Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανταζόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανταζόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Η παρανοϊκή απόρριψη του κόσμου

του Ανδρέα Πανταζόπουλου

Η «εξοικείωση» με την τρομοκρατική βία φαίνεται να είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της «νέας εποχής». Οχι αναγκαστικά το σημαντικότερο, ευτυχώς, αλλά πάντως ικανό να προκαλεί, να τρομάζει, να αποπροσανατολίζει και να δημιουργεί έκτακτες συνθήκες. Και στο επίπεδο των ατομικών και συλλογικών συναισθημάτων, αλλά και σε αυτό των ασκούμενων πολιτικών από τα κράτη. Πρόκειται για διασπαρμένη, αντιπολιτική, ανεξέλεγκτη, μοριακή βία, βία ενίοτε «αντισυστημική», γενοκτονική. Βία μηδενιστική, χωρίς «γιατί». Χωρίς;

Αν και δεν γνωρίζουμε ως αυτή τη στιγμή τα ακριβή κίνητρα των βομβιστικών επιθέσεων στη Βοστώνη, το γεγονός από μόνο του μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναστοχασμού. Οι συγκρίσεις δεν οδηγούν πάντα σε ικανοποιητική κατανόηση της πραγματικότητας, πόσω μάλλον όταν στηρίζονται ως ένα σημείο σε υποθέσεις. Αν, παρ' όλα αυτά, θα έπρεπε να αναζητήσει κάποιος ένα κοινό στοιχείο ανάμεσα στις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και σε αυτήν της Βοστώνης, σίγουρα θα χρειαζόταν να σταθεί σε ορισμένες ερμηνείες τους, όπως σε αυτήν που γράφτηκε την επομένη της επίθεσης σε τοπική εφημερίδα: ο μαραθώνιος της Βοστώνης, έγραφε η εφημερίδα, είναι το κορυφαίο γεγονός για την πόλη, ένα γεγονός-φάρος, ο απτός δεσμός μας με τον υπόλοιπο κόσμο. Ο εορτασμός της «Ημέρας των πατριωτών», της πρώτης μάχης του πολέμου της ανεξαρτησίας, είναι εκείνη η γιορτή κατά την οποία η πόλη επιδεικνύει την ποικιλομορφία της. Με άλλα λόγια, το βίαιο πλήγμα που δέχθηκε η πόλη ήταν διπλό: από τη μία πλευρά συμβολικό, σκοπεύοντας κατάστηθα τον ιδρυτικό πολιτικό δεσμό διά του οποίου μια κοινότητα ανθρώπων συγκροτήθηκε σε δημοκρατικό έθνος, και, από την άλλη πλευρά, αυτό το χτύπημα έπληξε την ιστορική της συνέχεια, τους σημερινούς ανθρώπους της και τους προσκεκλημένους της, αθλητές και θεατές. Αυτή η πόλη επλήγη εξ αντικειμένου ως η ενσάρκωση του εθνικού δημοκρατικού συμβόλου στην εκδίπλωσή του, ως επικαιρική και άφοβη εκτύλιξη μιας ακατάβλητης παράδοσης, στο χαρούμενο και αέναο άνοιγμά της σε όλη την υφήλιο. Το πλήγμα στη γιορτή του μαραθωνίου ήταν μια επίθεση σε αυτόν τον δημοκρατικό πατριωτισμό που φέρει μέσα του τον σπόρο της οικουμενικότητας, της οικουμενικοποίησής του και, με ειρηνικό τρόπο, εκβάλλει στο «αντίθετό» του, στην de facto πολυπολιτισμικότητα, στον κοσμοπολιτισμό.

Αλλά αυτός ο κοσμοπολιτισμός δεν ήταν που επλήγη και από τις μηδενιστικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου; Οι προϋποθέσεις αυτού του ρήγματος στην οικουμενικότητα ανάγλυφα συνοψίστηκαν τότε από τον φιλόσοφο Αντρέ Γκλυξμάν, ο οποίος, «βλέποντας» μέσα από τα χαλάσματα των Δίδυμων Πύργων να αναδύεται η φιγούρα του Ντοστογέφσκι, είχε προβεί στην καίρια παρατήρηση: η ικανότητα να μπορεί κάποιος να πυρπολεί όλο και ευκολότερα το Σύμπαν εκδημοκρατίζεται με μεγάλα βήματα. Εναν τέτοιον εκδημοκρατισμό, δηλαδή μια παράδοξη μαζικοποίηση/εξατομίκευση της βίας, τον είδαμε, εκτός από τις τρομοκρατικές επιθέσεις σε Μαδρίτη και Λονδίνο που ακολούθησαν, και σε μια άλλη φονική πυρκαγιά, σε αυτήν που άναψε ο «μοναχικός λύκος», ο ακροδεξιός τρομοκράτης Μπρέιβικ στην Ουτόγια της Νορβηγίας. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παραστήκαμε μάρτυρες των παρανοϊκών μορφών που μπορεί να λάβει η ριζοσπαστική, η εμπόλεμη εκδοχή του μίσους κατά της Δύσης ως συγκαιρινής απόλυτης αρνησικοσμίας στη διαδικτυακή εποχή παγκοσμίωσης του κόσμου.

Τούτη η βίαιη άνοδος της αντι-Δύσης μέσα στην ίδια τη Δύση, τούτη η ατομική ή συλλογική βία, είναι πάντα παρανοϊκή, ακόμα και όταν είναι έλλογα και επιμελώς σχεδιασμένη και οργανωμένη, όπως συμβαίνει στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Σε ορισμένες από αυτές, οι φορείς τους ήταν ριζοσπάστες ισλαμιστές, στην άλλη στόχος ήταν ο συνωμοσιολογικής αφετηρίας «κίνδυνος» από έναν φανταστικό «εξισλαμισμό της Ευρώπης», τον οποίο και σιγοντάρουν δυτικοί «πολιτισμικοί μαρξιστές», απροϋπόθετοι κήρυκες της ανάμειξης των πολιτισμών και κατάργησης των «φυσικών», και ως τέτοιων αμετάλλακτων, ταυτοτήτων. Το κοινό τους στοιχείο, αυτό του παρανοϊκού πνεύματος, σε μια περίοδο αδυνατίσματος του δημοκρατικού συμμετοχικού νοήματος με την ταυτόχρονη ανεμπόδιστη πρόσβαση στην τεχνογνωσία του υλικού πολιτισμού μέσων μαζικής καταστροφής, εικονίζεται στις μορφές που προσλαμβάνει ο σημερινός ασύμμετρος, και γενοκτονικής φοράς, «πόλεμος» («όλοι ένοχοι»), τον οποίο ορισμένοι ίσως βιάστηκαν να απορρίψουν ως κατασκευασμένο άλλοθι μιας δυτικής κυριαρχίας.
Αυτή η μεγάλων διαστάσεων παρανοϊκή βία, που γίνεται ακόμα μεγαλύτερη καλύπτοντας όλη την υδρόγειο μέσα και από την σε πραγματικό χρόνο διάδοση του εκάστοτε «συμβάντος», φαίνεται να έχει έδρα μια μανιχαϊκή και μνησίκακη σύλληψη και απόρριψη της κίνησης του κόσμου. Μοναχική ή συλλογική, «πολιτική» ή «απολιτική», μπορεί να είναι η φονική αποτύπωση ενός διαταραγμένου εγωισμού. Τα καταστροφικά αποτελέσματα του οποίου μπορεί να επιταθούν στις περιπτώσεις όταν ο τρόμος που σπέρνουν υπακούει σε «πολιτικές» επιδιώξεις. Εκτός από τα επιβεβλημένα και δημοκρατικά θεσπισμένα μέτρα πρόληψης, η εξίσου δημοκρατική υπεράσπιση της ελευθερίας και της ασφάλειας του κόσμου, της ειρηνικής του συνύπαρξης, είναι μονόδρομος. Κάπως έτσι δεν συνόψισε την ουσία της δημοκρατικής πολιτικής η Χάνα Αρεντ; 

ΒΗΜΑ 21/4/2013

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

Ο αγανακτισμένος θέλει και νόμο και αταξία

Ανδρέας Πανταζόπουλος
 
«Συντηρητισμός και επαναστατικότητα συνυπάρχουν στα ίδια πρόσωπα» επεσήμαινε στο «Βήμα» της προηγούμενης Κυριακής ο Αντώνης Καρακούσης παρουσιάζοντας και σχολιάζοντας τα αποτελέσματα μιας ενδιαφέρουσας έρευνας γνώμης που φιλοξένησε η εφημερίδα. Η άνοδος ακραίων συναισθημάτων και αντιφατικών επιλογών εκφραζόμενων από το ίδιο πρόσωπο εκπλήσσει, και φαντάζει ακατανόητη. Ο σημερινός διαμαρτυρόμενος ή και «αγανακτισμένος» πολίτης φαίνεται να απαιτεί «ασφάλεια και τάξη» («κατάργηση» πανεπιστημιακού ασύλου) και ταυτόχρονα να εγκρίνει ανομικές συμπεριφορές (περιπτώσεις λιντσαρίσματος βουλευτών). Πίσω από αυτή την αντινομική στάση κρύβεται μια εισαγγελική και τιμωρητική θεώρηση της πραγματικότητας στο φόντο μιας μονοδιάστατα ηθικολογικής κατανόησης των διακυβευμάτων που εκ των πραγμάτων τίθενται σήμερα ενώπιον της ελληνικής κοινωνίας.


Αυτή η γενικευμένη πλέον ηθικολογική συμπεριφορά, που φέρνει στην επιφάνεια και νομιμοποιεί αρνητικά πάθη, όπως η μνησικακία, τροφοδοτείται από μια μνημειώδη αδυναμία των πολιτικών ελίτ να επεξεργασθούν και να διατυπώσουν ένα συνολικό πολιτικό σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης. Ο μεταπολιτευτικός κομφορμισμός των ελίτ, παρά τις αδιαμφισβήτητα θετικές υπηρεσίες που αυτές προσέφεραν στην αποκατάσταση της πολιτικής και κοινωνικής δημοκρατίας, εξετράπη σε έναν άναρχο και ανομικό δημοκρατισμό, σε ένα «σύστημα» που καθήλωσε τα υποκείμενά του στην παιδική τους ηλικία. Οι «αντιφατικές» συμπεριφορές του σημερινού νεο-πολίτη είναι προϊόν της απο-πολιτικής, από τη στιγμή που ο λαϊκισμός ως κυβερνητική σταθερά τερμάτισε τον βίο του: έντρομος αυτός ο νεο-πολίτης ενώπιον της πρωτόγνωρης απειλής αλλά και της πραγματικότητας της οικονομικής κρίσης που τον οδηγεί στην κοινωνική του πτώση, την αντιμετωπίζει συγκινησιακά, ακραία, χαοτικά. Αδυνατεί να συμφιλιωθεί με την «αβίωτη» πραγματικότητα μιας αιφνίδιας ενηλικίωσης, που σημαίνει ότι δεν έχει τα εφόδια, δεν διαθέτει την εσωτερική δύναμη να κοιτάξει μέσα του, τον ίδιο του τον εαυτό, να πάρει τις αναγκαίες αποστάσεις από τη θρυμματισμένη πλέον αυτο-εικόνα του. Ο σημερινός νεο-πολίτης ζει μέσα στο τραύμα της Μεταπολίτευσης, νοσταλγεί ένα ριμέικ, την ανέφικτη επιμήκυνση του μεταπολιτευτικού «χρέους».

Η αέναη πάλη του Καλού με το Κακό είναι η εδραία αρχή η οποία αίρει την αντίφαση μεταξύ «συντηρητισμού» και «επαναστατικότητας». Ο λαϊκιστικός μιζεραμπιλισμός της δεύτερης ανταμώνει τον καθηλωτικό αυταρχισμό του πρώτου, στο πρόταγμα ενός «ηθικού σοσιαλισμού για όλο το έθνος». Αυτή είναι η αφετηρία, αυτό είναι και το «τέλος»: οι πολυάριθμοι αγανακτισμένοι μικροί Πουζάντ αντιστέκονται και επαναστατούν κατά των εκπροσώπων τους που τους «πρόδωσαν», και ταυτόχρονα θέλουν να επιβάλουν τη δική τους «τάξη». Και στις δύο περιπτώσεις, ο ηθικός τους νόμος είναι αυτός που αποφασίζει. Κάθε διαμεσολάβηση ισοδυναμεί με προδοσία.

Βρισκόμαστε στην επικράτεια του αντιστασιακού εθνικο-λαϊκισμού, μέσα στην «οργή της ανημπόριας», όπως προφητικά είχε επισημάνει πριν από χρόνια ο Γιάννης Βούλγαρης (βλ. το βιβλίο του που μόλις κυκλοφόρησε: «Η μοιραία πενταετία. Η πολιτική της αδράνειας, 2004-2009», Εκδόσεις Πόλις). Οι ηθικοί κώδικες αυτής της οργής είναι που εναρμονίζουν τις διαμετρικά αντίθετες στάσεις και συμπεριφορές. Με την έννοια αυτή δεν υπάρχει καμία αντίφαση στα αποτελέσματα της συγκεκριμένης έρευνας γνώμης. Αντίθετα, τα αποτελέσματά της εκπλήσσουν για την ακραία συνοχή τους. Η αντιστασιακή ιδιοπροσωπία του ελληνικού εθνικο-λαϊκισμού εξανεμίζει τις «λογικές» αποστάσεις μεταξύ μιας έρπουσας μηδενιστικής βίας και του αιτήματος της ασφάλειας. Η κοινωνική αποδοχή της τάξης του λιντσαρίσματος (με ή χωρίς άρωμα «κινηματισμού»), οι κατ΄ εξουσιοδότηση προπηλακισμοί, απορρέουν από την ίδια ηθική προσωπικότητα από την οποία εκπορεύονται τα αιτήματα περιφρούρησης της «ασφάλειας». Η ήπειρος της «ηθικής κυριαρχίας», της souverainet thique, στην οποία πλέον έχουμε εισέλθει, αλέθει τις αποστάσεις μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, αποπολιτικοποιεί τις κοινές επιλογές, ανασημασιοδοτεί την ίδια την έννοια της νομιμότητας, εκφυλίζει, τελικά, το ίδιο το πολιτικό έθνος, αυτή τη δημοκρατική κοινότητα πεπρωμένου, σε κοινότητα αποκλεισμού.

Σήμερα μεσότητα τείνουν να γίνουν τα άκρα, ο αλήστου μνήμης «μεσαίος χώρος» είναι το σημερινό «ακραίο κέντρο» στο οποίο οι περισσότεροι, κυρίως μέσα από την αυτοαποκαλούμενη ριζοσπαστική Αριστερά, με αφελή ιδιοτέλεια υποκλίνονται. Αυτόν τον νέο κομφορμισμό τής με αντικαπιταλιστικό πρόσημο ριζοσπαστικής μεσότητας, αυτό το νέο ηθικό κέντρο, το ενάρετο «κόμμα της φιλοκαλίας» (για να θυμηθούμε το επίκαιρο βιβλίο του Στέλιου Ράμφου «Το Αδιανόητο Τίποτα. Φιλοκαλικά ριζώματα του νεοελληνικού μηδενισμού», Εκδόσεις Αρμός) συνιστά οριζόντια ηθική πλειοψηφία, νέα άτεγκτη αρχή, που θέλει να υποκαταστήσει μια δημοκρατική νομιμότητα ήδη υπονομευμένη, ας μην το ξεχνάμε ούτε για μια στιγμή, και από τις ίδιες τις ελίτ και, βέβαια, από έναν άναρχο διεθνή υπερ-φιλελευθερισμό. Ποιος ανθρωπολογικός τύπος υποβαστάζει αυτή την «ηθική δημοκρατία» του «κόμματος της φιλοκαλίας»; Αυτός ο τύπος που, συνειδητά ή ασυνείδητα, ενσαρκώνει και διαμηνύει ότι «ο άνθρωπος είναι ό,τι αισθάνεται» (Στ. Ράμφος), η ασάλευτη φιγούρα μιας ηθικής ευαισθησίας που όταν επιχειρεί να γίνει «λόγος» εκβάλλει στις «φαντασιώσεις και στο παραλήρημα». Ασάλευτη, γιατί κείται εκτός χρόνου, εκτός Ιστορίας...

Ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ.


ΒΗΜΑ 18/7/2011