Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Επιτέλους! Άρχισε ο "διάλογος για την Κεντροαριστερά"


Εκτός από την ανάπτυξη που οσονούπω στρίβει από την γωνία,  αυτό το φθινόπωρο θα μείνει στην Ιστορία και για έναν ακόμη λόγο.Ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς και ο διαβόητος "διάλογος για την  Κεντροαριστερά"

Για κάποιους σαν εργολαβία, για άλλους από ανάγκη, για άλλους γιατί κάτι παζαρεύουν...για κάποιους γιατί "τι άλλο να κάνουμε;" Εννοείται ότι καμία συζήτηση για κανένα θέμα  χαρακτήρα, στόχευσης ή πολιτικής ουσίας δεν έχει καν τεθεί στο τραπέζι.Οι πιο "σοβαροί" θέτουν σαν αιχμή τις περιώνυμες "μεταρρυθμίσεις", χωρίς περιεχόμενο, χωρίς συναρμογή μεταξύ τους, χωρίς ιεραρχήσεις,χωρίς στρατηγική ή σχέδιο υλοποίησής τους, κάτι σαν λίστα με ψώνια στο super market.Κάτι καλές ιδέες του παρελθόντος επανέρχονται στο τραπέζι πάλι και πάλι, άνευρα και υπό μορφή ευχολογίων του στυλ "καλύτερα πλούσιος και υγιής" και όλοι καλά να είμαστε.
Αργεί φαίνεται ακόμα η ώρα της ωρίμανσης...

Τελικά , μεταξύ ψευτοπολιτικών κινήσεων της πλάκας και επαφών με καθαρά προσωπικές στοχεύσεις, το γαϊτανάκι καλά κρατεί.Διάφοροι έχουν βγει με το πανέρι στο χέρι να μαζέψουν σταφύλια (σαν ψιλοσάπια φαίνονται τα περισσότερα), ενώ άλλοι κυκλοφορούν ελεύθεροι και ωραίοι, διαθέσιμοι προς κάθε πανέρι.
Τι μου θυμίζει , τι μου θυμίζει....
                           
                             
             
 

                           
Υ.Γ. Το καλύτερο από όλα συνέβη στην Δ.Μακεδονία-Θράκη. Η αρμόδια επιτροπή περιοχής της ΔΗΜΑΡ συναντήθηκε με τον τοπικό Πεταλωτή για επαφή συνεργασίας.Λίγες ημέρες μετά , ο Πεταλωτής ορίστηκε από το Βενιζέλο τομεάρχης Δικαιοσύνης. Η ΔΗΜΑΡ μετά από αυτό, βγάζει δημόσια ανακοίνωση, που καταγγέλει τον Πεταλωτή ότι συνειδητά τους παραπλάνησε και έκανε επαφή μαζί τους ώστε να εκβιάσει την ανάληψη της σχετικής θέσης!!! Κατά που να μουτζώσεις τώρα πέστε μου....
Ιδέα δεν έχω τι ακριβώς συνέβη και δε με ενδιαφέρει κιόλας.Απλά είναι κορυφαίο σύμπτωμα για το τι είδους διάλογος διεξάγεται.Και δεν τα ξέρουμε και όλα....


Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Όταν η γραφή είναι απελευθερωτική...

Κίτρινα μάτια
του Χρήστου Χωμενίδη

Έχουν τα πάντα χαραχτεί στη μνήμη του από εκείνο το απομεσήμερο της Κυριακής 9 Αυγούστου του 1976.
Η βεράντα -«χαγιάτι!» τον διόρθωνε ο παππούς, «εξώστης…» έδινε τη λόγια εκδοχή ο θείος Τάκης- η βεράντα του πατρικού της μάνας του στο χωρίο Λάκωνες Κερκύρας, με τη λουλουδάτη τέντα κατεβασμένη, να κόβει τον ήλιο μα και την πανοραμική θέα προς την Παλαιοκαστρίτσα. Να έχουν επιστρέψει από τη θάλασσα και να κάθονται γύρω από το τραπέζι, περιμένοντας τις πατάτες που τηγανίζει η γιαγιά του. Ο μπαμπάς του, σαραντάρης, με μαλλιαρό στήθος, σορτσάκι τζην και σαγιονάρες, να διαβάζει νωχελικά «Τα Νέα», τσιμπώντας πότε-πότε καμιά ροδέλα σαλάμι. Η μαμά του να έχει ανεβάσει τα πόδια της στα κάγκελα, να καπνίζει και να ρεμβάζει, με ξώπλατο φόρεμα και με πελώρια γυαλιά-πεταλούδα. Ο θείος Τάκης και ο παππούς να παίζουν τάβλι. Το τρανζίστορ να παίζει ξένες επιτυχίες. Ο ίδιος να ξεφυλλίζει για τρίτη φορά το «Ποπάυ» που αγόρασε το πρωί μαζί με την εφημερίδα και με τα τσιγάρα του μπαμπά. «Ρε, Μιμάκο» να του λέει ο παππούς «κάνε, βρε αγόρι μου, μια παλικαριά: Πήγαινε στο κατώι και γέμισε μια νταμιτζάνα κοκκινέλι. Άντε, να σε χαρώ!» Σηκώνεται ακαριαία – ο παππούς είναι ιερό πρόσωπο, ο αριθμός από το Άουσβιτς στο μπράτσο του κάνει τις επιθυμίες του διαταγές. «Να προσέχεις στις σκάλες!» του φωνάζει η μαμά.
Τα πέτρινα σκαλιά γυαλίζουν και γλιστράνε πράγματι από την πολυκαιρία. Το σπίτι έχει χτιστεί πάνω στο βράχο διακόσια -ή τριακόσια μήπως;- χρόνια πριν, ίσως να είναι και το αρχαιότερο του χωριού, μια στάνη στην αρχή, ύστερα εξοχικό της οικογένειας και στη διάρκεια του πολέμου κρυψώνα των Εβραίων του νησιού, μέχρι που κάποιος τούς σπιούνεψε και δύο γερμανικά καμιόνια σκαρφάλωσαν αξημέρωτα το βουνό, περικύκλωσαν το σπίτι και τούς έβγαλαν έναν-έναν έξω με τα χέρια στον σβέρκο… Ο μικρός Μίμης (εκ του Αβραάμ) έχει ακούσει την ιστορία δεκάδες φορές, «πάλι καλά που δεν το πυρπολήσανε, να καούμε σαν τους ποντικούς…» καταλήγει πάντοτε ο παππούς. «Το λες, επειδή εσύ επέζησες από το στρατόπεδο…» του αντιτείνει η γιαγιά και ο στερεότυπος διάλογός τους καταλήγει με ένα βαθύ αναστεναγμό από εκείνον κι ένα ρητορικό «άδικο έχω;» από εκείνην.  
Κάθε σκαλί που κατεβαίνει, η θερμοκρασία κατρακυλάει τουλάχιστον δύο βαθμούς. Στο κατώι -«κελάρι» το λέει η μαμά, «αχούρι» το αποκαλεί περιφρονητικά η γιαγιά- στο κατώι επικρατεί ψύχος και μισοσκόταδο. Στο κέντρο του δεσπόζει -σκεπασμένη με λινάτσα- μια πυραμίδα από παλιατσαρίες, διπλή σχεδόν στο μπόι από τον Μίμη. Με πόση τέχνη έχουν ακουμπήσει πάνω στο ξεχαρβαλωμένο πιάνο με ουρά δυο κουτσές πολυθρόνες και πάνω τους ένα γραμμόφωνο κι ένα ψυγείο πάγου και στην κορφή ένα σκουριασμένο κλουβί κι ένα βαλσαμωμένο γεράκι! Ψοφάει ο Μίμης να τον αφήσουν κάποτε να τα περιεργαστεί ένα-ένα όλα εκείνα τα μαγικά αντικείμενα. Του προξενούν όμως κι ένα ελαφρό δέος, έτσι όπως φωτίζονται από τη λάμπα-χελώνα και οι σκιές τους πέφτουν αλλόκοτες στον απέναντι τοίχο.
Δεν είναι θρασίμι ο Μίμης. Ένα αρκετά δειλό αγόρι, είναι δώδεκα χρονών. Ούτε σκαλίζει ξένα συρτάρια ούτε κρυφακούει συζητήσεις μεγάλων ούτε καν ανταλλάσσει τσόντες -ψαλλιδισμένες φωτογραφίες από το “Playboy” και το “Penthouse”- με τα παιδιά στην πλατεία. Οι Κερκυραίοι τον κοιτάνε έτσι κι αλλιώς με μισό μάτι. Η διαμονή του στην Αθήνα δεν του προσδίδει την αίγλη του πρωτευουσιάνου αλλά το στίγμα του φλώρου… Ο Μίμης παίρνει τη στροφή ανοιχτά, σε απόσταση ασφαλείας από την πυραμίδα, και κατευθύνεται προς τα δύο βαρέλια, το αριστερό με κόκκινο, το δεξί με λευκό κρασί. Κι εκείνη τη στιγμή τη νιώθει για πρώτη φορά. 
Τη νιώθει, δεν τη βλέπει. Πρέπει να στέκεται πίσω ακριβώς από την πλάτη του. Όχι να στέκεται. Να αιωρείται, δυο παλάμες πάνω από το έδαφος. Νιώθει στην αρχή τη μυρωδιά της, μυρωδιά χώματος μουσκεμένου από βροχή. Αισθάνεται έπειτα το θρόισμα της αναπνοής της. Ακούει, τέλος, την κοριτσίστικη φωνή της. «Γεια σου!» Ανατριχιάζει. Κοκαλώνει. Νομίζει ότι θα τα κάνει πάνω του. «Μη φοβάσαι, Μίμη! Πήγαινε να βάλεις κρασί, περιμένει ο παππούς!» Σαν να ακουμπάει το χέρι της στην πλάτη του και να τον σπρώχνει απαλά προς τη γωνιά με τα βαρέλια. Τρέμοντας πιάνει την νταμιτζάνα. «Ηρέμησε… Θα κάνεις καμιά ζημιά…» Τον καθοδηγεί σε κάθε του κίνηση. «Ξεβίδωσε το καπάκι, άνοιξε τη βρυσούλα, κλείσε τη βρυσούλα, ξαναβίδωσε το καπάκι… Άνοιξε την πόρτα, σβήσε το φως… Πήγαινε τώρα στους δικούς σου. Εγώ θα είμαι εδώ και θα σε περιμένω… Μα αν θες να γνωριστούμε καλύτερα, θυμήσου την επόμενη φορά να μην ανάψεις τη λάμπα…».
Με την νταμιτζάνα ακουμπισμένη στα πόδια του, ο Μίμης κάθεται στο κεφαλόσκαλο και αγωνίζεται να συνέλθει. Έχει ταχυκαρδία. Είναι κατάχλωμος και ξαναμμένος ταυτόχρονα. Με χίλια ζόρια η ανάσα του βρίσκει κάποιο ρυθμό. Ορμάει τότε στο μπάνιο και ρίχνει με τις χούφτες κρύο νερό στο πρόσωπο και στο κεφάλι του. «Πού ήσουν τόσην ώρα;» τον αρπάζει από τα μούτρα η μαμά μόλις τον αντικρίζει να ξεπροβάλλει στη βεράντα. «Καλά ντους έκανες εσύ; Με τα ρούχα; Δεν σου ’πα να ξεπλυθείς από τα αλάτια στην παραλία;». 
Τρεις εβδομάδες αργότερα -τρεις εβδομάδες κατά τις οποίες δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο- ο Μίμης μάζεψε όλο του το θάρρος και ξαναπήγε στο κατώι. Σεβάστηκε τον όρο που του είχε εκείνη θέσει. Δεν γύρισε τον διακόπτη. Τον καλωσόρισε με ένα σκαστό φιλί πίσω από το αυτί – δεν ήταν ακριβώς φιλί, περισσότερο σαν να τον χάιδεψε με τη φτερούγα του ένα πουλάκι. Καθώς η πόρτα έγερνε, η φωτεινή γραμμή που έμπαινε από τη σκάλα λέπταινε, ώσπου ακούστηκε ένα μεταλλικό κλικ και ο χώρος βυθίστηκε στο σκοτάδι. «Για σένα το κάνω» του διευκρίνισε η κοριτσίστικη φωνή. «Αφού εσύ έτσι κι αλλιώς δεν μπορείς να με δεις, δεν θα ’ταν δίκαιο να σε βλέπω εγώ…». «Πώς σε λένε;» τραύλισε ο Μίμης. «Αλεξάνδρα» απάντησε μετά από μια παύση. «Εκτός κι αν προτιμάς Χριστίνα. Ή και Λιλίκα. Μπα! Το “Λιλίκα” μου πέφτει χαζοχαρούμενο.». «Ποια είσαι;» «Μακάρι να 'ξερα! Η χαμένη σου αδελφή; Κάποια από τις κοπέλες που είχαν κρυφτεί στο υπόγειο τότε που οι Γερμανοί κυνηγούσαν τους Εβραίους; Δεν αποκλείεται όμως και να ’χα τη φωλιά μου εδώ πριν καν χτιστεί το σπίτι. Να έσκασα απ’ το αβγό μέσα σε μια τρύπα στον βράχο... Τι σημασία έχει έτσι κι αλλιώς; … Μα γιατί στέκεις όρθιος, Μίμη; Στο πάτωμα είναι σούπερ!» μεταχειρίστηκε μιαν έκφραση που θα γινόταν της μόδας στην Ελλάδα πολλά χρόνια μετά. «Άσε με να σου βγάλω το πουκάμισο, να χαρείς τη δροσιά…». «“Ντα” θα σε λέω» αποφάσισε ο Μίμης ενώ εκείνη τού ξεκούμπωνε το παντελόνι.
Όταν, στα δεκαεννιά του, ο Μίμης πρωτοέκανε έρωτα με μια κανονική κοπέλα -μια συμφοιτήτριά του στην Ιατρική- αισθάνθηκε σαν να του πρόσφεραν μια λαχταριστή καραμέλα όμως εκείνος να έτρωγε το περιτύλιγμά της, χαρτί με ελάχιστα ίχνη ζάχαρης. Το ομολόγησε ορθά-κοφτά στην Ντα, η οποία τον είχε ενθαρρύνει, τον είχε πιέσει σχεδόν, να ολοκληρώσει επιτέλους τη σχέση του με τη Ρέα.
«Έτσι συμβαίνει γενικά, με ό,τι κι αν ζω έξω από εδώ…» πρόσθεσε ο Μίμης, μιας και είχε πάρει φόρα. «Και το πιο σπέσιαλ κοκτέιλ -ο πατέρας του κολλητού μου έχει μπαρ στη Γλυφάδα και μας κερνάει συχνά- μου μοιάζει σκέτο ξύδι σε σύγκριση με το κρασί των βαρελιών μας. Στις παρέες σκυλοβαριέμαι. Οι πλάκες των φίλων μου, μου φαίνονται ξενέρωτες, όπως και τα βιβλία και το σινεμά. Όσο για τα φιλιά των κοριτσιών, σάλια και σάχλα…». «Μήπως σ’ αρέσουν τελικά τα αγόρια;» ρώτησε η Ντα. «Τίποτα δεν μ’ αρέσει μακριά σου! Το αποφάσισα: θα μείνω στο κατώι.». «Τρελάθηκες, Μίμη; Μέσα σε δύο μέρες, θα έχεις μουχλιάσει σύγκορμος! Τα κόκαλά σου, σκουριασμένα, θα τρίζουνε απαίσια και στην παραμικρή σου κίνηση…». «Έλα εσύ τότε μαζί μου…» την ικέτεψε. «Έτσι και βγω εγώ από εδώ μέσα, θα σκορπίσω στον άνεμο…» είπε η Ντα. «Είμαστε καταδικασμένοι λοιπόν να περάσουμε τις ζωές μας χώρια;». «Τον τελευταίο μήνα με επισκέφθηκες ήδη τρεις φορές. Δεν είναι δα και λίγο…». «Κάθε μέρα θα σου ’ρχομαι, Ντα!» «Πρέπει να με αφήνεις, Μίμη, να σε πεθυμώ. Άμα δεν σε έχω νοσταλγήσει, μπορεί και να μην μπω στον κόπο να μαζέψω τον εαυτό μου για να σου φανερωθώ. Δεν ξέρεις τι προσπάθεια χρειάζεται για να συναρμολογούμαι κάθε που ακούω τα βήματά σου στη σκάλα. Δεν έχεις καταλάβει τίποτα μου φαίνεται!» τον μάλωσε και εξαερώθηκε μεσ’ απ’ την αγκαλιά του για να τη νιώσει, πέντε δευτερόλεπτα αργότερα, να στάζει σε υγρή μορφή από το αριστερό του μάτι.
Η Ντα επέβαλλε τους κανόνες της όμως κι ο Μίμης έκλεβε όσο μπορούσε. Για το χατίρι της -δίχως ποτέ να το παραδεχτεί- φίλησε κατουρημένες ποδιές ώστε να υπηρετήσει τη θητεία του στη Ναυτική Διοίκηση Ιονίου. Έκανε, στη συνέχεια, το αγροτικό του στο παραδιπλανό χωριό και μολονότι -άριστος γαρ φοιτητής- ανοίγονταν εμπρός του λαμπρές προοπτικές μετεκπαίδευσης και ακαδημαϊκής καριέρας, προτίμησε εκείνος να διοριστεί στο ΙΚΑ Κέρκυρας. Μες στη ρουτίνα. Ο παππούς είχε στο μεταξύ πεθάνει και οι γονείς του είχαν χωρίσει - ο πατέρας του συζούσε με μια Ουκρανέζα στο Χαϊδάρι και η μάνα του είχε γίνει θρήσκα, κατέβαινε πολύ συχνά στο Ισραήλ και εργαζόταν εθελοντικά σε μια κατασκήνωση για τα Εβραιόπουλα της Διασποράς. Η γιαγιά του είχε μισοτυφλωθεί από το σάκχαρο και ο Μίμης είχε αναλάβει τη φροντίδα της. Οδηγούσε κάθε Τετάρτη και Σάββατο από την πόλη στους Λάκωνες για να της πηγαίνει φαγητό και φάρμακα. Κλεινόταν έπειτα στο κατώι, όπου είχε δήθεν φτιάξει σκοτεινό θάλαμο - το χόμπι του ήταν δήθεν η φωτογραφία…
«Καιρός να παντρευτείς!» του είπε ένα απόγευμα η Ντα ενώ εκείνος μπαινόβγαινε νωχελικά μέσα της. «Πώς σου ’ρθε τώρα αυτό; Με βαρέθηκες;» πάγωσε ο Μίμης. «Όχι, καθόλου. Κοντεύεις όμως τα σαράντα. Στο ράφι θα μείνεις;». «Τι σε νοιάζει εσένα;». «Πού ξέρεις; Μπορεί να θέλω να αποπλανήσω και τους γιους σου…». «Κι αν κάνω κόρες;». «Τότε θα είναι ακόμα πιο ερεθιστικό!» κελάρυσε η Ντα και ένωσε τα πόδια της πίσω απ’ την πλάτη του.
«Η Αντιγόνη Λεχουρίτη, η μελαψή ειδικευόμενη στο Ορθοπεδικό, είναι έγκυος. Ζήτημα αν την είχα πηδήξει πέντε φορές…» ανακοίνωσε -οργισμένα σχεδόν- ο Μίμης στην Ντα. «Τι καρπερός που μας προέκυψες! Συγχαρητήρια!». «Στοιχηματίζω ότι έχεις βάλει εσύ, Ντα, το χεράκι σου…». «Παραλογίζεσαι τώρα.». «Τι πάει να πει “παραλογίζομαι”; Μήπως η σχέση μας, μήπως η ύπαρξή σου η ίδια χωράει σε καμία λογική;». «Ίσως ναι, ίσως και όχι…». «Ποιος άλλος άντρας περνάει από παιδάκι μια παράλληλη ζωή, εγκλωβισμένη σε ένα υπόγειο;». «Μη θεωρείς τον εαυτό σου, Μίμη, τόσο μοναδικό! Δεν αποκλείεται όλοι οι άνθρωποι να απολαμβάνουν έναν δεύτερο, μυστικό κόσμο…». «Να απολαμβάνουν; Φαντάζεσαι πως όλο ετούτο είναι απόλαυση για μένα;». «Έτσι με έκανες εσύ ο ίδιος να πιστεύω, εικοσιοχτώ χρόνια τώρα… Εάν δεν σ’ αρέσει πλέον, μπορείς να φύγεις και να μην ξαναγυρίσεις.». «Σιγά μην και ξαναγυρίσω!».
Ήταν ο πρώτος τους καβγάς και πιθανόν για αυτό να πήρε ο θυμός να ξεθυμάνει μιαν ολόκληρη πενταετία.
Στο μεταξύ, ο Μίμης κορδώθηκε γαμπρός στο πλάι της Αντιγόνης η οποία του γέννησε δίδυμα, αρσενικό και θηλυκό. Η επιρροή της πάνω του αυξανόταν μέρα με την ημέρα. Εκείνη του έκοψε το κάπνισμα, εκείνη τον έπεισε να ανοίξει ιατρείο σε ένα διαμέρισμα που ανήκε στον πατέρα της απέναντι από το Δημαρχείο. Εκείνη μόλις πληροφορήθηκε ότι στο υπόγειο του σπιτιού στους Λάκωνες υπήρχε ένα πιάνο με ουρά, τον έπρηξε να το επισκευάσουν και να το τοποθετήσουν στο σαλόνι τους. «Αφού κανένας απ’ τους δύο μας δεν παίζει νότα…» αντέτεινε ο Μίμης. «Θα μάθουν τα παιδιά μας!» είχε έτοιμη η Αντιγόνη την απάντηση. 
Κατέβηκε τη σκάλα κρατώντας έναν φακό, με την ελπίδα πως το φως του θα διέλυε τις αναμνήσεις. Όμως το άρωμα της Ντα τον τύλιξε πριν καν περάσει το κατώφλι. «Γεια σου!» τον καλωσόρισε απαράλλακτα κοριτσίστικη όπως την πρώτη φορά. «Ήρθα να πάρω απλώς το πιάνο» της διευκρίνισε εκείνος στυφά. «Μόνος σου θα το κουβαλήσεις;» τον κορόιδεψε. «Άσε τα, Μίμη, αυτά! Σβήσε και τον φακό κι έλα να σκαρφαλώσουμε, σαν άλλοτε, στο ταβάνι…».
Όταν τα δίδυμα μπήκαν στην εφηβεία, ο Μίμης έβαλε στο κατώι κλειδαριά ασφαλείας. Τι και αν έπρεπε να τα ικετέψει για να καταδεχθούν να τον ακολουθήσουν τρεις φορές τον χρόνο στους Λάκωνες, να δουν το χούφταλο την προγιαγιά τους; Η απειλή της Ντα πως θα τα αποπλανούσε της έτρωγε τα σωθικά. Όχι γιατί ήθελε να διαφυλάξει την αγνότητά της, να τα γλιτώσει από μια παράλληλη υπόγεια ζωή. Μα επειδή ζήλευε, πρασίνιζε στην πιθανότητα να τη μοιραστεί. Στο ενδεχόμενο δε να τη χάσει, έχανε τον κόσμο. Την ήθελε αποκλειστικά δική του, να της χαϊδεύει τη φαλάκρα με τα κρινοδάχτυλά της, να ορειβατεί επάνω στην κοιλιά του. Είχε καταντήσει χοντρός ο Μίμης, χοντρός και ασθμαίνων. Ίδρωνε πια χειμώνα-καλοκαίρι. Έριχνε με χάπια την πίεση κι ενίσχυε με άλλα χάπια τη στύση του, ιδίως πριν επισκεφθεί την Ντα…
Η μαγνητική τομογραφία που έγινε μετά την τρίτη χημειοθεραπεία έδειξε εκτεταμένες μεταστάσεις στο συκώτι και στο έντερο. Στράφι είχαν πάει τα κοκτέιλ των φαρμάκων και η ταλαιπωρία του ασθενούς. «Ζήτημα αν θα αντέξει ως τα Χριστούγεννα…» ενημέρωσε ο ογκολόγος την Αντιγόνη και τα παιδιά. «Μην του στερήσετε την ελπίδα», ζήτησε εκείνη κι έκρυψε από τον άντρα της τα μαύρα μαντάτα. Ο καθρέφτης ήταν αρκετός για να αντικρίσει ο Μίμης τη σκιά του εαυτού του και να σιγουρευτεί ότι το λάδι του είχε, σχεδόν, σωθεί. «Για κοίτα κάτι πράγματα!», σάρκασε. «Ποιος να μου το ’λεγε ότι θα με έθαβε η γιαγιά μου;». Η γιαγιά βάδιζε στα εκατόν τέσσερα, η όρασή της είχε επανέλθει, της είχε μάλιστα φυτρώσει πρόσφατα κι ένα καινούργιο δόντι. Ο Μίμης δεν θα έκλεινε τα εξήντα δύο. «Να την προσέχεις τη νόνα σου…», παράγγειλε στη συνονόματη δισέγγονή της, την κόρη του Ραχήλ. «Θέλω να πεθάνω στους Λάκωνες!» πρόσθεσε μετά. Η Αντιγόνη και ο γιος του είχαν αντιρρήσεις -«πού να τον βγάζουμε από το νοσοκομείο και να τον τρέχουμε στα κατσάβραχα; - πού να βρίσκουμε αποκλειστική, ορούς και καθετήρες;»- μα η Ραχήλ πάτησε πόδι. «Δεν πρόκειται να ζήσει ούτε δύο μέρες» της διαβεβαίωσε.
Τον πήρε με το αμάξι της απ’ την Αθήνα και τον πήγε στην Κέρκυρα. Σε όλη τη διαδρομή ο Μίμης βρισκόταν σε λήθαργο. Μόνο στο πλοίο από Ηγουμενίτσα συνήλθε κάπως κι ανέβηκε κούτσα-κούτσα στο κατάστρωμα, να αναπνεύσει τον θαλασσινό αέρα. «Μόλις φτάσουμε στο σπίτι, ακόμα και αν έχω πέσει σε κώμα, θα με πας, Ραχήλ, στο κατώι» τη διέταξε. «Μπορείς να με σηκώσεις στα χέρια. Είσαι δυνατή κοπέλα, νταβραντισμένη. Κι εγώ ανάθεμα αν ζυγίζω πια σαράντα κιλά… Θα με αφήσεις στο πάτωμα, θα σβήσεις το φως, θα κλείσεις την πόρτα και θα φύγεις. Αύριο θα ειδοποιήσεις το γραφείο κηδειών να έρθει να με παραλάβει…».
Τα έκανε όλα όπως της τα ’πε. Το επόμενο πρωί βρήκε πάνω στο πτώμα του μια γάτα. Ήταν κι εκείνη νεκρή. Η ουρά της, της χάιδευε τον λαιμό. Τα κίτρινα μάτια της γυάλιζαν ορθάνοιχτα, σαν δυο καντήλια, για εκείνον και για εκείνην. Η καλή θυγατέρα Ραχήλ την ακούμπησε στα πόδια του μέσα στο φέρετρο. Και για να μη σκανδαλιστούν οι υπόλοιποι, τη σκέπασε με λουλούδια.
www.protagon.gr

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Κόντρα στην κακοφωνία

Ας μην φωνάζουμε πολύ.Δεν σπάει η κακοφωνία με φωνές.Ούτε η δημόσια , ούτε η κατ' ιδίαν.
Μια στις τόσες  ας κατανοήσουμε την αξία της σιωπής, τον άγριο και γόνιμο ήχο της.
Ακόμα και όταν τίποτε δεν θα αλλάξει, τουλάχιστον «…ωφελέειν ή μη βλάπτειν»


                               

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

Τα δύσκολα


Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη. Ένας παραπάνω λόγος για να επιχειρήσουμε κάτι, πρέπει να ’ναι η δυσκολία που το κάτι αυτό παρουσιάζει. 
 Γόνιμος είναι κι ο έρωτας: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος. Έρωτας του ανθρώπου για τον άνθρωπο: ίσως αυτό να ’ναι το δυσκολότερο απ’ όσα μας έταξεν η μοίρα, το πιο απόμακρο, η τελευταία δοκιμασία, το έργο που όλα τ’ άλλα δεν είναι παρά προετοιμασία και προπαρασκευή του.

 Αναρωτηθήκατε αν οι μεγάλες θλίψεις δε διαπεράσανε το εσώτερο Είναι σας; Αν δεν αλλάξατε, σεις, κάπου, σε κάποιο σημείο της υπόστασής σας, την ώρα που ήσαστε θλιμμένος; Επικίνδυνες και βλαβερές είναι μονάχα κείνες οι θλίψεις που, για να τις βουβάνουμε, τις σέρνουμε μέσα στον όχλο. Όπως οι αρρώστιες που γιατρεύτηκαν ανόητα κι επιπόλαια, πισωπλατίζουν κι εκείνες για λίγο μόνο, κι έπειτα ξαναγυρνάνε πιο τρομερές. Και στοιβάζονται εντός μας κι είναι ζωή κι αυτές, ζωή καταφρονεμένη όμως, χαμένη ζωή, που δεν τη ζήσαμε, και που μπορεί ωστόσο να μας φέρει στο θάνατο.

Ρίλκε, από τα "Γράμματα σε έναν νέο ποιητή"

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Θάψτε το χρέος για πάντα στην ευρωζώνη


Εισαγωγή από anestios: Καλοκαίρι είναι, καιρός να μελετήσουμε πιο νηφάλια, όσο μας το επιτρέπει η ψυχολογία των καιρών και το γύρω μας δράμα.Μια αρκετά ψύχραιμη, αναλυτική και πάντως νηφάλια παρουσίαση από ένα κατά τεκμήριο σοβαρό think  tank στην Ευρώπη.Μπορεί κανείς να συμφωνήσει ή διαφωνήσει εν μέρει ή εν όλω. Αλλά δεδομένης της έλλειψης σοβαρών προσεγγίσεων στο δημόσιο διάλογο, σίγουρα θα φανεί χρήσιμο προς προβληματισμό και σκέψη.Αυτά δηλαδή που μας λείπουν.

Των Pierre Paris και Charles Wyplosz

Η κρίση χρέους της ευρωζώνης επιδεινώνεται παρά τα φαινόμενα για το αντίθετο. Τα spreads των ομολόγων της ευρωζώνης έχουν συρρικνωθεί, οδηγώντας κάποιους να νομίζουν ότι η κρίση υποχωρεί. Ωστόσο, η συρρίκνωση αυτή δεν οφείλεται σε κάποια βελτίωση των θεμελιωδών. Συνέβη αφότου η ΕΚΤ ανακοίνωσε το πρόγραμμα ΟΜΤ. Το «οτιδήποτε χρειαστεί» του Mario Draghi, έκανε το μαγικό: οι επενδυτές πιστεύουν ότι η ΕΚΤ θα μπορούσε και θα το κάνει, να αντιμετωπίσει την άνοδο των spreads μεσοπρόθεσμα.
 Αλλά αυτό σημαίνει πως οι πληροφορίες των spreads είναι συγκεχυμένες: τα spreads δεν μας δείχνουν πλέον τι σκέφτονται οι επενδυτές για τη βιωσιμότητα του χρέους. Αντανακλούν ένα μείγμα προσδοκιών για τη βιωσιμότητα του χρέους και προβλέψεων για τις αντιδράσεις της ΕΚΤ.
 Αυτό είναι ένα ακόμη παράδειγμα του Νόμου Goodhart –μια μεταβλητής που γίνεται στόχος, σύντομα χάνει την αξιοπιστία της ως αντικειμενικός δείκτης.

Πώς να μετρηθεί η κρίση χρέους της ευρωζώνης
 Αυτό μας αφήνει με ένα χονδροειδές μέτρο –την εξέλιξη των δημοσίων χρεών- ως ποσοστό του ΑΕΠ. Τα spreads ήταν σαφώς καλύτεροι δείκτες πριν το ΟΜΤ. Υπάρχουν αρκετά προβλήματα με τις αναλογίες χρέους προς ΑΕΠ:
 Τα μεικτά χρέη είναι ακαθάριστα, δηλαδή αγνοούν τη δημόσια περιουσία.
 Τα μεικτά χρέη αγνοούν μη χρηματοδοτούμενες δημόσιες υποχρεώσεις, όπως οι συντάξεις και η υγειονομική περίθαλψη.
 Στις περισσότερες χώρες οι μη χρηματοδοτούμενες υποχρεώσεις –οι οποίες περιλαμβάνουν το εν δυνάμει κόστος της διάσωσης τραπεζών όταν και εάν καταρρεύσουν- είναι κατά πολύ μεγαλύτερα σε σχέση με τη δημόσια περιουσία που μπορεί να πουληθεί. Το ΑΕΠ είναι ένα στατικό μέτρο της ικανότητας πληρωμών. Η ανάπτυξη του ΑΕΠ παίζει επίσης ρόλο.
 Επισημαίνοντας ότι η ανάπτυξη της ευρωζώνης μοιάζει να έχει «γλιστρήσει» σε μια πιο βραδεία φάση, ο παρανομαστής του ΑΕΠ είναι πιθανό να αυξάνεται βραδύτερα από ό,τι στη δεκαετία του ’90.

Τα τρία σημεία μαζί υποδηλώνουν ότι η αναλογία χρέους/ΑΕΠ στη δεκαετία του 2010 απεικονίζει μια πιο αισιόδοξη εικόνα για τη βιωσιμότητα από ό,τι τα ίδια επίπεδα στη δεκαετία του ’90. Στο σχήμα 1 εμφανίζεται η αναλογία δημοσίου χρέους/ΑΕΠ για την ευρωζώνη ως σύνολο, μαζί με τις χώρες με το υψηλότερο και το χαμηλότερο ποσοστό (αγνοώντας τις δύο ειδικές περιπτώσεις της Εσθονίας και του Λουξεμβούργου).
 Ακόμη και εάν συμπεριληφθούν οι αισιόδοξες εκτιμήσεις για το 2013, το ποσοστό αυτό μπορεί μόνο να επιβεβαιώσει ότι η κατάσταση επιδεινώνεται. Εάν το δημόσιο χρέος έμοιαζε πιθανό να είναι βιώσιμο το 2008, η πιθανότητα είναι ακόμη υψηλότερη τώρα. Είναι εντυπωσιακό πως αυτό ισχύει ακόμη και για την Ελλάδα, παρά την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους της το 2011, το οποίο ήταν αρκετά μεγάλο για να χρεοκοπήσει το κυπριακό τραπεζικό σύστημα. Για να το θέσουμε διαφορετικά, όχι μόνο δεν έχει επιλυθεί το αρχικό πρόβλημα, αλλά επίσης έχει γίνει χειρότερο. Δεν μπορεί να υπάρξουν εκπλήξεις εδώ. Η σταθεροποίηση του προϋπολογισμού δεν μπορεί να λειτουργήσει στη διάρκεια μιας ύφεσης όπως επισημάνθηκε κατά την έναρξη της κρίσης.


Ποιες είναι οι επιλογές σήμερα;

Το πρόβλημα χρέους δεν μπορεί να αποφευχθεί. Όταν το χρέος είναι μη βιώσιμο, δεν μπορεί να διατηρηθεί. Το μόνο ερώτημα είναι πώς και πότε έρχεται η κρίση. Εδώ ακολουθούν πέντε επιλογές που μπορεί να αντιμετωπίσουν το τέλμα του χρέους.

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

When the Night Comes





                               

                                         

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Από τη χρεοκοπία του ’32 στη δικτατορία του ’36

Του Γ.Μαλούχου

Αν και η κοινή συνείδηση έχει καταγράψει την 4η Αυγούστου 1936 ως την ημέρα της ανόδου του Ιωάννη Μεταξά στην εξουσία, η πραγματικότητα είναι διαφορετική: ο Μεταξάς έγινε πρωθυπουργός αρκετούς μήνες πριν, στις 29 Απριλίου του ίδιου έτους. Οχι μέσα από κίνημα, αλλά μέσα από την ίδια τη Βουλή, η οποία του έδωσε μάλιστα πρωτοφανή πλειοψηφία 241 ψήφων, επικυρώνοντας τον διορισμό του ως πρωθυπουργού από τον βασιλέα Γεώργιο Β’ μετά τον ξαφνικό θάνατο του πρωθυπουργού Δεμερτζή. Το πώς και το γιατί η χώρα κατέληξε στα χέρια του Μεταξά είναι μια ιστορία που ξεκινά τέσσερα χρόνια πριν, τον Απρίλιο του 1932, όταν η Ελλάδα κήρυττε πτώχευση με την παραίτηση του υπουργού Οικονομικών Γεωργίου Μαρή, για να περιδινηθεί έκτοτε στην εναλλαγή σειράς κυβερνήσεων, που, τελικά, δεν κατάφεραν να βρουν βιώσιμη λύση στο ζήτημα του χρέους.
 
Το 1932 το συνάλλαγμα από τις εξαγωγές της χώρας πήγαινε σε ποσοστό 81% για την εξυπηρέτηση του χρέους, τη στιγμή που στη Βουλγαρία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 16% και στην Ουγγαρία, όπου ήταν και το μεγαλύτερο όλων των άλλων χωρών πλην της Ελλάδας, στο 48%. Η κρίση είχε γίνει πια ασφυξία. Τους τελευταίους μήνες της πρωθυπουργίας του, το 1932, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχει καταβάλει δραματικές προσπάθειες νέας δανειοδότησης της χώρας από το Παρίσι, το Λονδίνο και τη Ρώμη, που έχουν καταλήξει άκαρπες. Για την Ουάσιγκτον, η οποία βρισκόταν ακόμη μεταξύ του Κραχ και του «Νιου Ντιλ», δεν υπήρχε θέμα συζήτησης, όπως και για το Βερολίνο, το οποίο ήταν ακόμη εξαιρετικά επιβαρυμένο με τις πολεμικές αποζημιώσεις του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και έμπαινε ήδη στην τροχιά της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία.

Λίγο πριν και διαρκώς μετά την πτώχευση του '32 το πρόβλημα του χρέους ήταν το μόνιμο υπόστρωμα πίσω από όλες τις εσωτερικές διεργασίες. Η πολύ έντονη κοινωνική πίεση που είχε προκαλέσει η πτώχευση γεννούσε άλλωστε και τον έντονο φόβο της ανόδου του ΚΚΕ - σε μια εποχή που η Οκτωβριανή Επανάσταση έστηνε το διεθνικό καθεστώς της και σκορπούσε τον φόβο στον «αστικό» πολιτικό κόσμο. Ο συνδυασμός της κοινωνικής πίεσης από τις επιπτώσεις της χρεοκοπίας και της εσωτερικής αίσθησης αστάθειας και της διαρκώς αυξανόμενης εξωτερικής πίεσης στη χώρα από τους ξένους ομολογιούχους έδωσε όμως και πολύ έδαφος στις ιδέες του ολοκληρωτισμού. Πέραν του Μεταξά, αντικομμουνιστικές και αντισημιτικές οργανώσεις όπως οι «Τριεψιλίτες» (Εθνική Ενωσις Ελλάς) που είχαν εμφανιστεί αρχικά το 1927 στη Θεσσαλονίκη με αντιγραφή των ιδεών των Ιταλών Φάσι και των Γερμανών Ναζί επιχειρούσαν να κυριαρχήσουν. Αργότερα το Σύμφωνο Σοφούλη - Σκλάβαινα, το οποίο δημιούργησε τον φόβο μιας έμμεσης ανόδου του νεαρού ΚΚΕ στην εξουσία, συνέβαλε ακόμη περισσότερο σε εκείνη την κατεύθυνση.

Με την ψήφο των δύο μεγάλων κομμάτων
Η τελευταία προπολεμική Βουλή, που είχε προκύψει από τις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936, οι οποίες διεξήχθησαν με απλή αναλογική, ήταν και η τελευταία στην οποία συγκρούστηκαν οι δύο μεγάλες ελληνικές παρατάξεις, οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί. Η μεγάλη ιστορική ειρωνεία είναι ότι εκείνη η Βουλή ήταν μάλιστα αναθεωρητική... Αμέσως μετά τον σχηματισμό της σε σώμα, η Βουλή, η οποία είχε μπροστά της το μέγα πρόβλημα της διαπραγμάτευσης του χρέους, αλλά και το διχαστικό ζήτημα της επανόδου των βενιζελικών αξιωματικών που είχαν φύγει από το στράτευμα μετά το Κίνημα του '35, αδυνατούσε να δώσει άλλη κυβέρνηση και διχοτομήθηκε σε δύο στρατόπεδα με συμμετοχή πολλών κομμάτων το καθένα: η βενιζελική / δημοκρατική παράταξη οχυρώθηκε με ένα συνολικό ποσοστό λίγο πάνω από το 45% και 142 έδρες και η αντιβενιζελική με ποσοστό αθροιστικά λίγο πάνω από 47,5% και 143 έδρες. Το Κομμουνιστικό Κόμμα έλαβε 5,6% και εξέλεξε 15 βουλευτές. Στην αρχή, λόγω του Συμφώνου Σοφούλη - Σκλάβαινα, θεωρήθηκε βέβαιο ότι οι βουλευτές του ΚΚΕ θα παίξουν τον ρόλο του «ρυθμιστή» στον σχηματισμό κυβέρνησης. Τελικά ήταν η μόνη ομάδα που είχε κάθετη άρνηση στην παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στον Ιωάννη Μεταξά και επιχειρηματολογούσε ανοιχτά στη Βουλή ότι η τοποθέτησή του θα οδηγούσε σε δικτατορία. Οι εναργέστερες τοποθετήσεις της περιόδου για τον κίνδυνο για τη δημοκρατία προέρχονται από τον μαρξιστή Σεραφείμ Μάξιμο, ιδίως στο βιβλίο του «Κοινοβούλιο ή δικτατορία».

Η άνοδος του Μεταξά στην εξουσία, αν και τυπικά κοινοβουλευτική, είχε από την αρχή σαφή χαρακτηριστικά δικτατορικού τύπου: με απόφασή της η Βουλή αυτοκαταργήθηκε εκείνη την ίδια ημέρα για τους επόμενους μήνες, δίνοντας στον Μεταξά το δικαίωμα να κυβερνά με βασιλικά διατάγματα ως την επαναφορά στις πλήρεις δραστηριότητές της, η οποία όμως δεν πρόλαβε να συντελεστεί, καθώς ο αρχηγός του μικρού κόμματος των έξι βουλευτών κήρυξε στις 4 Αυγούστου και τυπικά τη δικτατορία...

Την πραγματικότητα περιγράφει με ενάργεια στην αγόρευσή του στη Βουλή στις 29 Απριλίου ο βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος Βάσος Στεφανόπουλος: «Χθες ακόμη εις μίαν μακράν ολονύκτιον συνεδρίασιν ηναγκάσθημεν να κηρύξωμεν την χρεωκοπίαν του λεγομένου κοινοβουλευτισμού. [...] Και τα 240 ΝΑΙ, τα οποία εξεφώνησαν εις την αίθουσαν ημών εις την ψήφον εμπιστοσύνης, ήσαν 240 υπογραφαί κάτωθι της τρομεράς διαπιστώσεως ότι εχρεωκοπήσαμεν ως κοινοβουλευτισμός, εξεπέσαμεν ως Συνέλευσις, εχάσαμεν την συνείδησιν του προορισμού μας ως εθνική κυριαρχία. Και έτι πλέον, κύριοι βουλευταί. Εχάσαμεν ίσως και τον ψυχικόν σύνδεσμον προς τον λαόν, τον οποίον ενετάλημεν να διακυβερνήσωμεν. Διότι τι είδους ψυχικός σύνδεσμος είναι δυνατόν να διατηρηθεί όταν ο μεν λαός φωνάζει "δεν θέλω να με κυβερνήσει ο κ. Μεταξάς", ημείς δε αδιαφορούντες προς την κραυγήν ταύτην απαντώμεν: "Και όμως, θα σε κυβερνήσει ο Μεταξάς!"»...

Η προειδοποίηση Σοφούλη
Από την άλλη πλευρά, ένα πολύ «βαρύ» πολιτικό όνομα, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, αρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων, του μεγαλύτερου στη Βουλή, και διάδοχος τουΕλευθερίου Βενιζέλου, έλεγε την ίδια ημέρα στη Βουλή: «Μέσα εις την ατμόσφαιραν η οποία περιβάλλει την ζωή μας, εισπνέομεν όλοι, χωρίς να το καταλάβωμεν, μία γενναίαν δόσιν υποκρισίας. Κοπτόμεθα πάντες και εκτραγωδούμεν τον κίνδυνον τον απώτερον του κομμουνισμού, διά να καλύψωμεν τον κίνδυνον τον οποίον ημείς οι ίδιοι δημιουργούμεν, οι προστάται δήθεν και υπερασπισταί του αστικού καθεστώτος. [...] Και η καταφρόνησις προς πάσαν ηθικήν αξίαν και προς πάσαν ηθικήν έννοιαν έχει κλονίσει πλέον τα θεμέλια του κοινωνικού καθεστώτος, ώστε να μη υπολείπεται πλέον εις τους ενδεχόμενους ανατροπείς του κοινωνικού καθεστώτος βαρύ το έργον».
 
Η συμφωνία για την αποπληρωμή του χρέουςΧαρακτηριστικό της καθοριστικής σημασίας που είχε το ζήτημα του χρέους για τις εσωτερικές εξελίξεις είναι τo γεγονός ότι, μόλις δύο εβδομάδες μετά την επίσημη κήρυξη της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, στις 20 Αυγούστου, ο Μεταξάς συμφωνεί να καταβάλει το 40% για το έτος '35-'36 και το 40% για το έτος '36-'37. Ο Μεταξάς ανακοίνωσε προσωπικά τη συμφωνία στον Γεώργιο, που βρισκόταν στην Κέρκυρα, σε διακοπές, φιλοξενώντας τον βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδο H'.

Ηταν όλοι ικανοποιημένοι. Λίγους μήνες αργότερα, όμως, την άνοιξη του 1937, το Συμβούλιο των Ομολογιούχων, μέσω της βρετανικής κυβέρνησης, ζητεί εκ νέου από την ελληνική το ποσοστό αυτό να ανέλθει στο 50%... Οι διαπραγματεύσεις ξεκινούν από την αρχή και οι πιέσεις κυριαρχούν εκ νέου στη χώρα, μέχρι που γεγονότα πολύ ευρύτερης σημασίας θα τις θέσουν σταδιακά σε δεύτερη μοίρα καθώς η Ευρώπη προετοιμάζεται για τον μεγαλύτερο πόλεμο της Ιστορίας... 
 

BHMA 4/8/2013

Σάββατο 3 Αυγούστου 2013


Φίλος μου θύμησε τη συναυλία του Rory Gallagher , Σεπτέμβρη του 81 στην Φιλαδέλφεια. Από αυτά που μένουν να λές "'Ημουν και εγώ εκεί..."

Το αγαπημένο μου Tattoo'd Lady ( σε ένα άλλο live  το 1975)