Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Συνειδητοποιώντας την αλλαγή εποχής

του Νικόλα Σεβαστάκη

Μια Ευρώπη ζαλισμένη από το Brexit, την καινούργια ιταλική αβεβαιότητα, την ανακύκλωση της ελληνικής εκκρεμότητας. Με σοβαρές κρίσεις ταυτότητας που έχουν γεννήσει νέα κινήματα «ταυτοτικής» Δεξιάς. Και στο μεταξύ, παντού να κυριαρχεί η εντύπωση πως οι πάνω έχουν χάσει την  επαφή με τους κάτω. Και την ίδια στιγμή να βλέπει κανείς την ισοπεδωτική αποκήρυξη των ελίτ από... άλλες ελίτ (γιατί τι άλλο είναι οι καταγγέλλοντες διανοούμενοι;) και στην πολιτική σκηνή να παρατάσσονται τόσα αμέτρητα «εγώ» σε βάρος των οικείων πολιτικών παραδόσεων. Αρκεί, ας πούμε, να δει κανείς τον πολλαπλασιασμό των υποψηφίων για τις προκριματικές εκλογές του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος ή τις αμέτρητες, πια, φιλοδοξίες στην ελληνική Κεντροαριστερά για να πάρει μιαν ιδέα του προβλήματος.

Και όμως, πολλά από αυτά τα παρακμιακά της Ευρώπης δείχνουν πολυτέλειες, αν σκεφθεί κανείς το Χαλέπι, τη Μοσούλη, τη Λιβύη (που έχει ξεχαστεί). Και αν το βλέμμα στραφεί και δίπλα μας, στην αλλοπρόσαλλη και βίαιη Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν όπου ο αυταρχισμός και η τρομοκρατία ανταλλάσσουν τεχνογνωσία σε συνθήκες πολιτικής ασφυξίας.

Ισως λοιπόν η παραδοσιακή λέξη αστάθεια είναι ευφημισμός για το ιστορικό τοπίο του παρόντος. Φαίνεται πως έχουμε κάτι περισσότερο: το ξήλωμα των ραφών του κόσμου που είχε διαμορφωθεί στον ύστερο 20ό αιώνα. Τα σύνορα, τα κράτη, οι αγορές, οι ιδεολογίες ζουν μια περίοδο απρόβλεπτης αναδιάταξης, χωρίς κάποιο «καθοδηγητικό κέντρο» και με πλήθος χαοτικά επεισόδια.

Δεν είναι όμως απροσδιόριστη και η κατεύθυνση των αλλαγών που συντελούνται. Κακά τα ψέματα, η τωρινή φάση των απορρυθμίσεων δείχνει ότι θα ζήσουμε νέους ριζοσπαστισμούς και συντηρητισμούς. Το παιχνίδι παίζεται στα όρια των θεσμών και των πρακτικών που γνωρίζαμε για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες της «κανονικότητας». Λέξεις οικείες από την ιστορία των πολιτικών ιδεών, ο ριζοσπαστισμός και ο συντηρητισμός ενώνουν πλέον τις δυνάμεις τους και φτιάχνουν υβρίδια ανθεκτικά στην παραδοσιακή κριτική.

Το κοινό των νέων ρευμάτων είναι η περιφρόνηση για τους κανόνες δικαίου, η απέχθεια για τους «τύπους», η λοιδορία για το πνεύμα των συμβιβασμών. Το βλέπουμε στην Αμερική που ετοιμάζεται για την προεδρία Τραμπ και το αναδυόμενο επιτελείο του γεμίζει από φιγούρες που ενσαρκώνουν την ωμότητα χωρίς φιλελεύθερες περιφράσεις. Το αισθανόμαστε, στην ακραία του μορφή, σε ζοφερά πρόσωπα όπως ο Ροντρίγκο Ντουτέρτε, ο νέος πρόεδρος των Φιλιππίνων, που παραπέμπει σε βασανιστή της ειδικής ασφάλειας αλλά, παρ' όλα αυτά, δεν υπολείπεται δημοφιλίας. Το υποψιαζόμαστε με τη διάχυση φιλο-αυταρχικών τάσεων σε όλη σχεδόν την Ευρώπη και στα μέρη μας. Και εδώ πρέπει να διακρίνουμε την επιθυμία των ανθρώπων για ευνομία και ασφάλεια από τις δημαγωγικές εκτροπές μιας ιδεολογίας που υπόσχεται την εύκολη πρόσβαση σε αυτά τα αγαθά.

Προφανώς, το κράμα ριζοσπαστισμού και συντηρητισμού ποτίζει δεξιά και αριστερά εδάφη, ειδικά όταν έχουν φθαρεί κληρονομημένοι ηθικοί κώδικες και πολιτικά σύνορα. Η  εντύπωση, για παράδειγμα, πως όλα είναι εν τέλει ψεύδος και υποσχέσεις χωρίς αλήθεια, εντύπωση που χαράχθηκε βαθιά στο κοινωνικό σώμα με την αποφασιστική συμβολή του ΣΥΡΙΖΑ, είναι βασικός τροφοδότης ενός πολιτικού μηδενισμού. Είτε μιλάμε για  την παθητική αναδίπλωση των ατόμων στις βιοποριστικές τους έγνοιες, είτε για το ενδεχόμενο να δούμε καινούργιες εφεδρείες αγανακτισμένης βίας που θα επικαλούνται την πολιτική ματαίωση και τη διαιώνιση της κρίσης. Και οι δύο στάσεις, η μοιρολατρική και η βίαιη, ενισχύονται από τα ψεύδη και την απουσία αυτοκριτικής στο πολιτικό σύστημα.

Η ελληνική σκηνή της κρίσης έχει άλλωστε τα δικά της χαρακτηριστικά. Συναντά μεν τη γενικότερη ευρωπαϊκή δυσθυμία και την παγκόσμια αβεβαιότητα αλλά η πρωτοτυπία της βρίσκεται στην πρωτοφανή διάβρωση της εμπιστοσύνης. Ενα μεγάλο απόθεμα τυχοδιωκτισμών και μικροπολιτικής μεγεθύνει τις συνέπειες που ήδη έχει η κρίση στην οικονομία και στην απασχόληση. Και βλέπουμε πως οι ρουτίνες αλληλοσπαραγμού που έχουν ένα ιστορικό βάθος επανεμφανίζονται, έστω με ρητορικούς ανένδοτους και απειλές στο Κοινοβούλιο.

Είναι καλό, από την άλλη, να έχει κανείς επίγνωση ότι είναι αδύνατη η επιστροφή σε μια «κανονικότητα» τύπου δεκαετίας του '90. Οτι η κατάργηση της λιτότητας ή το νέκταρ της θεάς Ανάπτυξης πρέπει να καταχωρηθούν στην προϊστορία των κομματικών υποσχέσεων. Και πως το πιθανότερο είναι ότι οι άγριες μεταβολές στην οικονομία, στις πολιτικές συμπεριφορές, στις λαϊκές ιδεολογίες θα συνεχιστούν. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι η αγνόηση αυτών των αλλαγών, ούτε η ψεύτικη και καιροσκοπική προσαρμογή στις νέες μόδες (λ.χ. σε εθνικοσυντηρητικές λογικές).

Πιο χρήσιμη είναι νομίζω η συνειδητοποίηση πως συμβιώνουμε με άγνωστους παλαιότερα υπαρξιακούς και πολιτικούς κινδύνους. Διότι τίποτα πλέον δεν είναι δεδομένο: ούτε η Ευρώπη και η προστασία της, ούτε η επιστροφή της ευημερίας, ούτε η συρρίκνωση των εθνικιστικών παθών στην εποχή της δικτύωσης κ.λπ. Ολα μοιάζουν αναστρέψιμα ή, έστω, υπερβολικά ευάλωτα. Τι σημαίνει όμως πρακτικά αυτή η συνειδητοποίηση; Νομίζω ότι θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη για όσους αφήνουν πίσω τις απλουστευτικές και μονοσήμαντες ερμηνείες της κρίσης: τον γενικόλογο αντινεοφιλελευθερισμό ή αυτόν τον χύμα και οριζόντιο αντιγερμανισμό από τον οποίο πιανόμαστε κάθε φορά που δυσκολεύουν τα πράγματα.

Αν το 2017 είναι χρόνος με ισχυρότερους ακόμα κλονισμούς στο ευρύτερο περιβάλλον μας θα μπορούσε, παρ' όλα αυτά, να γνωρίσει μια άλλη ελληνική τροχιά: την αναζήτηση μιας νέας ορθολογικότητας που θα έχει αφυπνιστεί πραγματικά (και όχι διακηρυκτικά) από τις απειλές και θα έχει μάθει να απευθύνεται, ξανά, στην κοινωνία. Χωρίς τους περιορισμούς του ελιτισμού αλλά και δίχως την πανικόβλητη μίμηση του λαϊκισμού, σε μια προσπάθεια «προσαρμογής» στο ρεύμα.

Οταν η αβεβαιότητα γίνεται πια ο κανόνας δεν έχει κανένα όφελος ούτε ένας ορθολογισμός που δεν τον καταλαβαίνουν οι πολίτες ούτε ένας πολιτικός συναισθηματισμός που εκμεταλλεύεται απλώς τη δυσφορία και τα μίση.

Βημα 31/12/2016


Δεν υπάρχουν σχόλια: