Τετάρτη 2 Μαΐου 2018

Πολιτική ορθότητα και ρατσισμός

Αντώνης Λιάκος

Η επίθεση εναντίον των μεταναστών στη Μυτιλήνη, και η υποστήριξη που βρήκαν οι δράστες από συντηρητικούς αρθρογράφους και σχολιαστές, με το επιχείρημα ότι αντιδρούν στην «υπερβολική πολιτική ορθότητα», θέτει ένα σοβαρό πολιτικό ζήτημα. Γιά να το δούμε.
Πριν από ένα μήνα, πήραν μεγάλη έκταση οι δηλώσεις ενός βουλευτή της Ν.Δ., ο οποίος δήλωσε «απαγορεύω σε οποιονδήποτε Αθίγγανο, γύφτο, και δεν συμμαζεύεται, να με ψηφίσει. […] Λυπάμαι που το λέω, λυπάμαι τα παιδάκια τα οποία γεννιούνται από αυτούς τους ανθρώπους χωρίς να το θέλουν και την κατάσταση στην οποία βρίσκονται». Τα λόγια αυτά κρύβουν μια νοοτροπία που παραπέμπει στη στείρωση και στην ευγονική, δηλαδή τον σκληρό πυρήνα του ρατσισμού.
Αναμενόμενη η ανασκευή τους από ένα μεγάλο κοινοβουλευτικό κόμμα, ωστόσο εκείνο που ενδιαφέρει είναι ποιοι και σε ποιο πλαίσιο λόγου τις υπερασπίστηκαν. Και ας μην πάει ο νους μας σε δεδηλωμένους ρατσιστές.
Λογοτεχνικός κριτικός σχολίασε το γεγονός: «Αυτή η ιστορία με την πολιτική ορθότητα έχει παραγίνει». Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διαβάσαμε ευφυολογήματα του τύπου «γιατί να μην λέμε τους γύφτους-γύφτους» και αν θα πρέπει να μετονομάσουμε τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» του Παλαμά σε «Δωδεκάλογο του Ρομά»!
Ευρεία δημοσιότητα πήρε επίσης άρθρο νεαρού λογοτέχνη «Εναντίον της πολιτικής ορθότητας», όπου η πολιτική ορθότητα χαρακτηρίζεται «μεταμοντέρνος μακαρθισμός», θεωρείται ότι θυμίζει το «1984» του Οργουελ, ότι παραπέμπει στην αστυνόμευση της σκέψης, στον ολοκληρωτικό έλεγχο της γλώσσας, στη δημιουργία ενδοτικών και ασπόνδυλων προσωπικοτήτων, και άβουλων όντων.
Το αποκορύφωμα αυτής της καταγγελίας είναι ότι «σε αυτήν την “τοξικά νεωτερική” αρένα κυριαρχούν οι έννοιες σεξισμός, ρατσισμός και φασισμός». Δηλαδή, η κριτική του σεξισμού, του ρατσισμού και του φασισμού, σύμφωνα με τον φέρελπι συγγραφέα, είναι «πολιτική ορθότητα, ένα επιβαλλόμενο καθεστώς που επιδιώκει να μας αποστειρώσει τη σκέψη, να μας απονεκρώσει συναισθηματικά». Απότοκο όλων αυτών, η αυθόρμητη αντίδραση: «Να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους», «να μη χάσουμε την αυθεντικότητα της ψυχής μας», «να μην αποκοπούμε από την παράδοσή μας» κ.λπ.
Δυστυχώς, δεν πρόκειται για περιθωριακές απόψεις, ολοένα και περισσότερο τις διαβάζουμε σε Μέσα που απευθύνονται στο καλλιεργημένο κοινό και αυτοχαρακτηρίζονται ως φιλελεύθερα και προοδευτικά. Με δυο λόγια, αυτό που θέλω να υποστηρίξω είναι ότι ο χλευασμός και η πολεμική στην πολιτική ορθότητα γίνεται το κέλυφος μέσα στο οποίο φωλιάζουν κάθε είδους διακρίσεις, τοξικές αντιλήψεις και συμπεριφορές. Αυτός ο σαρκασμός του πολιτικά ορθού, διάχυτος σε ολόκληρο το πολιτικό σώμα, φιλοξενεί έναν σικ ρατσισμό.
Να λέμε λοιπόν τα πράγματα με τ’ όνομά τους και χωρίς αυτολογοκρισία. Να αρχίσουμε να μιλάμε για μεγαλοκοπέλες και γεροντοκόρες, για ζωντοχήρες, για σακάτηδες, για καθυστερημένα και ανώμαλα παιδιά (υπήρχε στον Μεσοπόλεμο «Σχολή Ανωμάλων Παίδων»), για αράπηδες και γύφτους, για κύναιδους, για κουλούς, κουτσούς, μουγκούς και αόμματους, για λαθρομετανάστες. Γιατί αν χρησιμοποιούμε λέξεις που δεν πρέπει να στιγματίζουν και να καταδικάζουν, προφανώς υποκύπτουμε στη μεταμοντέρνα λογοκρισία και δεν αφήνουμε να μιλήσει η «αυθεντικότητα της ψυχής μας».
Υπερασπίζουμε λοιπόν την πολιτική ορθότητα; Αν μπορεί να ασκηθεί μια κριτική στην πολιτική ορθότητα, αυτή αφορά το γεγονός ότι με το να αλλάξουμε τον λόγο μας, με το να πάψουμε να μιλάμε προσβλητικά, δεν αίρονται οι διακρίσεις αν τις κρατάμε στην πράξη, αν δεν αλλάζουμε την πραγματικότητα αυτών που αφορούν.
Προφανώς είναι πολιτική ορθότητα να μην αποκαλείς καθυστερημένα και ανώμαλα, μια ειδική κατηγορία παιδιών. Αλλά αν δεν έχουν ειδική βοήθεια στο σχολείο, δεν αλλάζει η πραγματικότητα της τάξης και η επιθετικότητα των άλλων παιδιών ή και των γονιών τους Συμπερασματικά, η κοινωνική ιεραρχία και οι διακρίσεις που συνεχώς αναπαράγει δεν αλλάζουν με τα λόγια. Χρειάζονται πρακτικά μέτρα, ειδικές πολιτικές, θετικές διακρίσεις που βοηθούν τους πιο αδύναμους.
Ωστόσο, αν δεν αλλάξει ο λόγος μας, αν δεν προφυλάξουμε τους πιο αδύναμους και μέσα από τον τρόπο που αναφερόμαστε σε αυτούς, οι διακρίσεις θα βαθαίνουν και θα σκληραίνουν. Γιατί τα λόγια συγκροτούν τους βαθύτερους κώδικες, τα νοήματα μέσα από τα οποία καταλαβαίνουμε τον κόσμο μας – διαμορφώνοντας ανάλογα τις πράξεις μας.
Οι επικρίσεις στην πολιτική ορθότητα δεν οφείλονται στην ασυμφωνία λόγων και έργων. Γιατί οι αντιρρήσεις παίρνουν πολλές μορφές: «Τόσα κάνουμε για τους ξένους, ας κάνουμε και κάτι και για τους δικούς μας». Εντελώς υποκριτική δήλωση. Γιατί κανείς από όλους αυτούς που καταγγέλλουν την πολιτική ορθότητα δεν ενδιαφέρεται για τα δικαιώματα της εγκύου που απολύθηκε λόγω εγκυμοσύνης, όπως τόσες και τόσες ανυπεράσπιστες γυναίκες.
Γιατί κανείς από αυτούς δεν αναφέρθηκε στην απεργία των εργολαβικών εργατών, αυτού του σύγχρονου νόμιμου δουλεμπορίου. Ρωτήσατε ποτέ τον ταχυδρόμο που σας φέρνει την αλληλογραφία σας για τις εργασιακές του συνθήκες; Το πρόβλημα οφείλεται στον πανικό και στον κοινωνικό εγωισμό των μεσαίων στρωμάτων. Εκεί πρέπει να στραφεί η προσοχή μας.
www.efsyn.gr  30/4/2018
Υ.Γ από anestios: παρότι συχνά μου την δίνει και εμένα αυθορμήτως η υπερβολική πολιτική ορθότητα (ως έκφραση ενός υποκριτικού καθωσπρεπισμού) δεν μπορώ παρά να υποστηρίξω την θέση του Α.Λ. και βρίσκω ιδιαίτερα εύστοχη την παρατήρησή του ότι "Το πρόβλημα οφείλεται στον πανικό και στον κοινωνικό εγωισμό των μεσαίων στρωμάτων" . (οι υπογραμίσεςισ το κείμενο είναι δικές μου και δεν αφορούν τον Α.Λ.)
Να προσθέσω  δε το εξής:
Τα μεσαία στρώματα πλέον, είναι μια τελείως διαφορετικη κατηγορία από αυτήν που περιγράφαμε ως μεσαία στρώματα πριν την χρεοκοπία του 2010.Είναι τα τμήματα εκείνα που είτε επεβίωσαν από την καταστροφή, είτε /και βελτιώθηκε η θέση τους στην κοινωνική πυραμίδα.
 Ένα μικρό τμήμα των πάλαι ποτέ μεσαίων στρωμάτων έχει παραμείνει στην  θέση αυτή της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, το οποίο όντως κινείται με βάση τον φόβο της πιθανής καταστροφής και των ιδίων και είναι διατεθειμένο πολιτικά και πολιτισμικά να υποστηρίξει το οτιδήποτε δεν διαταράσσει την παρούσα ισορροπία . Η ανάγκη αυτή οδηγεί σε μια σειρά κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές συμπεριφορές , καλυπτόμενες ιδεολογικά μεταξύ άλλων και από ένα"φιλελευθερισμό" της κακιάς ώρας . Αλλά αυτά ίσως κάποια στιγμή να τα περιγράψουμε πιο αναλυτικά σε ένα ξεχωριστό σημείωμα


Παρασκευή 9 Μαρτίου 2018

Ο λαϊκισμός των αντιλαϊκιστών


του Κώστα Μελά
Μια από τις βασικές έννοιες, μέσω της οποίας επιχειρείται να επεξηγηθούν οι σημερινές πολιτικές εξελίξεις, είναι αναμφισβήτητα ο λαϊκισμός. Γνωστή ως έννοια, φορτισμένη κυρίως με αρνητικές συνδηλώσεις, είναι πολυχρησιμοποιημένη κυρίως από τις πολιτικές ελίτ.
Αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση, την χρησιμοποιούν κατά κόρον ενάντια  στις προτάσεις και στις απόψεις των αντιπολιτευόμενων, οι οποίοι αγωνίζονται να αποτελέσουν την ερχόμενη κυβέρνηση. Οι τελευταίοι, όταν κερδίσουν τις εκλογές και γίνουν κυβέρνηση, χρησιμοποιούν την ίδια έννοια του λαϊκισμού εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων, ακριβώς όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις.
Στο πλαίσιο του πολιτικού ανταγωνισμού, μεταξύ αντιπάλων αρχηγεσιών, κάθε συνάρθρωση “λαϊκών” αιτημάτων θα καταγγέλλεται, από τους κατέχοντας συγκυριακά την κυβέρνηση, σαν λαϊκίστικα. Ό,τι είναι για το έναν λαϊκό είναι για τον άλλον λαϊκίστικο και αντίστροφα. Πάντοτε ο λαϊκισμός είναι ο λαϊκισμός του άλλου. Έτσι, ο λαϊκισμός είναι μια έννοια αρνητικά φορτισμένη. Δεν υπάρχει κανένας είτε είναι πολιτικός, είτε είναι διανοούμενος, που να έχει αποδεχτεί τον τίτλο του λαϊκιστή.

Λαϊκισμός και ισότητα

Η έννοια του λαϊκισμού είναι συνυφασμένη, in senso lato, με την έννοια της ισότητας. Δεν μπορεί να υπάρξει η έννοια του λαϊκισμού, χωρίς άμεση αναφορά στην έννοια της ισότητας. Ισότητα που σαφέστατα δεν δύναται ποτέ να πραγματωθεί, αλλά, ως έννοια, έχει τρομερή δύναμη στο ιδεολογικό και συμβολικό επίπεδο.
«Λαϊκισμός είναι ο τρόπος, με τον οποίο γεφυρώνεται (προσωρινά) η αντίφαση ανάμεσα στην αρχή της γενικής ισότητας και στην (προσωρινή) έμπρακτη εξουσία μιας ελίτ μέσα στις συνθήκες της μαζικοδημοκρατικής πολιτικής» (Κονδύλης Παναγιώτης, Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1991, σ. 242 ).
Ενώ οι πολιτικές αρχηγεσίες θα ήθελαν να διατηρήσουν για τον εαυτό τους το μονοπώλιο των αποφάσεων, υποχρεώνονται να αποδεχτούν ορισμένες διαδεδομένες ιδέες, ή προκαταλήψεις που κολακεύουν τις μάζες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα και την αποδοχή στην πράξη των διαφόρων αιτημάτων που συνδέονται με τις παραπάνω απόψεις και αξιώνονται από διάφορες επαγγελματικές ή συντεχνιακές ομάδες.
«Ο εγγενής λαϊκισμός της μαζικής δημοκρατίας κάνει πρωταρχικό καθήκον των μελών των ελίτ να εκδηλώνουν επιδεικτικά σε κάθε δεδομένη ευκαιρία πόσο κοντά βρίσκονται στον απλό άνθρωπο. Μια στάση διαφορετική ερμηνεύεται ως περιφρόνηση των συνανθρώπων και της ισχύουσας αρχής της ισότητας και τιμωρείται ανάλογα» (Στο ίδιο, σ. 243).

Λαϊκισμός και μαζική δημοκρατία

Ως ιδεολογική έννοια, ο λαϊκισμός περιγράφει μια ήδη εμφανισθείσα αλλαγή της κοινωνικής βάσης. Στη συνέχεια, βεβαίως, σπρώχνει στη διαμόρφωση της κοινωνικής βάσης σύμφωνα με την δική του οπτική. Η πολιτική λειτουργία της έννοιας δεν έχει ανάγκη ορισμού σαφών κριτηρίων, με βάση τα οποία θα καθοριστεί το ακριβές περιεχόμενό της. Ως παραγόμενη έννοια, λαμβάνει υπόσταση από τις όποιες συνδηλώσεις προέρχονται από την καθορίζουσα και πρωταρχική έννοια της ισότητας.
Η τελευταία είναι, επίσης, μια έννοια με ασαφές περιεχόμενο, εκτός αν επιλεγούν, δια συμβάσεως, ορισμένα καθορισμένα κριτήρια, τα οποία να μην απαιτούν αναγωγή σε άλλα. Όμως και σε αυτή την περίπτωση, η πολιτική λειτουργία της έννοιας της ισότητας δεν έχει ανάγκη επιστημολογικών θεμελιώσεων. Αρκεί μια ασαφής-νεφελώδης προσέγγιση, υποστηριζόμενη καθημερινά από τα ΜΜΕ κάθε τύπου, για να αποκτήσει η λέξη «ισότητα» ένα σαφέστατο συμβολικό περιεχόμενο, το οποίο καθίσταται κυρίαρχο στον καθορισμό της συμπεριφοράς των ατόμων.
Στο σημείο αυτό κρίνεται αναγκαία μια επισήμανση υπό τύπου συμπεράσματος. Αυτό που συνάγεται από τα προηγουμένως λεχθέντα, καθιστά εμφανές ότι ο λαϊκισμός δεν είναι  ούτε μόνον προϊόν χειραγώγησης των λαϊκών στρωμάτων, ούτε αυτόνομο λαογενές προϊόν.
Όσοι επιχειρούν ερμηνείες στη βάση της μιας ή της άλλης μερικής αλήθειας, οδηγούνται σε αναλυτικά και πολιτικά αδιέξοδα. Συγκεκριμένα, είναι αναλυτικά ατελέσφορη και πολιτικά επικίνδυνη η αντίληψη που θεωρεί ως υπεύθυνους (του λαϊκισμού) άλλοτε τα λαϊκά στρώματα και άλλοτε τις αρχηγεσίες που τα εξαπατούν.
Κανένας δεν μπορεί να εξαπατήσει κανέναν αν η κοινωνική πραγματικότητα δεν εμπεριέχει το προβαλλόμενο αίτημα ως δυνατότητα που μπορεί να πραγματωθεί και η οποία βρίσκεται εν μέρει στα χέρια (ή στο κεφάλι) του αιτούντος. Πρέπει να υπάρχει το ευήκοον ους, όχι μόνο ως απλώς υπάρχον, αλλά και ως ευρισκόμενο σε υπερδιέγερση, έτοιμο να ακούσει κάτι που το ίδιο έχει προκαλέσει και αισθάνεται ότι πρέπει να ειπωθεί.

Λαϊκισμός και δημαγωγία

Αυτό δεν σημαίνει ότι και η δημαγωγία δεν μπορεί να είναι μέρος του λαϊκιστικού λόγου (Αντόνιο Γκράμσι, Passato e Presente – Grandi Ambitioni e Piccole Ambitioni – Quaderni di Cαrcere, Editori Riuniti, Roma). Όμως, δεν είναι δυνατόν να αναχθεί η έννοια της δημαγωγίας ως  βασική αναλυτική κατηγορία του λαϊκισμού. Εάν ίσχυε αυτό, τότε η ιστορικά διαπιστωμένη  διαχρονικότητα της έννοιας της δημαγωγίας στερεί οποιαδήποτε ερμηνευτική δυνατότητα στην έννοια του λαϊκισμού, ως ειδική κατηγορία της ιστορικής περιόδου της μαζικής δημοκρατίας.
Παράλληλα, κανείς δεν είναι σε θέση να καταστεί αυθεντικός διερμηνευτής των όποιων λαϊκών αιτημάτων και στόχων, ώστε να αποδείξει τη λαογένειά τους. Η όποια προσπάθεια καταβληθεί χρειάζεται την κατ’ αρχάς πρόταξη κριτηρίων, με βάση τα οποία θα πραγματοποιηθεί η επιλογή. Η καταφανής αδυναμία ύπαρξης παρόμοιων αντικειμενικών κριτηρίων καθιστά την όποια προσπάθεια μάταιη, ή τις περισσότερες φορές οδηγεί στην  αποδοχή, ως ορθού, κάθε λαϊκού αιτήματος.
Παρόλα αυτά και σε αυτές τις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες, σε κάποια χρονική στιγμή εμφανίζεται ως λαϊκισμός η αντίληψη που αναφέρεται ή επικαλείται τον λαό ως αντίπαλο δέος τόσο στην κατεστημένη δομή εξουσίας όσο και των κυρίαρχων ιδεών και αξιών. Επομένως, είναι σχεδόν αδύνατον να μιλήσουμε για δημοκρατική πολιτική χωρίς λαϊκισμό. (Canοvan M., Εμπιστοσύνη στον Λαό! Ο Λαϊκισμός και οι δύο όψεις της Δημοκρατίας, εκδόσεις Σύγχρονα Θέματα, Αθήνα, 2010, τεύχ. 110, σ. 58-69).

Λαϊκισμός και ολιγαρχία

Στις σύγχρονες δυτικές μαζικοδημοκρατίες η ισχνή και ρέπουσα προς την ολιγαρχία και αυταρχικότητα «δημοκρατία» αμφισβητείται. Με το υπάρχον καθεστώς των παγκοσμιοποιημένων αγορών, το πρόβλημα είναι ότι η πιθανότερη απάντηση είναι επίσης αυταρχική, αντιδημοκρατική και λαϊκιστική στην ακραία της μορφή. Απάντηση που σίγουρα δεν συνάδει με την έννοια της δημοκρατίας που εδράζεται στη λαϊκή κυριαρχία, την ισονομία και στην ισοπολιτεία.
Οι αρχηγεσίες που σήμερα θέτουν μόνες τους τον εαυτό τους στην πλευρά των «αντιλαϊκιστών» -τουλάχιστον στη σημερινή φάση της παγκόσμιας κατάστασης και κυρίως στην αναπτυγμένη Δύση- ουσιαστικά αποτελούν τους απολογητές της κατεστημένης εξουσίας και του υποδείγματος-καθεστώτος που κυριαρχεί τα τελευταία 30-40 έτη.
Το συγκεκριμένο υπόδειγμα-καθεστώς έχει προκαλέσει σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτιστικό) της ζωής των πολιτών στη Δύση -και όχι μόνο- αποτελέσματα που βρίσκονται στον αντίποδα της δικής του υπόσχεσης και εξαγγελίας. Οι σταυροφόροι του κυρίαρχου υποδείγματος-καθεστώτος (νεοφιλελευθερισμός) το είχαν επιβάλλει με τη διαβεβαίωση ότι θα αυξήσει τη γενική ευημερία.
Αν κρίνουμε εκ του αποτελέσματος, ουδέν ψευδέστερο. Αλλά δεν είναι αυτό το σημείο που θέλω να αναδείξω. Αυτό είναι εύκολο να αναδειχθεί με βάση τα πραγματολογικά στοιχεία. Το σημείο που θέλω να αναδείξω είναι ότι η όλη πολιτική θεώρηση της παγκοσμιοποίησης εκ μέρους των συγκεκριμένων αρχηγεσιών.

Λαϊκισμός και νεοφιλελευθερισμός

Δεδομένου ότι επικαλούνταν τη βελτίωση της γενικής ευημερίας των πολιτών, ουσιαστικά έκαναν σαφή αναφορά, in senso lato ή in senso stretto, στην έννοια της ισότητας. Προφανώς (ή όχι;) γνώριζαν ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Επομένως υπό την έννοια αυτή, ο λαϊκισμός ενυπήρχε και ενυπάρχει εγγενώς στον πολιτικό λόγο όλων εκείνων που υποστήριξαν και υποστηρίζουν το παρόν καθεστώς-υπόδειγμα (νεοφιλελευθερισμό).
Αλλά ακόμη και αν στην αρχή της εφαρμογής του συγκεκριμένου υποδείγματος δεν γνώριζαν τα αποτελέσματα της προτεινόμενης πολιτικής, τώρα τα γνωρίζουν. Συνεπώς, το να  επικαλούνται την ανάγκη συνέχισης  της ίδιας πολιτικής και να υποστηρίζουν το ίδιο υπόδειγμα-καθεστώς, στο όνομα της ισότητας και της γενικής ευημερίας των πολιτών, αποτελεί ακραίο δείγμα λαϊκισμού. Κι αυτό, δεδομένου ότι πλέον υπάρχουν απτά πραγματολογικά στοιχεία περί του ακριβώς αντιθέτου.
Παρακολουθώ έκπληκτος τη συζήτηση που γίνεται και στην Ελλάδα. Μετά την παντελή αποτυχία της σημερινής κυβέρνησης να πει τουλάχιστον την αλήθεια στον ελληνικό λαό για τις πρόσφατες και μελλοντικές εξελίξεις, οι φωνές που υπηρέτησαν με απόλυτη συνέπεια το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα-καθεστώς επιχειρούν να επανέλθουν σιγά-σιγά στο προσκήνιο. Ο μεγαλύτερος λαϊκισμός είναι τελικά αυτός που εξ αντανακλάσεως τρέφει τον λαϊκισμό στο όνομα του αντιλαϊκισμού!

Λαϊκισμός και κρίση

Ας το καταλάβουμε, ο λαϊκισμός αποτελεί  ενδημικό φαινόμενο της  σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής ζωής και παροξύνεται σε περιόδους κρίσης. Και οι δύο αντιπαρατιθέμενες αντιλήψεις οδηγούν τη Δύση και κυρίως την Ευρώπη σε υπαρξιακή κρίση, όπως μαρτυρούν αναρίθμητα συμπτώματα θανάσιμου κινδύνου.
Η εξέλιξη αυτή δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι αποτελεί σκοτεινό πεπρωμένο, μια ανεξιχνίαστη μοίρα. Απαιτείται πριν από όλα ένας πλήρης αναστοχασμός περί της υπαρκτής πραγματικότητας και των προβλημάτων που αυτή γεννά. Υπάρχουν υπεύθυνοι. Υπάρχουν λανθασμένες αντιλήψεις. Δεν έχω σκοπό να υπεισέλθω σε αυτά τα θέματα (Προσπαθώ να τα αναλύσω στο βιβλίο Κ. Μελάς – Γ. Παπαμιχαήλ, Όψεις της μετανεωτερικότητας στην ελληνική κοινωνία, εκδόσεις Αγγελάκη, Δεκέμβριος 2016).
Θέλω να σημειώσω μόνο ότι η κουλτούρα του Διαφωτισμού είναι κριτική. Σύμφωνα με αυτήν, καμία τάξη δεν νομιμοποιείται μόνο και μόνο επειδή υπάρχει. Καμία καθεστηκυία τάξη δεν είναι νόμιμη, αν είναι άδικη. Η δικαιοσύνη και η ευτυχία είναι σημαντικοί και θεμιτοί στόχοι και αξίες της πολιτικής δράσης, αλλά το γεγονός αυτό δεν υποσκάπτει την ελευθερία, διότι η κοινωνική δικαιοσύνη και η ελευθερία δεν είναι εννοιολογικά αντίθετες.
www.slpress.gr 9/3/2018

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

Το (νεο)φιλελεύθερο «μαντρί» και η αντισυστημική ψήφος

του Σταύρου Λυγερού

Τα γεγονότα είναι πολλά και πεισματάρικα για να τα αγνοήσουμε. Η φιλελεύθερη συναίνεση που κυριάρχησε στη Δύση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κλυδωνίζεται. Η Δύση δεν βρίσκεται στο 2007, παρότι οι άρχουσες ελίτ έχουν την τάση να διαβάζουν τα γεγονότα λες και βρισκόμαστε πριν την εκδήλωση της μεγάλης κρίσης. Γι’ αυτό και συνήθως διαψεύδονται, γεγονός που τραυματίζει την αξιοπιστία τους. Δεν τους είναι, άλλωστε, εύκολο να χωνέψουν το γεγονός ότι το μέχρι πριν μερικά χρόνια χειραγωγημένο ακροατήριό τους έχει περιέλθει σε κατάσταση εκλογικής ημιανταρσίας.

Η αντισυστημική ψήφος συνήθως είναι βουβή. Ακολουθεί υπόγειες διαδρομές. Ειδικά όταν προέρχεται από μικρομεσαίους νοικοκυραίους με μάλλον συντηρητική ιδεολογία που δεν έχουν συνηθίσει να κάνουν πολιτικό θόρυβο, όπως οι δεδηλωμένοι αριστεροί και οι αμφισβητίες των κοινωνικών κινημάτων. Πριν 12 χρόνια θα ήταν αδιανόητο ο Σάντερς, ένας σοσιαλιστής από το μικρό και ασήμαντο Βερμόντ, να διεκδικούσε με αξιώσεις το χρίσμα των Δημοκρατικών από την Κλίντον. Και βεβαίως θα ήταν αδιανόητο ένας τύπος όπως ο Τραμπ να είχε εκλεγεί πρόεδρος.
Θα είχε μικρότερη σημασία εάν επρόκειτο για αμερικανική ιδιαιτερότητα. Πρόκειται, όμως, για φαινόμενο που απλώνεται σ’ όλη σχεδόν τη Δύση. Το Brexit μπορεί να πάτησε στον παραδοσιακό βρετανικό ευρωσκεπτικισμό, αλλά πήγασε από την ίδια μήτρα που τροφοδοτεί και την Ακροδεξιά και κάποια αριστερά ή ιδιότυπα κόμματα, τα οποία αλλάζουν τον παραδοσιακό πολιτικό χάρτη στη Δύση.

Με αριστερό ή ακροδεξιό πρόσημο

Στην Ελλάδα των Μνημονίων η εκλογική επιρροή του άλλοτε πανίσχυρου ΠΑΣΟΚ συρρικνώθηκε σε μονοψήφιο ποσοστό, ενώ η ΝΔ αγωνίζεται να φθάσει το ποσοστό που έπαιρνε όταν υφίστατο βαριά ήττα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που μια ζωή αγωνιζόταν να υπερβεί το 3% για να εισέλθει στη Βουλή, αναδείχθηκε δύο φορές πρώτο κόμμα και κυβερνά. Η Χρυσή Αυγή, που έπαιρνε 0,3%, σήμερα είναι σταθερά τρίτο κόμμα, παρά το γεγονός ότι η ηγεσία της είναι στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
Στην άλλοτε πρωταθλήτρια του ευρωπαϊσμού Ιταλία ο ευρωπαϊστής Ρέντζι έχασε με διαφορά το δημοψήφισμα και υποχρεώθηκε σε παραίτηση. Αν και το δημοψήφισμα αφορούσε σε συνταγματικά θέματα, έστειλε ένα ευρύτερο πολιτικό μήνυμα και κυρίως ένα μήνυμα για τη θέση της Ιταλίας στην Ευρωζώνη. Δεν είναι τυχαίο ότι εν όψει των εκλογών πρώτη δημοσκοπικά δύναμη είναι το Κίνημα του Γκρίλο που έχει ευρωσκεπτικιστικό πρόσημο. Σε αντίστοιχο μήκος κύματος κινείται και η Λέγκα του Βορρά.
Στη δε Αυστρία με την μακρά σοσιαλδημοκρατική παράδοση ο ακροδεξιός υποψήφιος για την Προεδρία της Δημοκρατίας έχασε μόλις και μετά από βίας. Πιθανόν, μάλιστα, να κέρδιζε εάν απέναντί του δεν ήταν ένας οικολόγος υποψήφιος με αντισυστημικό προφίλ. Από δε τις βουλευτικές εκλογές προέκυψε κυβέρνηση συνασπισμού μίας σκληρής Δεξιάς με την Ακροδεξιά.
Από το πουθενά έχουν γίνει κεντρικοί πολιτικοί παίκτες στην Ισπανία το αριστερό κίνημα Ποδέμος και στη χώρα της Μέρκελ το ξενοφοβικό και ευρωσκεπτικιστικό κόμμα “Εναλλακτική για τη Γερμανία”. Είναι ενδεικτικό Στην Ολλανδία η ακροδεξιά του Βίλντερς δεν κέρδισε την πρωτιά, αλλά ενίσχυσε τη δύναμή της. Σημαντικές εκλογικές επιδόσεις σημειώνουν ξενοφοβικά και ευρωσκεπτικιστικά κόμματα και σε αρκετές ακόμα βορειοευρωπαϊκές χώρες.
Στη Γαλλία χρειάσθηκε οι άρχουσες ελίτ να ρίξουν τα ρέστα τους στον άφθαρτο Μακρόν για να ανασχέσουν τη Λεπέν. Η πείρα των τελευταίων ετών μας έχει διδάξει ότι η αντισυστημική ψήφος ακολουθεί υπόγειες διαδρομές. Είδαμε, λοιπόν, τον σχεδόν μοναχικό καβαλάρη αριστερό Μελανσόν να αποσπά στον πρώτο γύρο εντυπωσιακό ποσοστό.

Οι φιλελεύθεροι αυτοϋπονομεύθηκαν

Το συμπέρασμα είναι ότι η παραδοσιακή πολιτική ηγεμονία του διδύμου της φιλελεύθερης συναίνεσης (Κεντροδεξιά-Κεντροαριστερά) αμφισβητείται. Τα μικρομεσαία στρώματα, που αρχίζουν να στρέφουν μαζικά την πλάτη στις παραδοσιακά κυρίαρχες πολιτικές παρατάξεις, δεν έχουν, βεβαίως, προσβληθεί από κάποιου είδους ιδεολογικό ιό που τα ωθεί προς τα άκρα. Η κύρια αιτία που αμφισβητούν την κατεστημένη τάξη πραγμάτων είναι ότι αυτή περισσότερο ή λιγότερο ανατρέπει τις σταθερές του βίου τους σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του Δυτικού Κόσμου.
Ο πολιτικός χάρτης των δυτικών χωρών αλλάζει περισσότερο ή λιγότερο λόγω των τεκτονικών αλλαγών που προκαλεί στις δυτικές κοινωνίες όχι μόνο η οικονομική κρίση του 2008, αλλά και η παγκοσμιοποίηση. Η παρόξυνση της ανισοκατανομής του πλούτου και η μετανάστευση της παραγωγής σε αναδυόμενες βιομηχανικές χώρες συμπιέζουν οικονομικά και κοινωνικά τη μεσαία τάξη και στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Η αντανάκλαση αυτής της συμπίεσης στο πολιτικό-κομματικό επίπεδο είναι ροκανίζει την πολιτική ηγεμονία της Κεντροαριστεράς και της Κεντροδεξιάς.
Και οι δύο αυτές παρατάξεις εδραίωσαν τη μακρόχρονη πολιτική ηγεμονία τους στο άρρητο κοινωνικό συμβόλαιο, με βάση το οποίο εξασφάλιζαν στα μικρομεσαία στρώματα ευημερία και Κοινωνικό Κράτος, ή ένα συνδυασμό των δύο. Από ένα χρονικό σημείο και πέρα, όμως, οι ηγεσίες τους συνέκλιναν στον φιελευθερισμό και λειτούργησαν σαν όχημα και για την παγκοσμιοποίηση και κατ’ επέκτασιν για την εφαρμογή της ατζέντας του νεοφιλελευθερισμού. Με άλλα λόγια, είναι οι ίδιες που υπονόμευσαν την ιδεολογική και πολιτική κυριαρχία της φιλελεύθερης συναίνεσης.
Η προσχώρησή τους στο νεοφιλελευθερισμό έλαβε χώρα παραλλήλως με την “υπαλληλοποίησή” τους, με το γεγονός ότι υπηρέτησαν και υπηρετούν την απληστία της ολιγαρχίας του χρήματος. Σύμφωνα με τους New York Times, στην οκταετία του Κλίντον στη δεκαετία του 1990 το 1% των Αμερικανών προσποριζόταν το 45% της αύξησης του ΑΕΠ. Στη οκταετία του Μπους (2000-08) το 45% έγινε 65% και στην οκταετία του Ομπάμα εκτοξεύθηκε στο 93%! Οι επιλογές τους είχαν ως αποτέλεσμα να υποσκάψουν την ευημερία της μεσαίας τάξης που αποτελεί το πολιτικοεκλογικό ακροατήριό τους. Με τον τρόπο αυτό, όμως, ροκάνισαν το κλαδί που στηρίζονται.
Αυτό δεν φάνηκε αμέσως, επειδή για μία περίοδο η ευημερία συντηρήθηκε με δημόσιο δανεισμό. Με την κρίση, όμως, η πραγματικότητα αναδύθηκε στην επιφάνεια. Είναι τότε που για λόγους δημοσιονομικής ισορροπίας επεβλήθη το δόγμα της λιτότητας και η αποδόμηση των εργασιακών δικαιωμάτων. Με όργανο τις πολιτικές ελίτ η ολιγαρχία του χρήματος το έχει παραξηλώσει. Για την ακρίβεια, με κυνισμό αποδομεί τα αμορτισέρ που μεταπολεμικά όχι μόνο διατήρησαν την κοινωνική ειρήνη, αλλά και τροφοδότησαν μία πρωτοφανή οικονομική ανάπτυξη.

Η εκλογική εξέγερση των μικρομεσαίων

Μεγάλο τμήμα των παραδοσιακών μεσαίων τάξεων δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο να διατηρήσει το επίπεδο ευημερίας, ενώ τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα δυσκολεύονται να επιβιώσουν αξιοπρεπώς. Η παγκοσμιοποίηση πετάει έξω από το “τρένο” μικρομεσαίους νοικοκυραίους, ειδικά μικρομεσαίους επιχειρηματίες και βεβαίως την παραδοσιακή εργατική τάξη που έχει πληγεί καίρια από την αποβιομηχάνιση.
Αυτό φάνηκε καθαρά και στο βρετανικό δημοψήφισμα και στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές. Όσοι εργαζόμενοι είναι μέσα στο “τρένο” της παγκοσμιοποίησης ψήφισαν φανατικά υπέρ της παραμονής της Βρετανίας στην ΕΕ. Το ίδιο και στις ΗΠΑ. Μία ματιά στον αμερικανικό εκλογικό χάρτη δείχνει ότι η Χίλαρι ψηφίσθηκε κατά κανόνα από την ανώτερη τάξη και τα μεσαία στρώματα που έχουν ενσωματωθεί στο πλαίσιο του οικονομικού φιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης.
Επίσης, από τις μειονότητες (μαύροι, ισπανόφωνοι, μουσουλμάνοι κ.α.) που φοβήθηκαν από την αντιμεταναστευτική ρητορική του υποψηφίου των Ρεπουμπλικάνων. Και οι δύο αυτές κατηγορίες ζουν περισσότερο στην ανατολική και στη δυτική ακτή, οι οποίες και βάφτηκαν γαλάζιες (Δημοκρατικοί). Αντιθέτως, οι ενδιάμεσες Πολιτείες βάφτηκαν κόκκινες (Ρεπουμπλικάνοι).
Δεν είναι του παρόντος να εξετάσουμε την πολιτική που ο Τραμπ ασκεί ως πρόεδρος. Έχει σημασία να εντοπισθούν οι λόγοι που η ρητορική του βρήκε τόσο μεγάλο αντίκρισμα στο εκλογικό σώμα. Όταν, λοιπόν, αναρωτιόταν γιατί το iphone να φτιάχνεται στην Κίνα και όχι στις ΗΠΑ, άγγιζε ευαίσθητες χορδές δεκάδων εκατομμυρίων Αμερικανών που άμεσα ή έμμεσα έχουν πληγεί από την αποβιομηχάνιση. Ήταν προεκλογικό “πυρηνικό” όπλο η υπόσχεσή του ότι θα επιβάλλει δασμούς 35% στα εισαγόμενα για να υποχρεώσει σε επαναπατρισμό τις αμερικανικές επιχειρήσεις, που έχουν μεταφέρει τα εργοστάσιά τους σε χώρες χαμηλού εργατικού κόστους και ανύπαρκτων εργασιακών δικαιωμάτων.

Χάνεται ο έλεγχος

Προς την ίδια κατεύθυνση λειτούργησε και η ρητορική του για λήψη δραστικών μέτρων εναντίον του μεταναστευτικού ρεύματος. Η μαζική είσοδος μεταναστών παροξύνει το ένστικτο αυτοσυντήρησης κοινωνιών που ήδη νοιώθουν ότι απειλούνται με φτωχοποίηση. Γι’ αυτά τα τμήματα του πληθυσμού, ο ανταγωνισμός από τη φθηνή εργασία των μεταναστών βιώνεται σαν πρόσθετη απειλή. Γι’ αυτό και ως αντίδραση στις ΗΠΑ επικρατεί ένα αίσθημα νοσταλγίας για τις παλιές καλές ημέρες. Αντιστοίχως, στην Ευρώπη ενισχύεται η τάση παλινδρόμησης στο εθνικό κράτος.
Όσο οι άρχουσες ελίτ συνειδητοποιούν ότι χάνουν τον πολιτικό έλεγχο μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας τόσο καταφεύγουν με αντιδημοκρατικές πρακτικές. Σερβίρουν νέου τύπου “αριστοκρατικές” αντιλήψεις, με σκοπό να αμφισβητήσουν την ικανότητα του λαού να αποφασίζει για κρίσιμα ζητήματα. Το είδαμε στην περίπτωση του Brexit, το ξαναείδαμε με την εκλογή Τραμπ.
Στην πραγματικότητα, αμφισβητούν τον πυρήνα της αστικής δημοκρατίας, η οποία, στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, τείνει να μετατραπεί σε κέλυφος. Οτιδήποτε αμφισβητεί τη δέσμη των κυρίαρχων θέσεων χαρακτηρίζεται λαϊκισμός, απαξιώνεται και εξοβελίζεται. Είναι τέτοια η περιφρόνηση που επιδεικνύουν οι άρχουσες ελίτ προς το «πόπολο» και έχει γίνει τέτοια κατάχρηση στην πλύση εγκεφάλου, κυρίως με την ιδεολογική ρομφαία του «αντιλαϊκισμού», που πλέον φέρνει το αντίθετο αποτέλεσμα. Όταν τα κατεστημένα Μίντια υποστηρίζουν με πάθος κάτι, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αντανακλαστικά υιοθετεί την αντίθετη θέση.
Τόσο η παγκοσμιοποίηση όσο και το μεταναστευτικό ρεύμα τροφοδοτούν τη διάχυτη οικονομική-κοινωνική ανασφάλεια των παραδοσιακών μικρομεσαίων στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Στην πραγματικότητα, παραλλήλως με την παραδοσιακή διαχωριστική γραμμή Δεξιά-Αριστερά, αναδύεται από τα σπλάχνα των δυτικών κοινωνιών μία νέα διαχωριστική γραμμή που παραπέμπει σε μία νέα κοινωνικοταξική πραγματικότητα.
www.slpress.gr  18/2/2018

Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017

Θέμα χρόνου η επόμενη κρίση

των Σάββα Ρομπόλη κ Βασίλη Μπέτση  – 

Οι κρίσεις έχουν τις ρίζες τους στις εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Τουλάχιστον αυτό έχει αποδειχθεί ιστορικά από τη διεθνή οικονομική έρευνα. Η όξυνση των κρίσεων οφείλεται, κυρίως, στην αναποτελεσματικότητα των εφαρμοζόμενων πολιτικών μετάβασης από το παλαιό στο νέο μοντέλο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Και αυτό σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο.
Για παράδειγμα, σήμερα, η όξυνση της κρίσης οφείλεται στην αναποτελεσματικότητα και την αντιφατικότητα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών μετάβασης από το τεχνολογικό στο ρομποτικό μοντέλο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Βασικό εργαλείο αυτής της μετάβασης, μεταξύ άλλων, αποτελεί η καθίζηση του μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους, οι ανισότητες, η ανεργία και η συρρίκνωση των κοινωνικών δαπανών.
Παράλληλα, κοινό χαρακτηριστικό αποτελεί και η εκτίναξη των κρατικών χρεών, η διεύρυνση της φτωχοποίησης του πληθυσμού και η σμίκρυνση του κύκλου κρίσεων και ανάκαμψης του οικονομικού και κοινωνικού μετασχηματισμού.
Από την άποψη αυτή, αξίζει να σημειωθεί ότι η διεθνής οικονομική κρίση ξεκίνησε (2007) ως κρίση ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου (χρηματοπιστωτική). Στη συνέχεια, μετεξελίχθηκε σε κρίση της πραγματικής οικονομίας (οικονομική κρίση και ύφεση). Και σήμερα μετατρέπεται σε κρίση συνδυασμού του χαμηλού πληθωρισμού, της στασιμότητας ή της ποσοστιαίας πτωτικής τάσης της ανεργίας, καθώς και της απασχόλησης, με τη διεύρυνση όλων των μορφών ευελιξίας (απασχόληση, χρόνος εργασίας, αμοιβές, κοινωνική ασφάλιση, καταβολή μισθών, κ.λπ.)
Πράγματι, όπως αναφέρεται στην πρόσφατη διεθνή βιβλιογραφία, το τελευταίο διάστημα συντελείται με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το φαινόμενο της μη επιβεβαίωσης της καμπύλης Φίλιπς. Αυτό σημαίνει ότι η ποσοστιαία μείωση του επιπέδου της ανεργίας, για παράδειγμα σε ΗΠΑ και ΕΕ, δεν συνοδεύεται από την αύξηση των μισθών, της κατανάλωσης, της ζήτησης και του πληθωρισμού.

Θέμα χρόνου η επόμενη κρίση

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πρόσφατη (2017) μελέτη της η Deutsche Bank θεωρεί, ότι, αν και δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς χρονικά, η επόμενη παγκόσμια κρίση δεν θα αργήσει να έρθει. Ταυτόχρονα, οι υπερβολές, οι αντιφάσεις και η αναποτελεσματικότητα των εφαρμοζόμενων νεοφιλελεύθερων πολιτικών τα προηγούμενα χρόνια, που βύθισαν τους οικονομικούς σχηματισμούς σε παρατεταμένη ύφεση, σε στασιμότητα ή αναιμική ανάκαμψη, καθιστούν την επόμενη οικονομική κρίση και ύφεση πολύ πιο επικίνδυνη.
Οι κεντρικές τράπεζες, όπως η FED και ΕΚΤ, που εξ ορισμού έχουν ως κύριο μέλημα την σταθεροποίηση της διεθνούς και ευρωπαϊκής οικονομίας και τη ρύθμιση του πληθωρισμού γύρω από το 2%, εφαρμόζουν οικονομικές και νομισματικές πολιτικές οι οποίες δεν επιτυγχάνουν αυτό το στόχο. Ως εκ τούτου, το τελευταίο διάστημα τα χρηματοπιστωτικά αυτά ιδρύματα προβληματίζονται για τη διακοπή αυτών των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης.
Τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης, που έχουν ως στόχο την τόνωση της οικονομίας και την αύξηση του πληθωρισμού στα επίπεδα του 2%, έχουν συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση των ισολογισμών των κεντρικών τραπεζών. Ταυτόχρονα, όμως, το επίπεδο του πληθωρισμού παραμένει πολύ χαμηλότερο (1,2%-1,3%) από τον στόχο (2%). Οπότε, εάν ο πληθωρισμός δεν ανακάμψει, η επόμενη κρίση δεν θα αργήσει να πλήξει τη διεθνή και την ευρωπαϊκή οικονομία.

Γιατί δεν συνδέονται ανεργία-πληθωρισμός

Από την άποψη αυτή, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Ποιοι είναι οι λόγοι που διαμορφώνουν το φαινόμενο της μη σύνδεσης της ανεργίας με τον πληθωρισμό, παρά το γεγονός ότι οι κεντρικές τράπεζες, αν και προβαίνουν στην αύξηση του ισολογισμού τους, αποτυγχάνουν να αυξήσουν τον πληθωρισμό; Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) δαπάνησε 2 τρισ. ευρώ σε αγορά κρατικών ομολόγων.
Η επεξεργασία και ανάλυση του φαινομένου ακύρωσης της καμπύλης Φίλιπς συνηγορεί στο γεγονός ότι οι λόγοι που το διαμορφώνουν είναι, κατά βάση, οι εξής: Πρώτον, η εξέλιξη και η παραγωγική χρήση των νέων τεχνολογιών της ρομποτικής, του αυτοματισμού και της τεχνητής νοημοσύνης. Δεύτερον, η διευρυμένη αύξηση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης και η αύξηση της γήρανσης του πληθυσμού στη διεθνή και την ευρωπαϊκή οικονομία.
Πράγματι, οι τεχνολογικές εξελίξεις επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό τη λειτουργία της οικονομίας, αφού επιδρούν σημαντικά στην παραγωγική διαδικασία, στην απασχόληση και στη διάρθρωσή της, στα εισοδήματα και στην καταναλωτική συμπεριφορά. Ως αποτέλεσμα -όπως προκύπτει από τα δεδομένα των τεχνολογικών, παραγωγικών, εργασιακών και δημογραφικών εξελίξεων- ανατρέπονται παραδοσιακές υποθέσεις εργασίας. Απαιτούνται, λοιπόν, νέες υποθέσεις εργασίας και νέα οικονομικά υποδείγματα, τα οποία θα λαμβάνουν υπόψη τις νέες διαρθρωτικές αλλαγές.

Τεχνολογική ανάπτυξη

Κι αυτό, γιατί η τεχνολογική έκρηξη του αυτοματισμού, της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης έχει επηρεάσει, σε μεγάλο βαθμό, την αγορά εργασίας, αντικαθιστώντας τις σταθερές και μόνιμες θέσεις εργασίας με τις ευέλικτες και ανασφαλείς μορφές απασχόλησης. Έτσι, ενώ αυξάνεται η παραγωγικότητα και η ανεργία μειώνεται ποσοστιαία, οι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται είναι σε μεγαλύτερο βαθμό ευέλικτες και χαμηλού μισθολογικού κόστους εργασίας (gigeconomy).
Με άλλα λόγια, η νέα τεχνολογία της ρομποτικής, των υπολογιστών και της τεχνητής νοημοσύνης, διευρύνει την αυτοματοποίηση στην παραγωγική διαδικασία και αυξάνει, ως εκ τούτου, το επίπεδο της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων. Το αποτέλεσμα είναι η ίδια ποσότητα προϊόντων, με βελτιωμένη ποιότητα, να παράγεται με λιγότερους εργαζόμενους.
Στις συνθήκες, λοιπόν, αυτές, αντί να παρατηρείται αύξηση του πληθωρισμού από την ποσοστιαία μείωση της ανεργίας, η διευρυμένη ευελιξία της απασχόλησης συμβάλλει στη μείωση των μισθών και τη μείωση της ζήτησης. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός παραμένει σε χαμηλά επίπεδα (1,2%).
Παράλληλα, το φαινόμενο αυτό προκαλεί αύξηση της κερδοφορίας και της ανισοκατανομής του εισοδήματος: το ποσοστό εισοδήματος του πλουσιότερου 1% του πληθυσμού αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια, σε τέτοιο βαθμό, που αντιστοιχεί με το επίπεδο εισοδήματος που είχε η κορυφή της οικονομικής πυραμίδας εκατό χρόνια πριν.
Μια σοβαρή διαρθρωτική αιτία του φαινομένου του χαμηλού πληθωρισμού είναι και η αυξημένη γήρανση του πληθυσμού. Η σημαντική ανατροπή της δημογραφικής πυραμίδας και της ηλικιακής δομής του πληθυσμού, σε συνδυασμό με τη μείωση του εισοδήματος των συνταξιούχων οδηγεί σε δομικές αλλαγές, τόσο στη ζήτηση, όσο και στο καταναλωτικό τους πρότυπο.

Η αντίφαση και στην πραγματική οικονομία

Οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτούν για τη διεθνή και την ευρωπαϊκή οικονομία, την άμεση αναγκαιότητα σχεδιασμού ενός νέου κοινωνικοοικονομικού και παραγωγικού υποδείγματος. Το νέο αυτό μοντέλο θα οδηγεί σε δίκαιη κατανομή του παραγόμενου πλούτου λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας, που με τη σειρά της οφείλεται στη χρήση των νέων τεχνολογιών (μείωση του χρόνου εργασίας, με εβδομάδα 32 ωρών και τεσσάρων ημερών -Mckinsey,2017- χωρίς μείωση των αποδοχών). Ταυτόχρονα, θα υπάρχει αποτελεσματική αντιμετώπιση των διαρθρωτικών ανακατατάξεων της απασχόλησης (εκτιμάται ότι το 85% των θέσεων εργασίας για το 2030 δεν έχει ακόμη επινοηθεί).
Στην περίπτωση που η διεθνής και η ευρωπαϊκή οικονομία απαρνηθεί ή καθυστερήσει την αναπτυξιακή και κοινωνική μετάβασή της στη ρομποτική εποχή, τότε θα κληθεί να αντιμετωπίσει την επόμενη κρίση, η οποία θα είναι σοβαρότερη από τη χρηματοπιστωτική. Και μάλιστα θα κληθεί να την αντιμετωπίσει σε συνθήκες όξυνσης μιας θεμελιώδους αντίφασης στον πυρήνα της πραγματικής οικονομίας.
Η κρίση στην απασχόληση και στη διάρθρωσή της, η ανεργία, η ανισοκατανομή του εισοδήματος και η χαμηλή ζήτηση θα επιφέρουν αποεπένδυση και παράλληλα σοβαρή συρρίκνωση της παραγωγής, της προσφοράς και της ζήτησης. Με άλλα λόγια, στις συνθήκες αυτές, σε όρους πολιτικής οικονομίας, απειλείται να συντελεστεί η σύγκρουση των παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων στη διεθνή και την ευρωπαϊκή οικονομία.
www.slpress.gr 22/11/2017

Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2017

Eldorado Gold: Ποιος είναι ο «γόρδιος δεσμός» πίσω από τις κόντρες

του Φώτη Κόλλια

Παρά τις απανωτές δηλώσεις, προσφυγές, συνεντεύξεις, κ.λπ. για την κόντρα μεταξύ του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) και της καναδικής Eldorado Gold, που ελέγχει τα Μεταλλεία Κασσάνδρας, επικρατεί σύγχυση για τα πραγματικά σημεία διαφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών.
Η Eldorado Gold και η θυγατρική Ελληνικός Χρυσός ΑΕ αντιδρούν τελικά μόνο επειδή καθυστερούν ορισμένες άδειες από το ΥΠΕΝ; Μήπως ζητούν αλλαγές σε κάποια σημεία της τεχνικής μελέτης τις οποίες δεν αποδέχεται το ΥΠΕΝ; Και πως τελικά μπορεί να προχωρήσει η επένδυση;
Μέσα στη χθεσινή ανακοίνωση των Καναδών, με την οποία μας πληροφορούσαν πως βάζουν στον «πάγο» την εγκατάσταση των Σκουριών, μία από τις τρεις που αναπτύσσουν στα Μεταλλεία Κασσάνδρας (μαζί με Ολυμπιάδα και Στρατώνι), κρύβεται ένα σημείο της διαμάχης στο οποίο δεν αναφέρεται ποτέ η διοίκηση της Eldorado Gold.
Όπως σημειώνεται στην ανακοίνωση, θα επανεξετάσουν τη στάση τους σε συνδυασμό με την «ύπαρξη μιας σχέσης συνεργασίας και διαλόγου με την ελληνική κυβέρνηση, σχετικά με την χρήση και εφαρμογή των βέλτιστων διαθέσιμων πρακτικών και τεχνολογιών». Η πρόταση τελειώνει εκεί, χωρίς να εξηγεί σε ποιες τεχνολογίες αναφέρεται και για ποια εγκατάσταση.
Αυτό ακριβώς το σημείο φαίνεται πως είναι η ουσία της πολύμηνης κόντρας για τα Μεταλλεία Κασσάνδρας πέραν των καθυστερήσεων για τις άδειες τις οποίες θα «είχαν καταπιεί» οι Καναδοί αν είχε βρεθεί λύση στο θέμα των «καλύτερων δυνατών τεχνολογιών».
Η διαμάχη εστιάζεται, όπως τονίζουν στο Euro2day.gr πρόσωπα που παρακολουθούν στενά την επένδυση στη Χαλκιδική, στην τεχνική μελέτη για το εργοστάσιο μεταλλουργίας στις Σκουριές. Το Δημόσιο υποστηρίζει, χωρίς να το εξηγούν λεπτομερώς οι αρμόδιοι, και γι’ αυτό το λόγο προσέφυγε, μεταξύ άλλων, στη διαιτησία (πάλι χωρίς να το αναφέρει αναλυτικά) πως οι Καναδοί πρέπει να δοκιμάσουν επί τόπου την τεχνολογία για την Πυρομεταλλουργική Μέθοδο Ακαριαίας Τήξης (flash smelting) που θα εφαρμοστεί στο εργοστάσιο μεταλλουργίας.
Το flash smelting είναι η διαδικασία τήξης του μεταλλεύματος μέσα από την οποία παίρνεις σιγά - σιγά το χρήσιμο περιεχόμενο, δηλαδή τον χρυσό, τον χαλκό, τον μόλυβδο, κλπ. Στο ΥΠΕΝ θεωρούν πως με βάση τις απαιτήσεις της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΑΕΠΟ) οι Καναδοί πρέπει να αποδείξουν, επί τόπου (στις Σκουριές δηλαδή), πως η συγκεκριμένη μέθοδος δεν έχει σοβαρές επιπτώσεις σε περιβάλλον, κλπ, εξαιτίας της περιεκτικότητας του μεταλλεύματος σε αρσενικό.
Συνεπώς, όπως εξηγούν τα ίδια στελέχη, οι Καναδοί είναι σε δύσκολη θέση, με βάση και τις δικές τους αρχικές δεσμεύσεις. Για ποιο λόγο; Επειδή η φινλανδική εταιρεία Outotec η οποία έχει την παγκόσμια πατέντα και το μονοπώλιο για την τεχνολογία flash smelting που προβλέπεται να χρησιμοποιηθεί στο εργοστάσιο μεταλλουργίας των Σκουριών έχει συγκεκριμένη στάση από την αρχή.
Οι Φινλανδοί υποστηρίζουν πως η τεχνολογία θα φύγει από τη χώρα μόνο αν την αγοράσουν (και πληρώσουν) οι Καναδοί και όχι για δοκιμαστική χρήση! Το Δημόσιο, λοιπόν, επιμένει στην ανάγκη δοκιμαστικής χρήσης ώστε να βεβαιωθούν οι υπηρεσίες για τις πραγματικές επιπτώσεις από το flash smelting. Η δε Eldorado υποστηρίζει εδώ και χρόνια πως έχουν γίνει επαρκείς δοκιμές και πως αν θέλει το δημόσιο μπορεί να πραγματοποιήσει περισσότερες, αλλά στη Φινλανδία αφού η Qutotec δεν επιτρέπει την εξαγωγή της τεχνολογίας "για δοκιμές".
Πρόκειται για φαύλο κύκλο ο οποίος δύσκολα θα σπάσει. Μάλιστα, από τις σφοδρές αντιδράσεις της διοίκηση της Eldorado Gold, λίγες ημέρες πριν προσφύγει το δημόσιο στη διαιτησία, προκύπτει πως οι Καναδοί φοβούνται πως θα χάσουν την υπόθεση.
Πίσω από τις χιλιάδες λέξεις των ανακοινώσεων, των δηλώσεων, των απειλών και των προσφυγών φαίνεται πως βρίσκεται ακριβώς αυτό το τεχνικό ζήτημα. «Το οποίο για να λυθεί θα απαιτηθεί καλή διάθεση και από τις δύο πλευρές, αλλά και πολύ δουλειά ώστε να διασκεδαστούν οι εξαιρετικά αρνητικές εντυπώσεις που έχουν ήδη δημιουργηθεί» όπως λένε οι γνωρίζοντες.
Για το θέμα της Eldorado Gold ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Γιώργος Σταθάκης είπε σε χθεσινή του συνέντευξη στο ραδιόφωνο 24/7:
"Προ δεκαημέρου ξεκίνησε η Διαιτησία. Η Διαιτησία είναι το ασφαλές όχημα μέσα από το οποίο θα αποσαφηνιστούν τα προβλήματα που εκπορεύονται από την πρώτη σύμβαση του 2006, που έχει το ελληνικό δημόσιο με την εταιρεία. Είχε φτάσει σε κάποιο αδιέξοδο όλη η συζήτηση. Η Διαιτησία θα αποσαφηνίσει τα δύο επίμαχα θέματα της σύμβασης. Την καθετοποίηση της δραστηριότητας και τα περιβαλλοντικά θέματα.
Η Ελλάδα πέρα από το ποσοστό που έχει στην εκμετάλλευση, εάν είναι καθετοποιημένο το σύστημα παίρνει όλους τους φόρους και μέρος της προστιθέμενης αξίας που προκύπτει. Άρα έχει τεράστια σημασία εάν η δραστηριότητα είναι 100 ευρώ σε όλο τον κύκλο του επενδυτικού σχεδίου ή εάν είναι 15 ευρώ το οποίο παράγεται και εξάγεται. Μιλάμε για έναν κύκλο δραστηριότητας της τάξης των 20 δισ. ευρώ.
Αυτό το θέμα επέλεξε η εταιρεία να κλιμακώσει με την επίκληση της αναστολής των δραστηριοτήτων. Εμείς το χειριστήκαμε με βάσει τα πραγματικά δεδομένα, είχαμε δεσμευτεί από τον Αύγουστο ότι θα πάμε σε Διαιτησία ότι θα δώσουμε τις άδειες της Ολυμπιάδας και ότι δεν θα δώσουμε τις άδειες των Σκουριών. Το πεδίο ήταν γνωστό και για αυτό το χαρακτήρισα πυροτέχνημα.
Οι Σκουριές έχουν νόημα αν έχουμε το πλήρες επενδυτικό σχέδιο με το εργοστάσιο μεταλλουργίας. Υπενθυμίζω ότι η προηγούμενη εταιρεία που είχε αναλάβει το έργο, απέτυχε να αποδείξει ότι μπορεί να παράγει χρυσό με μέθοδο αποδεκτή περιβαλλοντικά. Η σημερινή εταιρεία ισχυρίζεται ότι μπορεί να προχωρήσει με μια συγκεκριμένη μέθοδο. Η Διαιτησία καλείται να επιλύσει αυτό το πρόβλημα, το οποίο αποτελούσε μέρος της διαμάχης της κυβέρνησης και εταιρείας εδώ και αρκετά χρόνια. Η Διαιτησία θα κλείσει πιθανότατα σε τρεις μήνες".
www.euro2day.gr 10/11/2012


Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

Η άνοδος των δημαγωγιών και οι αμφιβολίες της κριτικής

του Νικόλα Σεβαστάκη

H εποχή των δημαγωγών φαίνεται πως θα έχει διάρκεια. Η «αντισυστημική» ψήφος, τα δημοψηφισματικά επεισόδια, οι σκοτεινές προσωπικότητες φορώντας το προσωπείο του λαϊκού λυτρωτή, όλα αυτά δεν φεύγουν εύκολα από το προσκήνιο. Αντίθετα, μοιάζει να χρωματίζουν τους φόβους των συγχρόνων, ασχέτως από το αριθμητικό εκτόπισμα του ενός ή άλλου κόμματος και κινήματος. Οι δημαγωγίες ρίχνουν τη σκιά τους σε ολόκληρους τομείς της κοινωνικής ζωής, περισσότερο όμως μολύνουν την πολιτική φαντασία και την καθημερινή, κοινωνική επικοινωνία.

Υπάρχει φυσικά μια αρκετά καθησυχαστική άποψη που λέει ότι αυτές οι «εκτροπές» είναι απλώς παραπροϊόντα της ύφεσης ή των εύλογων ανησυχιών για τη λιτότητα και την αποξένωση των ελίτ. Κάτι σαν φυσικό, «αμυντικό» αντανακλαστικό. Αυτός ο εφησυχασμός μπορεί να αντλεί από την κλασική φιλελεύθερη αισιοδοξία για την πρόοδο της ανθρωπότητας ή να ανακυκλώνει την αιώνια αριστερή εμμονή στην οικονομική εξήγηση των πολιτικών κρίσεων. Δεν παύει όμως να είναι εκτίμηση που βασίζεται σε έναν απλοϊκό και στατικό ορθολογισμό. Σύμφωνα με αυτόν τον ορθολογισμό, τα υλικά συμφέροντα καθοδηγούν, σε τελευταία ανάλυση, τη ροή της Ιστορίας και τις συλλογικές συμπεριφορές. Κάποιοι έτσι συμπεραίνουν ότι στις σύγχρονες κοινωνίες τα πάθη είναι λιγότερο ισχυρά από τα συμφέροντα και επομένως το φως της σύνεσης θα επικρατεί πάντα στο τέλος ενώ οι δημαγωγίες θα αποσύρονται στο περιθώριο.

Eτσι πιστεύει κατά κανόνα ο κλασικός ορθολογιστής, ανεξάρτητα αν κλίνει προς τα δεξιά ή τα αριστερά του πολιτικού χάρτη: θεωρεί ότι τα πάθη είναι, σε μεγάλο βαθμό, κατάλοιπα αναχρονιστικών διαιρέσεων και μυθικών εμμονών, κάποιες «ανατολίτικες» επιρροές στις κοινωνίες του ορθολογικού κανόνα. Μέχρι που κάτι γίνεται στη Γερμανία, στη Σουηδία ή στην κοιτίδα του εμπειρικού πραγματισμού Βρετανία και αρχίζουν τα ερωτήματα: μήπως τα δημαγωγικά πάθη δεν γνωρίζουν πολιτισμικά και πολιτικά σύνορα;

Η αναζωπύρωση των δημαγωγιών στην καρδιά της Δύσης δείχνει πράγματι πως τα πάθη παρεμβαίνουν για τα καλά στους πολιτικούς κύκλους. Ισχυρές ιδέες, «παράλογα» συναισθήματα, ατομικές και συλλογικές δοξασίες παράγουν απτά πολιτικά αποτελέσματα. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητα συγκυριακοί αναβρασμοί που θα καταλαγιάσουν, όταν «επιστρέψει η κανονικότητα». Μπορεί βεβαίως να περνούν από επιθετικές και εμπύρετες μορφές σε ήπιες παθολογίες - παραμένουν όμως διαβρωτικά στη μακροχρόνια σώρευσή τους.

Για να το πούμε στη σημερινή γλώσσα, τα λεγόμενα πάθη ταυτότητας φαίνεται να έχουν μέλλον μπροστά τους. Ακόμα και αν σχετίζονται με εμφανείς ταξικές, πολιτικές ή εθνοτικές κρίσεις, φτιάχνουν μια δική τους, αυτόνομη δυναμική. Τα επί μέρους διάφανα συμπτώματα - που τα αναλύουμε και «ιστορικά» -- καταλήγουν σε παράξενες και ασαφείς νόσους. Από την Καταλωνία και τη Βόρεια Ιταλία ως την Τσεχία του Μπάμπις και την Αυστρία του Κουρτς, τα αιτήματα ταυτότητας μπορούν επίσης να χειρίζονται διαφορετικούς κώδικες. Να ενώνουν φορολογικά παράπονα ευπόρων της μεσαίας τάξης με παλαιά πολιτισμικά απωθημένα, αντιμεταναστευτικούς κοινούς τόπους και τη δυσφορία για το ευρώ και το «σύστημα των Βρυξελλών». Με άλλα λόγια, στις νέες δημαγωγίες κατορθώνονται και κοινωνικές συμμαχίες, εκτός από τις οικείες πολιτικές επιμειξίες από τις παραδόσεις της εθνικιστικής Δεξιάς και της «αγανακτισμένης» Αριστεράς (όπου υπάρχει αυτή, κυρίως δηλαδή στη Νότια Ευρώπη).

Η δημαγωγική σκηνή μιμείται, επίσης, όλες τις άλλες σκηνές της παγκοσμιοποιημένης ανθρωπότητας. Συνδυάζει την επινοητικότητα με την επανάληψη των ίδιων και των ίδιων μοτίβων, την πολυφωνία των χαρακτήρων και των «προσωπικοτήτων» της με μια εμμονή σε παρόμοιες ψευδοαναγεννητικές και ριζοσπαστικές προθέσεις. Η ενότητα των θεμάτων εναλλάσσεται με την ποικιλία και την ευρηματικότητα των μουσικών τους εκτελέσεων, αν επιτρέπεται η σύγκριση.

Το θέμα είναι ότι η σκηνή αυτή διαθέτει ζωντάνια, ικανότητες μεταμόρφωσης και ένα πλήθος τοπικών και εθνικών παραλλαγών. Στη χρόνια ακινησία της κανονικής Δεξιάς και στην ατονία των Σοσιαλδημοκρατών, ο δημαγωγικός αστερισμός αντιπαραθέτει εκπλήξεις και καλά σκηνοθετημένα σοκ. Ακόμα και αν του λείπει η καλαισθησία, ο δημαγωγικός εθνικολαϊκισμός ξέρει καλά από αισθητικές προκλήσεις: χειρίζεται την εικόνα και τον λόγο καλύτερα από τους πιο συμβατικούς πολιτικούς παίκτες - παρά την εξοικείωση των πάντων με τις τεχνικές της πολιτικής επικοινωνίας.

Το ερώτημα είναι εάν αυτή η τάση μπορεί να αντιμετωπιστεί με όπλο έναν παιδευτικό ορθολογισμό (όπως προτείνουν κάποιοι) ή με την ενσωμάτωση τεχνικών και θεμάτων του λαϊκισμού (όπως υποστηρίζουν άλλοι). Η δική μου αίσθηση είναι ότι τόσο η αφ' υψηλού κριτική στα θύματα των δημαγωγών όσο και η προσπάθεια μίμησης για «καλούς σκοπούς» έχουν μεγάλους κινδύνους.

Ο ελιτίστικος ορθολογισμός που καταδικάζει τους «βαρβάρους» γίνεται αδύναμο παράπονο και διανοουμενίστικη καταφυγή στη θαλπωρή κλασικών μορφών του συντηρητικού φιλελευθερισμού. Καταλήγει στη θρηνολογία της αριστείας.

Ο καιροσκοπικός και μιμητικός λαϊκισμός νομιμοποιεί, με τον τρόπο του, τη ναρκισσιστική φαντασίωση των αυθεντικών δημαγωγών ότι επανιδρύουν την πολιτική και ότι μόνον αυτοί «μιλούν τη γλώσσα του λαού». Καταλήγει συχνά σε κυνικούς οπορτουνισμούς που δηλητηριάζουν τη δημοκρατία περισσότερο από όσο οι διεφθαρμένοι του «παλαιού συστήματος».

Μια πιο έξυπνη και μακρόχρονη προσέγγιση θα είχε ίσως καλύτερες προοπτικές να αποτρέψει το ρίζωμα των δημαγωγικών λόγων και πρακτικών. Χωρίς όμως την αυταπάτη ότι θα ζήσουμε σε κοινωνίες ειρηνευμένης και αποκλειστικά «λογικής συζήτησης», πράγμα που είναι αδύνατον σε συνθήκες κλονισμού της παγκοσμιοποίησης και διαγενεακών (όχι απλώς κοινωνικών) ρηγμάτων.

Πιθανόν, η εποχή των δημαγωγών να μην είναι ένα επεισόδιο που θα κλείσει με δυο, τρία «θετικά» εκλογικά αποτελέσματα. Γιατί πάει πέρα από τους εκλογικούς ανταγωνισμούς, στη σφαίρα του φρονήματος και των λαϊκών πεποιθήσεων. Η όποια απάντηση δεν μπορεί λοιπόν να αδιαφορεί για αυτά τα πεδία και να μετράει απλώς τα ποσοστά των κομμάτων στις εκλογικές βραδιές. Οσο σημαντικά και αν είναι τα πολιτικά μεγέθη της δημαγωγίας, πιο σοβαρή είναι η αόρατη, τοξική της δράση. Και εκεί θα κριθούν και τα φάρμακα.

ΒΗΜΑ 29/10/2017