Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

Η δική μας 18η Μπρυμαίρ

Του Παύλου Τσίμα

Οι άνθρωποι, όταν αντιμετωπίζουν μιαν εντελώς νέα κατάσταση, σε καιρούς κρίσης και αναστάτωσης, «επικαλούνται με αγωνία τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους, δανείζονται τα ονόματά τους, τα πολεμικά τους συνθήματα, τις φορεσιές τους, για να παρουσιαστούν με αυτή τη σεβάσμια μεταμφίεση, με αυτή τη δανεισμένη γλώσσα στη νέα σκηνή».
Αυτή η περίφημη φράση του Μαρξ ταιριάζει τέλεια, νομίζω, σε αυτό που ζούμε δύο χρόνια τώρα. Η εντελώς νέα κατάσταση - το σκάσιμο της φούσκας, η χρεοκοπία, το Μνημόνιο, η επιτήρηση από τους πιστωτές - οδήγησε σε ένα τέτοιου είδους δάνειο από το παρελθόν. Κάποια στιγμή, ο «αντιμνημονιακός αγώνας» επικαλέστηκε το πνεύμα της Εθνικής Αντίστασης, δανείστηκε τη γλώσσα της και φόρεσε τη στολή με τα φυσεκλίκια του Αρη.
Το Μνημόνιο δεν ήταν πια ένα αναγκαστικό (και με πολλά θεμελιώδη λάθη) οικονομικό πρόγραμμα σε συνθήκες χρεοκοπίας. Ηταν μια «βάρβαρη ξένη κατοχή». Οι κυβερνήσεις, Παπανδρέου πρώτα, Παπαδήμου κατόπιν, ήταν «κυβερνήσεις Τσολάκογλου». Το μέτωπο Μνημόνιο - αντιμνημόνιο έφερνε σε αντιπαράθεση δύο κόσμους ασυμφιλίωτους, όπου βροντά ο Ολυμπος, αστράφτει η Γκιώνα και η λογική και ο διάλογος εξατμίζονται. Μέσος δρόμος δεν υπήρχε - με τους κομαντάντε του φανταστικού «αντικατοχικού» αγώνα ή με το κίτρινο άστρο του συνεργάτη των «κατοχικών» δυνάμεων καρφιτσωμένο στο στήθος. Και τα περίπλοκα προβλήματα της κρίσης γίνονταν αίφνης απλά: Κατεβάζουμε την ξένη, κατοχική σημαία (το Μνημόνιο), ανεβάζουμε στον ιστό τη γαλανόλευκη και η ευτυχία επιστρέφει επί της γης.

Πώς φθάσαμε εκεί; Η πρώτη ευθύνη βαραίνει τις πολιτικές, κυβερνητικές ελίτ. Αν ο Καραμανλής είχε το θάρρος να λάβει μέτρα πρόληψης της χρεοκοπίας αντί να δραπετεύσει διά των εκλογών, και αν ο Παπανδρέου είχε το κουράγιο να υιοθετήσει ένα εθνικό σχέδιο ανάγκης αντί να εμφανίσει δακρύων τα δυσάρεστα μέτρα ως έξωθεν επιβληθέντα παρά τη θέλησή του από τους κακούς δανειστές, η μοίρα μας θα ήταν ίσως διαφορετική. Η ευθύνη βαραίνει επίσης τη γερμανική κυβέρνηση που επέβαλε επί της Ελλάδας έναν λόγο τιμωρίας των αμαρτωλών αντί οικονομικού ορθολογισμού. Αλλά βαραίνει, φυσικά, και την καθ' ημάς Αριστερά ή μάλλον το τμήμα της που έκανε το αντιμνημόνιο σημαία πολιτικής ευκαιρίας και υποκατέστησε με τη γραμμή Μνημόνιο - αντιμνημόνιο τη διαχωριστική γραμμή Αριστερά - Δεξιά. Με αποκορύφωμα την εξωφρενική προεκλογική πρόσκληση συγκυβέρνησης προς τους πιο καμμένους εκπροσώπους της λαϊκής Δεξιάς.
 
Η προεκλογική περίοδος οδήγησε στα απώτατα άκρα της αυτού του τύπου τη ρητορική. Και αν στην κάλπη βρέθηκαν εκφραστές του «αντικατοχικού αγώνα» και οι μαυροφορεμένοι της Χρυσής Αυγής, οι οποίοι στην πραγματική Κατοχή θα ήταν ντυμένοι με την στολή των ταγμάτων ασφαλείας, δεν αποτελεί παρά μιαν απόδειξη για την ακρίβεια μιας άλλης, ακόμη διασημότερης, φράσης του Μαρξ από το ίδιο κείμενο: πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται πρώτα ως τραγωδία κι ύστερα ως φάρσα...
Κι έχουμε τώρα δύο δρόμους μπροστά μας. 
 
Ή να συνεχίσουμε την εμφυλιοπολεμική πόλωση (η άλλη πλευρά ήδη απάντησε προσκαλώντας το πνεύμα των δικών της προγόνων, τον Παπάγο και τον Συναγερμό εναντίον του νέου κομμουνιστικού κινδύνου), ώσπου να οδηγηθούμε στη βέβαιη κατάρρευση, στη δική μας 18η Μπρυμαίρ, όπου η οικονομία θα παραδοθεί στους νέους μαυραγορίτες της δραχμής, η δημόσια τάξη στο κατά Μαρξ «κουρελοπρολεταριάτο» των κασιδιάρηδων και η δημοκρατία στους εχθρούς της.
Ή να απαλλαγούμε μετά τις κάλπες από τα φαντάσματα του Εμφυλίου, να κλείσουμε στα σεντούκια τους τα «πνεύματα του παρελθόντος», να επιστρέψουμε στον σημερινό κόσμο και να κατεβάσουμε τον πολιτικό λόγο από τα αντικατοχικά κορφοβούνια στον πραγματικό κόσμο της ανάγκης για ένα εθνικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης και μια νέα εθνική διαπραγμάτευση.

Είναι, νομίζω, πιο σημαντικό από τη σύνθεση και τη συνοχή της νέας κυβέρνησης αυτό: να αποκατασταθεί ο ορθολογισμός στον πολιτικό λόγο και η πολιτική αντιπαράθεση να επιστρέψει από το βολικά απλό χθες στο άβολο και περίπλοκο σήμερα. Οχι για να σβήσουν οι διαφορές ή να ζούμε δίχως αντιπολίτευση αλλά για να γίνουν οι διαφορές έλλογες - άρα επιλύσιμες. Πείτε με αθεράπευτα αισιόδοξο, αλλά καθώς τις τελευταίες ημέρες παρακολουθώ τον πολιτικό λόγο όλων των πλευρών να προσγειώνεται δειλά, εντροπαλά, στο έδαφος της πραγματικότητας, νιώθω ότι δικαιούμαστε να ελπίζουμε στο θαύμα.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

To πάθος για το χρήμα σε κάνει Παύλο Τσίμα!