Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

Μπορεί «να βγει» αυτό το Πρόγραμμα;

του Κώστα Καλλίτση
Μπορεί «να βγει» το Πρόγραμμα ή είναι μία σισύφεια προσπάθεια, με προδικασμένη αποτυχία; Καταγράφω τέσσερις εκτιμήσεις.
Πρώτη: Δεν λύθηκε το πρόβλημα του χρέους. Θα αντιμετωπιστεί στα τέλη του έτους, εφόσον εφαρμόσουμε όσα συμφωνήσαμε με τους δανειστές μας.
Υπάρχουν, ωστόσο, δύο καινούργια, θετικά στοιχεία: (α) Πετύχαμε (ακριβέστερα, το ΔΝΤ πέτυχε..) να τεθεί βιώσιμο πλαφόν στην εξυπηρέτησή του. Να μην πληρώνουμε πάνω από το 15% του ΑΕΠ έως το 2038 – λιγότερα από όσα πληρώνουν για το χρέος τους οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες. (β) Τα ελληνικά ομόλογα θα γίνονται δεκτά ως ενέχυρο από τον κ. Ντράγκι και θα ενταχθούμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE). Το όφελος δεν είναι στενά οικονομικό (οι τράπεζες θα γλιτώσουν 150 εκατ. ευρώ κόστος δανεισμού, ενώ ο κ. Ντράγκι δεν μπορεί να αγοράσει άνω του 33% των ελληνικών ομολόγων, διότι ήδη έχει το 25%, από το 2010-12). Το μεγάλο όφελος είναι ότι η εμπιστοσύνη με την οποία περιβάλλει τα ελληνικά ομόλογα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σε μεγάλο βαθμό εξουδετερώνει την αβεβαιότητα γύρω από το χρέος μας.
Δεύτερη: Δεν είναι αναπόφευκτο τα νέα μέτρα, που προστίθενται στα μέτρα της προηγούμενης 6ετίας, να μας βυθίσουν σε ύφεση.
Θα επιβληθούν μέτρα 5,4 δισ. ευρώ σε βάθος μιας 3ετίας. Ητοι, φέτος θα αφαιρεθούν από τη ζήτηση περίπου 1,8 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το κράτος θα λάβει από τους δανειστές και θα ρίξει στην αγορά 3,5 δισ. ευρώ εντός του έτους, σε μηνιαίες δόσεις 700 εκατ. ευρώ. Αυτά θα τονώσουν τη ζήτηση. Μαζί με αυτά, λογικά θα τονώσουν την οικονομία και τα 6,75 δισ. που είναι διαθέσιμα από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων – εφόσον εκτελεστεί με ταχύτητα και ευθύνη. Περαιτέρω ύφεση δεν μπορεί να αποκλειστεί. Αλλά δεν καθίσταται αναπόφευκτη εξαιτίας, δήθεν, των μέτρων.
Τρίτη: Δεν είναι αναπόφευκτο να οδηγηθούμε στον «κόφτη» των δαπανών, την άνοιξη του 2017.
Ορισμένα έκτακτα φορολογικά έσοδα θα προκύψουν λόγω των δαπανών που θα γίνουν. Παράδειγμα, γύρω στο 20% των 3,5 δισ. που θα πέσουν στην αγορά, ήτοι περίπου 800 εκατ. ευρώ, θα επιστρέψουν στα κρατικά ταμεία ως έκτακτα φορολογικά έσοδα. Αντιστοίχως, πρόσθετα φορολογικά έσοδα θα προκύψουν αν ζωντανέψει η οικονομική δραστηριότητα, με την αξιοποίηση των πόρων που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε – από EBRD, ΕΤΕΠ, από το λεγόμενο «σχέδιο Γιούνκερ».
Ωστόσο, αυτά δεν αρκούν. Ο «κόφτης» είναι εφικτό να αποφευχθεί αν, επιπλέον, (α) κοπούν δαπάνες. Αν, παράδειγμα, ο υπουργός Αμυνας (που βγάζει κωδικούς από το μανίκι…) είχε κόψει 400 εκατ. ευρώ ως όφειλε, δεν θα χρειάζονταν νέοι φόροι ούτε στον τουρισμό, ούτε στα καφενεία, ούτε στις μπίρες, ούτε στα τσιγάρα, ούτε θα αναζητούνταν 70 εκατ. για να μην επιστραφεί το ΕΚΑΣ. Θα υπήρχαν τα λεφτά για όλα αυτά!
Και (β) αν ληφθούν μέτρα για τη φοροδιαφυγή. Αν πληγεί το λαθρεμπόριο καυσίμων (από το οποίο ευημερούν ολόκληρες «φαμίλιες» και στρατοί της νύχτας…), αν καταστεί υποχρεωτική η πληρωμή με κάρτα για ιδιωτικές δαπάνες, όχι από τα 500 αλλά από τα 50 ευρώ – και άλλα μέτρα που μένουν στα συρτάρια.
Τέταρτη και πιο σημαντική: Η κρίση της ελληνικής οικονομίας δεν είναι κυκλικού αλλά διαρθρωτικού χαρακτήρα. Το πρόβλημά μας δεν είναι πρόβλημα ζήτησης αλλά παραγωγής, παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας. Μετά την κρίση (2010) το εθνικό εισόδημα προσαρμόστηκε στο επίπεδο των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας, βίαια (έτσι συμβαίνει πάντα με τις κρίσεις: Επωάζονται για μακρύτερο χρόνο από όσο προβλέπεται και ξεσπούν σε χρόνο dt). Το σημερινό επίπεδό του δεν είναι δεδομένο. Αν δεν καταφέρουμε να ανασυγκροτηθεί ο παραγωγικός ιστός, θα μειωθεί περισσότερο. Ούτε μαγικό χαλί υπάρχει για να σηκωθεί ούτε κάποιος αυτόματος «πάτος», για να σταματήσει η πτώση του. Και για την παραγωγική ανασυγκρότηση (ως χώρα που πάσχει από αρνητική αποταμίευση μακράς διαρκείας…) χρειαζόμαστε ξένα ιδιωτικά μακροπρόθεσμα κεφάλαια. Αυτό είναι το κλειδί.
Οι πρώτες κινήσεις για να ξεκλειδώσουμε την ανάπτυξη είναι (α) η υλοποίηση των συμφωνημένων αποκρατικοποιήσεων, (β) η ταχεία απελευθέρωση του παραγωγικού δυναμικού που μένει θαμμένο κάτω από τα κόκκινα επιχειρηματικά δάνεια και (γ) η απεμπλοκή επενδύσεων ύψους 14 δισ. ευρώ, που είναι έτοιμες να ξεκινήσουν (υπάρχουν τα σχέδια, υπάρχουν τα κεφάλαια, υπάρχουν όλα!..) αλλά μένουν μπλεγμένες στα γρανάζια μιας επικίνδυνης –πλέον– κρατικής γραφειοκρατίας.
Είναι αναγκαίο και, αντικειμενικά, εφικτό ένα αναπτυξιακό σοκ. Αν όλα αυτά «τρέξουν», το δύσκολο Πρόγραμμα μπορεί να βγει σε πέρας, να αναπληρώσουμε τον χρόνο που (όλα αυτά τα χρόνια…) χάθηκε και να μην πάνε χαμένες οι θυσίες του ελληνικού λαού. Αν δεν «τρέξουν», η χώρα θα συνεχίσει να σέρνεται με την κοιλιά στα υπόγεια της Ευρωζώνης. Και η ελληνική δημοκρατία, όσο αντέξει.
Καθημερινή 29/5/2016

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Ο Μάγος, η Ιέρεια και ο Αλκιβιάδης

Μύθος Διδακτικός για Παρακμιακούς

του Ιωσήφ Σηφάκη

Ολα πια έδειχναν ότι η Επάρατη Φάρα εξάντλησε τα περιθώρια, ότι νομοτελειακά της πληρωμής σήμανε η ώρα, και πέσαμε ανυπεράσπιστοι στα χέρια της μισητής Τριανδρίας: του Ενεχυροδανειστή, του Τραπεζίτη και του Μεγάλου Αδερφού. Τότε μες σε βαθειά απόγνωση καλέσαμε την Σπείρα, τον θίασο των περιθωριακών που χρόνια σάρκαζαν στα σκαλοπάτια του Βουλευτηρίου. 


Υπόσχονταν ότι αν ποτέ ανέβαιναν στα πράγματα, γρήγορα θα αποκαθιστούσαν την πληγωμένη μας αξιοπρέπεια, και η χώρα δεν θα ήταν πια το ξέφραγο αμπέλι που ξέραμε. Nα μπαίνουν οι ξένοι και να αποφασίζουν ασύδοτα ακόμα, άκουσον άκουσον, και για το πόσους φόρους θα πληρώνουμε, αν δεν μας έλεγαν και πότε θα κατουρούμε.
Τους ένωνε έχθρα σφοδρή για την Επάρατη Φάρα, που ήταν προφανώς υπεύθυνη για την τραγική μας κατάντια. Της καταλόγιζαν όχι άδικα, από ελαφρότητα έως εγκληματικότητα, ακόμη και προδοσία στην διαχείριση των κοινών.
Τους ένωναν κι’ αναζητήσεις κοινές εναλλακτικών λύσεων, χωρίς να ξέρουν ακριβώς τι. Απαρτίζονταν από συνιστώσες κινήσεων όπως «Άλλος Δρόμος», «Άλλος Τόπος» ή και «Άλλος Τρόπος», που φύτρωναν κατά καιρούς στο περιβόλι της αμφισβήτησης. Αρχηγός ήταν ο Αλκιβιάδης παρέα με τον Μάγο, την Ιέρεια και πλήθος άλλων ηθοποιών με πρόγραμμα τόσο πλατύ κι’ ελαστικό που άνετα χωρούσαν το σενάριο και ο ρόλος καθενός.
Έτσι όταν πια εκφράστηκε η ταλαίπωρη λαϊκή ετυμηγορία, η Φάρα να μας αδειάσει τη γωνιά, στο πυρ το εξώτερο, και βγήκε η Σπείρα στο γκουβέρνο, μια γλυκιά προσμονή ανάμικτη με ανατριχίλα ελπίδας εγκαταστάθηκαν μεσοχείμωνα στις καρδιές. Άντε και να δούμε. Δύσκολα να πάμε χειρότερα λέγαν οι πολλοί. Κι άλλοι λιγότερο ενθουσιώδεις έβλεπαν κιόλας τις αξεπέραστες δυσκολίες. Πράγματι, μετά τους πρώτους πανηγυρισμούς, τα μαζικά ζήτω, τους βρυχηθμούς των νικητών και τις ρητορικές τους κορώνες, η πραγματικότητα ξαναπήρε την κατηφή της όψη. Τα περιθώρια στένεψαν εκ των πραγμάτων μια και στην πολιτική σκηνή κάπου τα δρώμενα συναντούν τα γεγονότα που από φύση ξεροκέφαλα, στο τέλος δαμάζουν κάθε παράλογο.
Ο Χαρισματικός Μάγος
Ο Μάγος είπε ξέρει να μας βγάλει απ’ τον εφιάλτη τούτο κόσμο. Να μας μεταφέρει συλλήβδην σ’ έναν άλλο φιλικό, χωρίς Ενεχυροδανειστές και Τραπεζίτες. Μόνοι να διαφεντεύουμε την τύχη μας. Χωρίς αφεντικά ξενόφερτα χωρίς σατράπες. Που θα μετρά η καπατσοσύνη και το κέφι μας. Μη μας φορολογούν και το χαμόγελο ακόμα.
Αν και πολλοί δεν πείθονταν στα λόγια, τα πλήθη έβρισκαν τα νούμερα χαριτωμένα. Ήταν μια απόδραση, μια ανακούφιση. Είχαν πια βαρεθεί τα πρέπει και τα δήθεν, τα ξινά και τα αυταρχικά της Φάρας. Ο Μάγος τους έβγαζε από σενάρια αβάσταχτα, αγχωτικά. Είχε το χάρισμα να λέει από καθέδρας, σοβαροφανώς τα πιο κουφά, με σιγουριά δόκτορα διαπρεπούς με περγαμηνές και τα τοιαύτα. Κουνούσε το ραβδάκι κι’ έβλεπαν τον αντικατοπτρισμό μιας άνοιξης μες το χειμώνα, κι αυτό αρκούσε. Όταν μάλιστα τόλμησε να σαρκάσει δημόσια τον Ενεχυροδανειστή ουρλιάζοντας ψιθυριστά κάτι στο αυτί του που όλοι εξέλαβαν ως σιχτίρισμα, τα πλήθη απογειώθηκαν, ενθουσιάστηκαν. Να είπαν, επί τέλους ξεπλύνονται χρόνια ντροπής και καταφρόνιας. Έκανε κι’άλλες διασκεδαστικές αποκοτιές. Όμως το νταιλήκι του μας στοίχιζε ακριβά. Ιδιοτελώς ανέβαζε κασέ, δημοφιλία, μα έκανε πυρ και μανία την Τριανδρία τη σκληρή - της είχαμε παραδοθεί σώματι τε και ψυχή. 
Έτσι τα μαγικά δεν ήταν να κρατήσουνε καιρό. Κι οι μάγοι από πείρα το γνωρίζουνε αυτό. Κάποτε υποκλίνονται και φεύγουν βιαστικά. Πριν η γοητεία τους ξεφτίσει στα μάτια του κοινού, τους αποπάρει με βρισιές και προπηλακισμούς. Μετά κανείς δεν πίστευε πως θα τα καταφέρναμε μονάχοι – είχαμε πάντοτε ανάγκη από προστάτες σε ό,τι λάχει.
Μοιραία έφυγε ο Μάγος ένα βράδυ, καθώς ήρθε. Καβάλα σε υπέροχο άρμα, με εκείνο το χαρακτηριστικό ειρωνικό χαμόγελο υπεροχής. Επαγγελματική διαστροφή των μάγων η αυταρέσκεια. Να επιδεικνύονται, να δείχνουν ότι ξέρουν κάτι παραπάνω, να εντυπωσιάζουν με απάτες, ψευδαισθήσεις. Και φυσικά να μη στεριώνουν πουθενά, περιπλανώμενοι ανά την οικουμένη για να πουλήσουνε πιασάρικη πραμάτεια, οι καημένοι.
Η άτεγκτη Ιέρεια
Η Ιέρεια ήταν σοβαρή καθώς αρμόζει. Δεν αστειευόταν με κανόνες και αρχές. Στιγμάτιζε δημόσιες αμαρτίες. Τόνιζε ότι από δω και μπρος ακέραια το γράμμα των νόμων θα τηρείται. Και φυσικά το ιερατείο μόνο ξέρει να ερμηνεύει αλάνθαστα, να κρίνει το σωστό, το λάθος. Χωρίς πάθος, με σοφία, να απονέμει ανάλογα επιβράβευση ή τιμωρία.
Είπε ξεκάθαρα δεν θέλουμε αλισβερίσι με τη βδελυρή τη Τριανδρία, τη διαφθορά και την εξάρτηση.
Ας μείνουμε ενάρετοι, στις αξίες πιστοί. Και τούτα άρεσαν στο πλήθος που είδε επί τέλους κάτι ίσιο μέσ’ στη ρεμούλα τη γενική.
Βέβαια λίγο πολύ συνέπλεε με τον Μάγο, που όμως φάνταζε ατσίδας, σαλτιμπάγκος, αρκούντως αγιογδύτης ενώ αυτή το έπαιζε άμωμη παρθένος, δεν καθόταν μύγα στο σπαθί της.Τα ίδια περίπου προοιωνίζονταν, αλλά λιγότερο διασκέδαζε τα πλήθη. Ποτέ δεν έχανε ευκαιρία να δίνει καθωσπρεπισμού μαθήματα σε όλους, άτεγκτη προς πάσα παρατυπία. Όμως σύντομα φάνηκε, όπως συμβαίνει απ’ τα χρόνια τα παλιά, υπέρμετρη ιεροπρέπεια, τυπολατρεία είναι απλά προκάλυμμα στα χέρια ιεροκάπηλων, αρχομανών. Άχθος ασήκωτο γίνηκε στους συντρόφους. Εξάντλησε τα όρια με καπρίτσια αυθαιρεσίες, βάζοντας τροχοπέδη στις ιερατικές διαδικασίες, με ανούσια τερτίπια επιβραδύνοντας τις λειτουργίες. Έτσι μια μέρα προς γενική ανακούφιση, έφυγε παραιτούμενη μελοδραματικά κι’απεγνωσμένα, αφήνοντας ύστατες παθητικές τσιρίδες που δεν συγκίνησαν κανένα. Κλείστηκε σε σιωπή ερμητική ίσως διότι ενδόμυχα πιστεύει πως κάποτε θα δικαιωθεί και θα κληθεί μετά φανών και λαμπάδων, να ανέλθει επι Σκηνής, η αφελής.
Το βλέμμα του Αλκιβιαδη
Ο Αλκιβιάδης – το επάγγελμα υπνωτιστής - ήταν προσεκτικός εκ φύσεως, ή και εξ επαγγέλματος- αν υπνωτιστής μπορεί επάγγελμα να νοηθεί. Δεν είχε τίποτε σπουδαίο να πει για μαγικά, για νόμους ή κανόνες. Μόνο ένα ωραίο παιδικό χαμόγελο - λίγο στερεότυπο αλήθεια – που όμως έκανε μπαμ στα σώψυχα μας , κάτι σαν εξομολόγηση, ομολογία: «ένας είμαι κι’εγώ από εσάς», «σας νοιώθω», «σας καταλαβαίνω», «σας πονώ». Τίποτε άλλο. Κι’ είδαμε στο βλέμμα του τον εαυτό μας. Γίναμε ξέγνοιαστα παιδιά σε διάλειμμα, σε σχολική γιορτή, σε πανηγύρι. Μιας ευφορίας ανακούφιση ζεστή μας έπεισε – «μπορεί να μας προδώσει ο εαυτός μας;». Έλεγε κι’ άλλα το χαμόγελο που άρεσαν «άλλου υψηλότερου από σε δεν έχεις χρεία, εσύ ο δρόμος, εσύ κι’ η σωτηρία» ή «μακριά ας μένουμε απ’ τους ξένους, συχνά-πυκνά μας έχουν προδομένους». Κι έστερξε ο κόσμος και έδωσε γενναία ακόμα αυτά που αρνιότανε στη Φάρα λυσσαλέα.
Ας μείνουμε λοιπόν πιστοί σ’ αυτό που είμαστε – τι είμαστε ακριβώς, κανένας δεν ρωτήθηκε. Οικτρά παθόντες φωνάζαν οι πολλοί, δεν είναι ώρα για αναλύσεις, για φιλοσοφικές διερευνήσεις. Ο κόσμος έτσι πορευόταν και έτσι θα’ ναι. Είδαμε και της Φάρας τη προκοπή που δήθεν πάσχιζε δεκαετίες, για μιαν Ανώτερη Ζωή. Ετούτο υπάρχει μόνο στα τρελλά, τα κολασμένα ονειρά τους. Πάθαμε και μάθαμε απ’ τα καμώματά τους. Αρκεί μικρές φιλότιμες προσπάθειες να γίνονται, ν’ αλλάζουν μαλακά τα πράγματα με δίχως άλματα, ίσως και λίγο εκβιάζοντας εταίρους, καταστάσεις. Αν χρειαστεί, ας φτάσει βρε αδερφέ, στο χτένι ο κόμπος. Δεν θα’ μαστε ούτε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι των ανθρώπων. Ποτέ δεν θα γνωρίσουμε τι φταίει. Έξω βαριές σκοτούρες μέλλοντος αβεβαίου μακρυνού. Ας ζούμε μέρα με τη μέρα. Τίποτε μονιμότερο του προσωρινού.
‘Ετσι με αναγκαστική σύμπνοια εθνική τα βρήκαμε και με την Τριανδρία. Διαπραγμάτευσης καμιά ελευθερία, εκτός κοσμητικές επιλογές – πώς μας φορούν το χαλινάρι ή πώς καλύτερα μας πάει το σαμάρι.
Επιμυθιο Διδαγμα:
Σοφότερος απ’ όλους ο Αλκιβιάδης αποδείχτηκε εν τέλει. Σωστά διέγνωσε το πρόβλημα και βρήκε θεραπεία. Όλα θέλουν τον τρόπο τους, να αισθανθεί ασφάλεια ο κοσμάκης, να πεισθεί. Με λογική όχι βέβαια, πολύπλοκους συλλογισμούς – δεν έχει συνηθίσει κάτι τέτοια –το πάθημα μας δεν χωρά ανθρώπου νους. Να χρυσωθεί το χάπι. Χρειάζεται χαμόγελο, γοητεία. Και βέβαια ικανότητα υποκριτική και ψυχραιμία. Έχεις να παίξεις ρόλο ιστορικό. Τηρώντας το πολιτικά σωστό και τα προσχήματα. Δείχνοντας κατανόηση κατά το δυνατό, συμπάθεια για τα ανυπέρβλητα αιώνια προβλήματα. Τον Έλληνα να πιάνεις απ’ τα αισθήματα, στο μαλακό, όχι από κει που πήγαν να τον πιάσουν της Φάρας οι αγέλαστοι χολερικοί. Κοιτάχτηκαν ποτέ τους στον καθρέφτη; Κάτι σαν νεκροθάφτες, θλιμμένοι συγγενείς, γεμάτοι αναστολές κομπλεξικοί, μάντεις κακών, μας τρέλαιναν στα θλιβερά μαντάτα. Και πάντα υποτελείς, πρόθυμα συναινούντες. Λίγη μαγκιά δεν βλάφτει, φίλε μου - άσχετο αν στο τέλος δεις, πως δε σε παίρνει και χρειαστείς, απότομη στροφή να κάνεις να μη γκρεμοτσακιστείς.

Ο κόσμος έρχεται σιγά-σιγά με τα νερά σου. Βοηθούν οι μύθοι, οι παραβολές, τα οραματά σου. Μετρούν οι τρόποι, τα αισθήματα, οι συμπεριφορές. Κι’ ως προς αυτό, οι Σπείρες υπερέχουνε σαφώς, κλάσεις ανώτερες από τις Φάρες διεθνώς. Όταν η άμαξα της αλλαγής σκαλώνει στον ανήφορο, ο αμαξάς δεν σπάει στο ξύλο το υποζύγιο. Λέει γλυκά το παίνεμα, το παρακάλι. Χτυπά το καμουτσίκι όσο χρειάζεται – να δυναμώσει η θέληση για πάλη. Δεν γίνεται αλλαγή χωρίς συναίνεση. Το θύμα ίσως στέρξει με αυταπάρνηση τελεία, αν σεβαστείς την προσφορά του στη θυσία.

Έβαλε η Σπείρα στο κρασάκι της νερό. Τέρμα στην διχόνια, στο διχασμό, διαιρετικοί καυγάδες: από τη μιά επαναστάτες, πατριώτες - από την άλλη συνεργάτες και προδότες.
Κατάλαβε κι η Τριανδρία, σκυλί που γαυγίζει δεν δαγκώνει. Είδαν την χώρα επί τέλους, να καλμάρει, να μερώνει. Παλιά η συνταγή, όταν σε δέρνουν απεργίες, καταλήψεις, αναρχίες, ταραχώδεις καταστάσεις, μια και καλή για να ξεγνοιάσεις, να εξαλειφθούν οι αντιστάσεις: δώσε στην Αμφισβήτηση κυβέρνηση, να αμπώθουν όλοι προς την ίδια την κατεύθυνση.

Όλοι συναίνεσαν, συμφώνησαν. Ανάγκη να απαλύνουμε τον πόνο, να ελαφρύνουμε το άγχος. Πρόβλημα δίχως λύση, πρόβλημα δεν είναι. Θαύματα μην προσμένουμε σε τούτη τη ζωή. Αν χρειαστεί, ας ζήσουμε με χρέη διηνεκή. Υπνώσα ας διάγει η χώρα, σε καταστολή, το κατά δύναμη παλεύοντας για τα προσωρινά κι’ επείγοντα. Βέβαια χάρις και στης Τριανδρίας την ευαισθησία, στο αίσθημα ευθύνης, στην ευθυκρισία. Σίγουρα δεν θα είχαν την αφέλεια να διακυβεύσουν του ευρωπαϊκού οικοδομήματος την αρτιμέλεια.

(Ξέρω, σας βασανίζει ήδη ερώτημα καυτό: «εάν αυτός ο δόλιος Αλκιβιάδης μας τελειώσει;». Σας απαντώ με πάσα βεβαιότητα: «ιστορική αναγκαιότητα άλλον Αλκιβιάδη θα μας δώσει».
Βέβαια έτσι κάποτε θα διαγνώσει η Ιστορία πως πέσαμε ασυμπτωτικά σε ανυπαρξία. Διάγνωση ερήμην μας κι αυτή. Δεν θα υπάρχει αλίμονο, πια Έλληνας κανείς για να πονεί.)
(Σ’εκείνους που τον Μύθο μου απαισιόδοξο τον βρήκαν και είπαν πρέπει πάντα να ελπίζουμε σε θαύματα αναστάσεων, πως ως λαος επιβιώσαμε και χειροτέρων καταστάσεων, θα αντέτεινα πως συντελούνται θαύματα μόνο με θέληση και πίστη των ανθρώπων, όταν το μέγεθος της απειλής νοήσουν βρίσκουν τρόπο να νικήσουν ραστώνη και μικροψυχία. Είπερ ποτέ και άλλοτε, θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.)
Ο Ιωσήφ Σηφάκης είναι εκ των κορυφαίων επιστημόνων στον τομέα της Πληροφορικής σε παγκόσμιο επίπεδο. Το 2007 τιμήθηκε με το Βραβείο Τούρινγκ από κοινού με τον Έντμουντ Κλαρκ και τον Έρνεστ Άλλεν Έμερσον, για τις εργασίες τους στον έλεγχο μοντέλων, μία μέθοδο τυπικής επαλήθευσης υλικού ή λογισμικού υπολογιστών. Το Βραβείο Τούρινγκ  θεωρείται ως το Νομπέλ της Πληροφορικής.
ΒΗΜΑ 18/5/2016

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

Αξιολόγηση ή εκλογές;

του Κώστα Καλλίτση

Ο ελληνικός λαός έχει αποφασίσει ότι επιθυμεί να είναι η χώρα μας μέλος της Ευρωζώνης. Το έχει διατρανώσει σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις, δίδοντας το 90% των κοινοβουλευτικών εδρών σε φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις, περιθωριοποιώντας όσους νόμισαν ότι θα κάνουν καριέρα τοκίζοντας τυχοδιωκτικά στην απομόνωση της χώρας μας από την Ευρώπη. Με συντριπτική πλειοψηφία είπε «Οχι» στην πρόταση Σόιμπλε για προσωρινή έξοδο της χώρας μας από το ευρώ έναντι ανθρωπιστικής βοήθειας λίγων δεκάδων δισ. ευρώ, γιατί κατανοεί ή υποψιάζεται τι σημαίνει αυτή η «προσωρινότητα» και, κυρίως, γιατί πιστεύει ότι μπορεί να τα καταφέρει, όπως ήδη τα κατάφεραν Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρος. Θα το πιστεύει πάντα;..
Αυτήν την πεποίθησή του έχει βαλθεί, λες, να κλονίσει το πολιτικό σύστημα. Ακολουθώντας μια αδιέξοδη πολιτική, αποσπασματικών και αντιφατικών μέτρων, με αφορμή την κάθε φορά αξιολόγηση και με ορίζοντα μέχρι την επόμενη αξιολόγηση ύστερα από λίγους μήνες, χωρίς ούτε υποτυπώδες σχέδιο για τη μετά-την-κρίση-Ελλάδα και χωρίς στοιχειώδη μέριμνα για το μείζον, που είναι η μεγέθυνση της οικονομίας και η αντιμετώπιση της μαζικής ανεργίας, το πολιτικό σύστημα (παρότι έχει ευρωπαϊκό προσανατολισμό) «παράγει» την αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας μέσα στην ίδια τη χώρα. Με ευθύνη του, πλάι στη συζήτηση για Grexit στο εξωτερικό, η ταχέως διευρυνόμενη απογοήτευση δουλεύει για το Grexit στο εσωτερικό. Αυτό δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις.
Η ατμόσφαιρα μπορεί να καταστεί απροσδόκητα επικίνδυνη και να αποδειχτεί καθοριστική για την πορεία της χώρας αν συμβεί ένα κάποιο «ατύχημα» στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις για την πρώτη αξιολόγηση του γ΄ μνημονίου.
Προφανώς, τα μέτρα στα οποία έχει καταλήξει η κυβέρνηση και επιχειρεί να συμφωνήσει με τους εκπροσώπους των (μοναδικών στο κόσμο) δανειστών μας, πλήττουν βάναυσα μια ήδη βαρύτατα ταλαιπωρημένη κοινωνία και δη τα πιο αδύναμα, φτωχά τμήματά της (πρώτα όσες/όσους είναι άνεργοι) ενώ σε μεγάλο μέρος είναι μέτρα ατελέσφορα και μη διατηρήσιμα – νομίζω ότι δεν θα αργήσει η κατάργησή τους στην πράξη και νομοθετικά. Τούτων δοθέντων, η αξιολόγηση πρέπει να κλείσει και, μάλιστα, αμέσως. Και μετά, να αξιοποιηθεί ο χρόνος έως το 2018, έτσι ώστε να γίνουν οι όποιες αλλαγές προσφέρονται και να μη χρειαστεί να επιβληθούν νέα μέτρα – ενδεχόμενο που προβλεπόταν στη συμφωνία που σχεδόν ομόφωνα είχε εγκριθεί πέρυσι το καλοκαίρι.
Εναλλακτική στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης δεν υπάρχει.
Ούτε η διεξαγωγή «εδώ και τώρα» εκλογών συνιστά εναλλακτική. Δεν χρειάζεται φαντασία για να υποψιαστεί κάποιος ότι διεξαγωγή εκλογών χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, συνεπάγεται άνοιγμα του δρόμου στην πρόταση Σόιμπλε, για έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη. Αλλά και αν γίνονταν εκλογές και αναδείκνυαν μια κυβέρνηση της Ν.Δ. ή με κορμό τη Ν.Δ., βέβαιο είναι ότι και η νέα κυβέρνηση το πρώτο που θα έκανε θα ήταν αυτή η ολοκλήρωση της αξιολόγησης, στην καλή περίπτωση με τα ίδια μέτρα στα οποία ήδη καταλήγουν κυβέρνηση - θεσμοί είτε με ακόμη βαρύτερα μέτρα λόγω της επιπλέον καθυστέρησης.
Αρα, το προκείμενο είναι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Εκλογές, αν διεξάγονταν, θα ήταν για να λυθούν άλλοι λογαριασμοί – όχι τα προβλήματα της χώρας.
Από αυτήν την άποψη λειτουργεί θετικά το ότι η κυβέρνηση κάνει ό,τι μπορεί για να τις αποτρέψει. Ο ηγετικός πυρήνας της κυβέρνησης (στον οποίο, όπως σε όλες τις κομματικές ηγεσίες, πολύ αρέσει η κυβερνητική εξουσία...) δεν θέλει εκλογές. Εύλογα· γιατί (α) καμία κυβέρνηση δεν προκαλεί πρόωρες εκλογές εάν δεν είναι βεβαία ότι θα τις κερδίσει, και η σημερινή, σε αυτήν τη φάση (διαφορετικά από το κλίμα που υπήρχε πέρυσι, Ιούλιο και Αύγουστο...), είναι περίπου βέβαιο ότι θα τις χάσει. (β) Αν ήθελε ή εξέταζε το ενδεχόμενο των εκλογών δεν θα κατέθετε τα νομοσχέδια-λίστες με επαχθή μέτρα στη Βουλή, τώρα. Θα μετέθετε τη λήψη των όποιων μέτρων μετά, από τον νικητή των εκλογών. (γ) Πολύ περισσότερο, δεν θέλει εκλογές που θα κινδυνεύσει να χάσει γιατί εάν ηττηθεί σήμερα, το κυβερνητικό κόμμα δεν θα αντιμετωπίσει τα συνήθη προβλήματα που προκαλεί μια εκλογική ήττα, αλλά, λόγω της ιδιομορφίας αυτού του κομματικού σχηματισμού, θα αντιμετώπιζε υπαρξιακό πρόβλημα, άμεσες απειλές διάλυσής και συρρίκνωσής του.
Εφόσον προτεραιότητά μας είναι η ευρωπαϊκή θέση της Ελλάδας και εφόσον παραμένει ισχυρή η βούληση να δίνεται η μία μετά την άλλη μάχη για τη διασφάλιση αυτής της θέσης, αυτήν την ώρα προηγείται κατά κράτος η ανάγκη ολοκλήρωσης της αξιολόγησης του γ΄ μνημονίου. Συμφέρει τη χώρα, η κυβέρνηση να αναλάβει με επιτυχία και μέχρι τέλους τις ευθύνες της και να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις χωρίς άλλη χρονοτριβή. Και η αξιωματική αντιπολίτευση να ανακτήσει την ψυχραιμία της και να βάλει, με τον τρόπο της και από την ιδιαίτερη θέση της, αν και όσο χρειαστεί, πλάτη – απομονώνοντας τους πικραμένους εραστές της δικής τους δικαίωσης. Οι εκλογές ας περιμένουν. Η αξιολόγηση προηγείται.

Καθημερινή 24/4/2016

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

Νέες ψηφίδες στο χάος

του Νικόλα Σεβαστάκη

Με πένθη προχωράει τώρα τελευταία η Ιστορία, αν και ίσως πάντα έτσι πήγαινε. Πολύ λίγα να χαιρόμαστε, πολλά περισσότερα για να ανησυχούμε και να θυμώνουμε. Ετσι και η 22α Μαρτίου με τον φριχτό θάνατο δεκάδων ανθρώπων στο μετρό και στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών. Τα ρεπορτάζ έχουν ήδη δώσει τις λεπτομέρειες των εξελίξεων, τα περιγράμματα και τα χαρακτηριστικά στιγμιότυπα. Η ανάληψη της ευθύνης από το Ισλαμικό Κράτος επισφραγίζει απλώς ό,τι γνωρίζαμε καλά και από το Παρίσι του «Charlie Hebdo» και του «Bataclan» και από άλλες τζιχαντιστικές επιθέσεις. Οι δράστες των Βρυξελλών είναι «ουρά» των δολοφόνων του Παρισιού τον Νοέμβριο. Μέρος της ίδιας ανθρωπογεωγραφίας.

Το ζήτημα είναι όμως ότι κάθε καινούργιο συμβάν τρόμου αποσταθεροποιεί ένα ήδη κλονισμένο πλαίσιο. Δεν είναι μια επανάληψη αλλά ορίζει μια νέα κατάσταση. Προσθέτει μια ψηφίδα στο χάος και με αυτή την έννοια αλλάζει ποιότητες το γνωστό δεδομένο. Αυτός ο τύπος τρομοκρατίας λειτουργεί ως ακολουθία πολεμικών προκλήσεων· δοκιμάζει τις αντοχές των κοινωνιών και τα θεσμικά συστήματα, τους κρατικούς μηχανισμούς αλλά κυρίως το ήθος της καθημερινότητας. Αυτές οι πράξεις είναι «προκλήσεις» με την αστυνομικο-στρατιωτική σημασία του όρου καθώς αμφισβητούν με ριζικό τρόπο θεμελιώδεις όρους ασφαλείας και ελευθερίας των σωμάτων. Αλλά έχουμε από καιρό βρεθεί μπροστά σε προβλήματα πολύ πιο μακροπρόθεσμης υφής: να κατανοήσουμε, ας πούμε, τη σημασία της ιδεολογίας του ισλαμισμού και των ιδιαίτερων σχηματισμών του. Να μάθουμε περισσότερο για τους τρόπους ριζοσπαστικοποίησης στα ευρωπαϊκά αστικά κέντρα. Προσπαθώντας, τέλος, να ανιχνεύσουμε τη σχέση όλων αυτών με την καταστροφή κρατικών δομών και τοπικών συστημάτων οργάνωσης στη Μέση Ανατολή ή στη Βόρεια Αφρική. Εδώ τον πρώτο λόγο τον έχουν οι ειδικοί και όσοι έχουν αφιερώσει πολύτιμο χρόνο και μόχθο στην έρευνα. Ολοι οι υπόλοιποι κινούμαστε στη σφαίρα της δημόσιας γνώμης.

Και η Ελλάδα; Η δική μας αποσυντονισμένη επικράτεια με τα δικά της πάθη; Εδώ το συνεχιζόμενο οικονομικό μαράζι, η απουσία του κρατικού μηχανισμού και η ντροπιαστική Ειδομένη έχουν δημιουργήσει ένα πολύ ανησυχητικό μείγμα.

Μπορούμε να συμφωνήσουμε στο εξής: η μεταναστευτική πίεση, το Προσφυγικό και η ισλαμιστική απειλή δεν αποτελούν ένα πράγμα, δεν συνιστούν μια αλληλένδετη πραγματικότητα. Οσοι ενοποιούν τα πάντα φτιάχνοντας έναν πολτό με άγνοια και γενικεύσεις δικαιώνουν απλώς τη συνωμοσιολογική ρητορεία περί «εισβολής».
Υπάρχει όμως μια άλλη και πιο άβολη διαπίστωση: ότι αποδεικνύονται βαθιά προβληματικές και εκείνες οι ιδεολογικές κατασκευές που εξωραΐζουν καταστάσεις. Είναι ας πούμε απαράδεκτη και εξοργιστική η ιδεολογική χρήση των εμπειριών του μετανάστη ή της συνθήκης του πρόσφυγα. Το να αξιοποιούνται εργαλειακά οι επώδυνες εμπειρίες τους ως «τεκμήρια ενοχής» της Δύσης σε ένα διαρκές έκτακτο δικαστήριο. Η διαχείριση γεγονότων όπως του Παρισιού τον Νοέμβριο και των Βρυξελλών τώρα φανερώνει ότι στη δημόσια σφαίρα της χώρας μας δεν έχουν ξεπεραστεί κατάλοιπα ενός πρωτόλειου τριτοκοσμισμού ή παλιές «αντιιμπεριαλιστικές» ευκολίες που διατηρούνται τεχνητά στη ζωή. Και το θέμα είναι ότι αυτές οι δικογραφίες και τα αντίστοιχα αντιευρωπαϊκά κατηγορητήρια εμποδίζουν την κατανόηση των νέων φαινομένων.  

Φτάνει όμως και στο όριό της μια αμήχανη και χαλαρή προσέγγιση στο ριζοσπαστικό Ισλάμ και στις απειλές που αντιπροσωπεύει. Πολλοί καταφεύγουν σε αφηρημένες εκθέσεις περί «φανατισμού» για να μην κατονομάσουν το συγκεκριμένο πρόβλημα. Μετά από κάθε αιματοκύλισμα από το Ισλαμικό Κράτος ή άλλες οργανώσεις του χώρου βλέπει κανείς γενικές διδακτικού τύπου τοποθετήσεις περί θρησκειών, φανατισμού και ρατσισμού. Ο εξωραϊσμός περνάει κυρίως από την άρνηση να παραδεχθεί κανείς τη σχετική αυτονομία ενός προβλήματος. Αλλά και σε ένα άλλο επίπεδο, μια μαξιμαλιστική ρητορική περί «ανοιχτών συνόρων για όλους» έχει ένα κυρίως αποτέλεσμα: όχι μόνο δεν απαντά στην ανασφάλεια και στις ανησυχίες των πολιτών αλλά μοιάζει να περιφρονεί αυτή την ανασφάλεια σαν να πρόκειται για κουσούρι κάποιων «ισλαμόφοβων».

Και τότε, πάνω σε αυτά τα κενά και τις αφέλειες, φτάνει η ώρα των πρόθυμων δημαγωγών. Ερχεται, δηλαδή, η στιγμή των ακροδεξιών που αντικαθιστούν παγίως την πολιτική με την Αστυνομία και τις σύνθετες προσεγγίσεις με λογικές πογκρόμ και μύθους μαζικής, αδιάκριτης απέλασης.

Αυτές τις ημέρες η Ειδομένη βράζει. Μπορεί ως τη στιγμή δημοσίευσης του κειμένου να έχει εκτραχυνθεί περισσότερο η κατάσταση. Η Συμφωνία ΕΕ - Τουρκίας φαίνεται με πρόχειρη και ενδεχομένως νομικά προβληματική απάντηση στο επείγον. Ολοι σχεδόν συμφωνούν ότι δεν ρυθμίζει το προσφυγικό -μεταναστευτικό ζήτημα αλλά επιχειρεί να ελέγξει κάπως μια δυναμική που δείχνει να ξεφεύγει. Με κλειδί την τουρκική συμμετοχή στη λύση.

Δεν έχω τα εργαλεία να κρίνω αν αυτή η Συμφωνία είναι εφαρμόσιμη ή όχι. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί - κυρίως από εκείνους που μίλησαν αμέσως για «επαίσχυντη» και αντιπροσφυγική συμφωνία - είναι αν πρέπει τελικά να υπάρχει ένα ρυθμιστικό πλαίσιο, να υφίστανται κρατικά σύνορα και κριτήρια αποδοχής και απόρριψης. Ή αν, αντιθέτως, μοναδική ανθρωπιστική θέση είναι αυτή που διαβάζει κανείς εδώ κι εκεί: μια αποδοχή όλων όσοι δηλώνουν πως έχουν ανάγκη να φτάσουν στη Βόρεια Ευρώπη και να εγκατασταθούν όπου και όσο επιθυμούν. Θέση η οποία πρακτικά νομιμοποιεί a priori κάθε προσδοκία μετανάστευσης όχι μόνο από βομβαρδισμένα χωριά και πόλεις της Συρίας αλλά από οιαδήποτε περιοχή της Περιφέρειας και του Νότου. Σαν να απαιτεί κανείς από την Ελλάδα και την ΕΕ να θεραπεύσουν με αυτόν τον τρόπο τις μεγάλες ανισότητες του διεθνούς συστήματος ή να πάρουν επάνω τους όλα τα προβλήματα ανάπτυξης και σταθερότητας μιας τεράστιας γεωγραφικά και πληθυσμιακά έκτασης. Εχουμε εδώ την πιο κλασική εκδοχή μιας ηθικής της πεποίθησης που αδιαφορεί ή δεν διευκρινίζει τίποτα για τις συνέπειες της υποθετικής πραγμάτωσής της: για τις πολιτικές, θρησκευτικές, κοινωνικο-εκπαιδευτικές περιπλοκές, τις αντιθέσεις που οξύνει κ.τ.λ.

Επιστρέφω όμως στο πρώτο θέμα, στο τραύμα των Βρυξελλών.  Ποιες συνέπειες θα έχει αυτό στις πολιτικές ισορροπίες της Ευρώπης; Θα γίνει ένα ακόμη «τρόπαιο» για την επιβεβαίωση των ακροδεξιών δημαγωγών ή θα γεννήσει ωριμότερες πολιτικές απαντήσεις; Θα ενισχύσει την απόλυτη εθνική μονομέρεια (ως προς τους πρόσφυγες) ή όχι;

Οι αρνητικές πιθανότητες είναι πιο κοντά, πιο ορατές. Αν όμως άλλες πολιτικές δυνάμεις και στην Αριστερά συνειδητοποιήσουν το βάθος του προβλήματος και δεν μείνουν στο εφέ της στιγμής, τότε μπορεί να φανταστεί κανείς καλύτερες εκδοχές. Οχι πως θα εξαλειφθεί η τζιχαντιστική τρομοκρατία (ανέφικτο) αλλά ίσως επανακτηθεί ο έλεγχος των «αποσχισμένων» κοινοτήτων. Το ενδιαφέρον για έναν τέτοιον έλεγχο, ορθότερα. Είναι άλλωστε αυταπάτη να πιστεύει κανείς πως Μόλενμπεκ υπάρχει μόνο στις Βρυξέλλες.  

ΒΗΜΑ 26/3/2016

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Το βάραθρο της ελληνικής παραδημοσιογραφίας

του Γιώργου Παπανικολάου

Μόνον υποκριτές μπορούν να ισχυριστούν ότι αισθάνθηκαν έκπληξη από τα όσα αποκαλύφθηκαν τις τελευταίες ημέρες. Τέτοια φαινόμενα «ψιθυρίζονται» και συζητούνται επίμονα εδώ και χρόνια στην πιάτσα, ενώ και οι φερόμενοι ως πρωταγωνιστές στο συγκεκριμένο κύκλωμα εκβιασμού, τουλάχιστον οι δύο εξ αυτών, μόνον άγνωστοι δεν είναι στον χώρο της δημοσιογραφίας, της πολιτικής, αλλά και της οικονομίας.
Όπως υποκριτική (τουλάχιστον) είναι και η προσπάθεια ορισμένων να τους «χρεώσουν» στον ΣΥΡΙΖΑ, όταν είναι γνωστό ότι οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση «ανδρώθηκαν» τα προηγούμενα χρόνια, κοντά σε τότε υφιστάμενα κέντρα και παράκεντρα πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, όταν προφανώς το συγκεκριμένο κόμμα ούτε εξουσία είχε, ούτε χρήματα για να μοιράσει.
Ούτε έχουν βεβαίως τέτοιου είδους πρόσωπα, ιδεολογικό πρόσημο. Δουλειά τους είναι να παρασιτούν γύρω από τα εκάστοτε κέντρα ισχύος, να στήνουν τα δικά τους κυκλώματα. Όποια κι αν είναι η εξουσία. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση σκόνταψαν, διότι η εκβιαστική προσφορά των ιδιόμορφων υπηρεσιών τους απορρίφθηκε.
Η πικρή αλήθεια είναι ότι τέτοιου είδους κυκλώματα λειτουργούν εδώ και πολλά χρόνια, με βασικά στηρίγματα:
Πρώτον, την ύπαρξη κέντρων παραεξουσίας, πολιτικής και οικονομικής, που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες τους.
Δεύτερον, το γεγονός ότι αρκετοί «ισχυροί» έχουν πράγματα να κρύψουν, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικά και
τρίτον, που είναι ίσως και το κυριότερο, το γεγονός ότι πολλοί είναι εκείνοι που «υποκύπτουν» σε τέτοιου είδους πιέσεις, είτε διότι φοβούνται ότι θα μπλέξουν ή θα κινδυνεύσουν από την αρνητική δημοσιότητα, είτε διότι εκτιμούν ότι το να πληρώνουν το νταβατζιλίκι είναι «μέρος του παιχνιδιού».
Όπως φαίνεται, χρειαζόταν τελικά το θάρρος, ή ίσως το ένστικτο αυτοσυντήρησης, μιας γυναίκας που αισθάνθηκε να απειλείται η ίδια και το παιδί της, αλλά και η υποστήριξη των προϊσταμένων της (όπως προκύπτει από τη δικογραφία), για να φτάσει μια τέτοια υπόθεση στην επιφάνεια, με στοιχεία, αποκαλύπτοντας το πρόσωπο της παραδημοσιογραφίας που κινείται στο παρασκήνιο.
Κάποιοι άλλοι, πολλοί άλλοι, προτίμησαν να υποκύψουν. Κάποιοι συνεχίζουν να υποκύπτουν, είτε στην απειλή, είτε στον πειρασμό της δήθεν ισχύος, ακόμη και τώρα που διαβάζετε αυτό το κείμενο. Αυτοί είναι ταυτόχρονα θύματα και θύτες. Υποκύπτουν για μικρότερα ή μεγαλύτερα ποσά, και ταυτόχρονα διαιωνίζουν τη δραστηριότητα των κυκλωμάτων, ενισχύουν την επιρροή και τη δράση τους. Ταΐζουν το θηρίο κι ανοίγουν την όρεξή του, υποθάλπουν ακριβώς τις καταστάσεις που δημοσίως στιγματίζουν, διαιωνίζουν την ομηρία τους.
Δεν είναι μυστικό ότι διάφορα ηλεκτρονικά και έντυπα, μέσα συχνά μηδαμινής αναγνωσιμότητας, συνήθως με ελάχιστους ή ανύπαρκτους επαγγελματίες δημοσιογράφους, με κείμενα κατά κανόνα ανυπόγραφα, πολύ συχνά χωρίς εμφανή ταυτότητα, διεύθυνση και ιδιοκτησία, απολαμβάνουν διαφημιστικής δαπάνης από διάφορες μεγάλες εταιρίες και οργανισμούς, για λόγους που ουδεμία σχέση έχουν με την προώθηση προϊόντων, την προβολή υπηρεσιών ή το «branding».
Ίσως το πιο παράδοξο, όμως, είναι ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων, τα θύματα αυτών των κυκλωμάτων είναι εν τέλει θύματα ενός «χάρτινου τίγρη». Η δύναμη τέτοιου είδους κυκλωμάτων αφορά περισσότερο στον φόβο των θυμάτων, στην επιθυμία τους να αποφύγουν την αρνητική δημοσιότητα, παρά την πραγματική «παρέμβαση» αυτών των περιθωριακών μέσων, που έτσι κι αλλιώς έχουν εξαιρετικά αμφίβολη αξιοπιστία, στα μάτια της κοινής γνώμης και των opinion leaders.
Προφανώς, δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός αλλά και ο υπουργός Επικρατείας αναφέρθηκαν από τη Βουλή με σκληρές εκφράσεις στο θέμα του κυκλώματος εκβιαστών. Δίνει ένα στίγμα για τη σοβαρότητα με την οποία είδε την υπόθεση η ίδια η κυβέρνηση, καθώς υποψήφιο θύμα του εκβιασμού ήταν μια εταιρία του δημόσιου τομέα, ενώ οι υποσχέσεις στήριξης και οι απειλές (στο πλαίσιο του εκβιαστικού διπόλου «με πληρώνεις-σε στηρίζω, δεν πληρώνεις, σε χτυπάω») αφορούσαν όπως καταγράφεται στις συνομιλίες της δικογραφίας και υψηλά ιστάμενα πρόσωπα όπως ο υπουργός Επικρατείας Νίκος Παππάς.
Στην προκειμένη περίπτωση οι καταγεγραμμένες εκβιαστικές πιέσεις και υποσχέσεις δεν απέδωσαν και το κύκλωμα πέρασε στην αρμοδιότητα της δικαιοσύνης.
Όμως τα κυκλώματα που υπάρχουν, δεν εξαντλούνται σε 2-3 πρόσωπα. Ας μη γελιόμαστε, η κατάσταση είναιπολύ πιο σύνθετη. Κι αφορά βεβαίως κι εμάς τους δημοσιογράφους, τα συνδικαλιστικά μας όργανα και τον κώδικα δεοντολογίας που υποτίθεται ότι υπάρχει για να εφαρμόζεται. Τον κώδικα που πρέπει να ισχύει για όλους, λιγότερο ή περισσότερο γνωστούς, ακόμη και για τους πολυδιαφημισμένους της αποκαλυπτικής και «αποκαλυπτικής» δημοσιογραφίας (ορισμένοι εκ των οποίων έχουν μάθει επίσης εδώ και χρόνια να παίζουν τον ρόλο του αστυνόμου, του εισαγγελέα και του δικαστή, ταυτόχρονα).
Στο πλαίσιο αυτό, κατάπληξη προκαλεί το γεγονός ότι τα συνδικαλιστικά όργανα του χώρου δεν έχουν βρει ακόμη δυο λόγια να πουν για την υπόθεση του κυκλώματος εκβίασης. Ούτε για τους τύπους!
Όπως κατάπληξη προκαλεί και το γεγονός ότι εδώ και τουλάχιστον 10 χρόνια, καμία κυβέρνηση δεν έχει επιχειρήσει να βάλει μια τάξη στο τοπίο της «ιντερνετικής» ειδησεογραφίας, που ήρθε τελικά να ξεχειλώσειτην αυξανόμενη ανυποληψία του κλάδου. Η κίνηση του Νίκου Παππά, για ηλεκτρονικό μητρώο, προκειμένου να λαμβάνει ένα site κρατική διαφήμιση, αποτελεί ένα πρώτο βήμα αλλά δεν είναι αρκετή.
Το μέτρο θα πρέπει να επεκταθεί σε οποιονδήποτε επιθυμεί να λαμβάνει οιαδήποτε ελληνική διαφήμιση, καθώς αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα. Οπότε θα πρέπει να δηλώνει επισήμως, δημοσίως και εμφανώς στον ιστότοπό του, την «ταυτότητά» του, να διαθέτει ΑΦΜ, κατά νόμο υπευθύνους, αλλά και έδρα. Και βέβαια εργαζόμενους δημοσιογράφους, εφόσον πρόκειται περί ενημερωτικού site!
Διότι η αντιγραφή (δηλαδή η κλοπή) της εργασίας άλλων δημοσιογράφων, το περίφημο πλέον «clopy-paste», δεν μπορεί να συνεχίζει να αποτελεί πηγή εύκολου χρήματος για διάφορους επιτήδειους (άλλους με κάποιο δήθεν «βαρύ» δημοσιογραφικό όνομα μπροστά ή πίσω από τη «μαρκίζα», κι άλλους χωρίς ούτε καν αυτό), που κινούνται εδώ και χρόνια στον χώρο, πλήττοντας ουσιαστικά τις πραγματικές επιχειρήσεις του χώρου αλλά και τις δημοσιογραφικές θέσεις εργασίας.
Αυτή είναι η άλλη όψη της ελληνικής παραδημοσιογραφίας. Το απόλυτο χάος που επικρατεί στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Το γεγονός ότι η κλοπή της εργασίας των δημοσιογράφων ενός μέσου από άλλα μέσα, μερικές φορές και «ευυπόληπτα» μέσα, χωρίς έστω μια αναφορά της πηγής, έχει καταντήσει καθεστώς, σε βαθμό που δεν συναντάται πουθενά αλλού στην Ευρώπη, φανερώνοντας την απόλυτη έλλειψη αλληλοσεβασμού που επικρατεί στον κλάδο και τον κατήφορο που έχουμε πάρει.
Έναν κατήφορο που αν συνεχιστεί, θα οδηγήσει όλο τον χώρο στο βάραθρο, ακριβώς την ώρα που η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερο ίσως από ποτέ το ξεχασμένο «λειτούργημα» της ψύχραιμης, έγκυρης, επαγγελματικής δημοσιογραφίας.
www.euro2day.gr  26/2/2016

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Τα νέα «μέτωπα» και η αντιστροφή της Ιστορίας

Του Νικόλα Σεβαστάκη

Μία από τις αγαπημένες λέξεις της πολιτικής του προηγούμενου αιώνα ήταν η λέξη «μέτωπο». Δάνειο από τη στρατιωτική ορολογία και άλλη μία απόδειξη της αρχαίας συσχέτισης ανάμεσα στην τέχνη της πολιτικής και στην τέχνη του πολέμου.

Στη γενεαλογία της Αριστεράς ήταν, κατά κανόνα, κάτι «λαϊκό» και δημοκρατικό. Στην κληρονομιά μιας ορισμένης Δεξιάς έγερνε πάντα προς το εθνικό. Το μέτωπο ή αλλιώς ο πλατύς σχηματισμός μάχης που εγγυάται - αν βεβαίως επιτύχει τον στόχο του - νίκες κατά του αντιπάλου. Και υπήρξε, έτσι, κυρίως εναντιωματικό και αντιπολιτευτικό. Οχι πάντα βέβαια. Τα τελευταία χρόνια όμως οι αναφορές στο ένα ή άλλο μέτωπο συνδέθηκαν οργανικά με το αντι-Μνημόνιο. Ο,τι άλλο προτάθηκε ως μέτωπο (λ.χ. τα ποικίλα μέτωπα της λογικής) παρέμεινε σε στενό κύκλο και δίχως κοινωνικό σώμα.

Εναν χρόνο μετά την κυβερνητική αλλαγή του περσινού Ιανουαρίου, συμβαίνει κάτι σημαντικό, κάτι που δεν υπήρχε πριν από λίγες εβδομάδες: φαίνεται ότι επιστρέφει η αγανάκτηση. Να σχηματίζεται δηλαδή κάτι «σαν μέτωπο». Μεγάλες ή μικρότερες κοινωνικές ομάδες, επαγγελματικές ενώσεις, κατηγορίες εργαζομένων κατεβαίνουν στους δρόμους. Ποιοι; Οχι ακριβώς οι ίδιοι που αποτελούσαν τον κλασικό κόσμο των πολλών απεργιακών διαδηλώσεων του 2012 ή του 2013. Η εικόνα τώρα δείχνει εμπλουτισμένη και διευρυμένη με νέα κοινά. Είναι ο γαλαξίας της μορφωμένης μεσαίας τάξης αλλά και ο κόσμος της υπαίθρου. Είναι οι τριανταπεντάρηδες επιστήμονες αλλά και ψαράδες ή κτηνοτρόφοι. Ο άξονας της ηπειρωτικής Ελλάδας αλλά και τα νησιά. Οι «γραβάτες» απέναντι σε έναν πρωθυπουργό που αρνείται ακόμη να βάλει γραβάτα και ας βρίσκεται στο Νταβός.

Εχουν ειπωθεί και αναλυθεί τα κυριότερα για το πώς φτάσαμε μέχρις εδώ. Ξεκίνησα όμως μιλώντας για το μέτωπο γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ του περσινού Ιανουαρίου ήθελε να είναι η πολιτική έκφραση του μεγάλου αντιμνημονιακού μετώπου. Τώρα, μόλις δώδεκα μήνες μετά, δεν ξέρουμε πια τι είναι. Ούτε, κυρίως, το τι θέλει να γίνει. Και αυτό είναι πιο ανησυχητικό. Για όσους βεβαίως έφυγαν καταγγέλλοντας την «ταξική συνθηκολόγηση» το πράγμα είναι πάντα απλό: έγινε μνημονιακός και επομένως νεοφιλελεύθερος. Για τους αντιπάλους του στην Κεντροαριστερά και στην Κεντροδεξιά εξακολουθεί να είναι μια λαϊκίστικη και ιδεοληπτική υπόθεση.

Κανένας όμως δεν μπορεί να πει τι είναι ακριβώς αυτή η κυβέρνηση. Ούτε φυσικά πού θα οδηγήσει ο θυμός της διάψευσης. Αν πρόκειται να εκτονωθεί σε κάποιες τελετές ήπιας ή αγριότερης διαμαρτυρίας ή αν θα φέρει γρήγορες ανατροπές μαζί με νέους γύρους κοινωνικής βίας.

Η παρουσία ωστόσο του θυμού, ύστερα από πολλούς μήνες αμφιθυμιών και απογοητευμένης αδράνειας, είναι ένα πισωγύρισμα. Οχι γιατί η πολιτική οφείλει να είναι χώρος στεγανοποιημένος από τα λαϊκά συναισθήματα, αλλά γιατί τα προηγούμενα χρόνια έδειξαν τα πολιτικά όρια της αγανάκτησης.

Ας συνοψίσουμε τα παλιότερα:

Υπήρξε ένας ελιτίστικος ορθολογισμός που πίστεψε ότι αρκεί η πειθαρχημένη συναίνεση στους οδικούς χάρτες των μνημονίων για να έλθει η έξοδος από την κρίση.

Απέναντι σε αυτό υψώθηκε ο ριζοσπαστισμός της κρίσης που συνδύασε τη λυτρωτική καταφυγή στον «δρόμο» με την ηθική καταδίκη της λιτότητας.

Τώρα σαν να βρισκόμαστε χιλιάδες μίλια μακριά από αυτές τις γραμμές. Στο κατώφλι μιας καινούργιας κατάστασης με άδηλη έκβαση. Η ριζική απομυθοποίηση όλων των αριστερών συνθημάτων ή ακόμα και των ιστορικών και ηθικών αναφορών της αριστερής μνήμης θα αποτελέσει ίσως το βασικό χαρακτηριστικό της ερχόμενης περιόδου. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθούμε μπροστά σε νέες εξάρσεις αντικοινοβουλευτικής και αντιπολιτικής άρνησης ή σε εκδηλώσεις ισοπεδωτικού «δεξιόστροφου» λαϊκισμού. Από τον χώρο των μεσαίων στρωμάτων ακούγονται ήδη φωνές αντιφορολογικής «εξέγερσης», ενώ ξαναζεσταίνεται και η τυφλή διαίρεση ιδιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων.

Ολα αυτά όμως δεν είναι αναπόφευκτο να συμβούν ούτε προκαθορισμένα από κάποια κακή μοίρα. Η κοινωνική διαμαρτυρία δεν συνδέεται μηχανιστικά με έναν κύκλο πολιτικών ψευδαισθήσεων. Και τα μαθήματα της προηγούμενης περιόδου είναι ακόμη νωπά, παρά το ότι ξεχνάμε και ως γνωστόν «η Ιστορία διδάσκει πως δεν διδάσκει τίποτα». Το πιο ενδιαφέρον για μένα αφορά κυρίως τις αντίρροπες δυνάμεις στην παρακμή της κυβέρνησης και στο ιδεολογικό πισωγύρισμα. Το αν μπορεί να διαμορφωθεί ένα πολιτικό πλαίσιο διαφορετικό από τον φιλελεύθερο τεχνοκρατισμό τον οποίο δείχνει να υιοθετεί η νέα ηγεσία της συντηρητικής παράταξης.

Αυτό που νομίζω δεν συνειδητοποιούμε ακόμη είναι το ηθικό και πολιτικό τραύμα αυτής της περιόδου. Το υποψιάζεται κανείς παρατηρώντας όσους φωνάζουν δυνατά αλλά κυρίως εκείνους που μιλούν μες απ' τα δόντια τους, σαν να νιώθουν ένοχοι ή κρύβοντας την υπόκωφη στεναχώρια τους. Είναι ίσως οι περισσότεροι μαζί με εκείνους που δεν βγάζουν μιλιά και έχουν κόψει τις γέφυρες.

Οι επόμενες εβδομάδες θα έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη φορά των πραγμάτων. Οχι μόνο για την αξιολόγηση και το Ασφαλιστικό αλλά και για τη συνολική τύχη αυτής της παράδοξης «νέας μεταπολίτευσης» που μοιάζει να επαναλαμβάνει τα παλιά.

Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

ΒΗΜΑ 24/1/2016

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Το περιβάλλον θυμίζει την κρίση του 2007;

του Κώστα Καλλίτση


Πολλοί, μεταξύ αυτών ο Τζ. Σόρος, εκτιμούν ότι το «σημερινό διεθνές περιβάλλον θυμίζει έντονα την κρίση του 2007-08».

Η συζήτηση συνήθως επικεντρώνεται στην Κίνα. Η οικονομία της αναπτυσσόταν με ρυθμό 10% ετησίως από το 1980 έως το 2008, με μοχλό τις επενδύσεις για εξωστρέφεια, που απορροφούσαν το 38% του ΑΕΠ, είτε με αυτοχρηματοδότηση είτε μέσω της κεντρικά σχεδιασμένης τραπεζικής χρηματοδότησης, που έφτασε στο 120% του κινεζικού ΑΕΠ το 2002 και έκτοτε έμεινε στο ίδιο ύψος. Από το 2008 ήταν σαφές ότι αυτό το εξωστρεφές μοντέλο είχε φτάσει στα όριά του. Επρεπε να συγκρατηθεί ο ρυθμός επενδύσεων και να ενταθεί ο ρυθμός της εσωτερικής κατανάλωσης.

Η Κίνα πλήρωσε την κρίση του 2007-08. Αυτή εμπόδισε την κινεζική ηγεσία να κάνει την απαιτούμενη στροφή.

Η συρρίκνωση των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών πίεσε δραστικά τις κινεζικές εξαγωγές και έπληξε την απασχόληση. Ενόψει των ορατών και δη επικίνδυνων κοινωνικών και πολιτικών συνεπειών, η ηγεσία της χώρας αναζήτησε στην περαιτέρω ώθηση των επενδύσεων το πιο προσιτό και άμεσο εργαλείο ώθησης της οικονομικής μεγέθυνσης. Τα επόμενα χρόνια, η οικονομία κινήθηκε στην ακριβώς αντίθετη από την προγραμματιζόμενη κατεύθυνση: Οι επενδύσεις έφτασαν να απορροφούν το πρωτοφανές ποσοστό 49% του ΑΕΠ (2012) αλλά, έκτοτε και πλέον, με μαζική τραπεζική χρηματοδότηση του real estate, των δημόσιων υποδομών και της βαριάς βιομηχανίας (Turner, Between Debt and the Devil, 2015). Η Κίνα απέτρεψε την ύφεση της οικονομίας της, έβαλε δυνατά πλάτη στη χειμαζόμενη διεθνή οικονομία αλλά έγινε περαιτέρω ευάλωτη.

Το θέμα είναι ότι η κινεζική είναι μια πολύ μεγάλη οικονομία.

Εχει πλεονάσματα που αναλογούσαν στο 0,2% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2013 και αυξήθηκαν στο 0,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2015. Οπως και η Γερμανία, η ευημερία της στηρίζεται στη ζήτηση από τις οικονομίες άλλων, ελλειμματικών χωρών. Οπως και της Γερμανίας, το εξωστρεφές μοντέλο μεγέθυνσης προϋποθέτει ελλείμματα και άπλετη τραπεζική χρηματοδότηση σε άλλες χώρες. Διαφορετικά, όπως και το γερμανικό, το μοντέλο δεν είναι βιώσιμο. Οπως και η Γερμανία, η Κίνα οφείλει με μέτρα εσωτερικής πολιτικής να τονώσει την εσωτερική κατανάλωση. Η απουσία συντονισμού (διεθνούς ή ακόμη και μέσα στο πλαίσιο της Ευρωζώνης) αφήνει την αντιμετώπιση των προβλημάτων διεθνούς ανισορροπίας, που επηρεάζουν όλο τον πλανήτη, να εξαρτάται μόνο από εσωτερικές πολιτικές. Παράδειγμα, της Κίνας ή της Γερμανίας.

Αυτές λοιπόν οι μεγάλες διεθνείς ανισορροπίες –επανέρχομαι στην εκτίμηση του Τζ. Σόρος– οι οποίες συνέβαλαν στη δημιουργία της πρώτης κρίσης του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, 2007-08, είναι παρούσες και παροξύνονται. Υπάρχει, επιπλέον, ένας κρίσιμος επικίνδυνος παράγοντας. Λέγεται χρέος, υπερχρέωση.

Η εμπειρία μετά την κρίση του 2007-08 δείχνει ότι, άπαξ και δημιουργηθεί υπερβολικό χρέος, αυτό μένει. Μπορεί να αλλάζει μορφή (να μεταμορφώνεται από ιδιωτικό σε δημόσιο) ή να μετοικεί από χώρα σε χώρα και από περιοχή σε άλλη περιοχή του κόσμου (να πηγαίνει από τις ανεπτυγμένες στις αναδυόμενες οικονομίες), αλλά γεγονός είναι ότι το χρέος, ως σύνολο, αναλογικά με το ΑΕΠ του κόσμου, αυξάνεται σταθερά. Αυτήν την εξέλιξη τεκμηρίωσε και μια μελέτη της McKinsey, το 2015, που έδειχνε ότι από το 2007 το παγκόσμιο χρέος είχε αυξηθεί κατά 57 τρισεκατομμύρια δολάρια ή κατά 17 ποσοστιαίες μονάδες επί του παγκοσμίου ΑΕΠ – όταν στην 7ετία μέχρι την κρίση είχε αυξηθεί κατά 23 ποσοστιαίες μονάδες. Στην κορυφή του συνολικού χρέους βρισκόταν η Ιαπωνία με 400%. Η Κίνα ήταν στην 22η με 217%.

Το παγκόσμιο χρέος είναι πολύ βαρύτερο από εκείνο του 2007. Από αυτήν την άποψη, το σημερινό διεθνές περιβάλλον είναι πιο δυσμενές από εκείνο που προϋπήρχε της κρίσης του 2007-2008. Γι’ αυτό, όταν φταρνίζεται η Κίνα, παθαίνει βαρύ κρυολόγημα όλος ο κόσμος. Ειδικά η Ευρωζώνη και ειδικότερα η Γερμανία –που έχει μια οικονομία που τρέφεται από τη δημοσιονομική και πιστωτική επέκταση που κάνουν άλλες («ανεύθυνες») χώρες. Οταν ο δείκτης της Σαγκάης κλονίστηκε, ο γερμανικός δείκτης DAX έχασε όλα τα κέρδη που είχε αποκτήσει το 2015, γιατί η Γερμανία είναι η πλέον εξαρτημένη από την παγκόσμια οικονομία ευρωπαϊκή χώρα.
Προφανώς, θα επηρεαστεί όλη η Ευρωζώνη από την πορεία της Κίνας, μια και η ευρωπαϊκή ανάκαμψη στηρίζεται μόνο στο φτηνό ευρώ (χάρη και στο QE του κ. Ντράγκι) και στις εξαγωγές. Αυτό που δεν είναι γνωστό, είναι (α) πόσο θα επηρεαστεί και (β) πόσο ικανή είναι να αντιδράσει.
Καθημερινή 10/1/2016

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Ουαί υμίν Φαρισαίοι υποκριτές

του Γιώργου Παπανικολάου

Οι κωλοτούμπες πολιτικών, επιχειρηματιών και δημοσιογράφων που ζητούν την πίττα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Πώς καλλιεργείται η λογική «μεταρρυθμίσεις για... τους άλλους». Οι φιλελεύθερες κορώνες, η αναζήτηση αντιπάλου και ο κίνδυνος κυριαρχίας του λαϊκισμού.
Πολιτικοί που από μνημονιακοί γίνονται αντιμνημονιακοί και τούμπαλιν, πολίτες που γνωρίζουν ότι πρέπει να γίνουν θυσίες και το αποδέχονται, αρκεί να πληρώσουν τη νύφη κάποιοι… άλλοι.
Συνδικαλιστές που ζητούν τον ουρανό με τα άστρα, απλώς για να ικανοποιήσουν το ακροατήριο τους. Δημοσιογράφοι με μακρά θητεία σε κρατικά μέσα, που γίνονται όψιμοι αρνητές του… κρατισμού. Επιχειρηματίες που θέλουν «κρατική ενίσχυση», μα όχι και τους φόρους!
Μέχρι στιγμής φαίνεται ότι η κρίση αντί να φέρει την μεγάλη αφύπνιση στη χώρα μας, απλώς ενισχύει την υποκρισία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο σάλος που ξέσπασε γύρω από τις προσωπικές απόψεις του υπουργού Παιδείας Νίκου Φίλη, για τη γενοκτονία των Ποντίων, ακόμη και από ανθρώπους που αν τους ρωτήσεις ποια είναι η νομική και επιστημονική διαφορά ανάμεσα στη γενοκτονία και την εθνοκάθαρση (αμφότερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, με σημαντική εννοιολογική επικάλυψη), είναι βέβαιο ότι δενξέρουν να απαντήσουν.
Ο επικοινωνιακός παροξυσμός που έχει δημιουργηθεί γύρω από αυτό το θέμα και η εμφανής προσπάθειαπολιτικής πατριδοκαπηλείας είναι εντυπωσιακά για τον οιονδήποτε ψύχραιμο παρατηρητή, ιδίως εφόσον γνωρίζει ότι η πρακτική σημασία του όλου θέματος είναι μάλλον περιορισμένη. Αλλού βρίσκονται τα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας και της χώρας, αλλά και των υπερήλικων Ποντίων προσφύγων που μόλις δύο χρόνια πριν στερήθηκαν τις συντάξεις τους, λόγω μνημονίου.
Δεν είναι όμως το μόνο παράδειγμα. Πολύ σοβαρότερη είναι η συνεχής αλλαγή θέσης (ανάλογα με το συμφέρον) της εκάστοτε κυβέρνησης και αντιπολίτευσης γύρω από τα θέματα του μνημονίου. Μια τακτική που έχει φτάσει στο αποκορύφωμα της με τη στάση της σημερινής «ευρωπαϊκής» αντιπολίτευσης που προσπαθεί με κάθε τρόπο να ξεχάσει ότι το τρίτο μνημόνιο, αυτό που έφερε ο Τσίπρας, το πέρασε η Βουλή με τον ψήφο όλων ανεξαιρέτως των βουλευτών της.
Οι ίδιοι δε, λένε ότι τότε το έκαναν για τη σωτηρία της χώρας, αλλά τώρα εμποδίζουν την εφαρμογή του (καταψηφίζοντας κεντρικά σημεία εφαρμογής του και προσφέροντας πολιτική ομπρέλα στις αντιδράσεις διαφόρων συμφερόντων), λες και δεν γνωρίζουν ότι στην πράξη η σωτηρία της χώρας δεν εξαρτάται μόνο από την ψήφιση του, αλλά και από την εφαρμογή του!
Τα φαινόμενα όμως αυτά δεν περιορίζονται στην πολιτική. Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι λεγόμενοι «διαμορφωτές» της κοινής γνώμης, όπου βεβαίως κυριαρχούν τα Μέσα Ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι.
Κι εδώ η αλλαγή ρόλων είναι εντυπωσιακή. Ακριβώς όπως διάφοροι πέρασαν από το «δεν πληρώνω» στην άλλη όχθη, μέσω της εξουσίας, έτσι και κάποιοι «φιλελεύθεροι» εμφανίζονται σήμερα ως απολογητές των... φοροφυγάδων!
Διαβάζω με κατάπληξη ομολογουμένως, δήθεν «φιλελεύθερα» άρθρα στα οποία γίνονται συνειδητές απόπειρες δικαιολόγησης των ελευθέρων επαγγελματιών και επιχειρηματιών που φοροδιαφεύγουν συστηματικά, με το επιχείρημα ότι το κάνουν για να επιβιώσουν, λες και πριν την κρίση, τότε που δέναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα, τα δήλωναν όλα και ήταν υποδείγματα φορολογούμενου.
Φαίνεται θα έχουν ξεχάσει ότι η Ελλάδα ήταν ίσως η μοναδική χώρα στον κόσμο, όπου οι μισθωτοί εμφανίζονταν κατά μέσο όρο να έχουν μεγαλύτερα εισοδήματα από τα… αφεντικά τους, ενώ οι ελεύθεροι επαγγελματίες εμφανίζονταν ως πένητες!!!
Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Διότι ακόμη και σήμερα πολιτική και δημοσιογραφία αρέσκονται να χαϊδεύουν τα αυτιά του εκάστοτε ακροατηρίου τους, προσπαθούν να δημιουργήσουν τη δική τους «αγορά», μικρή ή μεγάλη κι ένα μέρος αυτού που αποκαλούμε «κοινή γνώμη», ένα μέρος του κόσμου, συνεχίζει να το αποδέχεται.
Να αποδέχεται πρακτικά την κοροϊδία, τον λαϊκισμό και το «είμαι ότι δηλώνω», ακόμη και την λιγότερο ή περισσότερο επιτηδευμένη διαίρεση του σε αντιμαχόμενες ομάδες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι απόπειρες διαίρεσης των πολιτών με διαχωριστική γραμμή τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, όπου οι μεν εμφανίζουν το κράτος ως πηγή όλων των δεινών και οι δε συνδέουν την ιδιωτική πρωτοβουλία με την αισχροκέρδεια, τα καρτέλ και τα μονοπώλια.
Κατά την ταπεινή μου άποψη όλα αυτά δεν είναι τίποτε περισσότερο από προσπάθειες εφεύρεσης ενός «αντιπάλου» που θα χρησιμεύει είτε ως μέσο συσπείρωσης, είτε ως μέσο αύξησης της άτιμης της… αναγνωσιμότητας.
Η αλήθεια βρίσκεται αλλού. Στο γεγονός ότι αυτή η χώρα έχει βαθιά προβλήματα, που προέκυψαν από την πορεία που ακολουθήσαμε –κοινή συναινέσει- επί δεκαετίες. Ότι όχι μόνο ο δημόσιος αλλά και ο ιδιωτικός τομέας χρειάζονται ριζική αναδιάρθρωση, διότι κτίστηκαν σε σαθρές βάσεις με ευθύνη των πολιτικών που κυβέρνησαν επί δεκαετίες και ημών των ιδίων που ήμασταν κατά κανόνα απαθείς παρατηρητές (με σημαία το γνωστό «ώχ αδερφέ»).
Κι ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να βγει από την κρίση, αν δεν βρεθούν σημεία συναίνεσης –και όχι αντιπαλότητας- για την επίλυση των «δομικών» προβλημάτων της. Είτε πρόκειται για την Οικονομία, είτε για την Παιδεία, την Υγεία την Δικαιοσύνη και γενικότερα, τη λειτουργία των θεσμών.
Μπορούν αυτά να συμβούν ενόσω καλλιεργούνται ο φαρισαϊσμός και η αντιπαλότητα, ακόμη κι από εκείνους που επιφανειακά διεκδικούν δάφνες ωριμότητας και υπευθυνότητας;
Φοβάμαι πως όχι.
Κι ακόμη περισσότερο φοβάμαι ότι αυτές οι συμπεριφορές ανοίγουν το δρόμο για πολύ πιο ακραίεςλαϊκιστικές εκφράσεις, που ακόμη και οι σημερινοί υποκριτές θα δυσκολευτούν να παρακολουθήσουν.
www.euro2day.gr  5/11/2015