοινωνικό μπλοκ. Οσο και αν αυξάνονται τα σημεία επαφής μεταξύ του δεξιού και του αριστερού άκρου, όσο και αν επικαλύπτεται ο δεξιός με τον αριστερό λαϊκισμό, είναι δύσκολο να συμπτύξουν εθνική πολιτική πρόταση ο Καμμένος, ο Τσίπρας και το ΚΚΕ, για να μην αναφέρουμε τη Χρυσή Αυγή. Υπήρξε ένας κόσμος της διαμαρτυρίας ευρύς, αλλά πολιτικά αντιφατικός και εσωτερικά αλληλεξουδετερωνόμενος. Επιπλέον, η συνεκτική λειτουργία τού «όχι στο Μνημόνιο» μετριάστηκε όχι γιατί «τρομοκρατήθηκε» ο ψηφοφόρος, αλλά γιατί έκρινε τις συνέπειες. Πόσω μάλλον που είδε τις «αντιμνημονιακές» δυνάμεις να ξαναμαγειρεύουν τη «γραμμή» βάζοντας περισσότερο ευρώ στη συνταγή. Τα ζιγκ ζαγκ και η διγλωσσία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικά. Ετσι, οι εκλογές της 17ης Ιουνίου νομιμοποίησαν πολιτικά τη μόνη στρατηγική πρόταση που κατατέθηκε στον ελληνικό λαό. Στη γενική αναγνώριση αυτής της νομιμοποίησης, το τόξο των φιλευρωπαϊκών δυνάμεων δεν πρέπει να κάνει ούτε χιλιοστό πίσω, ούτε στο πολιτικό, ούτε στο επικοινωνιακό, ούτε στο μαζικό επίπεδο.

Οι εκλογές παράλληλα ενίσχυσαν το άθροισμα των δύο πρώτων κομμάτων - η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ άθροισαν 56,5% -, αλλά ο πολυκομματικός χαρακτήρας της Βουλής διατηρήθηκε. Πρόκειται για πρόσκαιρη ισορροπία στην κατεύθυνση ενός νέου δικομματισμού; 
 Πιστεύω ότι η εξέλιξη του νέου πολιτικού σκηνικού, είτε προς έναν νέο δικομματισμό μικρότερων έστω διαστάσεων είτε σε έναν πολυκομματισμό όπως ισχύει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, είναι μια ανοιχτή υπόθεση, γιατί εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ο σημαντικότερος από αυτούς αφορά την εξέλιξη της ευρωζώνης. Αν υπάρξει μια σταθεροποίηση της προοπτικής του ευρώ, είναι πιθανό το ελληνικό κομματικό σύστημα να παρατείνει τον σημερινό πολυκομματικό του χαρακτήρα. Και στην ελληνική κοινωνία όμως υπάρχουν παράγοντες που συμβάλλουν στη συντήρηση του πολυκομματικού συστήματος. Παρά την εικόνα του διχασμού, νομίζω ότι οι παραστάσεις και οι επιλογές των πολιτών καθορίζονται από τέσσερα μεγάλα ζητήματα που το καθένα έχει τη δική του αυτονομία και επιρροή: το ευρώ (δηλαδή η προτεραιότητα στην παραμονή μας στην Ευρώπη)• το «αντιμνημόνιο» (με ποικιλία απαντήσεων στο θέμα του ευρώ και της δραχμής)• το αίσθημα ασφάλειας (που συμπλέκει το Μεταναστευτικό, την ποινική και την πολιτική βία)• το «νέο» (με την έννοια της αντίδρασης στο μεταπολιτευτικό πολιτικό «κατεστημένο», αλλά και ορισμένες φορές στο δημοκρατικό κεκτημένο). Οπως φαίνεται από την απλή καταγραφή, και τα τέσσερα βιώνονται υπό το πρίσμα της εθνικής χρεοκοπίας, κάποια όμως από αυτά προϋπήρξαν καθώς ανάγονται είτε σε ευρύτερες διαδικασίες όπως η παγκοσμιοποίηση (ασφάλεια) είτε στην «κόπωση» του πολιτικού συστήματος (το «νέο»). Επικοινωνιακά όλα τα κόμματα προσφέρουν μια απάντηση στο καθένα από τα τέσσερα μείζονα ζητήματα ανάλογα με την ιδεολογία τους, αλλά στην πραγματικότητα προκρίνουν κάποια προσπερνώντας τα υπόλοιπα. Ετσι, τα τέσσερα αυτά ζητήματα ορίζουν τέσσερις αντίστοιχες γραμμές σύγκρουσης (cleavages), που η καθεμιά διχοτομεί κατά διαφορετικό τρόπο τα επτά κοινοβουλευτικά κόμματα. Εξάλλου, κάποιες από αυτές (π.χ. ευρώ ή δραχμή, βία) διχάζουν εσωτερικά τα μεμονωμένα κόμματα (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ) περιορίζοντας τη δυνατότητά τους να αποτελέσουν πυλώνες ενός νέου ισχυρού δικομματισμού. Η διάχυση αυτή των μειζόνων ζητημάτων και οι μερικές απαντήσεις που τα κόμματα δίνουν αποτελούν το υπόβαθρο που μπορεί να συντηρήσει ένα πολυκομματικό σκηνικό και να καταστήσει αναγκαίες κυβερνήσεις συνεργασίας. Εφόσον βεβαίως αυτές αποδειχθούν αποτελεσματικές, διαφορετικά θα γεννηθούν πλειοψηφικά ρεύματα προς έναν νέο δικομματισμό στη βάση μιας διχαστικής αντιπαράθεσης: κυβέρνηση - αντιπολίτευση. Προσωπικά πιστεύω ότι σε αυτή την ιστορική περίοδο η διατήρηση του πολυκομματικού συστήματος και οι κυβερνητικές συνεργασίες είναι καλύτερες λύσεις, γιατί ούτε η ΝΔ ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελούν φερέγγυους πυλώνες ενός νέου δικομματισμού, ικανού να αντιμετωπίσει την κρίση και να διασφαλίσει την παραμονή μας στην ενωμένη Ευρώπη.

Αλλά, όπως είπαμε, οι κυβερνήσεις συνεργασίας πρέπει να πείθουν. Ανήκω σε αυτούς που ήλπιζαν ότι μετά τις εκλογές το τόξο των φιλευρωπαϊκών δυνάμεων θα ανταποκρινόταν στην ιστορική ευθύνη να μεταφράσει τη λαϊκή εντολή σε κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας. Το έκαναν εν μέρει, αναλαμβάνοντας το κόστος της υποστήριξης. Κατέληξαν όμως σε μια κυβέρνηση ΝΔ συν ορισμένες αξιόλογες προσωπικότητες από τους άλλους δύο χώρους• πρωτίστως γιατί, από όσα καταλάβαμε, το ΠΑΣΟΚ κρατήθηκε έξω, προσβλέποντας ίσως σε κάποιες εξελίξεις που εμείς οι κοινοί θνητοί δεν μπορούμε ακόμη να διακρίνουμε. Κοντολογίς, ο αγώνας για την υπέρβαση της εθνικής κρίσης παραμένοντας εντός του ευρώ συνεχίζεται.
ΝΕΑ 23/6/2012
Σημείωση από anestios: Ας κρατήσουμε τα υπογραμμισμένα στοιχεία στο μυαλό μας. Θα μας χρειαστούν , μαζί με άλλα ίσως , για ανάλυση στο άμεσο μέλλον

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Η δική μας 18η Μπρυμαίρ

Του Παύλου Τσίμα

Οι άνθρωποι, όταν αντιμετωπίζουν μιαν εντελώς νέα κατάσταση, σε καιρούς κρίσης και αναστάτωσης, «επικαλούνται με αγωνία τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους, δανείζονται τα ονόματά τους, τα πολεμικά τους συνθήματα, τις φορεσιές τους, για να παρουσιαστούν με αυτή τη σεβάσμια μεταμφίεση, με αυτή τη δανεισμένη γλώσσα στη νέα σκηνή».
Αυτή η περίφημη φράση του Μαρξ ταιριάζει τέλεια, νομίζω, σε αυτό που ζούμε δύο χρόνια τώρα. Η εντελώς νέα κατάσταση - το σκάσιμο της φούσκας, η χρεοκοπία, το Μνημόνιο, η επιτήρηση από τους πιστωτές - οδήγησε σε ένα τέτοιου είδους δάνειο από το παρελθόν. Κάποια στιγμή, ο «αντιμνημονιακός αγώνας» επικαλέστηκε το πνεύμα της Εθνικής Αντίστασης, δανείστηκε τη γλώσσα της και φόρεσε τη στολή με τα φυσεκλίκια του Αρη.
Το Μνημόνιο δεν ήταν πια ένα αναγκαστικό (και με πολλά θεμελιώδη λάθη) οικονομικό πρόγραμμα σε συνθήκες χρεοκοπίας. Ηταν μια «βάρβαρη ξένη κατοχή». Οι κυβερνήσεις, Παπανδρέου πρώτα, Παπαδήμου κατόπιν, ήταν «κυβερνήσεις Τσολάκογλου». Το μέτωπο Μνημόνιο - αντιμνημόνιο έφερνε σε αντιπαράθεση δύο κόσμους ασυμφιλίωτους, όπου βροντά ο Ολυμπος, αστράφτει η Γκιώνα και η λογική και ο διάλογος εξατμίζονται. Μέσος δρόμος δεν υπήρχε - με τους κομαντάντε του φανταστικού «αντικατοχικού» αγώνα ή με το κίτρινο άστρο του συνεργάτη των «κατοχικών» δυνάμεων καρφιτσωμένο στο στήθος. Και τα περίπλοκα προβλήματα της κρίσης γίνονταν αίφνης απλά: Κατεβάζουμε την ξένη, κατοχική σημαία (το Μνημόνιο), ανεβάζουμε στον ιστό τη γαλανόλευκη και η ευτυχία επιστρέφει επί της γης.

Πώς φθάσαμε εκεί; Η πρώτη ευθύνη βαραίνει τις πολιτικές, κυβερνητικές ελίτ. Αν ο Καραμανλής είχε το θάρρος να λάβει μέτρα πρόληψης της χρεοκοπίας αντί να δραπετεύσει διά των εκλογών, και αν ο Παπανδρέου είχε το κουράγιο να υιοθετήσει ένα εθνικό σχέδιο ανάγκης αντί να εμφανίσει δακρύων τα δυσάρεστα μέτρα ως έξωθεν επιβληθέντα παρά τη θέλησή του από τους κακούς δανειστές, η μοίρα μας θα ήταν ίσως διαφορετική. Η ευθύνη βαραίνει επίσης τη γερμανική κυβέρνηση που επέβαλε επί της Ελλάδας έναν λόγο τιμωρίας των αμαρτωλών αντί οικονομικού ορθολογισμού. Αλλά βαραίνει, φυσικά, και την καθ' ημάς Αριστερά ή μάλλον το τμήμα της που έκανε το αντιμνημόνιο σημαία πολιτικής ευκαιρίας και υποκατέστησε με τη γραμμή Μνημόνιο - αντιμνημόνιο τη διαχωριστική γραμμή Αριστερά - Δεξιά. Με αποκορύφωμα την εξωφρενική προεκλογική πρόσκληση συγκυβέρνησης προς τους πιο καμμένους εκπροσώπους της λαϊκής Δεξιάς.
 
Η προεκλογική περίοδος οδήγησε στα απώτατα άκρα της αυτού του τύπου τη ρητορική. Και αν στην κάλπη βρέθηκαν εκφραστές του «αντικατοχικού αγώνα» και οι μαυροφορεμένοι της Χρυσής Αυγής, οι οποίοι στην πραγματική Κατοχή θα ήταν ντυμένοι με την στολή των ταγμάτων ασφαλείας, δεν αποτελεί παρά μιαν απόδειξη για την ακρίβεια μιας άλλης, ακόμη διασημότερης, φράσης του Μαρξ από το ίδιο κείμενο: πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται πρώτα ως τραγωδία κι ύστερα ως φάρσα...
Κι έχουμε τώρα δύο δρόμους μπροστά μας. 
 
Ή να συνεχίσουμε την εμφυλιοπολεμική πόλωση (η άλλη πλευρά ήδη απάντησε προσκαλώντας το πνεύμα των δικών της προγόνων, τον Παπάγο και τον Συναγερμό εναντίον του νέου κομμουνιστικού κινδύνου), ώσπου να οδηγηθούμε στη βέβαιη κατάρρευση, στη δική μας 18η Μπρυμαίρ, όπου η οικονομία θα παραδοθεί στους νέους μαυραγορίτες της δραχμής, η δημόσια τάξη στο κατά Μαρξ «κουρελοπρολεταριάτο» των κασιδιάρηδων και η δημοκρατία στους εχθρούς της.
Ή να απαλλαγούμε μετά τις κάλπες από τα φαντάσματα του Εμφυλίου, να κλείσουμε στα σεντούκια τους τα «πνεύματα του παρελθόντος», να επιστρέψουμε στον σημερινό κόσμο και να κατεβάσουμε τον πολιτικό λόγο από τα αντικατοχικά κορφοβούνια στον πραγματικό κόσμο της ανάγκης για ένα εθνικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης και μια νέα εθνική διαπραγμάτευση.

Είναι, νομίζω, πιο σημαντικό από τη σύνθεση και τη συνοχή της νέας κυβέρνησης αυτό: να αποκατασταθεί ο ορθολογισμός στον πολιτικό λόγο και η πολιτική αντιπαράθεση να επιστρέψει από το βολικά απλό χθες στο άβολο και περίπλοκο σήμερα. Οχι για να σβήσουν οι διαφορές ή να ζούμε δίχως αντιπολίτευση αλλά για να γίνουν οι διαφορές έλλογες - άρα επιλύσιμες. Πείτε με αθεράπευτα αισιόδοξο, αλλά καθώς τις τελευταίες ημέρες παρακολουθώ τον πολιτικό λόγο όλων των πλευρών να προσγειώνεται δειλά, εντροπαλά, στο έδαφος της πραγματικότητας, νιώθω ότι δικαιούμαστε να ελπίζουμε στο θαύμα.

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Πόνεσε κανέναν το χαστούκι;


Είχα αναρτήσει αμέσως μετά τις εκλογές ένα κείμενο και κάποιες φωτογραφίες από παλαιότερη ανάρτησή μου εδώ.
 Σήμερα μερικά χαστούκια live έδωσαν την συνέχεια. Και ακόμα δεν είδαμε τίποτε...

Αν σκεφτούμε  πως άρχισαν όλα και που δείχνει να κατευθύνονται...

Ας σκεφτούν όσοι σήκωσαν κρεμάλες, μούντζες , γιαούρτια , άσχετο ποιός ήταν απέναντι...
Ας σκεφτούν όσοι μιλούσαν και μιλάνε ακόμα με όρους δοσιλογισμού, πουλήματος,απονομής δικαιοσύνης βάσει οργής...
Ας σκεφτούν όσοι παραληρούν λες και βρίσκονται το 40-41...(ειδικά όσοι μάλιστα μιλάνε στο όνομα της Αντίστασης και Κατοχής)
Ας σκεφτούν όσοι αγνοώντας το βαθύτερο νόημα της Ιστορίας, υποκρίνονται ότι είναι οι νέοι Καραϊσκάκηδες....
Ας σκεφτούν όσοι μιλάνε στο όνομα της Αριστεράς, αλλά με όρους ακροδεξιάς κραυγής (Λιάνα  ακούς; αλλά όχι μόνο εσύ....)
Ας σκεφτούνε όσοι  ζουν και τρέφονται μπρος στα αδιέξοδά τους, από ένα ψευδώνυμο "αγώνα κατά του φασισμού", για να βρουν και αυτοί έναν ρόλο να παίξουν...
Ας σκεφτούν πολιτικές δυνάμεις , αλλά και πολίτες, τα όσα κρύβουν κάτω από το χαλί  και μετά έντρομοι  όταν ανακαλύπτουν οξυμένες καταστάσεις  ζητούν κάποιος (μα οποιοσδήποτε όμως...) να τα ξεριζώσει με κάθε (μα με κάθε...) τρόπο...
 Ας σκεφτεί ο καθένας μας που φαινόμενα αυτοδικίας , τα δικαιολογεί  αν όχι τα χειροκροτεί...
Ας σκεφτεί ο καθένας μας που το αναδυόμενο φίδι (στις ποικιλόμορφες εκδοχές του και όχι στη μορφή της Χρυσής Αυγής μόνο) το παρακολουθεί σαν show, χασκογελώντας λες και βλέπει μεσημεριανάδικο, μέσα σε αμερημνισία και χαβαλέ...
 Ας σκεφτεί ο καθένας μας την απολυτότητά του στις απόψεις του, την ασπρόμαυρη οπτική του, τις εμμονές του, την μονόμπαντη ματιά του στα πράγματα...

Ας  σκεφτεί ο καθένας μας , αν είναι πολίτης...
Ας σκεφτεί ο καθένας μας αν όσο νοιάζεται για  την ψευτοευμάρειά του, νοιάζεται  και  για την Δημοκρατία


Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Ένα ερώτημα και μία απάντηση(;)


«Εκείνο που μένει να απαντηθεί είναι αν η ελληνική κοινωνία θέλει πράγματι να αλλάξει και αν υπάρχουν πολιτικοί και κοινωνικοί φορείς ικανοί να πραγματοποιήσουν τον άθλο της αλλαγής» 
Δ. Δασκαλόπουλος , Πρόεδρος ΣΕΒ 

   Από την αρχή της κρίσης, είχα το ίδιο ερώτημα. Υπάρχουν οι κοινωνικές κατά πρώτο λόγο , αλλά και οι πολιτικές δυνάμεις να διατηρήσουν τη χώρα εν ζωή και στη συνέχεια σε μια νέα πορεία; Στις διάφορες φάσεις της τραγωδίας των 3 τελευταίων ετών έθεσα και ξαναέθεσα το ίδιο ερώτημα  στον εαυτό μου και σε συζητήσεις με φίλους. Δυστυχώς η εν γένει απάντηση ήταν πως όχι και αυτό συνιστά και την κεντρική γραμμή-ερώτημα που θα κρίνει σε τελική ανάλυση την εξέλιξη του δράματος (Επί τη ευκαιρία το ίδιο ερώτημα, τηρουμένων των αναλογιών, τίθεται και ως σημείο κρίσεως  για την εξέλιξη του όλου Ευρωπαϊκού εγχειρήματος, αλλά για αυτό άλλη φορά)
    Μέσα στον ορυμαγδό γεγονότων και ψευδοαντιθέσεων της τρίχρονης αυτής πορείας , το θέμα δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης.Άλλα ήταν προφανώς τα σπουδαία, ίσως γιατί πως να θέσεις ένα τέτοιο ερώτημα, όταν η απάντηση εκτός από απογοητευτική, αναδεικνύει και τις αδυναμίες όλων αυτών που κοκορεύονται με αυτάρκεια ότι έχουν τη λύση; Και στην τελευταία περίοδο, πως να κερδίσεις ψήφους με τέτοια ερωτήματα;
    Και σήμερα αρχικά χάρηκα, που το ερώτημα που θέτει   ένας πολίτης σαν και εμένα απασχολεί τον κατά συνθήκη έστω εκπρόσωπο της υποτιθέμενης "ηγέτιδας κοινωνικής δύναμης".  Έλα που όμως , όσο και αν προχώρησα δεν βρήκα απάντηση στο ερώτημα. Δηλαδή ποιόν ρωτάει ο Δ.Δ.; Αν δεν μπορεί να απαντήσει η '"ηγέτιδα κοινωνική δύναμη" ,από ποιαν άλλη ζητάει να απαντήσει ;Προφανώς η απάντηση που επιμελώς  υποκρύπτεται κάτω  από την απορία του είναι , "πάντως όχι εμείς".
    Απαντάει όμως με μια προσεχτική δεύτερη ανάγνωση. "Η κοινωνία" , κάποιοι -ποιοι δηλαδή;- "κοινωνικοί φορείς" και φυσικά οι "πολιτικοί φορείς". Κανέναν ρόλο δεν αναγνωρίζει στην τάξη του.
Ή μάλλον, δεν τον λέει αλλά τον υπονοεί: "Καθαρίστε εσείς και μετά εδώ είμαστε εμείς". Όπως πριν λίγο καιρό έλεγε "Αν δεν κάνετε-εσείς- ότι λέμε , θα πεινάσετε -εσείς πάλι"
Κατά τα άλλα το πολιτικό σύστημα φταίει για όλα....

Εκκρεμεί βέβαια, ότι και αν γίνει τελικά, μια απάντηση στο ερώτημα για τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις...