Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Όταν η γραφή είναι απελευθερωτική...

Κίτρινα μάτια
του Χρήστου Χωμενίδη

Έχουν τα πάντα χαραχτεί στη μνήμη του από εκείνο το απομεσήμερο της Κυριακής 9 Αυγούστου του 1976.
Η βεράντα -«χαγιάτι!» τον διόρθωνε ο παππούς, «εξώστης…» έδινε τη λόγια εκδοχή ο θείος Τάκης- η βεράντα του πατρικού της μάνας του στο χωρίο Λάκωνες Κερκύρας, με τη λουλουδάτη τέντα κατεβασμένη, να κόβει τον ήλιο μα και την πανοραμική θέα προς την Παλαιοκαστρίτσα. Να έχουν επιστρέψει από τη θάλασσα και να κάθονται γύρω από το τραπέζι, περιμένοντας τις πατάτες που τηγανίζει η γιαγιά του. Ο μπαμπάς του, σαραντάρης, με μαλλιαρό στήθος, σορτσάκι τζην και σαγιονάρες, να διαβάζει νωχελικά «Τα Νέα», τσιμπώντας πότε-πότε καμιά ροδέλα σαλάμι. Η μαμά του να έχει ανεβάσει τα πόδια της στα κάγκελα, να καπνίζει και να ρεμβάζει, με ξώπλατο φόρεμα και με πελώρια γυαλιά-πεταλούδα. Ο θείος Τάκης και ο παππούς να παίζουν τάβλι. Το τρανζίστορ να παίζει ξένες επιτυχίες. Ο ίδιος να ξεφυλλίζει για τρίτη φορά το «Ποπάυ» που αγόρασε το πρωί μαζί με την εφημερίδα και με τα τσιγάρα του μπαμπά. «Ρε, Μιμάκο» να του λέει ο παππούς «κάνε, βρε αγόρι μου, μια παλικαριά: Πήγαινε στο κατώι και γέμισε μια νταμιτζάνα κοκκινέλι. Άντε, να σε χαρώ!» Σηκώνεται ακαριαία – ο παππούς είναι ιερό πρόσωπο, ο αριθμός από το Άουσβιτς στο μπράτσο του κάνει τις επιθυμίες του διαταγές. «Να προσέχεις στις σκάλες!» του φωνάζει η μαμά.
Τα πέτρινα σκαλιά γυαλίζουν και γλιστράνε πράγματι από την πολυκαιρία. Το σπίτι έχει χτιστεί πάνω στο βράχο διακόσια -ή τριακόσια μήπως;- χρόνια πριν, ίσως να είναι και το αρχαιότερο του χωριού, μια στάνη στην αρχή, ύστερα εξοχικό της οικογένειας και στη διάρκεια του πολέμου κρυψώνα των Εβραίων του νησιού, μέχρι που κάποιος τούς σπιούνεψε και δύο γερμανικά καμιόνια σκαρφάλωσαν αξημέρωτα το βουνό, περικύκλωσαν το σπίτι και τούς έβγαλαν έναν-έναν έξω με τα χέρια στον σβέρκο… Ο μικρός Μίμης (εκ του Αβραάμ) έχει ακούσει την ιστορία δεκάδες φορές, «πάλι καλά που δεν το πυρπολήσανε, να καούμε σαν τους ποντικούς…» καταλήγει πάντοτε ο παππούς. «Το λες, επειδή εσύ επέζησες από το στρατόπεδο…» του αντιτείνει η γιαγιά και ο στερεότυπος διάλογός τους καταλήγει με ένα βαθύ αναστεναγμό από εκείνον κι ένα ρητορικό «άδικο έχω;» από εκείνην.  
Κάθε σκαλί που κατεβαίνει, η θερμοκρασία κατρακυλάει τουλάχιστον δύο βαθμούς. Στο κατώι -«κελάρι» το λέει η μαμά, «αχούρι» το αποκαλεί περιφρονητικά η γιαγιά- στο κατώι επικρατεί ψύχος και μισοσκόταδο. Στο κέντρο του δεσπόζει -σκεπασμένη με λινάτσα- μια πυραμίδα από παλιατσαρίες, διπλή σχεδόν στο μπόι από τον Μίμη. Με πόση τέχνη έχουν ακουμπήσει πάνω στο ξεχαρβαλωμένο πιάνο με ουρά δυο κουτσές πολυθρόνες και πάνω τους ένα γραμμόφωνο κι ένα ψυγείο πάγου και στην κορφή ένα σκουριασμένο κλουβί κι ένα βαλσαμωμένο γεράκι! Ψοφάει ο Μίμης να τον αφήσουν κάποτε να τα περιεργαστεί ένα-ένα όλα εκείνα τα μαγικά αντικείμενα. Του προξενούν όμως κι ένα ελαφρό δέος, έτσι όπως φωτίζονται από τη λάμπα-χελώνα και οι σκιές τους πέφτουν αλλόκοτες στον απέναντι τοίχο.
Δεν είναι θρασίμι ο Μίμης. Ένα αρκετά δειλό αγόρι, είναι δώδεκα χρονών. Ούτε σκαλίζει ξένα συρτάρια ούτε κρυφακούει συζητήσεις μεγάλων ούτε καν ανταλλάσσει τσόντες -ψαλλιδισμένες φωτογραφίες από το “Playboy” και το “Penthouse”- με τα παιδιά στην πλατεία. Οι Κερκυραίοι τον κοιτάνε έτσι κι αλλιώς με μισό μάτι. Η διαμονή του στην Αθήνα δεν του προσδίδει την αίγλη του πρωτευουσιάνου αλλά το στίγμα του φλώρου… Ο Μίμης παίρνει τη στροφή ανοιχτά, σε απόσταση ασφαλείας από την πυραμίδα, και κατευθύνεται προς τα δύο βαρέλια, το αριστερό με κόκκινο, το δεξί με λευκό κρασί. Κι εκείνη τη στιγμή τη νιώθει για πρώτη φορά. 
Τη νιώθει, δεν τη βλέπει. Πρέπει να στέκεται πίσω ακριβώς από την πλάτη του. Όχι να στέκεται. Να αιωρείται, δυο παλάμες πάνω από το έδαφος. Νιώθει στην αρχή τη μυρωδιά της, μυρωδιά χώματος μουσκεμένου από βροχή. Αισθάνεται έπειτα το θρόισμα της αναπνοής της. Ακούει, τέλος, την κοριτσίστικη φωνή της. «Γεια σου!» Ανατριχιάζει. Κοκαλώνει. Νομίζει ότι θα τα κάνει πάνω του. «Μη φοβάσαι, Μίμη! Πήγαινε να βάλεις κρασί, περιμένει ο παππούς!» Σαν να ακουμπάει το χέρι της στην πλάτη του και να τον σπρώχνει απαλά προς τη γωνιά με τα βαρέλια. Τρέμοντας πιάνει την νταμιτζάνα. «Ηρέμησε… Θα κάνεις καμιά ζημιά…» Τον καθοδηγεί σε κάθε του κίνηση. «Ξεβίδωσε το καπάκι, άνοιξε τη βρυσούλα, κλείσε τη βρυσούλα, ξαναβίδωσε το καπάκι… Άνοιξε την πόρτα, σβήσε το φως… Πήγαινε τώρα στους δικούς σου. Εγώ θα είμαι εδώ και θα σε περιμένω… Μα αν θες να γνωριστούμε καλύτερα, θυμήσου την επόμενη φορά να μην ανάψεις τη λάμπα…».
Με την νταμιτζάνα ακουμπισμένη στα πόδια του, ο Μίμης κάθεται στο κεφαλόσκαλο και αγωνίζεται να συνέλθει. Έχει ταχυκαρδία. Είναι κατάχλωμος και ξαναμμένος ταυτόχρονα. Με χίλια ζόρια η ανάσα του βρίσκει κάποιο ρυθμό. Ορμάει τότε στο μπάνιο και ρίχνει με τις χούφτες κρύο νερό στο πρόσωπο και στο κεφάλι του. «Πού ήσουν τόσην ώρα;» τον αρπάζει από τα μούτρα η μαμά μόλις τον αντικρίζει να ξεπροβάλλει στη βεράντα. «Καλά ντους έκανες εσύ; Με τα ρούχα; Δεν σου ’πα να ξεπλυθείς από τα αλάτια στην παραλία;». 
Τρεις εβδομάδες αργότερα -τρεις εβδομάδες κατά τις οποίες δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο- ο Μίμης μάζεψε όλο του το θάρρος και ξαναπήγε στο κατώι. Σεβάστηκε τον όρο που του είχε εκείνη θέσει. Δεν γύρισε τον διακόπτη. Τον καλωσόρισε με ένα σκαστό φιλί πίσω από το αυτί – δεν ήταν ακριβώς φιλί, περισσότερο σαν να τον χάιδεψε με τη φτερούγα του ένα πουλάκι. Καθώς η πόρτα έγερνε, η φωτεινή γραμμή που έμπαινε από τη σκάλα λέπταινε, ώσπου ακούστηκε ένα μεταλλικό κλικ και ο χώρος βυθίστηκε στο σκοτάδι. «Για σένα το κάνω» του διευκρίνισε η κοριτσίστικη φωνή. «Αφού εσύ έτσι κι αλλιώς δεν μπορείς να με δεις, δεν θα ’ταν δίκαιο να σε βλέπω εγώ…». «Πώς σε λένε;» τραύλισε ο Μίμης. «Αλεξάνδρα» απάντησε μετά από μια παύση. «Εκτός κι αν προτιμάς Χριστίνα. Ή και Λιλίκα. Μπα! Το “Λιλίκα” μου πέφτει χαζοχαρούμενο.». «Ποια είσαι;» «Μακάρι να 'ξερα! Η χαμένη σου αδελφή; Κάποια από τις κοπέλες που είχαν κρυφτεί στο υπόγειο τότε που οι Γερμανοί κυνηγούσαν τους Εβραίους; Δεν αποκλείεται όμως και να ’χα τη φωλιά μου εδώ πριν καν χτιστεί το σπίτι. Να έσκασα απ’ το αβγό μέσα σε μια τρύπα στον βράχο... Τι σημασία έχει έτσι κι αλλιώς; … Μα γιατί στέκεις όρθιος, Μίμη; Στο πάτωμα είναι σούπερ!» μεταχειρίστηκε μιαν έκφραση που θα γινόταν της μόδας στην Ελλάδα πολλά χρόνια μετά. «Άσε με να σου βγάλω το πουκάμισο, να χαρείς τη δροσιά…». «“Ντα” θα σε λέω» αποφάσισε ο Μίμης ενώ εκείνη τού ξεκούμπωνε το παντελόνι.
Όταν, στα δεκαεννιά του, ο Μίμης πρωτοέκανε έρωτα με μια κανονική κοπέλα -μια συμφοιτήτριά του στην Ιατρική- αισθάνθηκε σαν να του πρόσφεραν μια λαχταριστή καραμέλα όμως εκείνος να έτρωγε το περιτύλιγμά της, χαρτί με ελάχιστα ίχνη ζάχαρης. Το ομολόγησε ορθά-κοφτά στην Ντα, η οποία τον είχε ενθαρρύνει, τον είχε πιέσει σχεδόν, να ολοκληρώσει επιτέλους τη σχέση του με τη Ρέα.
«Έτσι συμβαίνει γενικά, με ό,τι κι αν ζω έξω από εδώ…» πρόσθεσε ο Μίμης, μιας και είχε πάρει φόρα. «Και το πιο σπέσιαλ κοκτέιλ -ο πατέρας του κολλητού μου έχει μπαρ στη Γλυφάδα και μας κερνάει συχνά- μου μοιάζει σκέτο ξύδι σε σύγκριση με το κρασί των βαρελιών μας. Στις παρέες σκυλοβαριέμαι. Οι πλάκες των φίλων μου, μου φαίνονται ξενέρωτες, όπως και τα βιβλία και το σινεμά. Όσο για τα φιλιά των κοριτσιών, σάλια και σάχλα…». «Μήπως σ’ αρέσουν τελικά τα αγόρια;» ρώτησε η Ντα. «Τίποτα δεν μ’ αρέσει μακριά σου! Το αποφάσισα: θα μείνω στο κατώι.». «Τρελάθηκες, Μίμη; Μέσα σε δύο μέρες, θα έχεις μουχλιάσει σύγκορμος! Τα κόκαλά σου, σκουριασμένα, θα τρίζουνε απαίσια και στην παραμικρή σου κίνηση…». «Έλα εσύ τότε μαζί μου…» την ικέτεψε. «Έτσι και βγω εγώ από εδώ μέσα, θα σκορπίσω στον άνεμο…» είπε η Ντα. «Είμαστε καταδικασμένοι λοιπόν να περάσουμε τις ζωές μας χώρια;». «Τον τελευταίο μήνα με επισκέφθηκες ήδη τρεις φορές. Δεν είναι δα και λίγο…». «Κάθε μέρα θα σου ’ρχομαι, Ντα!» «Πρέπει να με αφήνεις, Μίμη, να σε πεθυμώ. Άμα δεν σε έχω νοσταλγήσει, μπορεί και να μην μπω στον κόπο να μαζέψω τον εαυτό μου για να σου φανερωθώ. Δεν ξέρεις τι προσπάθεια χρειάζεται για να συναρμολογούμαι κάθε που ακούω τα βήματά σου στη σκάλα. Δεν έχεις καταλάβει τίποτα μου φαίνεται!» τον μάλωσε και εξαερώθηκε μεσ’ απ’ την αγκαλιά του για να τη νιώσει, πέντε δευτερόλεπτα αργότερα, να στάζει σε υγρή μορφή από το αριστερό του μάτι.
Η Ντα επέβαλλε τους κανόνες της όμως κι ο Μίμης έκλεβε όσο μπορούσε. Για το χατίρι της -δίχως ποτέ να το παραδεχτεί- φίλησε κατουρημένες ποδιές ώστε να υπηρετήσει τη θητεία του στη Ναυτική Διοίκηση Ιονίου. Έκανε, στη συνέχεια, το αγροτικό του στο παραδιπλανό χωριό και μολονότι -άριστος γαρ φοιτητής- ανοίγονταν εμπρός του λαμπρές προοπτικές μετεκπαίδευσης και ακαδημαϊκής καριέρας, προτίμησε εκείνος να διοριστεί στο ΙΚΑ Κέρκυρας. Μες στη ρουτίνα. Ο παππούς είχε στο μεταξύ πεθάνει και οι γονείς του είχαν χωρίσει - ο πατέρας του συζούσε με μια Ουκρανέζα στο Χαϊδάρι και η μάνα του είχε γίνει θρήσκα, κατέβαινε πολύ συχνά στο Ισραήλ και εργαζόταν εθελοντικά σε μια κατασκήνωση για τα Εβραιόπουλα της Διασποράς. Η γιαγιά του είχε μισοτυφλωθεί από το σάκχαρο και ο Μίμης είχε αναλάβει τη φροντίδα της. Οδηγούσε κάθε Τετάρτη και Σάββατο από την πόλη στους Λάκωνες για να της πηγαίνει φαγητό και φάρμακα. Κλεινόταν έπειτα στο κατώι, όπου είχε δήθεν φτιάξει σκοτεινό θάλαμο - το χόμπι του ήταν δήθεν η φωτογραφία…
«Καιρός να παντρευτείς!» του είπε ένα απόγευμα η Ντα ενώ εκείνος μπαινόβγαινε νωχελικά μέσα της. «Πώς σου ’ρθε τώρα αυτό; Με βαρέθηκες;» πάγωσε ο Μίμης. «Όχι, καθόλου. Κοντεύεις όμως τα σαράντα. Στο ράφι θα μείνεις;». «Τι σε νοιάζει εσένα;». «Πού ξέρεις; Μπορεί να θέλω να αποπλανήσω και τους γιους σου…». «Κι αν κάνω κόρες;». «Τότε θα είναι ακόμα πιο ερεθιστικό!» κελάρυσε η Ντα και ένωσε τα πόδια της πίσω απ’ την πλάτη του.
«Η Αντιγόνη Λεχουρίτη, η μελαψή ειδικευόμενη στο Ορθοπεδικό, είναι έγκυος. Ζήτημα αν την είχα πηδήξει πέντε φορές…» ανακοίνωσε -οργισμένα σχεδόν- ο Μίμης στην Ντα. «Τι καρπερός που μας προέκυψες! Συγχαρητήρια!». «Στοιχηματίζω ότι έχεις βάλει εσύ, Ντα, το χεράκι σου…». «Παραλογίζεσαι τώρα.». «Τι πάει να πει “παραλογίζομαι”; Μήπως η σχέση μας, μήπως η ύπαρξή σου η ίδια χωράει σε καμία λογική;». «Ίσως ναι, ίσως και όχι…». «Ποιος άλλος άντρας περνάει από παιδάκι μια παράλληλη ζωή, εγκλωβισμένη σε ένα υπόγειο;». «Μη θεωρείς τον εαυτό σου, Μίμη, τόσο μοναδικό! Δεν αποκλείεται όλοι οι άνθρωποι να απολαμβάνουν έναν δεύτερο, μυστικό κόσμο…». «Να απολαμβάνουν; Φαντάζεσαι πως όλο ετούτο είναι απόλαυση για μένα;». «Έτσι με έκανες εσύ ο ίδιος να πιστεύω, εικοσιοχτώ χρόνια τώρα… Εάν δεν σ’ αρέσει πλέον, μπορείς να φύγεις και να μην ξαναγυρίσεις.». «Σιγά μην και ξαναγυρίσω!».
Ήταν ο πρώτος τους καβγάς και πιθανόν για αυτό να πήρε ο θυμός να ξεθυμάνει μιαν ολόκληρη πενταετία.
Στο μεταξύ, ο Μίμης κορδώθηκε γαμπρός στο πλάι της Αντιγόνης η οποία του γέννησε δίδυμα, αρσενικό και θηλυκό. Η επιρροή της πάνω του αυξανόταν μέρα με την ημέρα. Εκείνη του έκοψε το κάπνισμα, εκείνη τον έπεισε να ανοίξει ιατρείο σε ένα διαμέρισμα που ανήκε στον πατέρα της απέναντι από το Δημαρχείο. Εκείνη μόλις πληροφορήθηκε ότι στο υπόγειο του σπιτιού στους Λάκωνες υπήρχε ένα πιάνο με ουρά, τον έπρηξε να το επισκευάσουν και να το τοποθετήσουν στο σαλόνι τους. «Αφού κανένας απ’ τους δύο μας δεν παίζει νότα…» αντέτεινε ο Μίμης. «Θα μάθουν τα παιδιά μας!» είχε έτοιμη η Αντιγόνη την απάντηση. 
Κατέβηκε τη σκάλα κρατώντας έναν φακό, με την ελπίδα πως το φως του θα διέλυε τις αναμνήσεις. Όμως το άρωμα της Ντα τον τύλιξε πριν καν περάσει το κατώφλι. «Γεια σου!» τον καλωσόρισε απαράλλακτα κοριτσίστικη όπως την πρώτη φορά. «Ήρθα να πάρω απλώς το πιάνο» της διευκρίνισε εκείνος στυφά. «Μόνος σου θα το κουβαλήσεις;» τον κορόιδεψε. «Άσε τα, Μίμη, αυτά! Σβήσε και τον φακό κι έλα να σκαρφαλώσουμε, σαν άλλοτε, στο ταβάνι…».
Όταν τα δίδυμα μπήκαν στην εφηβεία, ο Μίμης έβαλε στο κατώι κλειδαριά ασφαλείας. Τι και αν έπρεπε να τα ικετέψει για να καταδεχθούν να τον ακολουθήσουν τρεις φορές τον χρόνο στους Λάκωνες, να δουν το χούφταλο την προγιαγιά τους; Η απειλή της Ντα πως θα τα αποπλανούσε της έτρωγε τα σωθικά. Όχι γιατί ήθελε να διαφυλάξει την αγνότητά της, να τα γλιτώσει από μια παράλληλη υπόγεια ζωή. Μα επειδή ζήλευε, πρασίνιζε στην πιθανότητα να τη μοιραστεί. Στο ενδεχόμενο δε να τη χάσει, έχανε τον κόσμο. Την ήθελε αποκλειστικά δική του, να της χαϊδεύει τη φαλάκρα με τα κρινοδάχτυλά της, να ορειβατεί επάνω στην κοιλιά του. Είχε καταντήσει χοντρός ο Μίμης, χοντρός και ασθμαίνων. Ίδρωνε πια χειμώνα-καλοκαίρι. Έριχνε με χάπια την πίεση κι ενίσχυε με άλλα χάπια τη στύση του, ιδίως πριν επισκεφθεί την Ντα…
Η μαγνητική τομογραφία που έγινε μετά την τρίτη χημειοθεραπεία έδειξε εκτεταμένες μεταστάσεις στο συκώτι και στο έντερο. Στράφι είχαν πάει τα κοκτέιλ των φαρμάκων και η ταλαιπωρία του ασθενούς. «Ζήτημα αν θα αντέξει ως τα Χριστούγεννα…» ενημέρωσε ο ογκολόγος την Αντιγόνη και τα παιδιά. «Μην του στερήσετε την ελπίδα», ζήτησε εκείνη κι έκρυψε από τον άντρα της τα μαύρα μαντάτα. Ο καθρέφτης ήταν αρκετός για να αντικρίσει ο Μίμης τη σκιά του εαυτού του και να σιγουρευτεί ότι το λάδι του είχε, σχεδόν, σωθεί. «Για κοίτα κάτι πράγματα!», σάρκασε. «Ποιος να μου το ’λεγε ότι θα με έθαβε η γιαγιά μου;». Η γιαγιά βάδιζε στα εκατόν τέσσερα, η όρασή της είχε επανέλθει, της είχε μάλιστα φυτρώσει πρόσφατα κι ένα καινούργιο δόντι. Ο Μίμης δεν θα έκλεινε τα εξήντα δύο. «Να την προσέχεις τη νόνα σου…», παράγγειλε στη συνονόματη δισέγγονή της, την κόρη του Ραχήλ. «Θέλω να πεθάνω στους Λάκωνες!» πρόσθεσε μετά. Η Αντιγόνη και ο γιος του είχαν αντιρρήσεις -«πού να τον βγάζουμε από το νοσοκομείο και να τον τρέχουμε στα κατσάβραχα; - πού να βρίσκουμε αποκλειστική, ορούς και καθετήρες;»- μα η Ραχήλ πάτησε πόδι. «Δεν πρόκειται να ζήσει ούτε δύο μέρες» της διαβεβαίωσε.
Τον πήρε με το αμάξι της απ’ την Αθήνα και τον πήγε στην Κέρκυρα. Σε όλη τη διαδρομή ο Μίμης βρισκόταν σε λήθαργο. Μόνο στο πλοίο από Ηγουμενίτσα συνήλθε κάπως κι ανέβηκε κούτσα-κούτσα στο κατάστρωμα, να αναπνεύσει τον θαλασσινό αέρα. «Μόλις φτάσουμε στο σπίτι, ακόμα και αν έχω πέσει σε κώμα, θα με πας, Ραχήλ, στο κατώι» τη διέταξε. «Μπορείς να με σηκώσεις στα χέρια. Είσαι δυνατή κοπέλα, νταβραντισμένη. Κι εγώ ανάθεμα αν ζυγίζω πια σαράντα κιλά… Θα με αφήσεις στο πάτωμα, θα σβήσεις το φως, θα κλείσεις την πόρτα και θα φύγεις. Αύριο θα ειδοποιήσεις το γραφείο κηδειών να έρθει να με παραλάβει…».
Τα έκανε όλα όπως της τα ’πε. Το επόμενο πρωί βρήκε πάνω στο πτώμα του μια γάτα. Ήταν κι εκείνη νεκρή. Η ουρά της, της χάιδευε τον λαιμό. Τα κίτρινα μάτια της γυάλιζαν ορθάνοιχτα, σαν δυο καντήλια, για εκείνον και για εκείνην. Η καλή θυγατέρα Ραχήλ την ακούμπησε στα πόδια του μέσα στο φέρετρο. Και για να μη σκανδαλιστούν οι υπόλοιποι, τη σκέπασε με λουλούδια.
www.protagon.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: