Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Για τον Θόδωρο



                                 


TO METEΩPO BHMA TOY ΠEΛAPΓOY  (σενάριο)

Και µην ξεχνάς ότι ήρθε η ώρα πάλι για ταξίδι. 
O άνεµος φυσάει τα µάτια σου µακριά. 

Tο τζιπ του στρατού που έρχεται από το βάθος, αφήνει τον κεντρικό δρόµο και
µπαίνει προσεχτικά σ' ένα χωµατόδροµο. Στη συµβολή µια ταµπέλλα «Συνοριακή
Ζώνη. Απαγορεύεται η φωτογράφιση».
O συνταγµατάρχης που κάθεται δίπλα στο οδηγό, ένας άντρας στα 50, µε φαρδιούς
ώµους και ηλιοκαµένο πρόσωπο, γυρίζει πίσω στον Αλέξανδρο και το συνεργείο.
―Τώρα καταλαβαίνετε γιατί σας είπα ν' αφήσετε το αυτοκίνητό σας στο στρατόπεδο. H
συνοριακή ζώνη είναι
συχνά υπονοµευµένη ζώνη. Θα κινδυνεύατε να µπείτε σε ναρκοπέδια.
O Αλέξανδρος δεν απαντάει. Κοιτάει το λασπωµένο δρόµο και τα γυµνά δέντρα. O
συνταγµατάρχης µοιάζει ενοχληµένος.
―Σας περίµενα χτες. Έτσι έλεγε η διαταγή από τη µεραρχία.
―∆εν υπολογίσαµε την απόσταση, παρεµβαίνει ένας από το συνεργείο.
Κάναµε 18 ώρες!
―Τι γυρεύετε εδώ πάνω; H περιοχή δεν προσφέρεται για εκδροµές.
―∆εν σας είπαν, απορεί ο Αλέξανδρος.
―Αόριστα. Τα ρεπορτάζ στα σύνορα.
―Ξέρετε µ' αφορµή αυτό που έγινε στον Πειραιά...
―Κατάλαβα, µουρµουρίζει ο αξιωµατικός.
∆εν µοιάζει να τον ενθουσιάζει η ιδέα.
Λίγο µετά στην στροφή του δρόµου βλέπουν µια µεγάλη σιδερένια γέφυρα.
«Mπελεϋ» τις λέγανε τον καιρό του πολέµου. Ιδιόµορφη, απλώνει το σκουριασµένα
φτερά της πάνω από τον Έβρο, το πλατύ ποτάµι που αποτελεί το φυσικό σύνορο
µεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και πιο πάνω µεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας,
Βουλγαρίας. Το ελληνικό φυλάκιο βρίσκεται κρυµµένο, σχεδόν αθέατο, µέσα σε
πυκνή βλάστηση. Κοντά στο ποτάµι στην όχθη σχεδόν, το παρατηρητήριο.
Προβάλλει πανύψηλο, πάνω από τις κορφές των γυµνών δέντρων σαν παράξενο πουλί.
Φρουροί παντού µε όπλο στο χέρι.
Μια µικρή οµάδα στρατιωτών βγαίνει από το φυλάκιο και παρατάσσεται.
O συνταγµατάρχης χαιρετά τον νεαρό αξιωµατικό.
―Τι γίνεται υπολοχαγέ;
Έπειτα παρουσιάζει τους στρατιώτες.
Παιδιά από διάφορα σηµεία της χώρας. Ντροπαλοί µπροστά στην κάµερα, έπειτα
ξεθαρρεύουν και µιλάνε για την εµπειρία του να ζει κανείς στα σύνορα. Ένας απ'
αυτούς λέει ότι δεν φοβάται παρά µόνο τη βουή του ποταµού τη νύχτα. Κάποιος
άλλος, την ώρα που δεν περνάει, ένας τρίτος τη λάθος κίνηση που µπορεί να 'ναι
µοιραία.
O συνταγµατάρχης οδηγεί τον Αλέξανδρο και το συνεργείο στη γέφυρα. Τα
φαγωµένα σανίδια τρίζουν κάτω από τα πόδια τους. Περπατάνε αργά, προσεχτικά µε
το νου στους απέναντι.
O αξιωµατικός εξηγεί τι είναι γι' αυτόν σύνορο, σύνορα, ορισµός. H τουρκική
φρουρά από απέναντι βλέποντας τους να προχωρούν πάν στη γέφυρα έχει
ανησυχήσει. Ένας στρατιώτης µε το αυτόµατα σε στάση αναµονής. O αξιωµατικός
τους, παρακολουθεί το γεγονός µε τη διόπτρα. O συνταγµατάρχης µε τον Αλέξανδρο
και το συνεργείο φτάνουν στο κέντρο της γέφυρας. Κάτω από τα πόδια τους το
ποτάµι βουίζει αργοσάλευτο. Βλέπουν τότε µπροστά τους πάνω στο ξύλινο πάτωµα της γέφυρας τρεις χρωµατιστές λουρίδες, τριάντα πόντους η καθεµιά.

Άσπρη για την ουδέτερη ζώνη στη µέση. Κόκκινη για την Τουρκία και γαλάζια για
την Ελλάδα. Μια περίεργη στενόµακρη σηµαία που χωρίζει τη γέφυρα στα δυο. Τα 
σύνορα. 

O συνταγµατάρχης πατάει τη γαλάζια γραµµή. Μένει ακίνητος µια στιγµή. 
Έπειτα σηκώνει το ένα πόδι και στέκει έτσι σαν  πελαργός. 
Στρέφει το κεφάλι του στον Αλέξανδρο. 
―Αν κάνω ένα βήµα, λέει χαµογελώντας αινιγµατικά, είµαι... αλλού... 
Γυρίζει και κοιτάζει τον τούρκο φρουρό. 
―... ή πεθαίνω, συµπληρώνει. 
Σιωπή. Το βουητό του ποταµού.



Δεν υπάρχουν σχόλια: