Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Η αφωνία απέναντι στον κοινωνικό θυμό

Του Ανδρέα Πανταζόπουλου

Φαίνεται οριακή η προσεχής εκλογική αναμέτρηση, έστω και αν η μετάβαση σε ένα νέο πολιτικό σύστημα προβλέπεται μακρόσυρτη. Η σημασία της δεν αφορά μόνο μια ενδεχόμενη ριζική ανατροπή των κομματικών συσχετισμών αλλά και τη δυσκολία διαχείρισης των κοινωνικών αντιδράσεων που διέπονται από την έκφραση αρνητικών συναισθημάτων. Εκτός από την «αγανάκτηση», και η «ανασφάλεια», συνδεόμενη με το ζήτημα της μετανάστευσης, έρχεται τώρα να περιπλέξει το ελληνικό πρόβλημα.


Για ποιο ακριβώς θέμα πρόκειται; Η χειρότερη εκδοχή, που δεν είναι και η λιγότερη πιθανή, είναι το υπαρκτό κοινωνικό ζήτημα, όπως αυτό έχει προκύψει στη χώρα τα τελευταία δύο χρόνια, να συνδυασθεί με τη λεγόμενη παράνομη μετανάστευση. Ο φόβος και η ανασφάλεια που αποδίδονται σε αυτήν να προσανατολίσει την αγανάκτηση, μιας μερίδας τουλάχιστον του πληθυσμού, στην υιοθέτηση απορριπτικών και ρατσιστοειδών συμπεριφορών και ενεργειών. Ο εκρατσισμός του κοινωνικού ζητήματος είναι ένα καθ' όλα βάσιμο σενάριο το οποίο προκύπτει «αυθόρμητα», σχεδόν ανεξέλεγκτα. Το ανομικό παράδειγμα των αντιστάσεων τοπικών κοινωνιών σε κυβερνητικά σχέδια «ρύθμισης» της παράνομης μετανάστευσης δείχνει ότι αυτό έχει δυναμικά ερείσματα και τροφοδοτείται από μεγάλο μέρος των τοπικών ελίτ. Ταυτόχρονα οι πολιτικές ελίτ του «κέντρου» μοιάζουν διχασμένες ως προς την ίδια τη «ρύθμιση»: οι λαϊκιστές Αριστεράς και Δεξιάς, για διαφορετικούς λόγους, αντιτίθενται στα κυβερνητικά μέτρα, ενώ οι μετριοπαθείς πολύ θα ήθελαν να τα είχαν αποφύγει αυτή τουλάχιστον τη στιγμή.

Πώς προέκυψε αυτό το νέο μέτωπο της συναισθηματικής υπερφόρτισης; Εχει σημασία να καταλάβουμε ότι, από τη μία πλευρά, που είναι και η σημαντικότερη, προήλθε από την ατολμία των κυβερνουσών ελίτ να επεξεργασθούν μια μεταναστευτική πολιτική και, από την άλλη πλευρά, που δεν πρέπει να υποτιμάται, από εκείνες τις προσεγγίσεις που θεωρούν είτε ότι τα «ανοιχτά σύνορα» είναι η οδός της αρετής, ο προθάλαμος της ανθρώπινης χειραφέτησης (κάτι τέτοιο υποστηρίζουν άμεσα ή έμμεσα όλες οι εκδοχές της λεγόμενης ριζοσπαστικής Αριστεράς, που είναι κήρυκες της ιδεολογίας του «μεταναστευτισμού»), είτε από εκείνους που ως ρατσιστές (οι πάσης φύσεως ακροδεξιοί που εσχάτως πληθύνονται, ενώ ο λόγος τους έχει αποκτήσει διαπιστευτήρια εισόδου στον δημόσιο χώρο) εκμεταλλεύονται έναν διάχυτο κοινωνικό φόβο. Η απουσία οργανωμένου διαλόγου όλα τα προηγούμενα χρόνια για το ζήτημα της μετανάστευσης είναι μια βασική αφετηρία των σημερινών επαπειλούμενων εκρήξεων.

Αλλά δικαιούμαστε να αναρωτηθούμε: μήπως ο ίδιος ακριβώς λόγος, η απουσία τεκμηριωμένης και δημοκρατικά οργανωμένης δημόσιας συζήτησης, το θηριώδες έλλειμμα μιας πειστικής αφήγησης για την τρέχουσα «οικονομική» κρίση, δεν είναι ως έναν τουλάχιστον βαθμό μία από τις βασικές αιτίες της κοινωνικής «αγανάκτησης»; Ο κοινωνικός θυμός δεν διαμεσολαβήθηκε από μια ορθολογική εξήγηση των παραγόντων που οδήγησαν στην κρίση. Ενας αποσπασματικός και επειγοντιστικός κυρίαρχος λόγος, που έτρεχε διαρκώς πίσω από οικονομικά ελλείμματα και την οπωσδήποτε αδήριτη ανάγκη της λήψης μέτρων για την κάλυψή τους, περιθωριοποίησε τη ζωτική, όπως αποδεικνύεται, ανάγκη της κοινωνικής τους νομιμοποίησης.

Και οι δύο αυτές περιπτώσεις μάς δείχνουν ένα πράγμα: ότι η σημερινή κρίση, με τις απρόβλεπτες ψυχοπολιτικές κλιμακώσεις της, τροφοδοτείται και από την έλλειψη μιας κουλτούρας διαλόγου. Ενός διαλόγου που θα έπρεπε να γειώνει το ορθολογικό επιχείρημα στη συναισθηματική ενέργεια που αποδεσμεύουν τα ατομικά και συλλογικά πάθη. Ελειψε, με άλλα λόγια, ένας εγκάρδιος λόγος που θα ενσωμάτωνε τις αγωνίες των πραγματικών, όχι των εικονικών, θυμάτων της κρίσης σε μια προοπτική ορθολογικής της υπέρβασης. Ενας τέτοιος λόγος θα μπορούσε να αποτρέψει τη μεγάλη λεηλασία, ενίοτε βίαιη, των συναισθημάτων στην οποία επιδίδονται με επιτυχία όλοι οι εξτρεμισμοί, καθοδηγούμενοι ή μη. Οχι, το ζήτημα δεν είναι να αντιταχθεί στην καταγγελτολογία και στον θρηνητισμό ένας παρηγορητικός λόγος. Αλλά να αντιπαρατεθεί στις πρωτογενείς αντιδράσεις, στην απατηλή δημοφιλία και στην προγραμματική ανευθυνότητα, που λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές της κοινωνικής μνησικακίας, ένας λόγος και ένα σχέδιο που να μιλάει στα πραγματικά θύματα τη γλώσσα μιας θερμής αλήθειας που μπορεί να πείσει.

Η αφωνία όμως των ελίτ μπορεί να είναι και ένδειξη, πέρα από τη λαχανιασμένη παρακολούθηση μιας εμπαθούς και κατακερματισμένης κοινωνικής διαμαρτυρίας, και ενός άλλου πιο ευρύτερου, πιο ανησυχητικού γεγονότος. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει, το αντίθετο, την πιθανότητα μεγάλα τμήματα της ιθύνουσας τάξης να έχουν πιστέψει τον λόγο των αντιπάλων τους: ότι, για παράδειγμα, η Ελλάδα είναι «κατεχόμενη» χώρα, ότι οι αλλαγές μάς επιβάλλονται κτλ. Στην περίπτωση αυτή ο παρακολουθητισμός των εξελίξεων ανάγεται σε επιχειρησιακή αρετή και η άσκηση πολιτικής σε βαρίδι.

Με την έννοια αυτή οι «υπήκοοι», ανασφαλείς και αγανακτισμένοι, έχουν «δίκιο» να εξεγείρονται, έστω και για λάθος λόγους. Αυτή η απιστία των ελίτ, μέσα σε μια συγκυρία ανόδου της ψυχοπολιτικής, μπορεί να έχει το δικό της θερμό αντίτιμο στις επερχόμενες εκλογές.

ΒΗΜΑ 1/4/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια: